Σιωπηρή Αναμίσθωση ή Παράταση: Τι Επιλέγεται Και Πότε;

Όταν Λήγει η Εμπορική Μίσθωση: Παράταση, Αναμίσθωση ή Νέα Σύμβαση;

Σε συντομία:

  • Με τη λήξη της τριετίας, αν ο μισθωτής παραμείνει και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, η μίσθωση γίνεται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους κατά τον ΑΚ 611.
  • Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη σύμβαση και λαμβάνει χώρα πριν τη λήξη. Η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου.
  • Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει νέα υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος. Η σιωπηρή αναμίσθωση «κλειδώνει» τους παλαιούς όρους.
  • Ο εκμισθωτής που θέλει νέους όρους αποτρέπει τη σιωπηρή αναμίσθωση με έγκαιρη εναντίωση. Η αξίωση υψηλότερου μισθώματος αρκεί ως εναντίωση.

Τι συμβαίνει όταν λήγει η εμπορική μίσθωση;

Με τη λήξη της συμβατικής ή της νόμιμης τριετίας, αν ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει χωρίς να εναντιώνεται, η μίσθωση καθίσταται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους κατά το ΑΚ 611. Διαφορετικά, τα μέρη επιλέγουν συνειδητά ανάμεσα σε παράταση, ρητή αναμίσθωση ή νέα αυτοτελή σύμβαση.

Οι εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις διέπονται από το Π.Δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014. Η μίσθωση ισχύει υποχρεωτικά για τρία έτη, ακόμη και αν συμφωνήθηκε για βραχύτερο διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Μόλις περάσει η τριετία, η σύμβαση λήγει χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη ενέργεια.

Η κρίσιμη στιγμή δεν είναι η λήξη, αλλά τι ακολουθεί. Αν δεν λάβει χώρα καμία ενέργεια και ο μισθωτής παραμείνει, ενεργοποιείται ο ερμηνευτικός κανόνας των άρθρων 608 και 611 του Αστικού Κώδικα και η μίσθωση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.

Ο Άρειος Πάγος έχει νομολογήσει ότι η αόριστη πλέον μίσθωση διατηρεί τους ίδιους όρους όπως και η παλαιά και δεν υπάγεται πια ως προς τη διάρκεια στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 1360/2025). Καθεμία από τις διαδρομές που ακολουθούν παράγει διαφορετικές συνέπειες ως προς το μίσθωμα, τη δέσμευση χρόνου και το ποιος ελέγχει τη λήξη.

Παράταση ή αναμίσθωση: ποια η νομική διαφορά και γιατί κρίνει το αποτέλεσμα;

Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη μίσθωση και ασκείται πριν τη λήξη της, ενώ η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου μεταξύ των ίδιων μερών. Η διάκριση δεν είναι θεωρητική, αλλά καθορίζει αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία και αν τα μέρη δεσμεύονται εκ νέου ως προς μίσθωμα και διάρκεια.

Στις εμπορικές μισθώσεις ορισμένου χρόνου ενδέχεται να αναγνωρίζεται στον μισθωτή το δικαίωμα να παρατείνει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο μετά τη λήξη της. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με δήλωση μέσα σε προθεσμία έως τη λήξη. Παράταση μετά τη λήξη δεν χωρεί, διότι δεν νοείται παράταση μίσθωσης που έχει ήδη λήξει και άρα δεν υφίσταται.

Η αναμίσθωση, που κατά την κρατούσα άποψη σημαίνει και ανανέωση της σύμβασης, αποτελεί νέα μεν μίσθωση, όχι όμως και νέα μισθωτική σχέση, αλλά συνέχιση της αρχικής. Διακρίνεται σε τρεις μορφές: (i) συμβατική, όταν γίνεται με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, (ii) μονομερής, όταν με τη σύμβαση παραχωρήθηκε σε ένα μέρος το διαπλαστικό δικαίωμα να προβεί σε αναμίσθωση με μονομερή δήλωση και (iii) εκ του νόμου (ex lege), όπως ορίζεται στα άρθρα 611, 633 και 671 ΑΚ και 36 ΕισΝΑΚ.

Ο πίνακας που ακολουθεί συγκρίνει τις τέσσερις επιλογές που έχει ένα μέρος όταν πλησιάζει η λήξη.

ΚριτήριοΠαράτασηΣιωπηρή αναμίσθωση (ΑΚ 611)Ρητή αναμίσθωσηΝέα αυτοτελής μίσθωση
Νομική φύσηΕπιμήκυνση υφιστάμενης σύμβασηςΝέα σύμβαση εκ του νόμουΝέα σύμβαση με συμφωνία μερώνΝέα ανεξάρτητη σύμβαση
Χρόνος ενέργειαςΠριν τη λήξηΑυτοδικαίως μετά τη λήξηΚατά ή μετά τη λήξηΜετά τη λήξη
Διάρκεια αποτελέσματοςΟρισμένος χρόνος (όσο η παράταση)Αόριστος χρόνοςΚατά τη συμφωνίαΝέα υποχρεωτική τριετία
Μίσθωμα και όροιΩς η αρχική σύμβασηΊδιοι με την αρχικήΚατά τη νέα συμφωνίαΕλεύθερη διαπραγμάτευση
Τρόπος λήξηςΣτο τέλος της παράτασηςΜε καταγγελίαΚατά τη συμφωνίαΣτο τέλος του νέου χρόνου
Νέα υποχρεωτική τριετίαΌχιΔεν εφαρμόζεται (αόριστος)Κατά περίπτωσηΝαι

Η διαφορά αποτυπώνεται καθαρά στη δέσμευση. Η νέα αυτοτελής μίσθωση εκκινεί νέα τριετία κατά την οποία κανένα μέρος δεν λύνει ελεύθερα τη σύμβαση. Η σιωπηρή αναμίσθωση οδηγεί σε αόριστο χρόνο, που λήγει με καταγγελία αλλά διατηρεί το παλαιό μίσθωμα.

Η πρόβλεψη δικαιώματος παράτασης ήδη στο αρχικό συμφωνητικό απαιτεί ad hoc διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία άσκησης και τους όρους, καθώς η ασαφής ρήτρα οδηγεί συχνά σε αμφισβήτηση για το αν πρόκειται για παράταση ή για νέα μίσθωση.

Πότε επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση κατά τον ΑΚ 611;

Η σιωπηρή αναμίσθωση απαιτεί σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. μίσθωση ορισμένου χρόνου,
  2. παρέλευση της συμβατικής διάρκειας,
  3. εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από τον μισθωτή και
  4. γνώση της χρήσης χωρίς εναντίωση εκ μέρους του εκμισθωτή.

Όταν συντρέχουν, η μίσθωση λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο.

Το άρθρο 611 ΑΚ, που επιγράφεται «Σιωπηρή Αναμίσθωση», ορίζει:

«Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.»

Ο όρος «ανανέωση» εδώ σημαίνει ανακατάρτιση της μίσθωσης, δηλαδή νέα σύναψη με τους προηγούμενους όρους. Η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και έχει ως έρεισμα την τεκμαιρόμενη συναίνεση και των δύο μερών. Ουσιώδης προϋπόθεση είναι η ενσυνείδητη ανοχή του εκμισθωτή στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη (ΑΠ 1543/2023).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει (ΑΠ 1360/2025) ότι η πρόβλεψη στο αρχικό συμφωνητικό μιας διαδικασίας παράτασης με νέα συμφωνία των μερών, δεν αποκλείει τη δυνατότητα σιωπηρής αναμίσθωσης κατά τον ΑΚ 611. Έτσι, η αόριστη μίσθωση μπορεί να προκύψει ακόμη και όταν η σύμβαση προέβλεπε ότι η συνέχιση θα γινόταν μόνο με ρητή συμφωνία.

Πώς αποτρέπει ο εκμισθωτής τη σιωπηρή αναμίσθωση;

Ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με έγκαιρη εναντίωση, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να εκφράζει τη βούλησή του να μη συνεχιστεί η μίσθωση είτε γενικά είτε με τους ίδιους όρους. Η εναντίωση παραμερίζει τον ερμηνευτικό κανόνα του ΑΚ 611 και εμποδίζει τη γέννηση της αόριστης μίσθωσης.

Ως εναντίωση νοείται η δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Τυπική περίπτωση σιωπηρής εναντίωσης είναι η αξίωση μισθώματος μεγαλύτερου από το ήδη καταβαλλόμενο: ζητώντας υψηλότερο μίσθωμα, ο εκμισθωτής δηλώνει ότι δεν αποδέχεται τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους (ΑΠ 671/2019). Ομοίως, η εναντίωση του μισθωτή στη σιωπηρή αναμίσθωση ματαιώνει επίσης το αποτέλεσμα, αφού η ρύθμιση στηρίζεται στη συναίνεση και των δύο.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών μισθώσεων δείχνει ότι ο χρόνος και ο τρόπος της εναντίωσης κρίνουν την έκβαση. Μια προφορική δυσαρέσκεια ή μια καθυστερημένη αντίδραση μετά από μήνες ανοχής συχνά δεν αρκεί, ενώ μια σαφής έγγραφη δήλωση πριν ή αμέσως μετά τη λήξη θεμελιώνει την εναντίωση. Η διατύπωση πρέπει να καθιστά αναμφίβολη τη μη αποδοχή της συνέχισης, διότι ασαφείς οχλήσεις ερμηνεύονται υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης.

Σιωπηρή αναμίσθωση παρά απαγορευτικό όρο

Ακόμη και όταν η σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως και προέβλεπε ότι κάθε τροποποίηση θα γίνεται εγγράφως, ο όρος αυτός μπορεί να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική ή και σιωπηρή συμφωνία, διότι η νεότερη συμφωνία καταργεί την αρχική για έγγραφη τροποποίηση (ΑΠ 130/2019, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ).

Η αρχή αυτή ισχύει και στις εμπορικές μισθώσεις. Συνεπώς, η σιωπηρή αναμίσθωση είναι δυνατή ακόμη και όταν απαγορεύεται με ρητό όρο στο μισθωτήριο, εφόσον προκύπτει ότι ο όρος τροποποιήθηκε σιωπηρά από τη συμπεριφορά των μερών.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 και τις αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ;

Με τον Ν. 5221/2025, από 01/01/2026 προστέθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου, λόγω λήξης της διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεν υπήρχε με το προηγούμενο καθεστώς (νέο άρθρο 637 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη νέα πρόβλεψη, για την έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, προϋπόθεση αποτελεί η επίδοση από τον εκμισθωτή εξώδικης πρόσκλησης για την απόδοση του μισθίου, τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης. Περαιτέρω, για μίσθωση που έχει καταστεί ήδη αορίστου χρόνου, απαιτείται επίδοση εξωδίκου τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την επίδοση της διαταγής απόδοσης.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο εκμισθωτής, σαν πρώτο βήμα, κοινοποιεί εξώδικη πρόσκληση προς τον μισθωτή, με την οποία του δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την παράταση της μίσθωσης και ζητεί την απόδοση του μισθίου, στην λήξη του χρόνου της μίσθωσης.

Εαν μεν ζητά την απόδοσή του λόγω λήξης διάρκειας της μίσθωσης (πχ αρχική τριετία), τότε θα πρέπει να την επιδώσει τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη. Εαν η μίσθωση έχει ήδη καταστεί αορίστου χρόνου (διότι έχει παρέλθει η αρχική λήξη της), τότε κοινοποιεί εξώδικο οποτεδήποτε και προχωρά στη διαδικασία έκδοσης διαταγής απόδοσης, η οποία επιδίδεται μετά την παρέλευση τριμήνου από την κοινοποίηση του εξωδίκου.

Νέα αυτοτελής μίσθωση ή ανανέωση: τι αλλάζει στη δέσμευση και στο μίσθωμα;

Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει εκ νέου υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος, ενώ η ανανέωση ή η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τους παλαιούς όρους. Ο χαρακτηρισμός κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού.

Είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα όταν, μια εμπορική μίσθωση που έληξε δεν παρατείνεται ούτε ανανεώνεται κατά τον ΑΚ 611, αλλά καταρτίζεται νέα αυτοτελής σύμβαση για το ίδιο μίσθιο, ανεξάρτητη από την προηγούμενη. Στην περίπτωση αυτή η νέα μίσθωση έχει εκ του νόμου ελάχιστη υποχρεωτική τριετία, με τις δεσμεύσεις που αυτή συνεπάγεται για αμφότερα τα μέρη.

Η κρίση για το αν τα μέρη καταρτίζουν νέα αυτοτελή μίσθωση ή απλώς ανανεώνουν την προηγούμενη είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών. Αξιολογείται κυρίως από την πληρότητα και τους όρους του νέου μισθωτηρίου, καθώς και από τις συνθήκες που οδήγησαν τα μέρη στην κατάρτισή του.

