Skip to content
Αρθρογραφία

Εμπορικός Αντιπρόσωπος & Αποκλειστικός Διανομέας

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Ιουνίου 2026

Αντιπρόσωπος ή Διανομέας: Κίνδυνος, Έλεγχος, Αποζημίωση

  • Ο εμπορικός αντιπρόσωπος διαμεσολαβεί στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα έναντι προμήθειας, χωρίς να αναλαμβάνει επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο αποκλειστικός διανομέας αγοράζει και μεταπωλεί στο δικό του όνομα, με δικό του κίνδυνο και κέρδος.
  • Η επιλογή κρίνεται από το ποιος δεσμεύει κεφάλαιο και αποθέματα, ποιος ελέγχει την τιμή και την πελατεία και ποια η φορολογική μεταχείριση κάθε σχήματος.
  • Ο έλεγχος της τιμής μεταπώλησης στη διανομή εγείρει ζήτημα ανταγωνισμού. Δεσμευτικές κατώτατες τιμές είναι παράνομες, ενώ ανώτατες ή προτεινόμενες επιτρεπτές.
  • Μόνο η αποκλειστική διανομή, όχι η απλή, ενεργοποιεί την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 και την αξίωση αποζημίωσης πελατείας κατά τη λύση.
  • Ο νομικός χαρακτηρισμός δεν εξαρτάται από τον τίτλο της σύμβασης αλλά από την ουσία της σχέσης, με διαφορετικές συνέπειες.

Αντιπρόσωπος ή διανομέας: ποια η ουσιαστική διαφορά για την επιχείρηση;

Η κρίσιμη διαφορά είναι ποιος φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως ανεξάρτητος μεσολαβητής στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, εισπράττοντας προμήθεια. Ο αποκλειστικός διανομέας αγοράζει τα προϊόντα και τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, κερδίζοντας τη διαφορά τιμής. Από τη διάκριση αυτή απορρέουν όλες οι πρακτικές συνέπειες της επιλογής.

Κατά το ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που ενσωμάτωσε την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση, έναντι προμήθειας, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του εντολέα την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του. Η μορφή αυτή διαφέρει από τον παραγγελιοδόχο και τον μεταπράτη, που ενεργούν στο δικό τους όνομα.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται ειδικά στον νόμο. Όπως όρισε η ΑΠ 470/2025, πρόκειται για ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση όπου ο παραγωγός ή χονδρέμπορος υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά σε ορισμένη περιοχή στον διανομέα, ο οποίος μεταπωλεί στο δικό του όνομα και με δικό του κίνδυνο. Βασικά της στοιχεία αποτελούν η απαγόρευση ανταγωνισμού και η αποκλειστικότητα της εδαφικής περιοχής.

ΚριτήριοΕμπορικός αντιπρόσωποςΑποκλειστικός διανομέας
ΕνεργείΣτο όνομα και για λογαριασμό του εντολέαΣτο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό
Επιχειρηματικός κίνδυνοςΠαραμένει στον εντολέαΜετατίθεται στον διανομέα
ΑμοιβήΠρομήθεια επί των πράξεωνΠεριθώριο (διαφορά τιμής αγοράς και μεταπώλησης)
Κεφάλαιο και αποθέματαΔεν δεσμεύει, δεν αγοράζει εμπόρευμαΧρηματοδοτεί και κατέχει το εμπόρευμα
Καθορισμός τιμής τελικούΑπό τον εντολέαΑπό τον διανομέα, με όρια ανταγωνισμού
Σχέση με τον τελικό πελάτηΠαραμένει στον εντολέαΑνήκει στον διανομέα κατά τη διάρκεια
Νομικό πλαίσιοΠΔ 219/1991 (ευθεία εφαρμογή)ΠΔ 219/1991 (αναλογικά, υπό προϋποθέσεις)

Πότε επιλέγεται εμπορικός αντιπρόσωπος και πότε αποκλειστικός διανομέας;

Η επιλογή κρίνεται από το ποιος αναλαμβάνει το κεφάλαιο και τα αποθέματα, ποιος φέρει τον κίνδυνο της αγοράς, πόσο έλεγχο θέλει να διατηρήσει ο προμηθευτής επί της τιμής και του δικτύου και από τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση των δύο σχημάτων.

Ως προς το κεφάλαιο και τον κίνδυνο, η αντιπροσωπεία διατηρεί τον κίνδυνο στον προμηθευτή και δεν απαιτεί από τον αντιπρόσωπο δέσμευση κεφαλαίων ούτε διαχείριση αποθεμάτων. Η διανομή μεταθέτει τον κίνδυνο, αφού ο διανομέας χρηματοδοτεί αποθέματα, απορροφά τα αδιάθετα και αναλαμβάνει την επισφάλεια των πελατών του.

