Το Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο Ως Φορολογικό Στοιχείο

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης.

Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο το οποίο έχει κριθεί επανειλημμένα ότι αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 848/2025, 167/2024, 383/2022, 1365/2017 κ.ά.).

Νομικό Πλαίσιο & Ζητήματα Που Ανακύπτουν

Στο εξεταζόμενο ζήττημα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α’ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. από τις οποίες συνάγεται το παραπάνω συμπέρασμα, περί νόμιμου φορολογικού παραστατικού του συμβολαιογραφικού εγγράφου για real estate εταιρείες και επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, εφαρμόζονται του οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς και του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

Τέλος, τα νομικά ζητήματα που έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία, μέχρι σήμερα, είναι τα εξής:

  • αν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητεί το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα,
  • σε ποια αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να ερείδεται η κρίση της περί εικονικότητας και η νομιμότητα των στοιχείων αυτών.

Ειδικότερα:

Προσδιορισμός Αξίας Πώλησης

Για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ο οποίος εισήγαγε το σύστημα αυτό.

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού.

Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής.

Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (ΣτΕ 346/2021).

Βάρος Απόδειξης

Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις («τεκμήρια»).

Ως τεκμήρια, δε, νοούνται οι αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.

Το παραπάνω, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα.

Τούτο, δε, είτε το ποσό αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει.

Εξάλλου, τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού (δλδ του πωλητή) τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021).

Δικαίωμα Αμφισβήτηση Τιμήματος

Ζήτημα τίθεται στο εάν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές ή εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Πολύ περισσότερο όταν η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών.

Τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η αντικειμενική αξία ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό (εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία), ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος.

Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις ή και τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου.

Κυρώσεις

Με το προϊσχύον δίκαιο του Ν. 4174/2013 (άρθρο 55 παρ. 2 περ. α) προβλέπονταν πως σε παράβαση για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με το 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ.

Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 4337/2015.

Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.

Με την πρόσφατη απόφαση 848/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ., “άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση“, δηλαδή σε κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου, κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο παρελθόν χρονικό διάστημα μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης από το ΣτΕ (2025).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως φορολογικό στοιχείο και τις έννομες συνέπειες αυτού.

Ελάχιστο Μέρισμα ΑΕ: Πότε Μπορεί Να Μην Διανεμηθεί

Πότε Υποχρεούται η Εταιρεία Να Διανείμει Μέρισμα Και Πότε Όχι

Περιληπτικά:

  • Η κερδοφόρα ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται καταρχήν να διανείμει ως ελάχιστο μέρισμα το 35% των καθαρών κερδών, μετά την κράτηση για το τακτικό αποθεματικό (άρθρο 161 Ν. 4548/2018).
  • Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου.
  • Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν η καθαρή θέση πέσει κάτω από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά (άρθρο 159).
  • Η αξίωση του μετόχου γεννάται με την απόφαση διανομής, καταβάλλεται εντός διμήνου και παραγράφεται στην πενταετία.
  • Η μειοψηφία που θίγεται από συστηματική παρακράτηση κερδών μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης για κατάχρηση δικαιώματος.

Πότε υποχρεούται η ΑΕ να διανείμει το ελάχιστο μέρισμα;

Η ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να διανείμει ελάχιστο μέρισμα όταν η χρήση είναι κερδοφόρα και προκύπτουν διανεμητέα κέρδη μετά τις νόμιμες κρατήσεις. Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, σύμφωνα με το άρθρο 161 του Ν. 4548/2018.

Η υποχρέωση αυτή δεσμεύει καταρχήν τη γενική συνέλευση. Το δικαίωμα στο μέρισμα αποτελεί το κυριότερο περιουσιακό δικαίωμα που απορρέει από τη μετοχική σχέση. Ο νόμος το προστατεύει ακριβώς ώστε να μην παραμένουν τα κέρδη στη διάθεση της διοίκησης παρά την κερδοφορία της εταιρείας.

Το ελάχιστο μέρισμα καταβάλλεται σε μετρητά. Αφορά συγκεκριμένη εταιρική χρήση και υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών όπως αυτά απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων, χωρίς να μπορεί να υποκατασταθεί ελεύθερα από άλλη μορφή απόδοσης. Διανομή σε προνομιακή βάση ισχύει μόνο όπου το καταστατικό προβλέπει προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα προτιμησιακού μερίσματος.

Πέρα από το ετήσιο μέρισμα, η εταιρεία μπορεί να αποδώσει ενδιάμεσα κέρδη μέσα στη χρήση. Το προσωρινό μέρισμα διανέμεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 162 και τελεί υπό την έγκριση της επόμενης τακτικής γενικής συνέλευσης.

Πώς μπορεί η γενική συνέλευση να μειώσει ή να μην διανείμει το μέρισμα;

Η γενική συνέλευση μπορεί να αποκλίνει από το ελάχιστο μέρισμα μόνο με ενισχυμένη πλειοψηφία. Μείωση του ποσοστού έως 10% των καθαρών κερδών επιτρέπεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ πλήρης μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου (άρθρο 161 παρ. 2). Η αυξημένη απαρτία προσδιορίζεται από το άρθρο 130 παρ. 3 και 4.

Όσο μεγαλύτερη είναι η παρακράτηση κερδών, τόσο υψηλότερο όριο απαρτίας και πλειοψηφίας απαιτείται και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα προσβολής της απόφασης από τη μειοψηφία που στερείται το μέρισμα.

Επιλογή της γενικής συνέλευσηςΑπαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφίαΝομική βάσηΈκθεση έναντι μειοψηφίας
Διανομή πλήρους ελάχιστου μερίσματος 35%Συνήθης απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 1Καμία, τηρείται η νόμιμη υποχρέωση
Μείωση μερίσματος έως 10%Αυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Περιορισμένη, εφόσον αιτιολογείται από εταιρική ανάγκη
Πλήρης μη διανομή ελάχιστου μερίσματοςΑυξημένη απαρτία, πλειοψηφία 80%Άρθρο 161 παρ. 2Υψηλή, ιδίως σε επανάληψη χωρίς εμπορική δικαιολόγηση
Κεφαλαιοποίηση ή διανομή σε μετοχέςΑυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Μέτρια, η αξία αποδίδεται σε τίτλους αντί μετρητών
Διανομή σε είδος αντί μετρητώνΟμόφωνη απόφαση όλων των μετόχωνΆρθρο 161 παρ. 2Καμία, απαιτείται συναίνεση όλων

Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικών διαφορών δείχνει ότι η τυπική τήρηση της πλειοψηφίας του 80% δεν καθιστά αυτοδίκαια απρόσβλητη την απόφαση μη διανομής. Όταν η παρακράτηση επαναλαμβάνεται σε κάθε χρήση και εξυπηρετεί το συμφέρον των μετόχων της πλειοψηφίας αντί της εταιρείας, η απόφαση παραμένει δικαστικώς ελεγκτέα, ανεξάρτητα από την τήρηση του αριθμητικού ορίου.

