Η Φορολογική Διάσταση των Εταιρικών Αποφάσεων: Πότε η Επιλογή Κρίνεται από τον Φόρο
Εν συντομία:
- Κάθε σημαντική εταιρική απόφαση έχει δύο διαστάσεις ταυτόχρονα, μία νομική και μια φορολογική και η νομική επιλογή καθορίζει το φορολογικό αποτέλεσμα.
- Έξι αποφάσεις κρίνονται πάντα και στα δύο επίπεδα: επιλογή και μετατροπή μορφής, μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίων, αμοιβές εταίρων και διαχειριστών, μετασχηματισμοί, εισφορές και αύξηση κεφαλαίου, διανομή κερδών.
- Η φορολογική συνέπεια εξετάζεται πριν ληφθεί η νομική απόφαση, όχι αφού υπογραφεί.
- Μια δομή που στήνεται μόνο για το φορολογικό όφελος κινδυνεύει να αγνοηθεί ως τεχνητή διευθέτηση κατά το άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
- Ο λογιστής υπολογίζει τη φορολογική επιβάρυνση, ο εξειδικευμένος δικηγόρος δομεί τη νομική πράξη και κρίνει την τομή. Στις αποφάσεις αυτές χρειάζονται και οι δύο.
Ποιες εταιρικές αποφάσεις κρίνονται νομικά και φορολογικά;
Έξι είναι οι συνήθεις αποφάσεις που αποτελούν ταυτόχρονα νομική πράξη και φορολογικό ζήτημα:
- η επιλογή και η μετατροπή της εταιρικής μορφής,
- η μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίων,
- η αμοιβή εταίρων και διαχειριστών,
- ο μετασχηματισμός,
- η εισφορά και η αύξηση κεφαλαίου,
- η διανομή κερδών.
Σε καθεμία, η νομική επιλογή προκαθορίζει τη φορολογική μεταχείριση, οπότε η φορολογική όψη εξετάζεται πριν και όχι μετά την απόφαση.
Το κοινό λάθος είναι η αντιμετώπιση των δύο επιπέδων ως διαδοχικών. Πρώτα λαμβάνεται η εταιρική απόφαση με νομικά κριτήρια και έπειτα καλείται ο λογιστής να υπολογίσει τον φόρο που προκύπτει.
Η σειρά αυτή αφήνει την απόφαση ελλιπή, καθώς η φορολογική συνέπεια δεν είναι αποτέλεσμα της νομικής πράξης αλλά συστατικό της. Η ίδια οικονομική κίνηση, δομημένη με δύο διαφορετικούς νομικούς τρόπους, παράγει δύο διαφορετικά φορολογικά αποτελέσματα.
Η επιλογή εταιρικής μορφής δείχνει καθαρά τη σύζευξη. Ο τύπος της εταιρείας είναι νομική απόφαση για την ευθύνη, τη διακυβέρνηση και την τυπικότητα των αποφάσεων, ενώ ταυτόχρονα καθορίζει τον τρόπο φορολόγησης του κέρδους και της διανομής του.
Το ίδιο ισχύει για τη μεταβίβαση μετοχών, όπου ο νομικός τύπος της πράξης συνδέεται άμεσα με τη φορολόγηση της υπεραξίας, όπως και για τις εισφορές σε είδος, όπου η αποτίμηση του εισφερόμενου στοιχείου είναι ταυτόχρονα εταιρική και φορολογική.
Από τη σύζευξη αυτή προκύπτει και ο ρόλος των δύο ειδικοτήτων. Η φορολογική επιβάρυνση σε αριθμούς είναι πεδίο του λογιστή. Η δόμηση της νομικής πράξης ώστε να παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και η κρίση για το αν η δομή αντέχει, είναι πεδίο του δικηγόρου. Στις έξι αποφάσεις που ακολουθούν, η μία εργασία δεν υποκαθιστά την άλλη.
Επιλογή και μετατροπή εταιρικής μορφής: τι αλλάζει φορολογικά ανάλογα με τη νομική επιλογή;
Η νομική μορφή της επιχείρησης καθορίζει τρία φορολογικά μεγέθη ταυτόχρονα:
- τον τρόπο φορολόγησης του κέρδους,
- τη μεταχείριση της διανομής προς τους φορείς και
- τη βάση των ασφαλιστικών εισφορών.