Όταν ο προμηθευτής επιδιώκει ταχεία είσοδο σε αγορά που δεν γνωρίζει, η τοπική υποδομή και το πελατολόγιο ενός διανομέα επιταχύνουν τη διείσδυση, με αντίτιμο την απώλεια άμεσης επαφής με τον τελικό πελάτη.

Ως προς τη φορολογική και λογιστική διάσταση, ο αντιπρόσωπος παρέχει υπηρεσία και τιμολογεί προμήθεια, με ΦΠΑ επί της προμήθειας. Ο διανομέας πραγματοποιεί διαδοχικές αγοραπωλησίες, με ΦΠΑ σε κάθε σκέλος και, στις διασυνοριακές σχέσεις, με τελωνειακές και τιμολογιακές υποχρεώσεις που βαρύνουν τον ίδιο.

Η εμπειρία από υποθέσεις διεθνών δικτύων διάθεσης δείχνει ότι η αρχική επιλογή σχήματος καθορίζει για χρόνια τόσο το φορολογικό κίνδυνο όσο και τον βαθμό ελέγχου επί της αγοράς.

Η διαπραγμάτευση των επιμέρους όρων (αποκλειστικότητα, ελάχιστες αγορές, διάρκεια, υποχρέωση μη ανταγωνισμού κλπ) καθορίζει αν η σχέση θα κριθεί αργότερα ως αντιπροσωπεία, ως αποκλειστική ή ως απλή διανομή, με διαφορετικά δικαιώματα σε κάθε περίπτωση.

Ποιος ελέγχει την τιμή μεταπώλησης και τι σημαίνει για τον ανταγωνισμό;

Στην αντιπροσωπεία ο εντολέας ορίζει την τιμή προς τον τρίτο, αφού η πώληση γίνεται για λογαριασμό του. Στη διανομή ο διανομέας ορίζει ελεύθερα την τιμή μεταπώλησης, καθώς πωλεί για δικό του λογαριασμό. Ο προμηθευτής μπορεί να θέσει ανώτατα ή προτεινόμενα όρια, αλλά δεσμευτικές κατώτατες τιμές προσκρούουν στο δίκαιο του ανταγωνισμού.

Η ΑΠ 177/2019 επιβεβαίωσε ότι, ακόμη και όταν ο διανομέας έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά τεθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια. Το όριο γίνεται καταχρηστικό όταν μετατρέπεται σε δεσμευτική επιβολή τιμής.

Ο μονομερής καθορισμός των τιμών λιανικής συνιστά απαγορευμένο περιορισμό του ανταγωνισμού, ζήτημα που εξετάζεται υπό το πρίσμα των κάθετων συμπράξεων και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

Το ίδιο όριο ισχύει και σε συγγενή σχήματα διάθεσης. Στη σύμβαση δικαιόχρησης ο όρος που επιβάλλει δεσμευτικές τιμές, αντί να προτείνει ανώτατες, δημιουργεί κίνδυνο για τον προμηθευτή σε αξιώσεις του αντισυμβαλλομένου. Η διατύπωση της ρήτρας τιμολόγησης απαιτεί ad hoc προσοχή, αφού η διαφορά μεταξύ «προτεινόμενης» και «δεσμευτικής» τιμής μπορεί να κρίνει την εγκυρότητα ολόκληρου του όρου.

Απλή ή αποκλειστική διανομή: γιατί η διάκριση κρίνει τα δικαιώματα;

Η διάκριση είναι αποφασιστική. Μόνο η αποκλειστική διανομή, όπου ο διανομέας αναλαμβάνει υποχρέωση μη ανταγωνισμού και προωθεί αποκλειστικά τα προϊόντα του προμηθευτή σε ορισμένη περιοχή, ενεργοποιεί την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991. Η απλή διανομή, όπου ο διανομέας εμπορεύεται και ανταγωνιστικά προϊόντα, διέπεται μόνο από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εντολής.

Η σημασία της διάκρισης φάνηκε στην ΑΠ 42/2015, όπου η σχέση διανομής αυτοκινήτων κρίθηκε ως απλή, επειδή έλειπε το κρισιμότερο στοιχείο, δηλαδή η ανάληψη υποχρέωσης μη ανταγωνισμού. Ο διανομέας διέθετε και ανταγωνιστικά προϊόντα, οπότε δεν συνέτρεχε η ουσιώδης ομοιότητα με την εμπορική αντιπροσωπεία και αποκλείστηκε η αναλογική εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων.