Ποιοι περιορισμοί ισχύουν για κάθε διανομή κερδών;

Κάθε διανομή προς τους μετόχους τελεί υπό τον περιορισμό της καθαρής θέσης. Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων είναι ή θα γίνει μετά τη διανομή κατώτερο από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά και τα λοιπά κονδύλια που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν (άρθρο 159).

Το διανεμητέο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα αποτελέσματα της τελευταίας χρήσης, προσαυξημένα με αδιάθετα κέρδη προηγούμενων χρήσεων και αποθεματικά προς διανομή, μειωμένα κατά τις ζημίες προηγούμενων χρήσεων και τα ποσά που επιβάλλεται να κρατηθούν για αποθεματικά. Έτσι, μια εταιρεία με λογιστικά κέρδη χρήσης αλλά συσσωρευμένες ζημίες ενδέχεται να μη διαθέτει διανεμητέα κέρδη.

Η διάθεση των καθαρών κερδών ακολουθεί συγκεκριμένη σειρά (άρθρο 160). Αφαιρούνται πρώτα τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, κατόπιν η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό, στη συνέχεια κρατείται το ποσό για το ελάχιστο μέρισμα και το υπόλοιπο διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και την απόφαση της γενικής συνέλευσης. Ο προσδιορισμός αυτής της βάσης, ιδίως ο χειρισμός των ζημιών προηγούμενων χρήσεων, είναι σημείο όπου η λογιστική απεικόνιση και η νομική αξιολόγηση συχνά αποκλίνουν και απαιτούν κατά περίπτωση κρίση.

Πότε γεννάται και πότε παραγράφεται η αξίωση του μετόχου;

Η συγκεκριμένη αξίωση του μετόχου για καταβολή μερίσματος γεννάται όταν προκύψουν κέρδη, η τακτική γενική συνέλευση εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις και αποφασίσει τη διανομή. Πριν από αυτή την απόφαση ο μέτοχος δεν είναι δανειστής για το μέρισμα, καθώς η απαίτησή του τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ύπαρξης κέρδους και της σχετικής απόφασης.

Με τη λήψη της απόφασης ο μέτοχος καθίσταται δανειστής της εταιρείας. Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται εντός δύο μηνών από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις (άρθρο 160 παρ. 3). Η προθεσμία αυτή αποτελεί δήλη ημέρα κατά την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα, οπότε η τοκοφορία αρχίζει χωρίς να απαιτείται όχληση.

Η γεννημένη αξίωση καταβολής μερίσματος μεταβιβάζεται ελεύθερα, ακόμη και όταν απορρέει από μετοχές με περιορισμούς στη μεταβίβασή τους. Μπορεί επίσης να ενεχυραστεί ή να κατασχεθεί από δανειστές του δικαιούχου μετόχου. Το στοιχείο αυτό αποκτά πρακτική σημασία όταν η απαίτηση αξιοποιείται ως αντικείμενο εξασφάλισης ή όταν τρίτοι δανειστές στρέφονται κατά της απόδοσης.

Η αξίωση για απόδοση μερίσματος υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας τα μη αναληφθέντα μερίσματα περιέρχονται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο.

Τι μπορεί να κάνει η μειοψηφία αν η πλειοψηφία αρνείται τη διανομή;

Η μειοψηφία που θίγεται από τη μη διανομή μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης με αγωγή ακύρωσης, όταν η απόφαση συνιστά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας (άρθρο 137 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ). Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από μετόχους που εκπροσωπούν το 2% του κεφαλαίου, εφόσον αντιτάχθηκαν στην απόφαση ή δεν παρέστησαν.

Η απόφαση κρίνεται καταχρηστική όταν η πλειοψηφία επιδιώκει αποκλειστικά την ενίσχυση της θέσης της εις βάρος της μειοψηφίας, χωρίς αποχρώντα εταιρικό λόγο ή κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ανάμεσα στο όφελος της εταιρείας και τη βλάβη της μειοψηφίας. Η συστηματική μεταφορά κερδών σε νέα χρήση, ενώ η εταιρεία είναι κερδοφόρα, αποτελεί τυπική περίπτωση όπου τίθεται ζήτημα κατάχρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 1462/2023 έκρινε καταχρηστική τη μεθόδευση μη διανομής ή μειωμένης διανομής πρώτου μερίσματος μέσω διαρκούς μεταφοράς κερδών σε νέα χρήση, σε κλίμακα μη εμπορικώς δικαιολογημένη, όταν συνδυάζεται με δυσανάλογες αμοιβές των διοικούντων μετόχων. Η απόφαση κρίθηκε επί πραγματικών περιστατικών που διέπονταν από τον προϊσχύσαντα Ν. 2190/1920, η αρχή όμως της απαγόρευσης καταχρηστικής παρακράτησης κερδών μεταφέρεται και υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 4548/2018.

Πέρα από την προσβολή της απόφασης, η μειοψηφία διαθέτει και το δικαίωμα να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο τον έλεγχο της εταιρείας, όταν προκύπτει ότι η διοίκηση δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση (άρθρο 142). Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής εταιρικών αποφάσεων δείχνει ότι η τεκμηρίωση της καταχρηστικότητας εξαρτάται από τη σχέση κερδοφορίας, παρακράτησης και αμοιβών. Η πρόληψη τέτοιων διενέξεων περνά συχνά μέσα από την εξωεταιρική συμφωνία μετόχων που ρυθμίζει εκ των προτέρων τη μερισματική πολιτική.

Όταν η διένεξη έχει ήδη ανακύψει, η ίδια η γενική συνέλευση μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανακαλέσει την απόφασή της για τη διανομή ή μη μερίσματος, εφόσον δεν αφορά την αμέσως προηγούμενη χρήση.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιο είναι το ελάχιστο μέρισμα στις ανώνυμες εταιρείες;

Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη (άρθρο 161 Ν. 4548/2018). Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Μπορεί μια κερδοφόρα ΑΕ να μην διανείμει καθόλου μέρισμα;

Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου. Ακόμη και τότε, συστηματική παρακράτηση χωρίς εταιρική δικαιολόγηση μπορεί να προσβληθεί ως καταχρηστική.