Ένα νέο συμφωνητικό με αυτοτελή ρύθμιση μισθώματος, διάρκειας και λοιπών όρων κατατείνει στον χαρακτηρισμό ως νέα μίσθωση, ενώ η απλή συνέχιση χρήσης με τους παλαιούς όρους κατατείνει στην έννοια της ανανέωσης. Η ορθή υπαγωγή απαιτεί στάθμιση των επιμέρους όρων, διότι από αυτήν εξαρτάται αν τα μέρη δεσμεύονται για νέα τριετία ή αν διατηρούν δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Η παραπάνω διάκριση συνδέεται άμεσα με το μίσθωμα. Όταν η μίσθωση συνεχίζεται ως αόριστη, μέσω του ΑΚ 611, το μίσθωμα παραμένει το ίδιο, εκτός αν προβλεπόταν συμβατική αναπροσαρμογή. Οι όροι και οι μηχανισμοί αναπροσαρμογής ακολουθούν το γενικό πλαίσιο της επαγγελματικής μίσθωσης, ενώ η νέα σύμβαση επιτρέπει ελεύθερο επανακαθορισμό.

Όταν, αντί συνέχισης, ο μισθωτής αποχωρεί, ενεργοποιούνται διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με το αν η αποχώρηση του μισθωτή γίνεται πριν ή μετά τη λήξη. Στην αόριστη πλέον μίσθωση, η οριστική λήξη προϋποθέτει καταγγελία με τις προθεσμίες του νόμου.

Πρακτικά κρίσιμη είναι και η μεταβολή χρήσης μετά τη λήξη. Η κατάρτιση νέας σύμβασης συνιστά την κατάλληλη στιγμή ρύθμισης ζητημάτων όπως η υπομίσθωση, η εξασφάλιση με εγγύηση ή η αλλαγή της χρήσης του μισθίου σε βραχυχρόνια μίσθωση που, στη σιωπηρή αναμίσθωση, παρασύρονται αυτούσια από την παλαιά σύμβαση.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο διαρκεί η εμπορική μίσθωση μετά τη λήξη της τριετίας;

Εξαρτάται από τη συμπεριφορά των μερών. Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του ΑΚ 611 (παραμονή του μισθωτή και μη εναντίωση του εκμισθωτή), η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους και λήγει πλέον μόνο με καταγγελία (ΑΠ 1360/2025). Διαφορετικά, λήγει οριστικά στο τέλος της συμβατικής περιόδου ή της νόμιμης τριετίας.

Μπορεί ο εκμισθωτής να αρνηθεί την ανανέωση της εμπορικής μίσθωσης;

Ναι. Η σιωπηρή αναμίσθωση προϋποθέτει τη μη εναντίωση του εκμισθωτή. Με έγκαιρη εναντίωση, ρητή ή σιωπηρή, ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο. Αρκεί ακόμη και η αξίωση μισθώματος υψηλότερου από το καταβαλλόμενο, που εκλαμβάνεται ως δήλωση μη αποδοχής της συνέχισης με τους ίδιους όρους.

Αλλάζει το μίσθωμα όταν η μίσθωση γίνει αορίστου χρόνου μέσω του ΑΚ 611;

Όχι αυτομάτως. Η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τη σύμβαση με τους ίδιους όρους, άρα και με το ίδιο μίσθωμα. Αναπροσαρμογή χωρεί μόνο εφόσον προβλεπόταν συμβατική ρήτρα αναπροσαρμογής ή με δικαστική αναπροσαρμογή κατά τον ΑΚ 388, σε περίπτωση ουσιώδους και απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών.

Λήγει αυτόματα η εμπορική μίσθωση στο τέλος της τριετίας;

Όχι κατ’ ανάγκη. Η συμβατική διάρκεια λήγει με την πάροδο της τριετίας, αν όμως ο μισθωτής παραμείνει στο μίσθιο και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, ενεργοποιείται το ΑΚ 611 και η μίσθωση συνεχίζεται ως αορίστου χρόνου. Η οριστική λήξη απαιτεί είτε εναντίωση στη συνέχιση είτε, στην αόριστη πλέον μίσθωση, καταγγελία.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 από 01/01/2026;

Ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποιήσει εξώδικη δήλωση, με την οποία θα δηλώνει ότι δεν επιθυμεί παράταση της μίσθωσης, τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη λήξη της. Κατά τη λήξη, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο, άλλως ο εκμισθωτής μπορεί να εκδώσει διαταγή απόδοσης μισθίου. Σε αορίστου χρόνου μισθώσεις, ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποίησει εξώδικο οποτεδήποτε, αλλά δεν μπορεί να επιδώσει διαταγή εαν δεν παρέλθει τρίμηνο από το εξώδικο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγκαιρη και σαφής εναντίωση: Ο εκμισθωτής που δεν επιθυμεί τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους χρειάζεται δήλωση εναντίωσης πριν ή αμέσως μετά τη λήξη, διατυπωμένη με τρόπο ώστε να μην αφήνει περιθώριο ερμηνείας υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης. Η αξίωση νέου μισθώματος αποτελεί έγκυρη μορφή εναντίωσης.

Ρητή νέα σύμβαση αντί σιωπηρής συνέχισης: Όταν τα μέρη επιθυμούν νέους όρους ή νέα διάρκεια, η κατάρτιση νέας μίσθωσης αποτρέπει την αυτοδίκαιη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με τους παλαιούς όρους και επιτρέπει επανακαθορισμό μισθώματος, εγγύησης και χρήσης.

Χαρακτηρισμός νέας μίσθωσης ή ανανέωσης: Η υπαγωγή κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού. Από αυτά εξαρτάται αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία ή αν διατηρείται δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Πρόβλεψη παράτασης στο αρχικό συμφωνητικό: Η ρήτρα δικαιώματος παράτασης χρειάζεται ακριβή διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία και τον τρόπο άσκησης, ώστε να μη συγχέεται με αναμίσθωση και να μη γεννά αμφισβήτηση για τις δεσμεύσεις των μερών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα παράτασης ή αναμίσθωσης εμπορικής μίσθωσης.

Κληρονόμοι Πνευματικών Δικαιωμάτων & Κληρονομικό Δικαίωμα

Σύμφωνα με το ν. 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων», το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί κατά το περιουσιακό του περιεχόμενο (περιουσικό δικαίωμα) να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, δηλαδή μεταβίβασης ή εκμετάλλευσής του, με τη μορφή της άδειας ή σύμβασης εκμετάλλευσης.

Για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή, ήτοι ο δημιουργός έργου του λόγου ή της τέχνης, ακόμη και αν μεταβιβάσει το σύνολο των εξουσιών του περιουσιακού του δικαιώματος, διατηρεί το αντίστοιχο επί του έργου ηθικό δικαίωμα.

Το Κληρονομικό Δικαίωμα Στην Πνευματική Ιδιοκτησία

Μετά τον θάνατο του δημιουργού το δικαίωμα στην πνευματική του δημιουργία περιέρχεται στους κληρονόμους του και προστατεύεται απο τις σχετικές διατάξεις.

Ειδικά δε για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται ότι οι τελευταίοι οφείλουν να το ασκούν σύμφωνα με τη θέληση του δημιουργού, εφόσον τέτοια θέληση έχει ρητά εκφραστεί.

Συνακόλουθα, ως προς την αμοιβή των δημιουργών, που με σύμβαση είχαν μεταβιβάσει ή παραχωρήσει κλπ. το περιουσιακό τους δικαίωμα σε άλλους, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 32 επ. του ν. 2121/1993.

Ειδικότερα, το άρθρο 32 καθιερώνει ως γενικό κανόνα την ποσοστιαία αμοιβή για κάθε δικαιοπραξία που αφορά το περιουσιακό δικαίωμα των κληρονόμων.

Η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου για την ποσοστιαία αμοιβή, καθώς και οι άλλες σχετικές ρυθμίσεις των επόμενων άρθρων, έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα, διότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 του ιδίου νόμου, το οποίο προβλέπει καταρχήν την ακυρότητα των αντίθετων συμφωνιών. Τούτο ισχύει ακόμη και αν ο κληρονομούμενος δεν άσκησε το σχετικό δικάιωμα, καθώς μπορούν να το ασκήσoυν οι κληρονόμοι ακόμη και πρώτη φορά.

Συνακόλουθα, σε περίπτωση που πληγεί το κύρος των συμβάσεων που αφορούν το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού συνεπεία των ανωτέρω περιστάσεων και επανέλθουν στην έννομη σφαίρα αυτού όλες οι εξουσίες της πνευματικής ιδιοκτησίας που είχαν μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο, ο δημιουργός όπως και ο κληρονόμος αυτού, μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος επί του πνευματικού έργου, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.

Τούτο διότι η εμπορική εκμετάλλευση που εξακολουθεί να γίνεται από τον τρίτο χωρίς την άδεια του δικαιούχου είναι παράνομη και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 65 του παραπάνω νόμου (βλ. ΠολΠρΑθ 1257/2014, ΕφΑθ 3835/2007).

Νομική Φύση Μεταβίβασης Και Συνέπειες

Κατά πάγια νομολογία, στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος.

Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνεπάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, ανάλογα οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων.

Η νομική η φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος, καθώς και τη διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού).

Τα στοιχεία αυτά της νομικής φύσης, δεν επιτρέπουν την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του.

Το παραπάνω, είναι αυτό ακριβώς που διαφοροποιεί ουσιωδώς την μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου, από την μεταβίβαση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων.

Επομένως, δεν μπορεί να θεωρείται αποπερατωμένη η μεταβιβαστική σύμβαση, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις συμβάσεις μεταβίβασης πράγματος ή εκμετάλλευσης. Τέτοια αποπεράτωση υφίσταται μόνο, αν παρέλθει η παραπάνω διάρκεια προστασίας του πνευματικού έργου (ΑΠ 1141/2023).

Φορολογική Αντιμετώπιση Κληρονομικού Δικαιώματος
Φόρος Κληρονομιάς Και Όχι Εισοδήματος

Γίνεται δεκτό, ότι τα πνευματικά δικαιώματα από έργο αποβιώσαντα που θα εισπράξουν οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, υπόκεινται σε φόρο κληρονομιάς και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος.

Υποχρεωτική Υπαγωγή Σε ΦΠΑ

Επιπλέον, η είσπραξη ποσών από κληρονόμους πνευματικών δικαιωμάτων, συνιστά άσκηση οικονομικής δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών υπαγόμενης στον ΦΠΑ, εκτός αν αφορά ποσό κατώτερο των 10.000 Ευρώ ετησίως.

Υποχρέωση Τήρησης Βιβλίων

Η υπαγωγή των κληρονόμων πνευματικών δικαιωμάτων σε ΦΠΑ, έχει ως αποτέλεσμα την γέννηση της υποχρέωσης των κληρονόμων για δήλωση έναρξης εργασιών και την εκπλήρωση όλων των φορολογικών υποχρεώσεων που αυτή επιφέρει.

Ασφαλιστική Αντιμετώπιση

Τέλος, με δεδομένο ότι η ασφάλιση είναι καθαρά προσωποπαγής, με παλαιότερο έγγραφο του πρώην ΟΑΕΕ, είχε γίνει δεκτό ότι υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα από την χρήση πνευματικών δικαιωμάτων τους, είναι μόνο οι ίδιοι οι πνευματικοί δημιουργοί και όχι τα πρόσωπα στα οποία τυχόν περιήλθαν δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών. Επομένως, οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, δεν έχουν υποχρέωση ασφάλισης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Κληρονομικό Δικαίωμα στην Πνευματική Ιδιοκτησία.

Μίσθωση Δικαιώματος Και Διαφορές Από Άλλες Μισθώσεις

Μίσθωση δικαιώματος είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον (μισθωτή), έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενός δικαιώματος.

Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί κατηγορία των μισθώσεων προσοδοφόρου αντικειμένου (638 ΑΚ).

Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Πράγματος

Η βασική διαφορά μεταξύ μίσθωσης δικαιώματος και μίσθωσης πράγματος έγκειται στο αντικείμενο της μίσθωσης και στο εύρος των δικαιωμάτων που παραχωρούνται.