Η μετατροπή από τη μία μορφή στην άλλη είναι νομική πράξη με στοιχεία καθολικής διαδοχής, που αποτελεί και φορολογικό γεγονός. Η επιλογή του τύπου δεν είναι, επομένως, μόνο ζήτημα ευθύνης και διακυβέρνησης.
Στην ατομική επιχείρηση το εισόδημα φορολογείται στο όνομα του φυσικού προσώπου, χωρίς διακριτή έννοια διανομής. Στις προσωπικές εταιρείες, ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη, φορολογείται το νομικό πρόσωπο και ακολουθεί η μεταχείριση της διανομής και των αμοιβών των διαχειριστών.
Στις κεφαλαιουχικές εταιρείες, ιδιωτική κεφαλαιουχική και ανώνυμη, φορολογείται η εταιρεία και το μέρισμα προς τους εταίρους ή μετόχους υπόκειται σε παρακράτηση. Ο ακόλουθος πίνακας αντιπαραβάλλει τη νομική με τη φορολογική διάσταση κάθε τύπου.
| Νομική μορφή | Νομική διάσταση | Φορολόγηση κέρδους | Διανομή προς φορείς | Ασφαλιστική βάση |
|---|---|---|---|---|
| Ατομική επιχείρηση | Ενιαία με το φυσικό πρόσωπο, πλήρης ευθύνη | Εισόδημα φυσικού προσώπου | Χωρίς διακριτή διανομή | Επί του εισοδήματος |
| Ομόρρυθμη / ετερόρρυθμη | Προσωπική, ευθύνη εταίρων κατά περίπτωση | Στο επίπεδο του νομικού προσώπου | Διανομή και αμοιβές διαχειριστών | Επί αμοιβών και ιδιότητας |
| Ιδιωτική κεφαλαιουχική (ΙΚΕ) | Κεφαλαιουχική, περιορισμένη ευθύνη | Στο επίπεδο της εταιρείας | Μέρισμα με παρακράτηση | Κατά ιδιότητα διαχειριστή ή εταίρου |
| Ανώνυμη (ΑΕ) | Κεφαλαιουχική, τυπική διακυβέρνηση | Στο επίπεδο της εταιρείας | Μέρισμα με παρακράτηση | Κατά ιδιότητα μέλους ΔΣ |
Το νομικό πλαίσιο κάθε τύπου καθορίζεται από διακριτούς νόμους, τον Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες και τον Ν. 4072/2012 για την ιδιωτική κεφαλαιουχική και τις προσωπικές εταιρείες. Η φορολογική μεταχείριση προκύπτει από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 4172/2013).
Η μετατροπή της ατομικής επιχείρησης σε ΙΚΕ δείχνει γιατί το χρονικό σημείο έχει σημασία. Η ίδια μετατροπή, ανάλογα με το πότε και πώς πραγματοποιείται νομικά, μπορεί να τύχει ουδέτερης μεταχείρισης ή να θεωρηθεί φορολογητέα πράξη. Η προϋπόθεση της ουδετερότητας είναι νομική, το αποτέλεσμά της φορολογικό.
Μεταβίβαση μετοχών και μεριδίων: πώς φορολογείται η υπεραξία ανά νομική μορφή;
Η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων είναι νομική πράξη με δικό της τύπο και δικούς της καταστατικούς περιορισμούς, που γεννά υπεραξία φορολογούμενη ανάλογα με το ποιος μεταβιβάζει.
Κατά το άρθρο 42 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η υπεραξία που αποκτά φυσικό πρόσωπο από τη μεταβίβαση τίτλων υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.
Το άρθρο 48Α απαλλάσσει, υπό όρους, το νομικό πρόσωπο φορολογικό κάτοικο Ελλάδας από τον φόρο υπεραξίας μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής.
Η διάκριση αυτή έχει άμεση πρακτική σημασία. Όταν πωλητής είναι φυσικό πρόσωπο, η υπεραξία, δηλαδή η διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και τιμής πώλησης, φορολογείται.
Όταν πωλητής είναι εταιρεία συμμετοχών (holding) που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 48Α, η ίδια υπεραξία μπορεί να απαλλάσσεται. Η νομική επιλογή του φορέα που κατέχει τη συμμετοχή προκαθορίζει, επομένως, αν η μελλοντική πώληση θα φορολογηθεί ή όχι.