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση για το μέρισμα;

Η αξίωση καταβολής μερίσματος παραγράφεται στην πενταετία από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε. Η αξίωση γεννάται με την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή.

Τι γίνεται με το μέρισμα που δεν εισπράχθηκε εμπρόθεσμα;

Μέρισμα που έχει εγκριθεί προς διανομή και δεν αναλήφθηκε εντός της πενταετίας περιέρχεται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο. Έως τότε ο μέτοχος είναι δανειστής της εταιρείας και μπορεί να αξιώσει την καταβολή, με τόκους από τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας.

Πρακτικές επισημάνσεις

Τεκμηρίωση της εταιρικής ανάγκης για παρακράτηση: Η απόφαση μη διανομής ή μειωμένης διανομής αντέχει στον δικαστικό έλεγχο όταν στηρίζεται σε καταγεγραμμένη εταιρική ανάγκη, όπως προγραμματισμένη επένδυση ή ενίσχυση ρευστότητας. Η αιτιολόγηση πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, όχι εκ των υστέρων.

Σχέση παρακράτησης και αμοιβών διοίκησης: Η ταυτόχρονη παρακράτηση κερδών και καταβολή δυσανάλογων αμοιβών στο ΔΣ είναι το στοιχείο που η νομολογία αξιολογεί ως ένδειξη κατάχρησης. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο κρίνεται κατά περίπτωση και αξίζει νομικής αξιολόγησης πριν τη λήψη της απόφασης.

Πρόβλεψη μερισματικής πολιτικής στο καταστατικό ή σε συμφωνία μετόχων: Η εκ των προτέρων ρύθμιση της μερισματικής πολιτικής, με ρήτρες που ορίζουν ελάχιστα ποσοστά διανομής ή προϋποθέσεις παρακράτησης, περιορίζει το πεδίο μελλοντικών διενέξεων ανάμεσα σε πλειοψηφία και μειοψηφία.

Παρακολούθηση της πενταετούς παραγραφής: Οι γεννημένες αξιώσεις μερίσματος παρακολουθούνται ως προς τον χρόνο παραγραφής. Η παράλειψη έγκαιρης άσκησης οδηγεί σε οριστική απώλεια του ποσού υπέρ του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διανομή και διάθεση κερδών ΑΕ καθώς και το ελάχιστο διανεμητέο μέρισμα.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Γ – Υπαναχώρηση

Σε προηγούμενα άρθρα αναλύθηκαν διεξοδικά τα γενικά ζητήματα (νομικό πλαίσιο) της σύμβασης απ΄ο απόσταση (Μέρος Α), καθώς και η σύμβαση πώλησης από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (Μέρος Β). Το παρόν Μέρος Γ πραγματεύεται το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση, ανεξαρτήτως του είδους του πωλούμενου αγαθού, με βάση το νομικό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.

Σύμφωνα με το άρθρο  389 ΑΚ σε μια οποιαδήποτε σύμβαση, έκαστο εκ των μερών μπορεί να επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης. Σε περίπτωση που το δικαίωμα ασκηθεί, επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση. Επιπλέον, άμα την άσκηση του δικαιώματος, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν. Οι παροχές αυτές δε, εφόσον δεν καταβληθούν, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Έχουν ήδη παρουσιαστεί ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την Υπαναχώρηση Από Ασφαλιστική Σύμβαση και την Υπαναχώρηση Από Σύμβαση Σε Συνθήκες Πανδημίας (απρόοπτα γεγονότα & ανωτέρα βία). Ειδικά για τις συμβάσεις απ΄ο απόσταση, ισχύουν τα παρακάτω.

Δικαίωμα Υπαναχώρησης 

Εκτός εξαιρέσεων, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Η παραπάνω περίοδος υπαναχώρησης των 14 ημερολογιακών ημερών που, παρατείνεται σε 30 ημέρες για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων από τον προμηθευτή στην οικία καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει προμηθευτής με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές.

Η περίοδος υπαναχώρησης λήγει μετά από 14 ή 30 ημέρες:
  • από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης για τις συμβάσεις υπηρεσιών,
  • για τις συμβάσεις πώλησης, από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών ή:
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού, σε περίπτωση πολλών αγαθών παραγγελθέντων από τον καταναλωτή με μια παραγγελία και παραδιδόμενων χωριστά,
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου, σε περίπτωση παράδοσης αγαθού αποτελούμενου από πολλές παρτίδες ή πολλά τεμάχια,
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του πρώτου αγαθού, σε περίπτωση σύμβασης τακτικής παράδοσης αγαθών σε καθορισμένη χρονική περίοδο,
  • από την ημέρα σύναψης της σύμβασης, σε περίπτωση συμβάσεων παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε σταθερό μέσο.

Επιπλέον, απαγορεύεται η είσπραξη όλου ή μέρους του τιμήματος, ακόμη και με μορφή αρραβώνα, εγγυοδοσίας, έκδοσης ή αποδοχής αξιόγραφων ή με άλλη μορφή, κατά τη διάρκεια της παραπάνω προθεσμίας.

Άσκηση Δικαιώματος Υπαναχώρησης

Πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, ο καταναλωτής ενημερώνει τον προμηθευτή για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. 

Προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής μπορεί είτε να χρησιμοποιήσει το εκ του νόμου υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης είτε να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Ο καταναλωτής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Αποτελέσματα Υπαναχώρησης

Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης τερματίζει τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών τόσο σε ότι αφορά την υποχρέωση να εκτελέσουν την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος όσο και να συνάψουν σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος σε περιπτώσεις που υποβλήθηκε προσφορά από τον καταναλωτή.

Υποχρεώσεις Προμηθευτή Σε Περίπτωση Υπαναχώρησης 

Ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Ο προμηθευτής προβαίνει στην προβλεπόμενη επιστροφή χρημάτων χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα πληρωμής με εκείνα που ο καταναλωτής χρησιμοποίησε για την αρχική συναλλαγή, εκτός κι αν ο καταναλωτής έχει ρητώς συμφωνήσει διαφορετικά και υπό τον όρο να μην επιβαρυνθεί ο καταναλωτής με δαπάνες προκύπτουσες από την επιστροφή των χρημάτων.