Μίσθωση Πράγματος

Σύμφωνα με το άρθρο 574 του ΑΚ, η μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης πράγματος είναι:

  • Αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα (κινητό ή ακίνητο),
  • Παραχωρείται μόνο η χρήση του πράγματος,
  • Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης (άρθρο 575 ΑΚ),
  • Ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να παραχωρήσει σε άλλον τη χρήση του μισθίου ή να το υπεκμισθώσει (άρθρο 593 ΑΚ).
Μίσθωση Δικαιώματος

Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί ειδική περίπτωση μίσθωσης που εμπίπτει στην έννοια της μίσθωσης προσοδοφόρων αντικειμένων. Σύμφωνα το άρθρο 638 ΑΚ προβλέπεται η περίπτωση της μίσθωσης άλλων προσοδοφόρων αντικειμένων και ορίζεται ότι “Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος, έχουν, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης.“.

Επομένως τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης δικαιώματος είναι:

  • Αντικείμενο είναι ένα δικαίωμα (π.χ. πνευματικό, εμπορικό, επαγγελματικό κλπ),
  • Παραχωρείται όχι μόνο η χρήση αλλά και η κάρπωση του δικαιώματος,
  • Το δικαίωμα πρέπει να είναι προσοδοφόρο, δηλαδή να παράγει καρπούς,
  • Η παραχώρηση αφορά τη χρήση και την κατά τους κανόνες τακτικής εκμετάλλευσης κάρπωση του δικαιώματος.
Βασικές Διαφορές
  1. Αντικείμενο: Στη μίσθωση πράγματος το αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος είναι ένα άυλο δικαίωμα.
  2. Εύρος παραχώρησης: Στη μίσθωση πράγματος παραχωρείται μόνο η χρήση, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος παραχωρείται τόσο η χρήση όσο και η κάρπωση του δικαιώματος.
  3. Νομική φύση: Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί σύνθετη ή μικτή σύμβαση, που περιέχει στοιχεία από διάφορες συμβάσεις, ενώ η μίσθωση πράγματος είναι μια τυπική ενοχική σύμβαση.
  4. Εφαρμοστέες διατάξεις: Στη μίσθωση δικαιώματος εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί μισθώσεως αγροτικού κτήματος, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ενώ στη μίσθωση πράγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. του ΑΚ.
  5. Χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing): Αποτελεί ειδική περίπτωση. Πρόκειται για σύνθετη ή μικτή σύμβαση που περιέχει στοιχεία: α) της σύμβασης μισθώσεως πράγματος, β) της συμβάσεως εντολής, γ) της συμβάσεως εκχωρήσεως και δ) συμφώνου προαιρέσεως.
Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Επιχείρησης

Από τη σύγκριση της σύμβασης μίσθωσης δικαιώματος και της σύμβασης διαχείρισης (πχ διαχείριση ξενοδοχείου) προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν ως κοινό τους σημείο, ότι η διοίκηση της επιχείρησης ασκείται από πρόσωπο τρίτο προς τον φορέα- εμφανίζονται άλλωστε σε ίδιους ή συγγενείς οικονομικούς τομείς.

Η διαφορά τους όμως έγκειται στο εξής:

Στη μίσθωση επιχείρησης (άρθρο 638 ΑΚ) ο μισθωτής ενεργεί ως επιχειρηματίας, έχει τη χρήση και κάρπωση του “μισθίου” και φέρει συνεπώς τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο δε εκμισθωτής αποξενώνεται πλήρως κατά τη διάρκεια της μίσθωσης από την επιχείρηση ως οργανωτική ομάδα.

Αντίθετα στη σύμβαση διαχείρισης ο διαχειριστής παρέχει υπηρεσίες διοίκησης στον επιχειρηματία, που εξακολουθεί να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 1465/2018).

Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Έργου

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 681 και 638 ΑΚ το κριτήριο διαχωρισμού της σύμβασης έργου από τη σύμβαση μίσθωσης δικαιώματος συνίσταται στο ότι, αν σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την πραγματοποίηση του αποτελέσματος αναλαμβάνει αυτός που διαθέτει το δικαίωμα, ο οποίος διατηρεί για αυτόν το λόγο και τη φυσική εξουσίαση και τη διεύθυνση του χειρισμού του, τότε πρόκειται για μίσθωση έργου.

Αντίθετα, όταν αυτός που διαθέτει το δικαίωμα περιορίζεται στο να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου του, μόνο τη χρήση αυτού, πρόκειται για μίσθωση δικαιώματος (ΑΠ 1235/2010).

Ο χαρακτήρας δε της όλης σύμβασης ως μίσθωσης δικαιώματος, δεν αλλοιώνεται από το γεγονός ότι αυτός που διαθέτει το δικαίωμα προβαίνει και στον χειρισμό του δικαιώματος με τη βοήθεια του κατάλληλου προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι την ευθύνη για την επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος φέρει αυτός προς τον οποίο πραγματοποιείται η διάθεση του δικαιώματος.

Τέλος, το χρησιμοποιούμενο αναγκαίο προσωπικό μπορεί να παρέχεται στον μισθωτή του δικαιώματος από τον εκμισθωτή, με παρεπόμενες (στην κυρία σύμβαση) συμβάσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τη μίσθωση δικαιώματος.

API Licensing: Ποιες Ρήτρες Προστατεύουν την Επιχείρηση

Σύμβαση API Licensing: Ποιο Μοντέλο και Ποιες Ρήτρες Επιλέγει η Επιχείρηση

Περιληπτικά

  • Η άδεια χρήσης API είναι αυτοτελής σύμβαση παραχώρησης, διακριτή από τους γενικούς όρους χρήσης. Όταν η πρόσβαση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή αφορά δεδομένα, η επιχείρηση χρειάζεται χωριστή σύμβαση με σαφής ρήτρες.
  • Στο ενωσιακό δίκαιο προστατεύονται ο κώδικας και η τεκμηρίωση του API, όχι όμως η λειτουργικότητα, η διεπαφή ή ο μορφότυπος δεδομένων (ΔΕΕ C-406/10), διαφοροποιούμενο από την προσέγγιση των ΗΠΑ μέσω της δίκαιης χρήσης (Google κατά Oracle).
  • Το μοντέλο άδειας (ανοιχτό, εμπορικό, freemium, OEM) μεταθέτει ανα περίπτωση τον κίνδυνο και τα δικαιώματα κάθε πλευράς.
  • Οι κρίσιμες ρήτρες (πεδίο άδειας, πνευματική ιδιοκτησία, όρια κλήσεων, αποποίηση εγγυήσεων, περιορισμός ευθύνης, αποζημίωση, καταγγελία κλπ) και η συμμόρφωση με Data Act και GDPR καθορίζουν την κατανομή ευθύνης μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης.

Πότε χρειάζεται αυτοτελής σύμβαση API licensing και πότε αρκούν οι όροι χρήσης;

Η άδεια χρήσης API (API licensing – Αδειοδότηση Διεπαφών Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι η σύμβαση με την οποία ο πάροχος παραχωρεί σε τρίτη επιχείρηση το δικαίωμα πρόσβασης και αξιοποίησης του API υπό συγκεκριμένους όρους.

Αυτοτελής σύμβαση απαιτείται όταν η χρήση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή περιλαμβάνει πρόσβαση σε δεδομένα. Για περιστασιακή και μη εμπορική πρόσβαση αρκούν συχνά οι γενικοί όροι παροχής υπηρεσιών (Terms of Service – ToS).

Ένα API (Application Programming Interface – Διεπαφή Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι, από τεχνική σκοπιά, σύνολο πρωτοκόλλων και μεθόδων που επιτρέπουν σε μία εφαρμογή να επικοινωνεί με άλλη.

Από νομική σκοπιά, το API , αποτελεί σύνολο αντικειμένων πνευματικής ιδιοκτησίας που παραχωρούνται προς χρήση με σύμβαση. Η σύμβαση αυτή ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις παρόχου και χρήστη ως προς την πρόσβαση, τη χρήση, την τροποποίηση και την περαιτέρω διανομή των λειτουργιών και δεδομένων.

Η πρακτική διαφορά μεταξύ API και ToS είναι ουσιώδης για την επιχείρηση. Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά τη χρήση μιας πλατφόρμας και απευθύνονται αδιακρίτως σε κάθε χρήστη. Η αυτοτελής άδεια API ρυθμίζει ειδικά το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης.

Όταν η χρήση του API στηρίζει εμπορική δραστηριότητα, η απουσία αυτοτελούς σύμβασης αφήνει την επιχείρηση εκτεθειμένη σε μονομερείς μεταβολές των όρων ή σε ανάκληση της πρόσβασης χωρίς συμβατική προστασία.

Το κριτήριο είναι η ένταση και ο σκοπός της χρήσης. Μια startup που χρησιμοποιεί ένα API χαρτογράφησης για εσωτερική δοκιμή καλύπτεται συνήθως από τους όρους χρήσης του παρόχου. Εαν, η ίδια startup, ενσωματώνει το API σε προϊόν προς πώληση, εξαρτά κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος της από τη διαθεσιμότητα του API. Εαν διακινεί μέσω API δεδομένα πελατών, φέρει ευθύνη κατά GDPR. Επομένως, χρειάζεται αυτοτελή σύμβαση με εγγυημένο επίπεδο εξυπηρέτησης, κατανομή υποχρεώσεων, ρητούς όρους ευθύνης και πρόβλεψη για τις συνέπειες διακοπής.

Η διάκριση καθορίζει αν, σε περίπτωση δυσλειτουργίας, η επιχείρηση διαθέτει εξειδικευμένο συμβατικό υπόβαθρο που την καλύπτει νομικά, ή μόνο τη γενική προστασία ενός χρήστη πλατφόρμας.

Πώς προστατεύεται νομικά ένα API: κώδικας, δομή ή λειτουργικότητα;

Το API προστατεύεται ως αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας στο μέτρο που συνιστά πρωτότυπη έκφραση. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, εμπίπτουν στην προστασία του λογισμικού.

Αντίθετα, η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση. Η διάκριση αυτή καθορίζει αν η αναπαραγωγή τμήματος ενός API συνιστά προσβολή ή επιτρεπτή πρακτική διαλειτουργικότητας.

Τι προστατεύει το ελληνικό και ενωσιακό δίκαιο;

Στο ελληνικό δίκαιο, το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2121/1993 ορίζει ότι τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους προστατεύονται ως έργα λόγου.

Η ρύθμιση αυτή ενσωματώνει την ενωσιακή Οδηγία 2009/24/ΕΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία κωδικοποίησε την παλαιότερη Οδηγία 91/250/ΕΟΚ.

Στην πράξη, η προστασία του λογισμικού εκτείνεται στον κώδικα και στην τεκμηρίωση του API ως έργα λόγου. Η διάρθρωση, η ονοματολογία συναρτήσεων και το σχήμα ανταλλαγής δεδομένων (data schema) μπορούν, υπό προϋποθέσεις πρωτοτυπίας, να θεωρηθούν εκφράσεις πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας καθορίζει το όριο, καθώς η ίδια η διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο συστημάτων εξαιρείται της προστασίας, διότι αφορά ιδέες και αρχές, όχι μορφή έκφρασης.

Πώς κρίθηκε η αντιγραφή API: SAS Institute (ΕΕ) και Google κατά Oracle (ΗΠΑ);

Η κρίσιμη ενωσιακή νομολογία είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση SAS Institute κατά World Programming (C-406/10). Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η λειτουργικότητα ενός προγράμματος ούτε η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των αρχείων δεδομένων αποτελούν μορφή έκφρασης και επομένως δεν προστατεύονται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Παράλληλα, ο νόμιμος κάτοχος άδειας δικαιούται να παρατηρεί, να μελετά και να δοκιμάζει τη λειτουργία του προγράμματος ώστε να εντοπίσει τις ιδέες και αρχές που το διέπουν, εφόσον δεν προσβάλλει τα αποκλειστικά δικαιώματα του δικαιούχου.

Στις ΗΠΑ, στην υπόθεση Google κατά Oracle (2021), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι η επαναϋλοποίηση τμήματος ενός API για λόγους διαλειτουργικότητας μπορεί να συνιστά δίκαιη χρήση (fair use).

Η ενωσιακή προσέγγιση καταλήγει σε ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα με τις ΗΠΑ, ως προς τη διαλειτουργικότητα, αλλά μέσω διαφορετικού νομικού σκεπτικού.
Η διαφορά είναι ότι η ΕΕ αρνείται εξαρχής την προστασία της λειτουργικότητας ως έκφρασης, ενώ οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την προστασία και την κάμπτουν μέσω της δίκαιης χρήσης.

Πρακτικά, για μια επιχείρηση με διασυνοριακή δραστηριότητα, η διαφορά αυτή αλλάζει τη νομική βάση τεκμηρίωσης της επιτρεπτής χρήσης, ανάλογα με την δικαιοδοσία.