Ο τύπος της συμμετοχής προσθέτει και δεύτερο επίπεδο. Η μεταβίβαση μετοχών ανώνυμης εταιρείας διαφέρει νομικά από τη μεταβίβαση μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ ως προς τον τύπο, τη δημοσιότητα και τους καταστατικούς περιορισμούς.
Καταστατικές ρήτρες προτίμησης, έγκρισης ή δικαιώματα μειοψηφίας μπορεί να δεσμεύουν τη μεταβίβαση, ενώ μια συμφωνία μετόχων (shareholders agreement, SHA) ενδέχεται να προβλέπει ρήτρες συνεπακόλουθης πώλησης. Οι νομικοί αυτοί όροι καθορίζουν το επιτρεπτό και τον τρόπο της μεταβίβασης πριν καν τεθεί ζήτημα φόρου.
Η δόμηση της πράξης, δηλαδή αν η συμμετοχή γίνεται απευθείας από φυσικό πρόσωπο ή μέσω ενδιάμεσου φορέα και το πώς διατυπώνονται οι καταστατικοί περιορισμοί, είναι στρατηγική νομική επιλογή που καθορίζει το φορολογικό αποτέλεσμα. Ο υπολογισμός του φόρου είναι το τελευταίο στάδιο, όχι το πρώτο.
Αμοιβές εταίρων και διαχειριστών: μισθός, μέρισμα ή τιμολόγιο;
Ο τρόπος με τον οποίο η αξία φτάνει στον φορέα της επιχείρησης, ως αμοιβή μισθωτής υπηρεσίας, ως μέρισμα, ως τίτλος κτήσης ή ως τιμολόγιο ανεξάρτητων υπηρεσιών, είναι νομικός χαρακτηρισμός που καθορίζει τη φορολόγηση, την ασφαλιστική επιβάρυνση και το αν το ποσό εκπίπτει για την εταιρεία. Το ίδιο οικονομικό ποσό φορολογείται διαφορετικά ανάλογα με τη νομική μορφή της καταβολής.
Η επιλογή δεν είναι ελεύθερη. Πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική σχέση που συνδέει το πρόσωπο με την εταιρεία. Μια αμοιβή που καταβάλλεται ως μέρισμα χωρίς έγκυρη εταιρική απόφαση διανομής, ή ένα τιμολόγιο που στην ουσία καλύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, είναι νομικά ευάλωτα και μπορεί να αναχαρακτηριστούν από τη φορολογική αρχή.
Ο ακόλουθος πίνακας αντιπαραβάλλει τη νομική φύση κάθε μορφής με τη φορολογική της μεταχείριση.
| Μορφή αμοιβής | Νομική φύση | Φορολόγηση | Ασφαλιστικό | Έκπτωση για την εταιρεία |
|---|---|---|---|---|
| Μισθός / αμοιβή διαχειριστή | Σχέση εξαρτημένης εργασίας ή εντολής | Κλίμακα μισθωτής εργασίας (άρθρο 15) | Ασφάλιση κατά ιδιότητα | Εκπίπτει ως δαπάνη |
| Μέρισμα | Απόδοση κερδών μετά από εταιρική απόφαση | Παρακράτηση φόρου μερισμάτων (άρθρο 64) | Χωρίς ασφαλιστική εισφορά | Δεν εκπίπτει, καταβάλλεται από κέρδη |
| Τίτλος κτήσης | Ειδική περιστασιακή αμοιβή | Ειδικό καθεστώς εισοδήματος | Ειδική ασφαλιστική αντιμετώπιση | Κατά περίπτωση |
| Τιμολόγιο ανεξάρτητων υπηρεσιών | Παροχή υπηρεσιών εκτός εξάρτησης | Επιχειρηματική αμοιβή με ΦΠΑ | Ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία | Εκπίπτει ως δαπάνη |
Η διανομή κερδών και το μέρισμα προϋποθέτουν τήρηση της εταιρικής διαδικασίας, ενώ ο τίτλος κτήσης έχει δικά του ασφαλιστικά και φορολογικά όρια.
Όταν η αμοιβή λαμβάνει τη μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο, όπως στα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options), η φορολόγηση συνδέεται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως το άρθρο 42Α.