Εκτός εάν ο προμηθευτής προσφέρθηκε να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, όσον αφορά τις συμβάσεις πώλησης, ο προμηθευτής μπορεί να παρακρατήσει την επιστροφή του τιμήματος μέχρι να λάβει πίσω τα αγαθά ή μέχρι ο καταναλωτής να παράσχει αποδείξεις ότι έστειλε πίσω τα αγαθά, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.

Υποχρεώσεις Καταναλωτή Σε Περίπτωση Υπαναχώρησης 

Εκτός εάν ο προμηθευτής έχει προσφερθεί να παραλάβει τα αγαθά ο ίδιος, ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά ή τα μεταβιβάζει στον προμηθευτή ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από τον προμηθευτή να λάβει τα αγαθά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον προμηθευτή την απόφαση του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. 

Ο καταναλωτής επιβαρύνεται μόνο με το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών, εκτός εάν ο προμηθευτής έχει συμφωνήσει να επιβαρυνθεί ο ίδιος με το εν λόγω κόστος ή εάν ο προμηθευτής έχει παραλείψει να ενημερώσει τον καταναλωτή ότι ο καταναλωτής οφείλει να επιβαρυνθεί με αυτό. 

Στην περίπτωση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, εφόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί στην οικία του καταναλωτή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο προμηθευτής συλλέγει με δικά του έξοδα τα αγαθά, εφόσον πρόκειται για αγαθά που από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς.

Περαιτέρω, ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των αγαθών άλλης πλην εκείνης που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των αγαθών. 

Ωστόσο, ο καταναλωτής δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για οποιαδήποτε μείωση της αξίας των αγαθών όταν ο προμηθευτής δεν έχει παράσχει κοινοποίηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.

Εξαιρέσεις Από Το Δικαίωμα Υπαναχώρησης 

Το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται για τις εξ αποστάσεως και εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενες συμβάσεις, δεν ισχύει όσον αφορά στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. συμβάσεις υπηρεσιών μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας, αλλά εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, μόνο εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απωλέσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης μόλις η σύμβαση εκτελεστεί πλήρως από τον προμηθευτή,
  2. την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της χρηματαγοράς τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο προμηθευτής και οι οποίες ενδέχεται να συμβούν εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης,
  3. την προμήθεια αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων,
  4. την προμήθεια αγαθών τα οποία μπορούν να αλλοιωθούν ή λήγουν σύντομα,
  5. την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση,
  6. την προμήθεια αγαθών τα οποία, μετά την παράδοση, λόγω της φύσης τους, είναι αναπόσπαστα αναμεμειγμένα με άλλα στοιχεία,
  7. συμβάσεις κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον προμηθευτή με σκοπό να πραγματοποιήσει επείγουσες επιδιορθώσεις ή την εκτέλεση εργασιών συντήρησης. Εάν, στην περίπτωση τέτοιας επίσκεψης, ο προμηθευτής παράσχει υπηρεσίες επιπλέον εκείνων που ζητήθηκαν συγκεκριμένα από τον καταναλωτή ή αγαθά πέρα από τα ανταλλακτικά που χρησιμοποιήθηκαν υποχρεωτικά κατά την εκτέλεση εργασιών συντήρησης ή κατά τις επιδιορθώσεις, το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζεται στις εν λόγω πρόσθετες υπηρεσίες ή αγαθά,
  8. την παροχή στέγασης πλην για σκοπούς κατοικίας, μεταφοράς αγαθών, υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων, εστίασης ή υπηρεσιών σχετιζόμενων με δραστηριότητες αναψυχής, εάν η σύμβαση προβλέπει συγκεκριμένη ημερομηνία ή προθεσμία εκτέλεσης,
  9. συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, εφόσον η εκτέλεση έχει ξεκινήσει και εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, σε περίπτωση που: i) ο καταναλωτής έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του, ώστε να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης, ii) ο καταναλωτής αναγνώρισε ότι χάνει το δικαίωμά του υπαναχώρησης, και iii) ο προμηθευτής προέβη στην παροχή επιβεβαίωσης.
Υπαναχώρηση Από Σύμβαση Εξ’ Αποστάσεως Πώλησης Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών

Όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (αριθμ. 2), ειδικά για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν ασκείται:

  1. σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση και μπορεί να επέλθουν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως είναι οι υπηρεσίες που αφορούν πράξεις συναλλάγματος, τίτλους της χρηματαγοράς, διαπραγματεύσιμους τίτλους, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου από τους αναφερόμενους στην παρούσα περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθαρίσεως τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, στην παραπάνω κατηγορία οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων.
  1. σε ασφαλιστήρια συμβόλαια ταξιδιών και αποσκευών ή παρόμοια βραχυπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη του ενός (1) μηνός,
  2. στις συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του καταναλωτή προτού ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Εξάλλου, αν με τη σύμβαση από απόσταση μίας χρηματοοικονομικής υπηρεσίας συνδέεται άλλη σύμβαση από απόσταση η οποία είναι σχετική με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τον προμηθευτή ή από τρίτο δυνάμει συμφωνίας του τρίτου με τον προμηθευτή, η πρόσθετη αυτή σύμβαση καταγγέλλεται από τον καταναλωτή, αζημίως, όταν αυτός ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην περίπτωση α’ της παρούσας παραγράφου.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω, δεν θίγουν τις ισχύουσες γενικές νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την καταγγελία, τη διακοπή ή το μη εκτελεστό συμβάσεως από απόσταση ή το δικαίωμα του καταναλωτή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στη σύμβαση από απόσταση.

Επομένως, οι διατάξεις αυτές ισχύουν ανεξάρτητα από τους όρους και τα νομικά αποτελέσματα της λύσεως της σύμβασης.

Πληρωμή Για Υπηρεσία Παρασχεθείσες Πριν Την Υπαναχώρηση

Η εκπλήρωση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση αρχίζει μόνο μετά από γραπτή δήλωση του καταναλωτή, με την οποία παρέχεται η σχετική συναίνεσή του.

Αν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, υποχρεούται να πληρώσει αποκλειστικά, το συντομότερο δυνατόν, το τίμημα για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία που του έχει παράσχει ο προμηθευτής σύμφωνα με τη σύμβαση από απόσταση.

Το πληρωτέο ποσό δεν μπορεί:

  • να υπερβαίνει ποσό ανάλογο με την έκταση της υπηρεσίας που ήδη παρασχέθηκε, σε σχέση με το σύνολο των παροχών που προβλέπει η σύμβαση από απόσταση,
  • σε καμία περίπτωση να είναι τέτοιο που να μπορεί να εκληφθεί ως ποινή.