API license ή σύμβαση SaaS: ποια κριτήρια καθορίζουν την επιλογή;

Η σύμβαση SaaS και η άδεια API διαφέρουν στη νομική τους φύση και κατά συνέπεια στους εφαρμοστέους κανόνες.

Η SaaS (Software as a Service – λογισμικό ως υπηρεσία) είναι κατ’ ουσίαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Στη SaaS ο πάροχος διαθέτει πρόσβαση σε λογισμικό που εκτελείται απομακρυσμένα, χωρίς να μεταβιβάζει κώδικα. Η άδεια API παραχωρεί δικαίωμα ενσωμάτωσης λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου μέσω προγραμματιστικών κλήσεων.

Η επιλογή εξαρτάται από το αν η επιχείρηση χρειάζεται έτοιμη υπηρεσία ή ενσωμάτωση τεχνολογικού πόρου στη δική της υποδομή.

ΚριτήριοΣύμβαση SaaSΆδεια API
Νομική φύσηΠαροχή υπηρεσιώνΆδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου
ΑντικείμενοΠρόσβαση σε απομακρυσμένο λογισμικόΕνσωμάτωση λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου
Τρόπος πρόσβασηςΜέσω browser ή διεπαφής χρήστηΜέσω προγραμματιστικών κλήσεων (calls)
Εμπορική εκμετάλλευσηΧρήση λειτουργιών, όχι μεταπώληση κώδικαΣυχνά επιτρεπτή ενσωμάτωση σε προϊόντα τρίτων
Έλεγχος δεδομένωνΣτο cloud του παρόχου, με κίνδυνο εξάρτησης (vendor lock-in)Ανταλλαγή μέσω API, με κατανομή ελέγχου κατά σύμβαση

Ποιο μοντέλο άδειας API επιλέγεται: ανοιχτό, εμπορικό, freemium ή OEM;

Το μοντέλο άδειας επιλέγεται ανάλογα με το επιχειρηματικό μοντέλο και το επιθυμητό επίπεδο ελέγχου.

Οι ανοιχτές άδειες ταιριάζουν σε ευρεία διάδοση, οι εμπορικές ή ιδιόκτητες προστατεύουν τα συμφέροντα του παρόχου με λεπτομερείς περιορισμούς, οι freemium συνδυάζουν δωρεάν βαθμίδα με πακέτα επί πληρωμή και οι OEM παραχωρούν δικαίωμα ενσωμάτωσης σε προϊόντα τρίτων.

Κάθε μοντέλο μεταθέτει διαφορετικά το ρίσκο και τις υποχρεώσεις των δύο πλευρών.

Μοντέλο άδειαςΤυπική χρήσηΑντάλλαγμαΒασικό ρίσκο ή περιορισμός
Ανοιχτή (Open)Ευρεία ανάπτυξη, δημόσια δεδομέναΣυνήθως χωρίς τίμημαΠεριορισμένος έλεγχος, υποχρεώσεις αναφοράς πηγής
Εμπορική ή ΙδιόκτητηΠροστασία παρόχου, B2B χρήσηΣυνδρομή ή χρέωση ανά κλήση (usage-based)Αυστηροί περιορισμοί χρήσης και επιτρεπόμενων σκοπών
FreemiumΠροσέλκυση και σταδιακή κλιμάκωσηΔωρεάν βαθμίδα και πακέτα επί πληρωμήΌρια κλήσεων, αποθάρρυνση εμπορικής χρήσης χωρίς αναβάθμιση
OEM / EmbeddedΕνσωμάτωση σε προϊόν τρίτουΚατά συμφωνία των μερώνΕυθύνη του χρήστη για τη χρήση από τους τελικούς πελάτες

Ειδική μεταχείριση έχουν τα API που παρέχονται από δημόσιους φορείς. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 για τα ανοικτά δεδομένα, η οποία ενθαρρύνει τη διάθεση δεδομένων μέσω API υπό ανοικτές άδειες.

Τα API αυτά οφείλουν να πληρούν ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές, ενώ απαγορεύεται η επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση.

Ποιες ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνει η σύμβαση API licensing;

Η σύμβαση API licensing οφείλει να ρυθμίζει, κατ’ ελάχιστον α) το πεδίο της άδειας, β) τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, γ) τους περιορισμούς χρήσης, δ) την ευθύνη και ε) την καταγγελία. Η ισορροπία μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης κρίνεται από τη διατύπωση κάθε ρήτρας.

Το ίδιο API μπορεί να παραχωρηθεί με ριζικά διαφορετική κατανομή κινδύνου, ανάλογα με το πώς συντάσσονται οι όροι αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης.

Πεδίο άδειας και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το πεδίο της άδειας (scope) προσδιορίζει το επιτρεπόμενο εύρος χρήσης. Για παράδειγμα, αν η άδεια είναι αποκλειστική ή μη, μεταβιβάσιμη ή μη, ανακλητή ή μη, καθώς και τον σκοπό, τους γεωγραφικούς περιορισμούς και τον αριθμό τελικών χρηστών ή κλήσεων.

Η ρήτρα πεδίου απαιτεί ad hoc διατύπωση που να καλύπτει συνολικά τα παραπάνω στοιχεία. Παράλειψη σε οποιοδήποτε από αυτά διευρύνει ακούσια την παραχώρηση και αποδυναμώνει τη θέση του παρόχου σε περίπτωση μεταγενέστερης διαφοράς.

Ως προς την πνευματική ιδιοκτησία, η σύμβαση προβλέπει ότι όλα τα δικαιώματα επί του API, της τεκμηρίωσης και των σχετικών εμπορικών σημάτων παραμένουν στον πάροχο. Περιλαμβάνει επίσης ρητές απαγορεύσεις αντίστροφης μηχανικής (reverse engineering) και αποσυμπίλησης (decompilation), με την επιφύλαξη των πράξεων που ο νόμος επιτρέπει για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας.

Περιορισμοί χρήσης, ευθύνη και αποζημίωση

Οι περιορισμοί χρήσης ορίζουν τα όρια κλήσεων (rate limits), τις απαγορευμένες χρήσεις και τις απαιτήσεις ασφαλείας για τη διαχείριση των κλειδιών API. Οι βασικές ρήτρες που καθορίζουν ποιο μέρος φέρει τον κίνδυνο είναι:

  1. η αποποίηση εγγυήσεων (disclaimer of warranties), με την οποία ο πάροχος διαθέτει το API «ως έχει» χωρίς εγγύηση αδιάλειπτης λειτουργίας,
  2. ο περιορισμός ευθύνης (limitation of liability), που θέτει ανώτατο όριο αποζημίωσης και αποκλείει συχνά τις αποθετικές ζημίες και
  3. η αποζημίωση (indemnification), με την οποία ο χρήστης αναλαμβάνει να καλύψει τον πάροχο για αξιώσεις που προκύπτουν από δική του παράβαση ή από χρήση που θίγει τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις παραχώρησης λογισμικού δείχνει ότι ο συνδυασμός ευρείας αποποίησης εγγυήσεων με εκτεταμένη ρήτρα αποζημίωσης μεταθέτει δυσανάλογο ρίσκο στον χρήστη – επιχείρηση, ιδίως όταν το API στηρίζει κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος του.

Η διαπραγμάτευση οφείλει να οριοθετεί την έκταση των αποθετικών ζημιών, να συνδέει το ανώτατο όριο ευθύνης με το καταβαλλόμενο τίμημα και να εξαιρεί από την αποζημίωση τις περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας του παρόχου.

Η ρήτρα καταγγελίας (termination) ολοκληρώνει την εικόνα, καθώς ο πάροχος συνήθως διατηρεί δικαίωμα άμεσης καταγγελίας σε σοβαρή παράβαση, ενώ ο χρήστης χρειάζεται εύλογη προθεσμία προειδοποίησης ώστε να προσαρμόσει το προϊόν του.

Πώς επηρεάζουν ο Data Act και το GDPR τη σύνταξη σύμβασης API;

Όταν το API παρέχει πρόσβαση σε δεδομένα, η σύμβαση οφείλει να συμμορφώνεται με δύο πλαίσια:

  • Ο Data Act (Κανονισμός ΕΕ 2023/2854), σε εφαρμογή από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, εισάγει υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας και δίκαιης πρόσβασης σε δεδομένα, με ρητές εγγυήσεις για την προστασία των εμπορικών μυστικών.
  • Όταν διακινούνται προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζονται παράλληλα ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) και ο εθνικός εκτελεστικός Ν. 4624/2019.

Οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας του Data Act επηρεάζουν άμεσα τη ρήτρα περιορισμών χρήσης, καθώς οι ενισχυμένες υποχρεώσεις για υπηρεσίες cloud εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2026.

Ιδιαίτερη σημασία για τις συμβάσεις API έχουν οι διατάξεις του Data Act για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων και τη φορητότητα. Όταν η αλλαγή παρόχου ή η μεταφορά δεδομένων υλοποιείται τεχνικά μέσω API, η σύμβαση οφείλει να προβλέπει τους όρους εξαγωγής και τη συνεργασία κατά τη μετάβαση, ώστε ο χρήστης – επιχείρηση να μην εγκλωβίζεται.

Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη ρήτρα καταγγελίας, εφόσον η εμπορική προστασία της επιχείρησης κρίνεται όχι μόνο από το δικαίωμα εξόδου, αλλά και από τη δυνατότητα ανάκτησης των δεδομένων της σε χρησιμοποιήσιμη μορφή.

Στο πεδίο των προσωπικών δεδομένων, η σύμβαση προσδιορίζει τον ρόλο κάθε μέρους ως υπεύθυνου επεξεργασίας (controller) ή εκτελούντος, τους τύπους δεδομένων, τους σκοπούς επεξεργασίας, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, καθώς και τις διαδικασίες για αιτήματα υποκειμένων και διασυνοριακές μεταφορές. Μηχανισμοί πιστοποίησης όπως το OAuth και η κρυπτογράφηση κατά την ανταλλαγή λειτουργούν ως πρακτικά μέτρα συμμόρφωσης.

Η εμπειρία από υποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα μέσω API δείχνει ότι η σύνθεση Data Act, GDPR και προστασίας εμπορικού απορρήτου οδηγεί σε διαφορετική προσέγγιση κατά περίπτωση. Όταν το API εκθέτει επιχειρησιακή λογική ή εμπιστευτικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, ο πάροχος ενισχύει τη θέση του με συμπληρωματική σύμβαση εχεμύθειας (NDA) και με ρήτρες που αποτρέπουν τη χρήση του API για αθέμιτο ανταγωνισμό ή για τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων που εκμεταλλεύονται την υποδομή του.

Συχνές Ερωτήσεις

Προστατεύεται ένα API από πνευματικά δικαιώματα;

Εν μέρει. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, προστατεύονται ως έργα λόγου. Η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση, κατά την απόφαση C-406/10 του ΔΕΕ. Η δομή και το σχήμα δεδομένων μπορούν να προστατευθούν μόνο εφόσον πληρούν την προϋπόθεση της πρωτοτυπίας.

Επιτρέπεται η μεταπώληση ή ενσωμάτωση API τρίτου;

Εξαρτάται από το πεδίο της άδειας. Οι άδειες OEM και embedded επιτρέπουν ρητά την ενσωμάτωση του API σε προϊόν τρίτου. Αντίθετα, οι εμπορικές και οι freemium άδειες συχνά απαγορεύουν τη μεταπώληση ή την εμπορική ενσωμάτωση χωρίς ειδική συμφωνία ή αναβάθμιση πακέτου. Η απάντηση εξαρτάται από τις ρήτρες πεδίου και επιτρεπόμενων σκοπών της κάθε σύμβασης.

Ποια η διαφορά άδειας API και όρων χρήσης (ToS);

Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά μια πλατφόρμα και απευθύνονται σε κάθε χρήστη αδιακρίτως. Η άδεια API είναι ειδική σύμβαση που ρυθμίζει το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης ad hoc. Συχνά οι όροι χρήσης παραπέμπουν ή ενσωματώνουν τους ειδικούς όρους αδειοδότησης του API.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πεδίο άδειας: Ο ρητός προσδιορισμός αποκλειστικότητας, μεταβιβασιμότητας, σκοπού, γεωγραφίας και ορίων κλήσεων αποτρέπει την ακούσια διεύρυνση της παραχώρησης.

Κατανομή ευθύνης: Ο συνδυασμός αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης καθορίζει ποια πλευρά φέρει τον κίνδυνο δυσλειτουργίας ή αξιώσεων τρίτων και αποτελεί το κύριο αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Συμμόρφωση δεδομένων: Όταν το API εκθέτει δεδομένα, οι ρόλοι του GDPR και οι υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας του Data Act ενσωματώνονται ρητά στη σύμβαση, μαζί με τις εγγυήσεις για τα εμπορικά μυστικά.