Η σωστή απάντηση εξαρτάται από τη μερισματική πολιτική, την ασφαλιστική κατάσταση του προσώπου και τη νομική συνέπεια της επιλεγείσας μορφής, οπότε διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Μετασχηματισμοί: πότε το νομικό πλαίσιο ενεργοποιεί φορολογικά κίνητρα;
Ο εταιρικός μετασχηματισμός, δηλαδή η συγχώνευση, η διάσπαση ή η μετατροπή, ρυθμίζεται εταιρικά από τον Ν. 4601/2019, ο οποίος δεν περιέχει φορολογικές διατάξεις.
Η φορολογική ουδετερότητα και τα κίνητρα προκύπτουν από διακριτούς αναπτυξιακούς νόμους, τον ΝΔ 1297/1972, τον Ν. 2166/1993 και τον Ν. 4935/2022, καθένας με δικές του προϋποθέσεις. Το εταιρικό και το φορολογικό σκέλος είναι δύο χωριστές νομικές επιλογές.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και συχνά παραγνωρίζεται. Ο Ν. 4601/2019 καθορίζει το επιτρεπτό, τη διαδικασία και τα αποτελέσματα του μετασχηματισμού, με χαρακτηριστικά καθολικής διαδοχής και συνέχισης της νομικής προσωπικότητας.
Το αν ο μετασχηματισμός θα τύχει φορολογικής ουδετερότητας ή θα αξιοποιήσει κίνητρα εξαρτάται από την υπαγωγή του σε ένα από τα αναπτυξιακά καθεστώτα. Η φορολογική ουδετερότητα στους μετασχηματισμούς δεν είναι αυτόματη συνέπεια της εταιρικής πράξης.
| Καθεστώς κινήτρων | Βασικό πεδίο | Χαρακτηριστικό όφελος |
|---|---|---|
| ΝΔ 1297/1972 | Συγχωνεύσεις και μετατροπές προς κεφαλαιουχική μορφή | Αναβολή φορολόγησης υπεραξίας υπό όρους |
| Ν. 2166/1993 | Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων με απλοποιημένη διαδικασία | Ουδέτερη μεταφορά στοιχείων υπό προϋποθέσεις |
| Ν. 4935/2022 | Συνεργασίες και μετασχηματισμοί με αναπτυξιακό σκοπό | Απαλλαγές και μειώσεις, αποκλείει τα προηγούμενα |
Η επιλογή μεταξύ των καθεστώτων έχει σημασία, καθώς η εφαρμογή του Ν. 4935/2022 αποκλείει την εφαρμογή των παλαιότερων αναπτυξιακών ρυθμίσεων για την ίδια πράξη.
Η εμπειρία από υποθέσεις μετασχηματισμών δείχνει ότι το καθεστώς κινήτρων επιλέγεται πριν από τη συναλλαγή, με βάση το ποιες προϋποθέσεις μπορεί πράγματι να καλύψει η συγκεκριμένη επιχείρηση, και όχι εκ των υστέρων.
Τα ειδικότερα κίνητρα για συνεργασίες και μετασχηματισμούς απαιτούν αντιστοίχιση της πραγματικής δομής της συναλλαγής με το γράμμα του κάθε νόμου, εργασία που είναι πρωτίστως νομική.
Πότε μια επιλογή που έγινε μόνο για τον φόρο κρίνεται τεχνητή διευθέτηση;
Μια επιλογή που στηρίζεται αποκλειστικά στο φορολογικό όφελος κινδυνεύει να αγνοηθεί. Κατά το άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024), η φορολογική αρχή δύναται να αγνοήσει κάθε τεχνητή διευθέτηση που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα, όταν η διευθέτηση στερείται οικονομικής ουσίας.
Μια δομή αντέχει όταν ο εμπορικός σκοπός προηγείται του φορολογικού οφέλους και μπορεί να εξηγηθεί με όρους αγοράς ανεξάρτητα από αυτό.
Ο γενικός αυτός κανόνας κατά της φοροαποφυγής θέτει το όριο μεταξύ επιτρεπτού φορολογικού σχεδιασμού και καταχρηστικής μεθόδευσης. Μια διευθέτηση κρίνεται μη γνήσια όταν εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά, όταν οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα που δεν αντανακλάται στους πραγματικούς επιχειρηματικούς κινδύνους, ή όταν η σύναψη των συναλλαγών έχει κυκλικό χαρακτήρα. Το βάρος απόδειξης το φέρει η φορολογική αρχή, η οποία οφείλει να τεκμηριώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Εδώ γίνεται ορατή η ζώνη όπου η φορολογική αριθμητική δεν αρκεί. Ο υπολογισμός του οφέλους μιας δομής είναι εργασία του λογιστή. Η κρίση για το αν η ίδια δομή έχει τεκμηριωμένο εμπορικό σκοπό, ώστε να μην κριθεί τεχνητή, είναι νομική εκτίμηση που στηρίζεται στη μελέτη του φορολογικού δικαίου και στα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Το ζήτημα του πότε μια πράξη κρίνεται τεχνητή διευθέτηση απαιτεί ανάλυση της οικονομικής υπόστασης, όχι απλή σύγκριση συντελεστών. Δομή που φαίνεται φορολογικά ελκυστική μπορεί να είναι νομικά επισφαλής και το αντίστροφο.