Επιπλέον, ο προμηθευτής δεν πρέπει να απαιτήσει από τον καταναλωτή να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό εκτός αν μπορεί να αποδείξει ότι ο καταναλωτής είχε δεόντως ενημερωθεί για το πληρωτέο ποσό.

Εξάλλου, ο προμηθευτής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απαιτήσει την πληρωμή αυτή, αν έχει αρχίσει να εκτελεί τη σύμβαση πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης, χωρίς προηγούμενη σχετική γραπτή δήλωση του καταναλωτή.

Περαιτέρω, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών, οποιοδήποτε ποσό έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο προμηθευτής έλαβε τη δήλωση υπαναχώρησης.

Τέλος, ο καταναλωτής επιστρέφει στον προμηθευτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή προϊόν έχει λάβει από αυτόν. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής απέστειλε τη δήλωση υπαναχώρησης.

Παράλειψη Ενημέρωσης Δικαιώματος Υπαναχώρησης

Εάν ο προμηθευτής δεν έχει παράσχει στον τον καταναλωτή τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης όπως απαιτείται, η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει 12 μήνες μετά το τέλος της αρχικής προθεσμίας υπαναχώρησης.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως οποιεσδήποτε συμβατικές ρήτρες καταργούν ή περιορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τα παραπάνω δικαιώματα του καταναλωτή είναι άκυρες.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την υπαναχώρηση από εξ’ αποστάσεως σύμβαση.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Β- Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες

Με την παρούσα παρουσίαση της σύμβασης πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ’ αποστάσεως (Μέρος Β), ολοκληρώνεται η ανάλυση του νομικού πλαισίου της σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α) και, απομένει το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση, το οποίο θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο (Μέρος Γ).

Πεδίο Εφαρμογής

Σύμφωνα με το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994, σε ότι αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας και ακολούθως διαδοχικές πράξεις ή σειρά διακριτών πράξεων της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.

Ο όρος “χρηματοοικονομικές υπηρεσίες” αναφέρεται σε προϊόντα η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση.

Ενδεικτικά, ο όρος αφορά πράξεις συναλλάγματος, τίτλους της χρηματαγοράς, διαπραγματεύσιμους τίτλους, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), προαιρέσεις (options) αγοράς κλπ.

Επίσης, περιλαμβάνει ασφαλιστήρια συμβόλαια και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα.

Περαιτέρω, αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας αλλά οι διαδοχικές ή διακριτές πράξεις της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, διενεργούνται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατά τη διενέργεια της πρώτης πράξης.

Τέλος, όταν δεν έχει διενεργηθεί πράξη της ίδιας φύσης για διάστημα άνω του ενός έτους, η διενέργεια της επόμενης πράξης θεωρείται ως η πρώτη μιας νέας σειράς πράξεων και, συνεπώς, εφαρμόζονται όλες οι σχετικές διατάξεις.

Πληροφόρηση Του Καταναλωτή 

Πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ο προμηθευτής πρέπει να ενημερώνει τον καταναλωτή, με τα μέσα επικοινωνίας από απόσταση, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές και των διατάξεων που διέπουν το κύρος των δικαιοπραξιών, για τα παρακάτω στοιχεία, ο εμπορικός σκοπός των οποίων πρέπει να καθίσταται σαφής.

Πληροφορίες που αφορούν τον προμηθευτή:

Ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ταυτότητα και την κύρια δραστηριότητα του προμηθευτή, τη διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον προμηθευτή,
  2. την ταυτότητα του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον αντιπρόσωπο, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος,
  3. αν οι επαγγελματικές επαφές του καταναλωτή έγιναν με άλλον επαγγελματία πλην του προμηθευτή, την ταυτότητα του εν λόγω επαγγελματία, την ιδιότητα με την οποία ενεργεί έναντι του καταναλωτή, και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία,
  4. όταν ο προμηθευτής είναι καταχωρημένος σε εμπορικό ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο προμηθευτής και τον αριθμό καταχώρισής του ή ισοδύναμο μέσο αναγνώρισης στο εν λόγω μητρώο,
  5. όταν η δραστηριότητα του προμηθευτή υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής.
Πληροφορίες που αφορούν τη χρηματοοικονομική υπηρεσία: 

Ο προμηθευτής οφείλει να περιγράψει τα κυριότερα χαρακτηριστικά της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας και ενδεικτικά:

  1. το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των συναφών τελών, επιβαρύνσεων και δαπανών και όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή, αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, τη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής,
  2. εφόσον συντρέχει περίπτωση, προειδοποίηση η οποία αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική υπηρεσία συνδέεται με τίτλους που συνεπάγονται ειδικούς κινδύνους συνδεόμενους με τα ειδικά χαρακτηριστικά ή τις πράξεις που πρέπει να εκτελεστούν ή των οποίων η τιμή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις κεφαλαιαγορές επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση, καθώς και ότι οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν δείκτη για τις μελλοντικές αποδόσεις,
  3. μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, εε. τους τυχόν χρονικούς περιορισμούς της ισχύος των παρεχόμενων πληροφοριών,
  4. τις ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την εκτέλεση,
  5. το τυχόν ειδικό επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η χρήση των μέσων επικοινωνίας από απόσταση, εάν αυτό το επιπλέον κόστος χρεώνεται.
Πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση

Επιπλέον, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος,
  2. την ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, εάν πρόκειται για σύμβαση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε μόνιμη ή περιοδική βάση,
  3. πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν τα μέρη να προκαλέσουν την πρόωρη ή μονομερή λύση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις αυτές από τη σύμβαση,
  4. πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, όπου να αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση στην οποία πρέπει να απευθύνεται η δήλωση υπαναχώρησης,
  5. το κράτος-μέλος ή τα κράτη-μέλη, στη νομοθεσία των οποίων βασίζεται ο προμηθευτής για τη δημιουργία σχέσεων με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, 
  6. οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ή και το αρμόδιο δικαστήριο,
  7. τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες διατυπώνονται οι όροι της σύμβασης και η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο εκ των προτέρων πληροφόρηση, καθώς και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες ο προμηθευτής, σε συμφωνία με τον καταναλωτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικοινωνεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.
Πληροφορίες που αφορούν την δυνατότητα προσφυγής

Ο προμηθευτής οφείλει να πληρογορεί τον καταναλωτή για την ύπαρξη μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπως ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ή η διαμεσολάβηση, στους οποίους έχει πρόσβαση ο καταναλωτής που είναι συμβαλλόμενος στην από απόσταση σύμβαση, ως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο έχει πρόσβαση ο καταναλωτής,

Επιπλέον, πρέπει να ενημερώνει για την ύπαρξη κεφαλαίων εγγύησης ή άλλων ρυθμίσεων για την παροχή αποζημιώσεων, που δεν καλύπτονται από συστήματα εγγύησης καταθέσεων και αποζημίωσης των επενδυτών.