Διαλειτουργικότητα και δικαιοδοσία: Η αναπαραγωγή τμήματος API για λόγους διαλειτουργικότητας κρίνεται με διαφορετικό νομικό σκεπτικό σε ΕΕ και ΗΠΑ, οπότε η τεκμηρίωση της επιτρεπτής χρήσης προσαρμόζεται στην εφαρμοστέα δικαιοδοσία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση API licensing.

Drag Along & Tag Along Δικαίωμα: Πότε Δεσμεύει η Ρήτρα

Ρήτρες Drag Along και Tag Along: Πού Δεσμεύουν Πραγματικά τη Μεταβίβαση Μετοχών;

Περιληπτικά:

  • Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης) επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκόλλησης) παρέχει στη μειοψηφία την ευχέρεια να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, με τους ίδιους όρους.
  • Το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 επιτρέπει ρητά την καταστατική κατοχύρωση και των δύο ρητρών στην ανώνυμη εταιρεία, ως μορφές δεσμευμένων μετοχών.
  • Η επιλογή του εγγράφου όπου αποτυπώνονται οι ρήτρες κρίνει το εύρος της προστασίας, καθώς η παραβίαση καταστατικής ρήτρας καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη (ΑΠ 396/2019), ενώ η παραβίαση ρήτρας που υπάρχει μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1448/2014).
  • Το όριο ενεργοποίησης, η ταυτότητα τιμής και όρων, οι εξαιρέσεις και οι προθεσμίες άσκησης καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών και αποτελούν τα κρίσιμα σημεία της διαπραγμάτευσης.

Πότε χρησιμοποιείται το δικαίωμα drag along και πότε το tag along;

Το δικαίωμα drag along εξυπηρετεί την πλειοψηφία όταν αυτή σχεδιάζει ολική έξοδο, καθώς αυτό της επιτρέπει να συμπαρασύρει τη μειοψηφία στην πώληση, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών χωρίς εμπόδια.

Το δικαίωμα tag along προστατεύει τη μειοψηφία στην αντίστροφη περίπτωση: όταν η πλειοψηφία πωλεί, η μειοψηφία δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να συμμεταβιβάσει τις δικές της μετοχές με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους.

ΧαρακτηριστικόΔικαίωμα Drag AlongΔικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο μέροςΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
Ποιος ασκεί το δικαίωμαΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
ΣκοπόςΔιευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείαςΔιασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
ΑποτέλεσμαΑναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίαςΔυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση

Τα δύο δικαιώματα αφορούν την ίδια στιγμή της εταιρικής ζωής, τη μεταβίβαση των μετοχών σε τρίτο, αλλά κατανέμουν αντίστροφα την προστασία. Στην πράξη λειτουργούν αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στο καταστατικό ή στη συμφωνία των μετόχων.

Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο, καθώς η πλειοψηφία διατηρεί τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή της χωρίς εμπόδια και η μειοψηφία εξασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη έξοδο.

Πώς λειτουργεί η ρήτρα drag along υπέρ της πλειοψηφίας;

Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης ή συμμεταβίβασης) είναι συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο ή σε ομάδα μετόχων να υποχρεώσει τους μειοψηφούντες να πωλήσουν τις μετοχές τους στον ίδιο τρίτο αγοραστή, με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν για τις μετοχές της πλειοψηφίας.

Ο πρακτικός σκοπός της ρήτρας είναι η καθαρή έξοδος (clean exit). Ο αγοραστής που επιδιώκει πλήρη έλεγχο θέλει το 100% των μετοχών, ώστε να μην παραμείνουν μειοψηφούντες μέτοχοι με δικαιώματα παρεμπόδισης ή αξιώσεις. Χωρίς τη ρήτρα, ένας μειοψηφών μέτοχος μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να ματαιώσει τη συναλλαγή ή να απαιτήσει δυσανάλογο αντάλλαγμα για τη συναίνεσή του.

Η ρήτρα διαφέρει από τη δικαστική εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας που προβλέπουν τα άρθρα 45 επ. του Ν. 4548/2018, καθώς εκείνη προϋποθέτει συγκεκριμένους λόγους και δικαστική κρίση, ενώ το drag along ενεργοποιείται συμβατικά, με μόνη προϋπόθεση τη συνδρομή των προσυμφωνημένων όρων.

Τα βασικά πλεονεκτήματα για την πλειοψηφία είναι:

  • Διευκόλυνση πώλησης: η εταιρεία γίνεται ελκυστικότερη για αγοραστές, αφού η απόκτηση του συνόλου των μετοχών είναι εξασφαλισμένη.
  • Προστασία της εξόδου: η πλειοψηφία ρευστοποιεί την επένδυσή της χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
  • Αποφυγή αδιεξόδων: αποτρέπονται καταστάσεις όπου η μειοψηφία εκβιάζει τη συναλλαγή αρνούμενη την πώληση.

Το κόστος βαρύνει τη μειοψηφία, εφόσον ενδέχεται να πωλήσει παρά τη θέλησή της, ακόμη και αν εκτιμά ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές, χάνοντας τη μελλοντική υπεραξία.

Πώς προστατεύει η ρήτρα tag along τη μειοψηφία;

Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκολλήσεως) παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση, να συμμετάσχουν στην πώληση που πραγματοποιεί ο πλειοψηφών μέτοχος προς τρίτο, απαιτώντας από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές με τους ίδιους όρους.

Ο μειοψηφών μέτοχος αποφεύγει έτσι δύο κινδύνους. Πρώτον, τον εγκλωβισμό στην εταιρεία με νέο πλειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να επιδιώκει διαφορετικά συμφέροντα. Δεύτερον, την απώλεια της ευκαιρίας να πωλήσει στη συμφέρουσα τιμή που εξασφάλισε η πλειοψηφία.

Η ρήτρα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, καθώς το δεύτερο ελέγχει ποιος εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση, ενώ το tag along εξασφαλίζει με ποιους όρους εξέρχεται η μειοψηφία.

Τα βασικά οφέλη για τη μειοψηφία είναι:

  • Ισότιμη μεταχείριση: η μειοψηφία πωλεί με την τιμή και τους όρους της πλειοψηφίας.
  • Ρευστότητα: εξασφαλίζεται διέξοδος από μια κατά τα άλλα δύσκολα ρευστοποιήσιμη συμμετοχή σε μη εισηγμένη εταιρεία.
  • Επενδυτική εμπιστοσύνη: η ύπαρξη της ρήτρας διευκολύνει την προσέλκυση μειοψηφικών επενδυτών.

Το αντίστοιχο κόστος βαρύνει την πλειοψηφία, καθώς η πώληση περιπλέκεται, αφού ο αγοραστής καλείται να αποκτήσει περισσότερες μετοχές από όσες ίσως αρχικά επιδίωκε, ενώ ορισμένοι αγοραστές αποθαρρύνονται εντελώς.

Καταστατικό ή συμφωνία μετόχων: πού κατοχυρώνεται η ρήτρα;

Η επιλογή του εγγράφου κατοχύρωσης καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η καταστατική ρήτρα δεσμεύει την εταιρεία και κάθε τρίτο, με συνέπεια η -κατά παράβαση- μεταβίβαση να είναι άκυρη. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει αποκλειστικά τους συμβαλλομένους και η παραβίασή της γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης.

Στην ανώνυμη εταιρεία, το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 προβλέπει ρητά αμφότερους τους μηχανισμούς ως επιτρεπτούς καταστατικούς περιορισμούς στη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών (δεσμευμένες μετοχές):

«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:

γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή

δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».

Η περίπτωση γ’ αποτυπώνει τον μηχανισμό tag along και η περίπτωση δ’ τον μηχανισμό drag along. Οι ρήτρες μπορούν επομένως να ενταχθούν στα καταστατικά άρθρα της ΑΕ ως γνήσιοι όροι δεσμευμένων μετοχών. Η μεταβίβαση μετοχών ΑΕ που διενεργείται κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας είναι άκυρη, όπως έκρινε η ΑΠ 396/2019 για τις δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές. Ο παραβαίνων μέτοχος δεν μεταβιβάζει έγκυρα και ο τρίτος δεν αποκτά τη μετοχική ιδιότητα.

Όταν, αντίθετα, η ρήτρα περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA), η ισχύς της είναι αμιγώς ενοχική. Κατά την ΑΠ 1448/2014, οι εξωεταιρικές συμφωνίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν θίγουν το κύρος των εταιρικών πράξεων που διενεργούνται κατά παράβασή τους. Ωστόσο, η υπαίτια παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, την οποία τα μέρη ενισχύουν στην πράξη με ποινική ρήτρα προσυμφωνημένου ύψους.

Η επιλογή εξετάζεται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο επενδυτής που επιδιώκει δέσμευση έναντι πάντων προκρίνει την καταστατική αποτύπωση. Η εμπιστευτικότητα και η ευελιξία αναθεώρησης συνηγορούν υπέρ της SHA, αφού το καταστατικό δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται μόνο με απόφαση γενικής συνέλευσης.

Η διατύπωση της καταστατικής ρήτρας ώστε να συνιστά λειτουργικό όρο του άρθρου 43, με ορισμένη διαδικασία, προθεσμίες και συνέπειες, απαιτεί προσαρμογή στο συγκεκριμένο μετοχικό σχήμα. Η απλή μεταφορά υποδείγματος αφήνει κενά που κρίνονται κατά περίπτωση, όταν πλέον η σύγκρουση έχει εκδηλωθεί.

ΚριτήριοΚαταστατική ρήτραΡήτρα μόνο σε SHA
ΔεσμευτικότηταΈναντι της εταιρείας και κάθε τρίτουΜόνο μεταξύ των συμβαλλομένων
Συνέπεια παραβίασηςΑκυρότητα της μεταβίβασης (ΑΠ 396/2019)Αξίωση αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα (ΑΠ 1448/2014)
ΔημοσιότηταΔημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ, ορατή σε τρίτουςΕμπιστευτική μεταξύ των μερών
ΤροποποίησηΑπόφαση γενικής συνέλευσης για τροποποίηση καταστατικούΣυναίνεση των συμβαλλομένων
Νέοι μέτοχοιΔεσμεύονται αυτοδικαίως με την απόκτηση μετοχώνΔεσμεύονται μόνο εφόσον προσχωρήσουν στη συμφωνία (πράξη προσχώρησης, deed of adherence)

Επί ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών

Αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει στις λοιπές εταιρικές μορφές. Η νομική βάση των ρητρών παραμένει η αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 του ΑΚ. Στην ΙΚΕ, η μεταβίβαση των μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 του Ν. 4072/2012), ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει στο καταστατικό να την αποκλείει ή να την περιορίζει, παρέχοντας έδαφος για αντίστοιχη καταστατική διαμόρφωση των μηχανισμών συμπαράσυρσης και προσκόλλησης.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου μετόχων σε μη εισηγμένες εταιρείες δείχνει ότι η παράλληλη αποτύπωση της ρήτρας σε καταστατικό και SHA, με ταυτόσημη διατύπωση, προλαμβάνει τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο κειμένων που τροφοδοτούν δικαστικές αμφισβητήσεις κατά την εκτέλεση της συναλλαγής.

Ποια σημεία κρίνουν τη λειτουργικότητα των ρητρών drag along και tag along;

Τέσσερα σημεία καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών:

  • το όριο ενεργοποίησης,
  • η ταυτότητα τιμής και όρων,
  • οι εξαιρέσεις και
  • οι προθεσμίες.

Καθένα κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, με αποτέλεσμα η ίδια ρήτρα να λειτουργεί προστατευτικά ή ασφυκτικά ανάλογα με τη διατύπωσή της.

Όροι ενεργοποίησης του drag along

Στη συναλλακτική πρακτική το όριο ενεργοποίησης ορίζεται συνήθως στο 75% των μετοχών, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, υψηλότερο όριο προστατεύει τη μειοψηφία, ενώ χαμηλότερο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας. Η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία και να ειδοποιείται εγκαίρως για τη σχεδιαζόμενη πώληση.

Η μειοψηφία διαπραγματεύεται επιπλέον προστασίες: ελάχιστη τιμή ενεργοποίησης, καταβολή του τιμήματος αποκλειστικά σε μετρητά και περιορισμό των δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που καλείται να παράσχει στο μέτρο της δικής της συμμετοχής.

Κάθε μία από τις προβλέψεις αυτές, μεταβάλλει τον κίνδυνο του μειοψηφούντος μετόχου στη συναλλαγή και απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη μετοχική σχέση. Ορισμένες συμφωνίες εξαιρούν από την ενεργοποίηση συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως μεταβιβάσεις προς συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες του ίδιου ομίλου.