Πότε χρειάζεται κοινή νομική και φορολογική εξέταση;
Κοινή εξέταση χρειάζεται σε κάθε απόφαση όπου η νομική δομή και η φορολογική συνέπεια αλληλοκαθορίζονται, δηλαδή στις έξι αποφάσεις που προηγήθηκαν. Ο λογιστής υπολογίζει τη φορολογική επιβάρυνση και μεριμνά για τη συμμόρφωση.
Ο εξειδικευμένος δικηγόρος δομεί τη νομική πράξη, διατυπώνει τις συμβατικές και καταστατικές προβλέψεις και κρίνει την τομή. Καμία από τις δύο ειδικότητες δεν καλύπτει μόνη της τη σύζευξη.
Ο διαχωρισμός των ρόλων δεν είναι θεωρητικός. Η αντιστοίχιση μιας συναλλαγής με τις προϋποθέσεις ενός αναπτυξιακού καθεστώτος, η διατύπωση καταστατικών περιορισμών στη μεταβίβαση συμμετοχών, η επιλογή της νομικά συνεπούς μορφής αμοιβής και η τεκμηρίωση του εμπορικού σκοπού μιας δομής είναι σημεία όπου το φορολογικό αποτέλεσμα κρίνεται από τη νομική διατύπωση.
Αντίστροφα, η φορολογική επιβάρυνση κάθε εναλλακτικής τροφοδοτεί τη νομική επιλογή. Οι δύο εργασίες εκτελούνται παράλληλα, όχι διαδοχικά.
Η διαφοροποίηση εντοπίζεται στο ότι η τομή δεν είναι η λογιστική, αλλά η δόμηση και η εκτίμηση κινδύνου. Ο φορολογικός υπολογισμός δείχνει πόσο κοστίζει σήμερα κάθε επιλογή. Η νομική ανάλυση δείχνει αν η επιλογή αντέχει αύριο, όταν εξεταστεί από τη φορολογική αρχή ή αμφισβητηθεί από τρίτο.
Στις εταιρικές αποφάσεις με φορολογική διάσταση, η ασφάλεια προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση, με τον λογιστή να απαντά στο πόσο και τον δικηγόρο με γνώση φορολογικού δικαίου να απαντά στο πώς και στο αν.
Συχνές Ερωτήσεις
Η μεταβίβαση μετοχών είναι νομική ή φορολογική απόφαση;
Και τα δύο. Νομικά, η μεταβίβαση έχει δικό της τύπο, δημοσιότητα και καταστατικούς περιορισμούς που καθορίζουν αν και πώς επιτρέπεται. Φορολογικά, γεννά υπεραξία που φορολογείται ανάλογα με το ποιος μεταβιβάζει. Το φυσικό πρόσωπο φορολογείται για την υπεραξία κατά το άρθρο 42 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ενώ το νομικό πρόσωπο φορολογικός κάτοικος Ελλάδας μπορεί να απαλλάσσεται υπό τους όρους του άρθρου 48Α. Η νομική επιλογή του φορέα που κατέχει τη συμμετοχή προκαθορίζει το φορολογικό αποτέλεσμα.
Γιατί η μορφή της αμοιβής, μισθός, μέρισμα ή τιμολόγιο, είναι ταυτόχρονα νομικό και φορολογικό ζήτημα;
Επειδή η μορφή της καταβολής είναι νομικός χαρακτηρισμός που καθορίζει τη φορολόγηση. Ο μισθός προϋποθέτει σχέση εργασίας ή εντολής και φορολογείται με την κλίμακα της μισθωτής εργασίας. Το μέρισμα προϋποθέτει έγκυρη εταιρική απόφαση διανομής και υπόκειται σε παρακράτηση. Το τιμολόγιο προϋποθέτει παροχή υπηρεσιών εκτός εξάρτησης. Το ίδιο ποσό φορολογείται και ασφαλίζεται διαφορετικά ανά μορφή. Μια αμοιβή που δεν αντιστοιχεί στην πραγματική σχέση αναχαρακτηρίζεται από τη φορολογική αρχή, οπότε η νομική συνέπεια της επιλογής κρίνει και το φορολογικό κόστος.