Τηλεφωνικές Πωλήσεις 

Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι οποίες ηχογραφούνται υποχρεωτικά (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3340/2005 και του ν. 3471/2006), πρέπει να δηλώνεται σαφώς, στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας με τον καταναλωτή, ότι αυτή μαγνητοφωνείται, η ταυτότητα του προμηθευτή και ο εμπορικός σκοπός του τηλεφωνήματος. 

Επιπρόσθετα, εφόσον συγκατατίθεται ρητά ο καταναλωτής, είναι υποχρεωτική η παροχή σε αυτόν των ακόλουθων πληροφοριών που αφορούν: 

  • στην ταυτότητα του προσώπου που έρχεται σε επαφή με τον καταναλωτή και στη σχέση του με τον προμηθευτή,
  • στην περιγραφή των κυριότερων στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας,
  • στο συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, στη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον που επιτρέπει στον καταναλωτή να το ελέγξει,
  • στην ενδεχόμενη ύπαρξη άλλων φόρων ή και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, 
  • στην ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής. 

Ο προμηθευτής οφείλει να πληροφορεί τον καταναλωτή ότι, ύστερα από αίτημά του, μπορεί να λάβει και άλλες πληροφορίες, καθώς και να ενημερωθεί για τη φύση των πληροφοριών αυτών. 

Σε κάθε περίπτωση, ο προμηθευτής του παρέχει όλες τις πληροφορίες, όταν εκτελεί τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα παραπάνω.

Οι πληροφορίες σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες πρέπει να ανακοινώνονται στον καταναλωτή κατά την περίοδο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συμβατικές υποχρεώσεις που θα απέρρεαν από τη νομοθεσία που θα εφαρμοζόταν κατά τεκμήριο στη σύμβαση από απόσταση, αν η τελευταία είχε συναφθεί.

Αν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω (δλδ με τα μέσα και τον τρόπο που προβλέπονται από το νόμο) η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή. 

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, πέραν των προαναφερομένων, οι οποίες απορρέουν από ειδικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που διέπουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να ισχύουν. 

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου κοινοποιεί τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαβιβάζουν αμελλητί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου τους σχετικούς τύπους συμβάσεων, περιλαμβανομένων και των γενικών όρων συναλλαγών. 

Γνωστοποίηση Συμβατικών Όρων

Η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν αυτός δεν λάβει εγκαίρως, και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη δέσμευσή του από τη σύμβαση αυτή, όλους τους όρους της, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται παραπάνω, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στο οποίο έχει πρόσβαση.

Περαιτέρω, ο προμηθευτής εκπληρώνει την υποχρέωσή του που προβλέπεται παραπάνω, αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση, αν αυτή έχει συναφθεί ύστερα από αίτημα του καταναλωτή με τη χρησιμοποίηση μέσου επικοινωνίας από απόσταση το οποίο δεν επιτρέπει να ανακοινωθούν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, συμβατικοί όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν στον καταναλωτή δεν τον δεσμεύουν, έστω και αν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησής του.

Τέλος, όσο διαρκεί η συμβατική σχέση, ο καταναλωτής δικαιούται, ύστερα από αίτημά του, να λαμβάνει τους συμβατικούς όρους εγγράφως. Επιπλέον, ο καταναλωτής δικαιούται να αλλάζει το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας από απόσταση, εκτός αν αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη συναφθείσα σύμβαση από απόσταση ή με τη φύση της παρεχόμενης χρηματοοικονομικής υπηρεσίας.

Μη Αιτηθείσες Υπηρεσίες & Αυτόκλητη Επικοινωνία

Απαγορεύεται η παροχή στον καταναλωτή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημά του, όταν καλείται να τις αποκτήσει έναντι άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής. 

Αν η παροχή των υπηρεσιών αυτών πραγματοποιηθεί, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και δεν οφείλει οποιοδήποτε τίμημα, εκτός αν η παροχή υπηρεσιών οφείλεται σε προφανές λάθος, οπότε ο καταναλωτής θέτει την υπηρεσία, εφόσον η φύση της το επιτρέπει, για εύλογο χρόνο στη διάθεση του προμηθευτή. Προβλεπεται ρητά ότι η μη απάντηση του καταναλωτή δεν συνιστά, σε καμία περίπτωση, συναίνεση του.

Τέλος, η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

Κυρώσεις

Ανεξάρτητα από την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται εκ του νόμου, ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση οποτεδήποτε, χωρίς έξοδα και ποινές, όταν ο προμηθευτής δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ρήτρες με τις οποίες ο καταναλωτής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στον νόμο ή ο προμηθευτής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από το άρθρο αυτό είναι άκυρες.

Επιπλέον, το βάρος απόδειξης σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων πληροφόρησης του καταναλωτή από τον προμηθευτή, καθώς και τη γραπτή δήλωση του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την εκτέλεση της, φέρει ο προμηθευτής.

Τέλος, συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι το βάρος της απόδειξης για την τήρηση, εκ μέρους του προμηθευτή, του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων του κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, φέρει ο καταναλωτής, θεωρείται άκυρη ως καταχρηστική.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εμπορία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών από απόσταση.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Α – Νομικό Πλαίσιο

Σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος) είναι κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του προμηθευτή και του καταναλωτή, στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων από απόσταση, ή παροχής υπηρεσιών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία ή το διαδίκτυο, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης.

Η σύμβαση από απόσταση, για να χαρακτηριστεί ως τέτοια, πρέπει να πληροί -διαζευκτικά- τις εξής προϋποθέσεις:

  1. Να συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή,
  2. Να συνάπτεται κατόπιν προσφοράς από τον καταναλωτή, υπό τις ίδιες συνθήκες που προπεριγράφονται,
  3. Να συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου επικοινωνίας από απόσταση αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή,
  4. Να συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής που έχει οργανωθεί από τον προμηθευτή με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών στον καταναλωτή.

Το νομικό πλαίσιο για τη σύμβαση από απόσταση ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 (Προστασία Καταναλωτών), όπως τροποποιήθηκε τελευταία φορά με το Ν. 4967/2022, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2011/83/ΕΕ.