Πεδίο εφαρμογής και προθεσμίες του tag along

Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί το σύνολο των μετοχών της, ενώ άλλες καταλαμβάνουν και μερικές πωλήσεις. Η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται σε προθεσμία (για παράδειγμα 30 ημερών από την ειδοποίηση).

Ως προς την εκτέλεση, άλλες συμφωνίες υποχρεώνουν τον αγοραστή να αποκτήσει πρόσθετες μετοχές και άλλες προβλέπουν αναλογική (pro rata) μείωση των μετοχών που μεταβιβάζει η πλειοψηφία, ώστε το συνολικό μέγεθος της συναλλαγής να μείνει σταθερό.

Στους επενδυτικούς γύρους οι δύο ρήτρες αποτελούν σταθερό αίτημα των επενδυτών, από τους επενδυτικούς αγγέλους έως τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity), διότι το drag along τους εξασφαλίζει έλεγχο της στρατηγικής εξόδου και το tag along ρευστότητα όταν πωλούν οι ιδρυτές.

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις επενδυτικών συμφωνιών δείχνει ότι το ύψος του ορίου και το εύρος των εξαιρέσεων είναι τα δύο σημεία όπου οι θέσεις ιδρυτών και επενδυτών αποκλίνουν περισσότερο.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ drag along και tag along;

Το drag along ασκείται από την πλειοψηφία και δημιουργεί υποχρέωση της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Το tag along ασκείται από τη μειοψηφία και της παρέχει δικαίωμα, όχι υποχρέωση, να συμμετάσχει στην πώληση της πλειοψηφίας με τους ίδιους όρους. Το πρώτο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας, το δεύτερο προστατεύει την έξοδο της μειοψηφίας.

Ισχύει η ρήτρα drag along όταν περιλαμβάνεται μόνο σε ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων;

Ισχύει, αλλά με ενοχική μόνο ενέργεια, καθώς δεσμεύει αποκλειστικά όσους την υπέγραψαν. Αν ο μειοψηφών μέτοχος αρνηθεί τη συμμεταβίβαση, η μεταβίβαση δεν ακυρώνεται και ο υπαίτιος οφείλει αποζημίωση ή την προσυμφωνημένη ποινική ρήτρα. Δέσμευση έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου, με ακυρότητα της μεταβίβασης, επιτυγχάνεται μόνο με καταστατική κατοχύρωση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Τι σημαίνει η ενεργοποίηση του drag along για τον μέτοχο μειοψηφίας;

Ο μειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του στον τρίτο αγοραστή με την τιμή και τους όρους που εξασφάλισε η πλειοψηφία, ακόμη και αν διαφωνεί με τη συναλλαγή. Η πραγματική του προστασία εξαρτάται από όσα προσυμφωνήθηκαν: ταυτότητα τιμής, τρόπος καταβολής του τιμήματος, έκταση των δηλώσεων που καλείται να παράσχει και τυχόν ελάχιστη αποτίμηση κάτω από την οποία η ρήτρα δεν ενεργοποιείται.

Τι όρους περιλαμβάνει τυπικά μια ρήτρα drag along ή tag along;

Οι βασικοί όροι είναι το όριο ενεργοποίησης, η ρητή πρόβλεψη ίδιας τιμής και όρων για όλους τους μετόχους, η διαδικασία και η προθεσμία ειδοποίησης, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος, οι εξαιρούμενες συναλλαγές και ο μηχανισμός εκτέλεσης, δηλαδή αν ο αγοραστής αποκτά πρόσθετες μετοχές ή αν οι πωλούμενες μειώνονται αναλογικά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Συμμετρική πρόβλεψη των δύο ρητρών: Η ταυτόχρονη κατοχύρωση drag along και tag along ισορροπεί τα συμφέροντα πλειοψηφίας και μειοψηφίας και αποτρέπει μονομερείς διατυπώσεις που αποθαρρύνουν μελλοντικούς επενδυτές ή συνιδρυτές.

Έλεγχος του καταστατικού πριν από κάθε επενδυτικό γύρο: Αν το υφιστάμενο καταστατικό δεν προβλέπει τις ρήτρες ή προβλέπει ασύμβατους περιορισμούς μεταβίβασης, η εναρμόνισή του πρέπει να προηγηθεί της επένδυσης, αφού η μεταγενέστερη τροποποίηση απαιτεί απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συναίνεση που ενδέχεται να μην είναι πλέον διαθέσιμη.

Ταυτόσημη διατύπωση σε καταστατικό και SHA: Όταν η ρήτρα αποτυπώνεται και στα δύο κείμενα, κάθε απόκλιση στη διατύπωση δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα για το ποια εκδοχή υπερισχύει. Η ευθυγράμμιση των δύο κειμένων είναι αντικείμενο νομικής επιμέλειας κατά την κατάρτιση και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση.

Σαφής μηχανισμός τιμής: Η αναφορά σε «ίδια τιμή και όρους» χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση για μη χρηματικά ανταλλάγματα, τμηματικές καταβολές και ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος, διαφορετικά η εκτέλεση της ρήτρας προσφέρει πεδίο αμφισβήτησης.

Πρόβλεψη πράξης προσχώρησης για νέους μετόχους: Όταν οι ρήτρες υπάρχουν μόνο σε SHA, κάθε νέος μέτοχος πρέπει να προσχωρεί ρητά στη συμφωνία, διαφορετικά δεν δεσμεύεται από αυτές και το προστατευτικό πλέγμα διαρρηγνύεται.

 Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.

ΔΕΔ – Δεκαετής Η Παραγραφή Σε Περιπτώσεις Φοροδιαφυγής

Με την πρόσφατη απόφαση 1267/2025 (Αθήνα), η ΔΕΔ ασχολήθηκε με το θέμα της 10ετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων, προστίμων κλπ, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014, η οποία κοινοποιήθηκε την 11-12-2024, καταλογίστηκε σε βάρος φορολογούμενου διαφορά φόρου ποσού 266.732,48 Ευρώ, πλέον προστίμου φόρου άρθρου 54 του Ν. 5104/2024 ποσού 133.510,18 Ευρώ, ήτοι σύνολο φόρων, τελών και εισφορών για καταβολή, ύψους 401.029,89 Ευρώ.

Η ανωτέρω Πράξη στηρίχθηκε στην από 11/12/2024 θεωρηθείσα Έκθεση Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., η οποία συντάχθηκε κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στα εισοδήματα του φορολογούμενου του έτους 2014, δυνάμει σχετικής Εντολής Ελέγχου του Προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας. 

Αιτία του ελέγχου αποτέλεσε η από 07/10/2024 Πορισματική Έκθεση της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (Δ.Ε.Ο.Ε.), η οποία διαβιβάστηκε στην ελεγκτική αρχή την 10-10-2024.

Σύμφωνα με την πορισματική έκθεση της Δ.Ε.Ο.Ε., μετά από διερεύνηση των τραπεζικών λογαριασμών του προσφεύγοντος, διαπιστώθηκε η παράλειψη δήλωσης, στο φορολογικό έτος 2014, αγοράς χρεογράφων (Α/Κ) ποσών 125.779,97 Ευρώ και 965.821,92 Ευρώ.

Για τα ανωτέρω δύο ποσά, ζητήθηκαν από τον φορολογούμενο, αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τον σχηματισμό του κεφαλαίου για τις παραπάνω συναλλαγές, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν οι ανωτέρω αγορές προήλθαν από εισοδήματά του (και της συζύγου του), τα οποία είτε είχαν φορολογηθεί, είτε είχαν νόμιμα απαλλαγεί του φόρου («Πίνακας Ανάλωσης»).

Ο φορολογούμενος, δεν προσκόμισε τον αιτηθέντα Πίνακα Ανάλωσης, αλλά με υπόμνημά του, προσκόμισε στοιχεία σχετικά με το πρώτο ποσό, ύψους 125.779,97 ευρώ, σύμφωνα με τα οποία αφορά προθεσμιακή κατάθεση την οποία δεν όφειλε να δηλώσει.

Ωστόσο, δεν δόθηκαν στοιχεία για το υπόλοιπο ποσό των 965.821,92 ευρώ, το οποίο αφορούσε αγορά ΟΣΕΚΑ με χώρα έκδοσης το Λουξεμβούργο.

Στη συνέχεια συντάχθηκε Πίνακας Ανάλωσης κεφαλαίου από τη Δ.Ε.Ο.Ε., βάσει των υποβληθεισών δηλώσεων εισοδήματος του φορολογούμενου, για τις χρήσεις 1996 έως 2014, από τον οποίο προέκυψε ότι το μη αναλωθέν υπόλοιπο που είχε στη διάθεση του ο φορολογούμενος στο τέλος του έτους 2014 ανέρχεται στο ποσό των 56.935,11 Ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω, προέκυψε η αγορά του ομολόγου ποσού 965.821,92 Ευρώ που πραγματοποίησε ο φορολογούμενος, δικαιολογείται μόνο κατά το ποσό των 56.935,11 Ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ύψους 908.886,81 Ευρώ αποτελεί προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτα εισοδήματα.

Ακολούθως ο έλεγχος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., λαμβάνοντας υπόψη τον πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου, όπως προσδιορίστηκε από τη Δ.Ε.Ο.Ε., τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου την χρήση 2014 και την διαπίστωση της παράλειψης δήλωσης της αγοράς του ομολόγου αξίας 965.821,92 Ευρώ, προσδιόρισε πρόσθετη διαφορά μεταξύ τεκμαρτού και συνολικού εισοδήματος ποσού 820.064,45 Ευρώ.

Στη συνέχεια, κοινοποιήθηκε στον φορολογούμενο ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, και αντίγραφο της πορισματικής έκθεσης της Δ.Ε.Ο.Ε.

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ

Ο φορολογούμενος δεν κατέθεσε τις απόψεις του επί του κοινοποιηθέντος Σ.Δ.Ε. αλλά κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ισχυριζόμενος -μεταξύ άλλων- ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, φόρους, πρόστιμα κ.λπ., του φορολογικού έτους 2014 έχει παραγραφεί.

Ειδικότερα, ο φορολογούμενος ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει φόρο εισοδήματος και πρόστιμο, για το φορολογικό έτος 2014, έληξε στις 31/12/2020, βάσει των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024.

Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του οι διατάξεις της παραγράφου 3α του ίδιου άρθρου, περί κοινοποίησης πράξης εντός 10 ετών, δεδομένου ότι δεν νοούνται ως συμπληρωματικά στοιχεία ή νέα στοιχεία η υποβολή μιας ποινικής δικογραφίας από τον Οικονομικό Εισαγγελέα καθώς όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Οικονομικός Εισαγγελέας ήταν προσβάσιμα στο Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. και σε κάθε φορολογική αρχή. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ο Ν. 5104/2024

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024):

«Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων:

αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. (…)

αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν.

β) … Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος.».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ίδιου νόμου:

«Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: … προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές…»

Ο Ν. 4646/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 66, παρ. 27α του Ν. 4646/2019:

«27.α. … Ειδικά για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, μπορεί να εκδοθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.»

Η Εγκύκλιος 2057/2023 ΑΑΔΕ

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 2057/2023 της ΑΑΔΕ με θέμα “Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για την έκδοση και κοινοποίηση πράξεων προσδιορισμού φόρων και επιβολής προστίμων”:

«…Για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων επισημαίνονται τα εξής:

4.1. Για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014-2017, πράξεις προσδιορισμού φόρου μπορούν να εκδοθούν εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 66 του ΚΦΔ. Συνεπώς, για πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση οποιασδήποτε Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης και αφορούν σε φοροδιαφυγή, πράξεις προσδιορισμού φόρου εκδίδονται μόνο εφόσον πρόκειται για ποσά φόρων που υπερβαίνουν τα τιθέμενα στην παρ. 3 του άρθρου 66 όρια.

Στην περίπτωση που οι πληροφορίες περί φοροδιαφυγής περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης μετά την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 36 του ΚΦΔ περίοδο (πενταετία), οι πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου εκδίδονται αποκλειστικά για τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τις πληροφορίες αυτές και για το έτος στο οποίο αφορούν».