Με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 η αναλογική εφαρμογή επεκτάθηκε ρητά στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Η ίδια λογική ένταξης διέπει και την πρακτορεία και άλλες διαμεσολαβητικές μορφές.

Η εμπειρία από ανάλογες υποθέσεις δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός δεν προκύπτει από τον τίτλο του εγγράφου αλλά από την ίδια τη σχέση και ιδίως τον βαθμό εξάρτησης, την υποχρέωση μη ανταγωνισμού και τη γνωστοποίηση του πελατολογίου.

Πότε γεννιέται αξίωση αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση;

Η αποζημίωση πελατείας γεννιέται όταν συντρέχουν σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. η λύση της σύμβασης,
  2. η εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υφιστάμενων,
  3. η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον προμηθευτή μετά τη λύση και
  4. η δίκαιη καταβολή με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Οι προϋποθέσεις αυτές αποτυπώθηκαν αναλυτικά στην ΑΠ 1372/2018, που χαρακτηρίζει την αποζημίωση ως ιδιόρρυθμη αξίωση εύλογης ή δίκαιης αμοιβής με στοιχεία διαφυγόντος κέρδους και αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το ύψος της δεν μπορεί να υπερβεί τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών της τελευταίας πενταετίας, ενώ για συντομότερη σχέση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της περιόδου που διήρκεσε.

Στον αποκλειστικό διανομέα, που δεν λαμβάνει προμήθεια, ως αμοιβή υπολογίζεται το μικτό κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης. Στην ΑΠ 533/2022 επιδικάστηκε αποζημίωση σε διανομέα που είχε εισφέρει 455 νέους πελάτες, καθώς ο προμηθευτής διατήρησε τις πελατειακές σχέσεις και τη δυνατότητα μελλοντικού κέρδους.

Κρίσιμο σημείο αποτελεί η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 9 παρ. 2, καθώς ο δικαιούχος χάνει την αξίωση αν δεν γνωστοποιήσει εντός ενός έτους από τη λύση την πρόθεσή του να την ασκήσει. Η διασφάλιση της προστασίας του πελατολογίου κατά και μετά τη λύση είναι συχνά το πραγματικό διακύβευμα της διαπραγμάτευσης.

Πώς καταγγέλλεται η σύμβαση και ποιες αξιώσεις γεννιούνται;

Η σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται με τακτική καταγγελία, τηρώντας προθεσμία προμήνυσης που κλιμακώνεται από έναν μήνα το πρώτο έτος έως έξι μήνες από το έκτο έτος και έπειτα. Η έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο επιτρέπεται οποτεδήποτε, χωρίς προθεσμία, όταν η συνέχιση της σχέσης καθίσταται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη.

Κατά την ΑΠ 685/2023, στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της πρόωρης λύσης, ενώ οι συμφωνηθείσες προθεσμίες προμήνυσης δεν μπορούν να συντμηθούν εις βάρος του αδύναμου μέρους.

Η αποζημίωση πελατείας δεν αποκλείει περαιτέρω αξιώσεις. Όπως δέχθηκε η ΑΠ 1814/2022, ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση κοινού δικαίου, όταν συντρέχει υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων ή αδικοπραξία του εντολέα.

Η εικόνα αντιστρέφεται όταν η λύση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του διανομέα. Στην ΑΠ 887/2022 η σχέση κρίθηκε ως απλή διανομή και η καταγγελία στηρίχθηκε σε σπουδαίο λόγο, με αποτέλεσμα να μην οφείλεται καμία αποζημίωση πελατείας ή διαφυγόντων κερδών.

Τα όρια της καταχρηστικής καταγγελίας και της εκμετάλλευσης οικονομικής εξάρτησης ελέγχονται με τα ειδικότερα κριτήρια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής υπεροχής.

Συχνές Ερωτήσεις

Δικαιούται ο διανομέας αποζημίωση πελατείας όπως ο αντιπρόσωπος;

Ναι, αλλά μόνο ο αποκλειστικός διανομέας και υπό προϋποθέσεις. Απαιτείται η σχέση να προσομοιάζει με την εμπορική αντιπροσωπεία, δηλαδή ο διανομέας να έχει αναλάβει υποχρέωση μη ανταγωνισμού, να είναι ενταγμένος στο δίκτυο του προμηθευτή και το πελατολόγιό του να περιέρχεται στον τελευταίο μετά τη λύση. Ο απλός διανομέας που εμπορεύεται και ανταγωνιστικά προϊόντα δεν δικαιούται τέτοια αποζημίωση.