Στην παρούσα σειρά άρθρων αναλύεται το νομικό πλαίσιο σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α), η σύμβαση εξ’ αποστάσεως πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (Μέρος Β) και, τέλος, το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση (Μέρος Γ).

Ορισμοί
Εμπορικό κατάστημα

Κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή και κάθε κινητός χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση.

Σύμβαση πώλησης

Κάθε σύμβαση δυνάμει της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την παροχή αγαθών και υπηρεσιών ταυτόχρονα.

Δευτερεύουσα σύμβαση

Μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με σύμβαση από απόσταση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και κατά την οποία τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον προμηθευτή ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του προμηθευτή.

Ψηφιακή υπηρεσία

Μία υπηρεσία που επιτρέπει στον καταναλωτή να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει δεδομένα σε ψηφιακή μορφή ή να έχει πρόσβαση σε αυτά, ή μια υπηρεσία που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή ή κάθε άλλη αλληλεπίδραση με τα δεδομένα αυτά, τα οποία αναφορτώνονται ή δημιουργούνται από τον καταναλωτή ή άλλους χρήστες της εν λόγω υπηρεσίας.

Επιγραμμική (Ψηφιακή) Αγορά

Μια υπηρεσία η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται προμηθευτής (ή άλλος εξ ονόματος του προμηθευτή) και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους προμηθευτές ή καταναλωτές.

Επιπλέον, ως Πάροχος Επιγραμμικής Αγοράς, νοείται κάθε προμηθευτής ο οποίος παρέχει επιγραμμική (ψηφιακή) αγορά στους καταναλωτές.

Συμβατότητα

Η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργήσει με υλικό ή λογισμικό, με το οποίο χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου, χωρίς την ανάγκη μετατροπής του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

Λειτουργικότητα & Διαλειτουργικότητα

Λειτουργικότητα καλείται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εκτελεί τις λειτουργίες του, έχοντας υπόψη τον σκοπό του.

Περαιτέρω, Διαλειτουργικότητα ονομάζεται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργεί με υλικό ή λογισμικό διαφορετικό από εκείνα με τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου.

Πεδίο Εφαρμογής

Τα εδώ αναφερόμενα για τη σύμβαση από απόσταση, εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή όπου ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα. 

Επιπροσθέτως, τα παραπάνω εφαρμόζονται επίσης σε σύμβαση από απόσταση προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στον βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.

Επιπλέον εφαρμόζονται, όταν ο προμηθευτής προμηθεύει ή αναλαμβάνει να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακή υπηρεσία προς τον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον προμηθευτή

Εξαιρούνται και δεν εφαρμόζονται σε σύμβαση από απόσταση:
  1. για κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, περιλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης μέριμνας,
  2. για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης 
  3. για δραστηριότητες τζόγου, που περιλαμβάνουν τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης ποντάρει χρηματικά, περιλαμβανομένων των λαχειοφόρων αγορών, τα παιχνίδια σε καζίνα και τις συναλλαγές που αφορούν στοιχήματα,
  4. για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,
  5. για τη δημιουργία, απόκτηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων επί ακινήτων ή δικαιωμάτων εντός ακίνητης περιουσίας,
  6. για την κατασκευή νέων κτιρίων, τη ριζική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων και τη μίσθωση στέγης ως κατοικίας,
  7. για οργανωμένα ταξίδια,
  8. για χρονομεριστική μίσθωση (Time Sharing), μακροπρόθεσμα προϊόντα διακοπών, μεταπώλησης και ανταλλαγής»,
  9. για σύμβαση από απόσταση η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
  10. για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση στο πλαίσιο νοικοκυριού και τα οποία παραδίδονται από τον προμηθευτή σε συχνή και τακτική βάση στο σπίτι, την κατοικία ή τον χώρο εργασίας του καταναλωτή,
  11. για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, 
  12.  για σύμβαση από απόσταση η οποία συνάπτεται μέσω αυτόματων μηχανών πώλησης ή εμπορικών καταστημάτων αυτόματης πώλησης,
  13. για σύμβαση από απόσταση, για την οποία ο καταναλωτής καταβάλει ποσό που δεν υπερβαίνει τα 30 ευρώ.
Υποχρέωση Ενημέρωσης Καταναλωτή

Πριν δεσμευτεί ο καταναλωτής με σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής παρέχει στον καταναλωτή πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο για τα εξής:

  1. τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στον βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες,
  2. την ταυτότητα του προμηθευτή (πχ επωνυμία, διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κλπ),
  3. τη συνολική τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων του Φ.Π.Α. και κάθε άλλου τέλους, ή (αν λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων), τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή. Επίσης, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου και κάθε άλλη δαπάνη ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις. Σε περίπτωση σύμβασης αορίστου χρόνου ή σύμβασης που περιλαμβάνει συνδρομή, η συνολική τιμή περιλαμβάνει τη συνολική δαπάνη ανά περίοδο χρέωσης,
Σημειώνεται ότι εάν ο προμηθευτής δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, ο καταναλωτής δεν πληρώνει τις εν λόγω επιβαρύνσεις ή δαπάνες.
  1. τις διευθετήσεις πληρωμής, παράδοσης, εκτέλεσης, της προθεσμίας εντός της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει τις υπηρεσίες και, όπου τυγχάνει εφαρμογής, της πολιτικής που εφαρμόζει ο προμηθευτής για την αντιμετώπιση των παραπόνων,
  2. όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος αυτού,
  3. ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους,
  4. σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το εύλογο κόστος στον προμηθευτή,
  5. όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα του υπαναχώρησης,
  6. υπενθύμιση της ύπαρξης νόμιμης εγγύησης για την ανταπόκριση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  7.  την ύπαρξη και τους όρους εφαρμογής υπηρεσιών υποστήριξης του πελάτη μετά την πώληση, εξυπηρέτησης μετά την πώληση και εμπορικών εγγυήσεων (after sale services),
  8.  την ύπαρξη σχετικών κωδίκων συμπεριφοράς,
  9.  τη διάρκεια της σύμβασης, όπου τυγχάνει εφαρμογής, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τη λήξη της σύμβασης,
  10.  την ελάχιστη διάρκεια των υποχρεώσεων του καταναλωτή βάσει της σύμβασης,
  11.  την ύπαρξη και τους όρους κατάθεσης χρημάτων ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που πρέπει να καταβληθούν ή να παρασχεθούν από τον καταναλωτή όποτε το ζητήσει ο προμηθευτής,
  12.  τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας, των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  13.  κάθε σχετική συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών των οποίων ο προμηθευτής έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση,
  14.  τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης στον οποίο υπάγεται ο προμηθευτής, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν.