Ο Ν. 4172/2013

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 4172/2013:

«Ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:

… β) Αγορά επιχειρήσεων ή σύσταση ή αύξηση του κεφαλαίου επιχειρήσεων που λειτουργούν ατομικώς ή με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ανώνυμης εταιρείας ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίας ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας ή αστικής εταιρίας ή αγορά εταιρικών μερίδων και χρεογράφων γενικώς, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται για τα ασφαλιστικά επενδυτικά συμβόλαια, κατά το μέρος που αποτελούν επενδυτικό προϊόν».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΔΕΔ

Η ΔΕΔ αποφάσισε ότι, με την προσβαλλόμενη πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, προσδιορίστηκε διαφορά φορολογητέου εισοδήματος ποσού 820.064,45 € και καταλογίστηκε φόρος ποσού 266.732,48 €, το οποίο υπερβαίνει τα τιθέμενα όρια με την παρ. 3 του άρθρου 66 του Ν. 4987/2022 (πλέον παρ. 2 του άρθρου 79 του ν. 5104/2024), δηλαδή εμπίπτει στις διατάξεις πε΄ρι φοροδιαφυγής.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την υφιστάμενη φοροδιαφυγή για την χρήση 2014, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους, τόκους και πρόστιμα παραγράφηκε στις 31/12/2024, βάσει των διατάξεων της παρ. 27α του άρθρου 66 του Ν. 4646/2019.

Δηλαδή η ΔΕΔ, δεν στοιχειοθέτησε την 10ετή παραγραφή στη νομική βάση του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024 («νέα στοιχεία»), αλλά στην παρ. 27α του άρθρου 66, του Ν. 4646/2019 («φοροδιαφυγή»)

Επομένως, επειδή η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε εντός του έτους 2024, ήτοι πριν από την λήξη της δεκαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο σχετικός ισχυρισμός του φορολογούμενου απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος. 

Συνεπώς, απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος, με οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, ποσού 401.029,89 Ευρώ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή φορολογικών υποθέσεων.

NIS2: Πότε Υπάγεται μια Επιχείρηση και τι Ευθύνη Φέρει

Υπαγωγή στη NIS2: κριτήρια, ευθύνη διοίκησης και κυρώσεις μη συμμόρφωσης

Εν συντομία:

  • Η υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια: δραστηριότητα σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024 και μέγεθος τουλάχιστον μεσαίας επιχείρησης. Ορισμένες οντότητες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους.
  • Οι υπόχρεες επιχειρήσεις διακρίνονται σε βασικές και σημαντικές οντότητες. Η διάκριση καθορίζει την ένταση της εποπτείας και το ανώτατο πρόστιμο: έως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του κύκλου εργασιών για τις βασικές, έως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% για τις σημαντικές.
  • Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2 αλλά στον Κανονισμό DORA, που λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο.
  • Η υπαγωγή ενεργοποιεί μέτρα διαχείρισης κινδύνων, αναφορά περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες, ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας και εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
  • Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στην οντότητα, αλλά και τα μέλη της διοίκησης φέρουν προσωπική ευθύνη για την έγκριση και εποπτεία των μέτρων.

Πότε υπάγεται μια επιχείρηση στη NIS2;

Η υπαγωγή κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια. Πρώτον, η επιχείρηση να δραστηριοποιείται σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Δεύτερον, να υπερβαίνει το όριο μεγέθους της μεσαίας επιχείρησης.

Το κριτήριο του τομέα καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (πχ ενέργεια, μεταφορές, υγεία, τραπεζικές υπηρεσίες, ψηφιακές υποδομές και πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών). Τομείς που υπό την προηγούμενη Οδηγία NIS έμεναν εκτός (όπως η παραγωγή και διανομή τροφίμων, η διαχείριση αποβλήτων, η παρασκευή χημικών προϊόντων, ο κατασκευαστικός τομέας και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες), τώρα υπάγονται. Πολλές μεσαίες επιχειρήσεις εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.

Το κριτήριο του μεγέθους παραπέμπει στον ορισμό της μεσαίας επιχείρησης κατά τη σύσταση 2003/361/ΕΚ (απασχόληση τουλάχιστον 50 ατόμων ή ετήσιος κύκλος εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης, τα μητρώα ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου, οι πάροχοι υπηρεσιών DNS και οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και μια πολύ μικρή εταιρεία υπάγεται πλήρως.

Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που καλύπτει ο Κανονισμός DORA (Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς της NIS2, καθώς ο DORA λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο και θεσπίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Μια τράπεζα ή ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται με το πλαίσιο του DORA, όχι με εκείνο της NIS2.

Ζητήματα προκύπτουν σε επιχειρήσεις με μεικτές δραστηριότητες, ομιλικές δομές με θυγατρικές σε διαφορετικούς τομείς ή εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης σε υπόχρεες οντότητες, οι αποίες χρειάζονται κατά περίπτωση νομική κρίση για να προσδιοριστεί αν και υπό ποια ιδιότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής.

Βασική ή σημαντική οντότητα: τι αλλάζει στην πράξη;

Η διάκριση μεταξύ βασικής (essential) και σημαντικής (important) οντότητας καθορίζει α) την ένταση της εποπτείας και β) το ύψος των κυρώσεων. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία και υψηλότερα ανώτατα πρόστιμα. Οι σημαντικές οντότητες υπόκεινται σε κατασταλτική εποπτεία και χαμηλότερα ανώτατα όρια. Η ορθή κατάταξη επηρεάζει άμεσα την έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο.

ΣτοιχείοΒασικές οντότητεςΣημαντικές οντότητες
ΕποπτείαΠροληπτική και κατασταλτική (ex-ante και ex-post)Κατασταλτική (ex-post), κατόπιν ενδείξεων παράβασης
Ανώτατο πρόστιμοΈως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του παγκόσμιου κύκλου εργασιώνΈως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών
Ενδεικτικοί τομείςΕνέργεια, μεταφορές, τράπεζες, υγεία, πόσιμο νερό, ψηφιακές υποδομέςΤαχυδρομεία, διαχείριση αποβλήτων, τρόφιμα, χημικά, κατασκευές, πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών

Η κατάταξη προκύπτει από τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος, όπως ορίζονται στα Παραρτήματα του νόμου. Ωστόσο, για επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περισσότερους του ενός τομείς, η κατάταξη μπορεί να μεταβάλλεται ανά δραστηριότητα και να καθορίζει διαφορετικό επίπεδο υποχρεώσεων για διαφορετικά τμήματα της ίδιας οντότητας.

Ποιες υποχρεώσεις ενεργοποιεί η υπαγωγή;

Η υπαγωγή ενεργοποιεί τέσσερις δέσμες υποχρεώσεων:

  • Πρώτον, τη λήψη τεχνικών, επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνων κατά το άρθρο 15 του Ν. 5160/2024.
  • Δεύτερον, την αναφορά σημαντικών περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες.
  • Τρίτον, τον ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας.
  • Τέταρτον, την εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.

Τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων εξειδικεύονται από την ΚΥΑ 1689/2025, που θέσπισε το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πολιτικές ανάλυσης και διαχείρισης κινδύνων, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, κρυπτογράφηση, έλεγχο πρόσβασης και πολυπαραγοντική ταυτοποίηση. Το πλαίσιο απαιτεί τα μέτρα να είναι αναλογικά προς τον βαθμό έκθεσης της οντότητας σε κίνδυνο.

Επίσης, η αναφορά περιστατικών ακολουθεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η οντότητα οφείλει έγκαιρη προειδοποίηση εντός 24 ωρών από τη στιγμή που αντιλήφθηκε το σημαντικό περιστατικό, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση κατά την αντιμετώπιση και τελική έκθεση εντός ενός μηνός. Η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητα από την έκβαση του ίδιου του περιστατικού.

Σημειώνεται ότι ο ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΥΑΣΠΕ) διαφέρει νομικά από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR. Ο πρώτος εστιάζει στην ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, ο δεύτερος στη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

Σε πολλές επιχειρήσεις οι δύο ρόλοι συνυπάρχουν με διακριτές αρμοδιότητες και η σύγχυσή τους δημιουργεί κενά συμμόρφωσης. Η NIS2 αποτελεί το πλαίσιο ενός ευρύτερου ψηφιακού κανονιστικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται επίσης ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη και η νομοθεσία προστασίας δεδομένων.

Τι ευθύνη φέρει προσωπικά η διοίκηση;

Η ευθύνη δεν περιορίζεται στην οντότητα. Τα διοικητικά όργανα εγκρίνουν τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας και εποπτεύουν την εφαρμογή τους, κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας 2022/2555. Η παράλειψη αυτού του καθήκοντος επισύρει προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησης, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.

Πρακτικά, η υποχρέωση σημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα του τμήματος πληροφορικής και ανάγεται σε καθήκον επιμέλειας της διοίκησης. Τα μέλη οφείλουν να παρακολουθούν σχετική κατάρτιση και να είναι σε θέση να αξιολογούν τους κινδύνους και την επάρκεια των μέτρων. Η τυπική ανάθεση σε τρίτο πάροχο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την ευθύνη εποπτείας.

Η μετάβαση από τη συλλογική ευθύνη της οντότητας στην προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησής της, έχει συγκεκριμένες συνέπειες ως προς την τεκμηρίωση. Η καταγραφή των εγκρίσεων, η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών και η τεκμηρίωση της παρακολούθησης των μέτρων αποκτούν διαφορετική σημασία σε περίπτωση ελέγχου.

Πώς κατανέμεται συμβατικά ο κίνδυνος της αλυσίδας εφοδιασμού;

Η ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού είναι ρητή υποχρέωση της υπόχρεης οντότητας κατά το άρθρο 21 της Οδηγίας 2022/2555. Η επιχείρηση οφείλει να αξιολογεί τους προμηθευτές της από την άποψη της κυβερνοασφάλειας και να κατανέμει τον σχετικό κίνδυνο. Η κατανομή αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο συμβατικά, μέσω ρητρών που μετακυλίουν συγκεκριμένες απαιτήσεις στους τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις συμβατικής κατανομής κινδύνου με προμηθευτές δείχνει ότι οι τυποποιημένοι όροι σπάνια επαρκούν όταν ο προμηθευτής έχει πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα. Οι ουσιαστικές ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις ασφαλείας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δικαίωμα ελέγχου της συμμόρφωσης του προμηθευτή, υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για περιστατικά που τον αφορούν και κατανομή της ευθύνης για ζημία που προέρχεται από αδυναμία στην πλευρά του.

Κάθε μία από τις παραπάνω ρήτρες απαιτεί ad hoc διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση. Η αόριστη αναφορά σε «συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία» δεν μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Όταν η ίδια η επεξεργασία αφορά προσωπικά δεδομένα, η συμβατική κάλυψη πρέπει να συντονίζεται με τη σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 του GDPR, ώστε οι δύο δέσμες υποχρεώσεων να μην αφήνουν κενά.

Τι κίνδυνο επιφέρει η μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση επισύρει κλιμακούμενες κυρώσεις. Πέρα από τα διοικητικά πρόστιμα, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας μπορεί να εκδώσει εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, να επιβάλει περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων, να διατάξει διακοπή λειτουργίας υποδομής και να δημοσιοποιήσει τις παραβάσεις. Η βαρύτητα της κύρωσης συναρτάται με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.

Το ύψος των προστίμων κλιμακώνεται βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, της τυχόν υποτροπής, του βαθμού συνεργασίας με τις αρχές και των μέτρων που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ανταπόκριση σε ένα περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ελαφρυντικά, ενώ η απόκρυψη ή η καθυστερημένη αναφορά επιβαρύνει τη θέση της οντότητας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση που το περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα. Όταν κυβερνοεπίθεση οδηγεί σε διαρροή δεδομένων ενεργοποιεί σωρευτικά τις υποχρεώσεις της NIS2 και του GDPR, με χωριστές προθεσμίες αναφοράς προς διαφορετικές αρχές και κίνδυνο διπλής κύρωσης. Ο συντονισμός της απόκρισης απαιτεί προηγούμενη συμμόρφωση με τον GDPR, ώστε οι δύο ροές υποχρεώσεων να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιους αφορά η NIS2;

Η NIS2 αφορά μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής ή σημαντικής κρισιμότητας των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Ν. 5160/2024, καθώς και ορισμένες κατηγορίες παρόχων που υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν αφορά κατά κανόνα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν εμπίπτουν σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους.

Ποια είναι η προθεσμία συμμόρφωσης και υπάρχει παράταση;

Οι υποχρεώσεις απορρέουν ήδη από τον Ν. 5160/2024 και την ΚΥΑ 1689/2025, με προθεσμίες εγγραφής στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας που έχουν ήδη παρέλθει για τις πρώτες κατηγορίες υπόχρεων. Οι κατά καιρούς παρατάσεις αφορούν συγκεκριμένες ομάδες οντοτήτων. Η μη εγγραφή δεν αναστέλλει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς περιστατικών.