Η μετατροπή εταιρικής μορφής κρίνεται νομικά ή φορολογικά;
Και στα δύο επίπεδα ταυτόχρονα. Νομικά, η μετατροπή είναι πράξη με στοιχεία καθολικής διαδοχής και συνέχισης της νομικής προσωπικότητας. Φορολογικά, αποτελεί φορολογικό γεγονός που μπορεί να τύχει ουδέτερης μεταχείρισης ή να αξιοποιήσει κίνητρα, μόνο όμως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των αναπτυξιακών νόμων, δηλαδή του ΝΔ 1297/1972, του Ν. 2166/1993 ή του Ν. 4935/2022. Η ουδετερότητα δεν είναι αυτόματη. Η νομική τήρηση των όρων κάθε καθεστώτος καθορίζει το φορολογικό αποτέλεσμα της πράξης.
Ο Ν. 4601/2019 ρυθμίζει και το φορολογικό σκέλος των μετασχηματισμών;
Όχι. Ο Ν. 4601/2019 ρυθμίζει μόνο το εταιρικό σκέλος, δηλαδή το επιτρεπτό, τη διαδικασία και τα αποτελέσματα του μετασχηματισμού. Δεν περιέχει φορολογικές διατάξεις. Η φορολογική ουδετερότητα και τα κίνητρα προκύπτουν από χωριστούς νόμους, τους αναπτυξιακούς ΝΔ 1297/1972, Ν. 2166/1993 και Ν. 4935/2022, καθώς και από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Ο μετασχηματισμός είναι έτσι δύο διακριτές αποφάσεις, μία εταιρική και μία φορολογική, που εξετάζονται μαζί πριν από την πράξη.
Χρειάζεται δικηγόρος ή λογιστής για τις εταιρικές αποφάσεις;
Στις αποφάσεις όπου η νομική δομή καθορίζει το φορολογικό αποτέλεσμα, χρειάζονται και οι δύο. Ο λογιστής υπολογίζει τη φορολογική επιβάρυνση και μεριμνά για τη συμμόρφωση. Ο εξειδικευμένος δικηγόρος δομεί τη νομική πράξη, διατυπώνει τις συμβατικές και καταστατικές προβλέψεις και κρίνει αν η δομή αντέχει φορολογικά, ιδίως ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί τεχνητή διευθέτηση. Οι δύο εργασίες είναι συμπληρωματικές, όχι εναλλακτικές, και εκτελούνται παράλληλα και όχι διαδοχικά.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Η σειρά εξέτασης: η φορολογική συνέπεια εξετάζεται πριν ληφθεί η νομική απόφαση, όχι αφού υπογραφεί η πράξη. Η αντίστροφη σειρά αφήνει την απόφαση ελλιπώς εξετασμένη.
Η μορφή της αμοιβής: μισθός, μέρισμα, τίτλος κτήσης ή τιμολόγιο πρέπει να αντιστοιχούν στην πραγματική σχέση με την εταιρεία, καθώς μη συνεπής μορφή αναχαρακτηρίζεται από τη φορολογική αρχή.
Ο εμπορικός σκοπός: κάθε δομή με φορολογικό όφελος χρειάζεται τεκμηριωμένο εμπορικό σκοπό που προηγείται του οφέλους, αλλιώς κινδυνεύει να κριθεί τεχνητή διευθέτηση κατά το άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Η επιλογή καθεστώτος κινήτρων: αποφασίζεται πριν τον μετασχηματισμό, καθώς τα αναπτυξιακά καθεστώτα αλληλοαποκλείονται και η υπαγωγή εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που καλύπτει η συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ο διακριτός ρόλος των ειδικοτήτων: ο λογιστής απαντά στο πόσο κοστίζει η κάθε επιλογή, ο δικηγόρος με γνώση φορολογικού δικαίου απαντά στο πώς δομείται και στο αν αντέχει.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την φορολογική διάσταση των εταιρικών αποφάσεων.