Χρειάζεται έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας;

Όχι ως προϋπόθεση εγκυρότητας. Μετά την τροποποίηση του ΠΔ 219/1991 με τον ν. 3557/2007 δεν απαιτείται έγγραφος τύπος και η σύμβαση καταρτίζεται ατύπως. Κάθε μέρος διατηρεί όμως το δικαίωμα να ζητήσει από το άλλο ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της σύμβασης και τις τροποποιήσεις της, δικαίωμα από το οποίο δεν επιτρέπεται παραίτηση. Το έγγραφο εξυπηρετεί αποδεικτικούς σκοπούς.

Μπορεί ο προμηθευτής να ορίζει την τιμή μεταπώλησης του διανομέα;

Μπορεί να προτείνει τιμές ή να θέσει ανώτατα όρια, αλλά δεν μπορεί να επιβάλλει δεσμευτικές κατώτατες τιμές μεταπώλησης. Ο μονομερής καθορισμός δεσμευτικών τιμών λιανικής αποτελεί απαγορευμένο περιορισμό του ανταγωνισμού κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και τον Ν. 3959/2011. Στην αντιπροσωπεία, αντίθετα, ο εντολέας ορίζει την τιμή, καθώς η πώληση γίνεται για λογαριασμό του.

Ποια η διαφορά απλής και αποκλειστικής διανομής;

Στην αποκλειστική διανομή ο διανομέας προωθεί μόνο τα προϊόντα του προμηθευτή σε ορισμένη περιοχή και δεσμεύεται να μην εμπορεύεται ανταγωνιστικά. Στην απλή διανομή διαθέτει και ανταγωνιστικά προϊόντα. Το κρίσιμο είναι ότι μόνο η αποκλειστική ενεργοποιεί την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 και την αποζημίωση πελατείας, ενώ η απλή διέπεται μόνο από τις διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα.

Πόση προθεσμία προμήνυσης απαιτείται για την καταγγελία;

Στη σύμβαση αορίστου χρόνου η προθεσμία κλιμακώνεται ανάλογα με τη διάρκεια: ένας μήνας για το πρώτο έτος και αυξάνεται κατά έναν μήνα ανά έτος, έως έξι μήνες από το έκτο έτος και έπειτα. Μικρότερες προθεσμίες δεν επιτρέπεται να συμφωνηθούν. Η έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο γίνεται χωρίς τήρηση προθεσμίας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο νομικός χαρακτηρισμός υπερισχύει του τίτλου: Ένα έγγραφο με τίτλο «σύμβαση διανομής» μπορεί να κριθεί ως αντιπροσωπεία και να γεννήσει αποζημίωση πελατείας, αν τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν ένταξη στο δίκτυο και υποχρέωση μη ανταγωνισμού. Ο χαρακτηρισμός κρίνεται από την ουσία, όχι από την ονομασία.

Ρήτρα μη ανταγωνισμού και αποκλειστικότητας περιοχής: Η παρουσία ή απουσία της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού είναι το στοιχείο που διαχωρίζει την αποκλειστική από την απλή διανομή. Από αυτήν εξαρτάται αν θα ισχύσει η προστασία του ΠΔ 219/1991. Η διατύπωσή της ως προς το αντικείμενο, τη διάρκεια και τη γεωγραφική έκταση πρέπει να είναι ρητή.

Όρος τιμής μεταπώλησης: Ο όρος που καθορίζει τιμές οφείλει να διατυπώνεται ως προτεινόμενη ή ανώτατη τιμή. Η δεσμευτική κατώτατη τιμή είναι παράνομη και ακυρώσιμη, ενώ εκθέτει τον προμηθευτή σε αξιώσεις του διανομέα και σε έλεγχο από το δίκαιο του ανταγωνισμού.

Ρήτρα τύχης πελατολογίου κατά τη λύση: Η συμβατική πρόβλεψη για το τι απογίνεται το πελατολόγιο μετά τη λύση επηρεάζει άμεσα τον κίνδυνο σε αποζημίωση πελατείας. Η ανάληψη υποχρέωσης γνωστοποίησης ή διαγραφής πελατών πρέπει να σταθμίζεται ανάλογα με το ποια πλευρά εκπροσωπείται.

Αποσβεστική προθεσμία ενός έτους: Η αξίωση αποζημίωσης πελατείας χάνεται αν ο δικαιούχος δεν γνωστοποιήσει εντός ενός έτους από τη λύση την πρόθεσή του να την ασκήσει. Η προθεσμία είναι αυστηρή και η παράλειψη ειδοποίησης ακυρώνει ακόμη και βάσιμη αξίωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον εμπορικό αντιπρόσωπο και τον αποκλειστικό διανομέα.