Πώς ελέγχει μια επιχείρηση αν υπάγεται;

Ο έλεγχος υπαγωγής γίνεται σε δύο βήματα: αρχικά εξετάζεται αν η κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα εμπίπτει σε τομέα των Παραρτημάτων του νόμου και, στη συνέχεια, αν η επιχείρηση υπερβαίνει το όριο της μεσαίας επιχείρησης ή ανήκει σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους. Σε σύνθετες περιπτώσεις μεικτών δραστηριοτήτων ή ομιλικών δομών απαιτείται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση.

Τι ισχύει για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις;

Κατά κανόνα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2. Ωστόσο υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης ή DNS. Επιπλέον, μικρή επιχείρηση που είναι προμηθευτής υπόχρεης οντότητας ενδέχεται να δεσμεύεται έμμεσα μέσω συμβατικών απαιτήσεων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος υπαγωγής: Το πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός αν και υπό ποια ιδιότητα υπάγεται η επιχείρηση. Λανθασμένη παραδοχή υπαγωγής οδηγεί είτε σε περιττό κόστος συμμόρφωσης είτε, χειρότερα, σε έκθεση σε κυρώσεις.

Διάκριση NIS2 και DORA από την αρχή: Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν εφαρμόζουν τη NIS2 αλλά τον DORA. Η εσφαλμένη ταξινόμηση οδηγεί σε εφαρμογή λάθος πλαισίου και σε κενά συμμόρφωσης.

Η ευθύνη της διοίκησης τεκμηριώνεται: Η έγκριση και εποπτεία των μέτρων από τα διοικητικά όργανα πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως. Η τεκμηρίωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε περίπτωση ελέγχου ή περιστατικού.

Συμβατική θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού: Οι σχέσεις με προμηθευτές που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα χρειάζονται ειδικές ρήτρες ασφαλείας, ελέγχου και κατανομής ευθύνης, συντονισμένες με τις υποχρεώσεις του GDPR.

Ενιαία αντιμετώπιση περιστατικού με διπλή διάσταση: Όταν ένα περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα, οι προθεσμίες και οι αρχές της NIS2 και του GDPR τρέχουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός της απόκρισης πρέπει να καλύπτει και τις δύο ροές ταυτόχρονα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και την υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 .

Γνήσιες & Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκουσίας – Οι Εταιρικές Διαφορές

Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.

Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.

Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
  1. με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
  2. με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
  3. με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
  4. με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .

Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Ένδικα Μέσα

Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).

Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.

Δεδικασμένο

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.

Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).

Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:

Διαμεσολάβηση

Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.

Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.

Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Δικαίωμα Υψούν – Νομοθεσία, Πώληση, Κληρονομιά & Φορολογία

Δικαίωμα υψούν είναι η πρόβλεψη του δικαιώματος της επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω.

Μεταβίβαση του δικαιώματος υψούν είναι η μεταβίβαση της αέρινης στήλης του διαμερίσματος που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο δικαίωμα υψούν.

Ο Νόμος 3741/1929 Περί Οροφοκτησίας

Ειδικότερα, από τη διάταξη του ο άρθρου 8 § 1 του ν. 3741/1929 “περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους“ προκύπτει ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής, είτε προς τα άνω με την προσθήκη νέων ορόφων (“δικαίωμα υψούν”), είτε προς τα κάτω με την ανόρυξη υπογείου ή προς τα πλάγια με την ανέγερση νέας πτέρυγας, ανήκει από κοινού σε όλους τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.

Το συγκεκριμένο δικαίωμα επεκτάσεως, δεν έχει βέβαια το χαρακτήρα εμπραγμάτου δικαιώματος αλλά απλώς εξουσία προς κατάκτηση στο μέλλον και εκμετάλλευση του σκοπούμενου χώρου και μελλοντική κτήση του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος.

Τον προς ανοικοδόμηση απλώς προοριζόμενο χώρο ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως αντικείμενο ιδιοκτησίας, αλλά ως αγαθό εκμεταλλεύσιμο με την άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως, το οποίο παρέχεται ως συνέπεια των εξουσιών, που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας που υφίσταται επί του εδάφους.

Δηλαδή, επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Και είναι μεν δυνατόν να συμφωνηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής θα ανήκει σε ορισμένους ή και σε ένα μόνο από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες του εδάφους, πλην όμως και στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα της επεκτάσεως εμφανίζεται ως συνέπεια, του υφιστάμενου δικαιώματος συνιδιοκτησίας επί του εδάφους.

Δηλαδή το δικαίωμα υψούν είναι παρεπόμενο του δικαιώματος της συνιδιοκτησίας, άλλως είναι εξουσία που εμπεριέχεται στο δικαίωμα της συνιδιοκτησίας, το οποίο έχει ο δικαιούχος επί του εδάφους (ΕφΠειρ 222/2024).

Έτσι, το δικαίωμα υψούν δεν νοείται, ως δικαίωμα κυριότητας αλλά ως εξουσία όλων των συνδιοκτητών ή μερικών εξ αυτών κατά τη συμφωνία των μερών, απορρέουσα από το δικαίωμα της κυριότητας ή συγκυριότητας τους στο έδαφος της υφιστάμενης οικοδομής.

Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ’ αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής.

Εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, το ως άνω “ηλιακό δώμα” (ταράτσα), ανήκει κατά συγκυριότητα και χρήση σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων.

Σε καμία περίπτωση το δικαίωμα υψούν δεν παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία αποκλειστικής χρήσεως του ακαλύπτου δώματος, προ της σκεπάσεως του ακαλύπτου χώρου διά της υλοποιήσεως του μελλοντικού ορόφου.

Δηλαδή, στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτόν τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου, και αφετέρου, αυτοδικαίως, δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το έδαφος, οι αυλές και η στέγη (δώμα – ταράτσα), κλπ.

Αυθαιρεσίες, Νομιμοποίηση και Τακτοποίηση

Η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ’ ύψος προϋποθέτει την τήρηση των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Επομένως, για να είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος υψούν από το συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου, στον οποίο χορηγήθηκε με την κοινή συμφωνία όλων των λοιπών συνιδιοκτητών διά της συστατικής πράξεως που έχει μεταγραφεί, και αυτός να καταστεί αποκλειστικά κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή αυτού να γίνει με την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων.

Τούτο διότι, σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η προσθήκη του κτίσματος γίνει αυθαιρέτως κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, ο φορέας του άνω δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ’ αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας, συγκατοχής και συγχρήσεως όλου του (κοινοχρήστου) χώρου του δώματος.

Ωστόσο, αν με νεότερη νομοθετική ρύθμιση παρασχεθεί η δυνατότητα νομιμοποιήσεως του αυθαιρέτου κτίσματος και ο έχων ανεγείρει τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση αυτή προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής από τον δικαιούχο είναι επιτρεπτή, αφού το ανεγερθέν κτίσμα απέβαλε το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και κατέστη νόμιμο (ΑΠ 220/2013).

Κατά συνέπεια, μόνο μετά τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος, ο έχων το δικαίωμα επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής αποκτά αποκλειστική κυριότητα επί του κτίσματος και του υπ’ αυτού καταλαμβανομένου χώρου του δώματος.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Φόρος Μεταβίβασης

Με την 1079551/105/Γ0013/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύει, ορίσθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο των φύλλων υπολογισμού φορολογητέας αξίας ακινήτων.

Σύμφωνα την παραπάνω απόφαση (σε συνδυασμό με την 1067780/82/Γ0013/1994), ο φόρος μεταβίβασης του δικαιώματος υψούν υπολογίζεται κατά τρόπον ανάλογο προς την αξία υπολειπομένου ποσοστού οικοπέδου, βάσει του Φύλλου Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο.

Οι εν λόγω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, κατά πάγια νομολογία του ΣτΕ, εφόσον η φορολογούμενη ύλη δεν είναι πλασματική, αλλά πραγματική. Τούτο δε ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν αμάχητο τεκμήριο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του δικαιώματος υψούν (ΣτΕ 315-6/2023 7μ.).

Φόρος Κληρονομιάς

Σύμφωνα με την πρόσφατη 1045/2024 Απόφαση του ΣτΕ, το δικαίωμα υψούν διαφέρει από το δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί ενός αδόμητου οικοπέδου.

Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, τ οδικαίωμα υψούν δεν αντιστοιχεί σε δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του δώματος, αλλά μόνον σε ποσοστό της αναλογίας (του δώματος) επί του οικοπέδου και σε απλό δικαίωμα προσδοκίας ως προς τους τυχόν ανεγερθησομένους ορόφους, η κατασκευή, μάλιστα, των οποίων εξαρτάται από τα νομικά και πραγματικά δεδομένα του υφισταμένου κτιρίου.

Επομένως, τα εν λόγω ειδικά χαρακτηριστικά του δικαιώματος υψούν πρέπει να συνυπολογίζονται, κατά τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του, σε περίπτωση μεταβιβάσεως του δικαιώματος αιτία θανάτου.

Τούτο, δε, προκειμένου να αποτυπώνεται η πραγματική αξία του κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας.

Δηλαδή, η φορολογητέα αξία του δικαιώματος υψούν πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική, κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αύξηση της φοροδοτικής ικανότητας του κληρονόμου και όχι σε ενδεχόμενη αύξηση αυτής, υπό προϋποθέσεις οι οποίες ενδέχεται να διαμορφωθούν σε μελλοντικό χρονικό διάστημα.

Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου πρέπει (μεταξύ άλλων) να λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας του εν λόγω ιδιαίτερου δικαιώματος, τα αντιστοιχούντα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, όπως προσδιορίζονται στην υφιστάμενη, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Τούτο ισχύει ακόμη και όταν η σχετική αναγραφή δεν αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ του εμβαδού των προβλεπομένων ορόφων και της εκτάσεως του οικοπέδου (ανακρίβεια η οποία, λόγω της φύσεως του δικαιώματος υψούν ως δικαιώματος προσδοκίας, δεν συνιστά, πάντως, πλημμέλεια της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας).

Δηλαδή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, τα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας όπως αυτά ενδέχεται να προσδιορισθούν μεταγενέστερα (προς αποκατάσταση της ανακρίβειας / πραγματικής αναλογίας, η οποία θα προκύψει), είτε με νέα πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών είτε, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, με δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του εδάφους, δύναται να αφορά και σε περισσότερους ορόφους μέχρι του επιτρεπομένου από τον Γ.Ο.Κ. και από τους ειδικούς νόμους ύψους και αναλόγως προς τη στατική κατάσταση της υφιστάμενης οικοδομής,

Επομένως, κατά τον ανωτέρω υπολογισμό της πραγματικής / φορολογητέας αξίας του εν λόγω δικαιώματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις που τυχόν δεσμεύουν το συγκεκριμένο ακίνητο (όπως προβλέπεται στο Φύλλο Υπολογισμού του Εντύπου 3), αλλά και οι λοιπές, ισχύουσες κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διατάξεις (του Γ.Ο.Κ., του αντισεισμικού κανονισμού κ.ά.), εάν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν επιτρέπεται, ενόψει της καταστάσεως του υπάρχοντος κτίσματος, η ανέγερση των επιπλέον ορόφων σε αυτό (π.χ. διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το υφιστάμενο κτίσμα δεν πληροί τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις στατικής επάρκειας που επιτρέπουν την ανέγερση επιπλέον ορόφων).

Διαδικασία Αμφισβήτησης Φόρου

Σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου του δικαιώματος υψούν, ο υπόχρεος σε φόρο αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την αντικειμενικώς προσδιοριζόμενη, βάσει του άρθρου 10 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, αξία του δικαιώματος υψούν, σύμφωνα με το Φύλλο Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο (Έντυπο 3).

Εάν, όμως, θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 10 της ενότητας Β του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών.

Σημειώνεται ότι, με την προσφυγή αυτή, ο φορολογούμενος δεν αρκεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως, αλλά πρέπει να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι η εφαρμοσθείσα κανονιστική ρύθμιση οδηγεί σε καθορισμό αξίας του κληρονομιαίου δικαιώματος που είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία αξία του, συνοδευόμενους και από έγγραφα, πρόσφορα στοιχεία για την τεκμηρίωσή του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθορισθεί η εν λόγω αγοραία αξία.

Τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να εξετάσει, κατ’ αρχάς, η αρμόδια για την ενδικοφανή προσφυγή διοικητική αρχή, αφού, μεταξύ άλλων, ακούσει και τις απόψεις της φορολογικής αρχής.

Τέλος, εάν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς με την πάροδο της νόμιμης προς απόφανση προθεσμίας, το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο πρέπει να καθορίσει τελικώς τη φορολογητέα αξία για την επιβολή του φόρου κληρονομίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δικαίωμα υψούν.