Οι παραπάνω πληροφορίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνάπτεται εξ αποστάσεως ή εκτός του εμπορικού καταστήματος και δεν μεταβάλλονται πλην ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

Τέλος, εάν ο προμηθευτής δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο η σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Πρόσθετες Υποχρεώσεις Ενημέρωσης Ειδικά Για Επιγραμμικές (Ψηφιακές) Αγορές 

Πριν ο καταναλωτής δεσμευτεί από εξ αποστάσεως σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά σε επιγραμμική αγορά, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς, παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με τρόπο σαφή και κατανοητό, αλλά και κατάλληλο για τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως:

  • γενικές πληροφορίες, που είναι διαθέσιμες σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμο από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται οι προσφορές, σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, των προσφορών που παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης, και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων,
  • κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι προμηθευτής ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στον πάροχο της επιγραμμικής αγοράς,
  • όταν ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δεν είναι προμηθευτής ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από την εθνική και την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση,
  • τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς, πληροφορία η οποία δεν θίγει οποιαδήποτε ευθύνη που ενδέχεται να φέρει σε σχέση με τη σύμβαση δυνάμει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς ή ο προμηθευτής που αποτελεί τον τρίτο.
Ελάχιστοι Απαιτούμενοι Όροι Σύμβαση Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να τηρεί τις ελάχιστες τυπικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το νόμο, άλλως η σύμβαση εξ αποστάσεως είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Ειδικότερα, ο προμηθευτής έχει τις παρακάτω υποχρεώσεις:

Πληροφορίες

Στη σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπει ο νόμος εγγράφως ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο. 

Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα.Εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται πάνω σε σταθερό μέσο, οφείλουν να είναι ευανάγνωστες.

Συνήθως, στα ηλεκτρονικά καταστήματα, περιλαμβάνονται στους “Όρους Χρήσης”, στη σελίδα του καταστήματος.

Πληρωμή

Εάν μια σύμβαση από απόσταση επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να πληρώσει, ο προμηθευτής οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή με σαφή και ευκρινή τρόπο και αμέσως προτού ο καταναλωτής υποβάλει την παραγγελία του τις πληροφορίες που προαναφέρθηκαν. 

Εξάλλου, οι πληροφορίες αυτές πρέπει εμφανίζονται πολύ κοντά προς την επιβεβαίωση που απαιτείται για την υποβολή της παραγγελίας. Ο προμηθευτής οφείλει να μεριμνήσει ώστε ο καταναλωτής, υποβάλλοντας την παραγγελία του, να αναγνωρίσει ρητώς ότι η παραγγελία συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής.

Τέλος, ο προμηθευτής δεν δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις στους καταναλωτές για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμής.

Παραγγελία

Εάν η υποβολή παραγγελίας απαιτεί την ενεργοποίηση ενός εικονιδίου επιλογής ή ανάλογη λειτουργία, το εικονίδιο επιλογής ή η ανάλογη λειτουργία πρέπει να φέρουν ευανάγνωστη σήμανση που να αναγράφει τις λέξεις «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή μια ανάλογη σαφή διατύπωση που να δείχνει ότι η υποβολή παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής στον προμηθευτή. Εάν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

Εξάλλου, οι εμπορικές ιστοσελίδες οφείλουν να αναγράφουν σαφώς και ευανάγνωστα το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής παραγγελίας κατά πόσον ισχύουν περιορισμοί στην παράδοση και ποια μέσα πληρωμής είναι δεκτά.

Σύμβαση Μέσω Τηλεφώνου

Εάν ο προμηθευτής προβεί σε τηλεφωνική κλήση προς τον καταναλωτή με σκοπό τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης, οφείλει, στην αρχή της συνομιλίας με τον καταναλωτή, να δηλώσει την ταυτότητά του και, όπου τούτο έχει εφαρμογή, την ταυτότητα του προσώπου εξ ονόματος του οποίου τηλεφωνεί και τον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.

Επιπλέον, εάν πρόκειται να συναφθεί σύμβαση από απόσταση μέσω τηλεφώνου, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιβεβαιώσει την προσφορά του προς τον καταναλωτή, ο οποίος δεσμεύεται μόνον όταν υπογράψει την προσφορά ή έχει στείλει τη γραπτή συγκατάθεσή του. Οι επιβεβαιώσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται πάνω σε σταθερό μέσο.

Επιβεβαίωση Σύναψης Σύμβασης Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης ή την επιβεβαίωση της σύμβασης εγγράφως. Τούτο δε σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών ή προτού αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας. 

Τέλος, κάθε προμηθευτής, ο οποίος υποχρεωτικά εγγράφεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εάν προτίθεται να συνάπτει με τους καταναλωτές συμβάσεις από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών, οφείλει να καταχωρήσει τη σχετική δραστηριότητά του στο Γ.Ε.ΜΗ.

Παράδοση Αγαθών

Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά με τη μεταβίβαση της φυσικής κατοχής ή ελέγχου των αγαθών στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παραδώσει τα αγαθά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο καταναλωτής πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων. 

Περαιτέρω, εάν ο προμηθευτής δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις από απόσταση πωλήσεων εαν:

  • ο προμηθευτής έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά ή 
  • η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης είναι σημαντική, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψη της σύμβασης, ή
  • ο καταναλωτής έχει ενημερώσει τον προμηθευτή, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση απαιτείται να γίνει σε ή μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία. 

Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο προμηθευτής παραλείψει να παραδώσει τα αγαθά κατά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση αμέσως.

Τέλος, μόλις καταγγελθεί η σύμβαση, ο προμηθευτής οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης.

Μετάθεση κινδύνου

Στις συμβάσεις από απόσταση κατά τις οποίες ο προμηθευτής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διάφορο του μεταφορέα έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών. 

Εντούτοις, ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή άμα τη παραδώσει στον μεταφορέα, εάν ο μεταφορέας έχει ενταλθεί από τον καταναλωτή να μεταφέρει τα αγαθά και η εν λόγω επιλογή δεν προσφέρθηκε από τον προμηθευτή, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του καταναλωτή έναντι του μεταφορέα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος).