Σε Ποιες Συνεργασίες Επιβάλλεται NDA και Τι Ισχύει σε Παραβίαση Απορρήτου
Περιληπτικά:
- Η σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA) χρειάζεται πριν από κάθε αποκάλυψη ουσιώδους πληροφορίας σε τρίτο: προσέλκυση επενδυτή, νομικό και οικονομικό έλεγχο εξαγοράς, συνεργασία με προμηθευτή ή ανάδοχο, αλλά και κατά την ένταξη στελέχους με πρόσβαση σε μυστικά της επιχείρησης.
- Δεσμεύονται τόσο εξωτερικοί συνεργάτες όσο και εργαζόμενοι, στελέχη και διευθύνοντες, με ένταση που διαβαθμίζεται ανάλογα με τη θέση και που εκτείνεται και μετά τη λήξη της σχέσης.
- Η επιλογή μεταξύ NDA, ρήτρας μη ανταγωνισμού και διπλώματος ευρεσιτεχνίας εξαρτάται από τη φύση του απορρήτου, καθώς κάθε εργαλείο προστατεύει διαφορετικό έννομο αγαθό.
- Ακόμη και χωρίς υπογεγραμμένο NDA, το απόρρητο προστατεύεται από τον Ν.4605/2019, τα άρθρα 16-18 του ν.146/1914 και το άρθρο 370Β του Ποινικού Κώδικα, ενώ σε παραβίαση διατίθενται ασφαλιστικά μέτρα, αγωγή αποζημίωσης και ποινική δίωξη.
Πότε χρειάζεται σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA) σε μια επιχείρηση;
Η σύμβαση εμπιστευτικότητας (Non-Disclosure Agreement – NDA) χρειάζεται κάθε φορά που μια επιχείρηση πρόκειται να αποκαλύψει σε τρίτο πληροφορία με οικονομική αξία που αντλείται από τη μυστικότητά της. Τυπικές αφορμές είναι η προσέλκυση επενδυτή, ο νομικός και οικονομικός έλεγχος (due diligence) πριν από εξαγορά, η συνεργασία με προμηθευτή ή ανάδοχο και η ένταξη νέου στελέχους στην επιχείρηση.
Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι το είδος της συνεργασίας αλλά η φύση της πληροφορίας. Όταν πρόκειται για πληροφορία η οποία δεν είναι ευρύτερα γνωστή, προσδίδει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και ο κάτοχός της λαμβάνει μέτρα για να την κρατήσει μυστική, η αποκάλυψή της χωρίς προηγούμενη συμβατική δέσμευση εκθέτει την επιχείρηση. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται καταστάσεις πελατών, δίκτυα προμηθευτών και διανομέων, τιμολογιακή πολιτική, μέθοδοι παραγωγής και απόρρητη τεχνογνωσία (know-how).
Οι πιο συχνές επιχειρηματικές κινήσεις που γεννούν την ανάγκη NDA είναι η συζήτηση με υποψήφιο επενδυτή ή χρηματοδότη, η προετοιμασία εξαγοράς ή συγχώνευσης όπου ο αγοραστής αποκτά πρόσβαση σε εσωτερικά στοιχεία, η συνεργασία με εξωτερικό ανάδοχο (πχ ανάπτυξη λογισμικού), ή με προμηθευτή ή υπεργολάβο που μαθαίνει εσωτερικές διαδικασίες και η σύσταση κοινοπραξίας.
Παράλληλα, η ανάγκη δέσμευσης εμφανίζεται και ενδοεταιρικά, κάθε φορά που εργαζόμενος ή στέλεχος αποκτά πρόσβαση σε πληροφορίες που, αν διαρρεύσουν, αφαιρούν από την επιχείρηση το συγκριτικό της πλεονέκτημα.
Η επιχείρηση που σχεδιάζει οποιαδήποτε από τις παραπάνω κινήσεις αποφασίζει, πρακτικά, δύο πράγματα ταυτόχρονα: ποια πληροφορία θα μοιραστεί και με ποιον όρο. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται πριν από την αποκάλυψη, όχι μετά, διότι η νομική προστασία ενεργοποιείται μόνο εφόσον η μυστικότητα έχει διαφυλαχθεί μέχρι τη στιγμή της παραβίασης.
Ποιοι δεσμεύονται σε εχεμύθεια: συνεργάτες, εργαζόμενοι, στελέχη και διευθύνοντες
Σε εχεμύθεια δεσμεύονται τόσο τα εξωτερικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικά την πληροφορία όσο και το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης. Η δέσμευση των τρίτων στηρίζεται στη σύμβαση, ενώ των εργαζομένων πηγάζει και ευθέως από τον νόμο. Η ένταση της υποχρέωσης διαβαθμίζεται ανάλογα με τη θέση και την πρόσβαση κάθε προσώπου στα απόρρητα της επιχείρησης.
Στους εξωτερικούς υπόχρεους ανήκουν οι αντισυμβαλλόμενοι σε συμβάσεις έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι αντιπρόσωποι και δικαιοδόχοι στους οποίους η εμπίστευση απορρήτων είναι παρεπόμενο αντικείμενο και τα πρόσωπα με τα οποία η επιχείρηση διατηρεί απλή συναλλακτική επαφή, όπως μεγάλοι πελάτες ή υποψήφιοι συνεργάτες που λαμβάνουν γνώση κατά τις διαπραγματεύσεις.
Εργαζόμενοι, στελέχη και διευθύνοντες
Ο εργαζόμενος δεσμεύεται από την υποχρέωση πίστης, η οποία απορρέει από το άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα και τον υποχρεώνει να ενεργεί με γνώμονα το συμφέρον της επιχείρησης. Η υποχρέωση εχεμύθειας διαβαθμίζεται, καθώς όσο υψηλότερη είναι η θέση και ευρύτερη η πρόσβαση, τόσο εντονότερη η δέσμευση. Στους διευθύνοντες υπαλλήλους και τα ανώτερα στελέχη η δέσμευση αυτή είναι αυξημένη και (πρέπει να) αποτυπώνεται σε ειδικό όρο εχεμύθειας μέσα στη σύμβαση εργασίας.
Η υποχρέωση δεν παύει αυτομάτως με τη λήξη της σχέσης. Τα άρθρα 16-18 του ν.146/1914 για τον αθέμιτο ανταγωνισμό συντρέχουν και μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης, ιδίως όταν έχει συμφωνηθεί ρητή μετασυμβατική υποχρέωση μη αποκάλυψης. Εδώ ακριβώς συναντώνται δύο διαφορετικά εργαλεία: α) η ρήτρα εχεμύθειας προστατεύει την πληροφορία, ενώ β) η ρήτρα μη ανταγωνισμού δεσμεύει τη μελλοντική δραστηριότητα του εργαζομένου. Η σύγχυση των δύο οδηγεί συχνά σε ρήτρες που είτε αφήνουν ακάλυπτη την επιχείρηση είτε κρίνονται υπέρμετρες και, άρα, ανίσχυρες.
Εκτός σύμβασης παραμένουν τα πρόσωπα που αποκτούν το απόρρητο με παράνομα μέσα. Η απαγόρευση για αυτούς δεν προϋποθέτει συμβατική σχέση, αλλά απορρέει ευθέως από τις διατάξεις προστασίας του εμπορικού απορρήτου, με αστικές και ποινικές συνέπειες.
NDA, ρήτρα μη ανταγωνισμού ή δίπλωμα ευρεσιτεχνίας: ποιο εργαλείο για ποιον κίνδυνο;
Η σωστή επιλογή εξαρτάται από τη φύση του απορρήτου, γιατί κάθε εργαλείο προστατεύει διαφορετικό έννομο αγαθό. Το NDA δεσμεύει συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο να μην αποκαλύψει πληροφορία. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού περιορίζει τη μελλοντική δραστηριότητα ενός προσώπου. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει αποκλειστικότητα εκμετάλλευσης εφεύρεσης έναντι παντός, με αντάλλαγμα όμως τη δημοσιοποίηση της εφεύρεσης.
Η διάκριση γίνεται σαφής στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος δείχνει τι προστατεύει το καθένα, έναντι ποιου ισχύει και πού αποτυγχάνει.
| Εργαλείο | Τι προστατεύει | Έναντι ποιου | Διάρκεια | Πού αποτυγχάνει |
|---|---|---|---|---|
| Σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA) | Μη αποκάλυψη και μη χρήση συγκεκριμένης εμπιστευτικής πληροφορίας | Έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεσμεύτηκε | Συμβατικά οριζόμενη | Όταν ο ορισμός της πληροφορίας είναι αόριστος ή η πληροφορία περιήλθε νόμιμα σε τρίτους |
| Ρήτρα μη ανταγωνισμού | Αποχή από ανταγωνιστική δραστηριότητα | Έναντι εργαζομένου, συνεργάτη ή εταίρου | Περιορισμένη χρονικά και γεωγραφικά | Όταν δεν προβλέπει αντάλλαγμα ή είναι υπέρμετρη ως προς χρόνο, τόπο ή αντικείμενο |
| Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας | Αποκλειστική εκμετάλλευση εφεύρεσης | Έναντι παντός (erga omnes) | Έως είκοσι έτη | Όταν η πληροφορία πρέπει να μείνει μυστική, αφού η κατοχύρωση απαιτεί δημοσιοποίηση |
Η πιο κρίσιμη διαφορά αφορά τη βιομηχανική ιδιοκτησία και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, καθώς η κατοχύρωση δίνει ισχυρή προστασία έναντι όλων, αλλά απαιτεί να αποκαλυφθεί δημόσια η εφεύρεση. Για πληροφορία που αντλεί την αξία της ακριβώς από τη μυστικότητα, όπως μια μέθοδος παραγωγής ή ένας αλγόριθμος, η κατοχύρωση είναι αντιπαραγωγική και η προστασία ως εμπορικού απορρήτου, μέσω NDA και των διατάξεων του νόμου, είναι η ορθή οδός.
Διακριτό από όλα τα παραπάνω παραμένει το εμπορικό σήμα, που προστατεύει το διακριτικό γνώρισμα και όχι το περιεχόμενο της πληροφορίας. Η επιλογή του κατάλληλου συνδυασμού εργαλείων αποτελεί στρατηγική απόφαση που διαφοροποιείται κατά περίπτωση και κρίνεται με βάση το τι ακριβώς θέλει να προστατεύσει η επιχείρηση και έναντι ποιου.
Ποιοι όροι κρίνουν αν το NDA θα προστατεύσει στην πράξη;
Η αποτελεσματικότητα ενός NDA κρίνεται από τέσσερα σημεία:
- τον ορισμό των εμπιστευτικών πληροφοριών,
- τη διάρκεια της δέσμευσης,
- τις εξαιρέσεις και
- τον μηχανισμό κύρωσης σε περίπτωση παραβίασης.
Ένα έτοιμο, προδιατυπωμένο υπόδειγμα σπάνια καλύπτει σωστά και τα τέσσερα, γιατί ο καθένας από τους παραπάνω όρους εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα της συνεργασίας.
Ο ορισμός των εμπιστευτικών πληροφοριών είναι το θεμέλιο. Από την εμπειρία σε σύνταξη συμβάσεων εμπιστευτικότητας για εμπορικές συνεργασίες, προκύπτει ότι ο αόριστος ορισμός είναι η συχνότερη αιτία που μια ρήτρα κρίνεται ανεφάρμοστη κατά την απόδειξη της παραβίασης. Τούτο σημαίνει ότι αν δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια τι θεωρείται απόρρητο, η επιχείρηση δυσκολεύεται να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη πληροφορία που διέρρευσε καλυπτόταν. Αντίστροφα, ένας υπερβολικά ευρύς ορισμός που καταλαμβάνει και κοινώς γνωστές πληροφορίες αποδυναμώνει εξίσου τη ρήτρα.
Η διάρκεια και οι εξαιρέσεις απαιτούν, επίσης, ισορροπία. Μια δέσμευση χωρίς χρονικό όριο ή που καλύπτει και πληροφορίες οι οποίες έγιναν δημόσιες χωρίς υπαιτιότητα του δεσμευόμενου, είναι ευάλωτη. Καθοριστική είναι και η μορφή της σύμβασης: το NDA μπορεί να είναι μονομερές, όταν μόνο το ένα μέρος αποκαλύπτει, ή αμοιβαίο, όταν η ροή πληροφορίας είναι αμφίδρομη, με αντίστοιχη κατανομή υποχρεώσεων.
Ο μηχανισμός κύρωσης είναι συνήθως ποινική ρήτρα. Εδώ υπεισέρχεται μια ουσιώδης ιδιαιτερότητα του ελληνικού δικαίου καθώς το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 409 του Αστικού Κώδικα, να μειώσει ποινική ρήτρα που κρίνει δυσανάλογα υψηλή. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις σχέσεις με εργαζομένους, όπου η ποινική ρήτρα στη σύμβαση εργασίας ελέγχεται αυστηρότερα. Η διατύπωση ενός όρου που παρέχει ουσιαστική αποτροπή χωρίς να εκτίθεται σε δικαστική μείωση απαιτεί ad hoc προσέγγιση και όχι αντιγραφή τυποποιημένου κειμένου.
Τι προστασία υπάρχει ακόμη και χωρίς NDA;
Ακόμη και σε απουσία σύμβασης, το επιχειρηματικό απόρρητο προστατεύεται από τρία στρώματα του ισχύοντος δικαίου.
- Το πρώτο είναι ο Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία της τεχνογνωσίας και των μη αποκαλυφθεισών επιχειρηματικών πληροφοριών, που ενσωματώθηκε με τον Νόμο 4605/2019 και κωδικοποιήθηκε με τον Ν.5122/2024.
- Το δεύτερο είναι τα άρθρα 16-18 του ν.146/1914 για τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
- Το τρίτο είναι το άρθρο 370Β του Ποινικού Κώδικα για τα απόρρητα σε ψηφιακή μορφή.
Ο Ν.4605/2019 καθιερώνει ενιαίους κανόνες προστασίας από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων, χωρίς να περιορίζει την κινητικότητα των εργαζομένων. Πρόκειται για τον σύγχρονο πυρήνα της αστικής προστασίας, ο οποίος προβλέπει τόσο τις προϋποθέσεις όσο και τα μέσα προστασίας σε περίπτωση προσβολής.
Τα άρθρα 16-18 του ν.146/1914 προστατεύουν τον φορέα του απορρήτου έναντι πράξεων προσβολής. Όπως έχει κρίνει ο Άρειος Πάγος, προστατευόμενο πρόσωπο είναι ο φορέας του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής (ΑΠ 1717/2013). Καλύπτονται τα απόρρητα εμπορικής και οργανωτικής φύσης, όπως κατάλογοι πελατών και πηγών προμήθειας, κοστολόγια και υπολογισμοί τιμών.
Το άρθρο 370Β του Ποινικού Κώδικα προσθέτει ποινική προστασία όταν το απόρρητο είναι αποθηκευμένο σε ψηφιακή μορφή ή πρόκειται για απόρρητο πρόγραμμα υπολογιστή, τιμωρώντας όποιον αθέμιτα αντιγράφει, χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει τέτοια στοιχεία.
Η νομική θεμελίωση όμως έχει ένα όριο που σπάνια γίνεται αντιληπτό εκ των προτέρων. Η παράβαση μιας συμβατικής υποχρέωσης (όπως πχ μιας ρήτρας εχεμύθειας), δεν συνιστά αυτομάτως και αθέμιτο ανταγωνισμό κατά τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν.146/1914. Απαιτούνται πρόσθετες περιστάσεις αντίθεσης στα χρηστά ήθη, καθώς η διάταξη δεν λειτουργεί ως κανόνας για κάθε αθέτηση σύμβασης (ΑΠ 1522/2021). Γι’ αυτό η νομοθετική προστασία είναι γενική και χρειάζεται την εξειδίκευση που μόνο μια σωστά διατυπωμένη σύμβαση μπορεί να προσφέρει, όπως έχει αναγνωρίσει και η νομολογία ως προς τις ίδιες τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας (ΑΠ 1369/2019).
Τι κάνει η επιχείρηση όταν παραβιαστεί το απόρρητό της;
Η αντίδραση σε παραβίαση κλιμακώνεται σε τρία επίπεδα: α) ασφαλιστικά μέτρα για άμεση διακοπή της παραβίασης, β) αγωγή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας και γ) ποινική δίωξη όπου συντρέχει αξιόποινη πράξη. Η σειρά και η επιλογή κρίνονται από το είδος της παραβίασης και, κυρίως, από το πόσο επείγει η ανάσχεση πριν η πληροφορία διαδοθεί ανεπανόρθωτα.
Το πρώτο και συχνά καθοριστικό βήμα είναι τα ασφαλιστικά μέτρα του Ν.4605/2019 (άρθρο 22Ε). Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση του κατόχου του εμπορικού απορρήτου, να διατάξει την προσωρινή παύση ή απαγόρευση της χρήσης ή αποκάλυψης του απορρήτου και την απαγόρευση παραγωγής ή διάθεσης προϊόντων που ενσωματώνουν το απόρρητο.
Η πρακτική σε υποθέσεις προστασίας απορρήτου δείχνει ότι αυτό το πρώτο βήμα είναι κρίσιμο, καθώς η αποζημίωση σπάνια αποκαθιστά πλήρως την απώλεια του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος όταν η πληροφορία έχει ήδη διαρρεύσει. Υπάρχει όμως μια προϋπόθεση προθεσμίας, καθώς τα ασφαλιστικά μέτρα αίρονται αυτοδικαίως αν ο αιτών δεν ασκήσει αγωγή για την κύρια υπόθεση εντός της προθεσμίας που τάσσει η απόφαση των ασφαλιστικών.
Σε δεύτερο επίπεδο, η αγωγή αποζημίωσης αποκαθιστά τη ζημία, ενώ το άρθρο 370Β του Ποινικού Κώδικα ανοίγει τον δρόμο για ποινική δίωξη όταν η παραβίαση αφορά ψηφιακά δεδομένα ή πρόγραμμα υπολογιστή. Το πιο συνηθισμένο σενάριο στην πράξη είναι η απόσπαση πελατείας από πρώην εργαζόμενο ή συνεργάτη που αξιοποιεί το πελατολόγιο της επιχείρησης. Εδώ η νομική βάση δεν είναι αυτονόητη, καθώς η αξιοποίηση γνώσεων που ο εργαζόμενος απέκτησε νόμιμα δεν είναι πάντοτε παράνομη και η παράβαση γίνεται κρίσιμη μόνον όταν συνοδεύεται από αθέμιτα μέσα ή από παράνομη πρόσβαση στο πελατολόγιο.
Η επιλογή του κατάλληλου ενδίκου βοηθήματος, ο συνδυασμός αστικής και ποινικής οδού και η τήρηση των προθεσμιών αποτελούν στρατηγική επιλογή που καθορίζει την έκβαση. Τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης μεταβάλλουν τη σωστή απάντηση και η εσφαλμένη εκτίμηση στο πρώτο, επείγον, στάδιο συχνά είναι μη αναστρέψιμη.
Συχνές Ερωτήσεις
Χρειάζεται NDA πριν από κάθε επιχειρηματική συζήτηση;
Όχι πριν από κάθε συζήτηση, αλλά πριν από κάθε αποκάλυψη πληροφορίας που αντλεί αξία από τη μυστικότητά της. Το κρίσιμο δεν είναι η σοβαρότητα της συνεργασίας αλλά αν θα μοιραστεί ουσιώδης πληροφορία. Αν η συζήτηση παραμένει σε γενικό επίπεδο χωρίς αποκάλυψη απορρήτων, η ανάγκη είναι περιορισμένη. Από τη στιγμή όμως που ανταλλάσσονται στοιχεία πελατών, τεχνογνωσία ή οικονομικά δεδομένα, η προηγούμενη δέσμευση είναι αναγκαία.
Πόσο διαρκεί η υποχρέωση εμπιστευτικότητας μετά τη λήξη της συνεργασίας;
Η συμβατική υποχρέωση διαρκεί όσο ορίζει η σύμβαση και μπορεί να εκτείνεται και μετά τη λήξη της σχέσης εφόσον προβλεφθεί ρητά. Ανεξάρτητα από τη σύμβαση, η προστασία των άρθρων 16-18 του ν.146/1914 συντρέχει και μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Η εύλογη διάρκεια εξαρτάται από το είδος της πληροφορίας (πχ μια μέθοδος παραγωγής δικαιολογεί μακρότερη δέσμευση από ένα πρόσκαιρο εμπορικό στοιχείο).
Είναι έγκυρη η ποινική ρήτρα ενός NDA στα ελληνικά δικαστήρια;
Η ποινική ρήτρα είναι κατ’ αρχήν έγκυρη, υπόκειται όμως σε δικαστική μείωση κατά το άρθρο 409 του Αστικού Κώδικα αν κριθεί δυσανάλογα υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι ένα υπερβολικά υψηλό ποσό δεν εξασφαλίζει αυτόματα μεγαλύτερη προστασία, καθώς το δικαστήριο μπορεί να το περιορίσει. Η ισχύς της ρήτρας εξαρτάται από την τεκμηρίωση της σχέσης της με την πιθανή ζημία και από τη σωστή διατύπωσή της.
Τι προστασία υπάρχει αν δεν έχει υπογραφεί NDA;
Υπάρχει νομοθετική προστασία ακόμη και χωρίς σύμβαση, μέσω του Ν.4605/2019, των άρθρων 16-18 του ν.146/1914 και του άρθρου 370Β του Ποινικού Κώδικα. Η προστασία αυτή είναι όμως γενική και προϋποθέτει ότι η επιχείρηση λάμβανε μέτρα για να κρατήσει την πληροφορία μυστική. Χωρίς NDA η απόδειξη του τι θεωρούνταν απόρρητο και ποια ήταν τα μέτρα διαφύλαξης γίνεται δυσχερέστερη.
Μπορεί πρώην εργαζόμενος να χρησιμοποιήσει το πελατολόγιο της επιχείρησης;
Η απάντηση εξαρτάται από τον τρόπο. Ο πρώην εργαζόμενος δεν εμποδίζεται να ανταγωνιστεί, εφόσον δεν δεσμεύεται από έγκυρη ρήτρα μη ανταγωνισμού και δεν χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα. Η αξιοποίηση πελατολογίου στο οποίο απέκτησε πρόσβαση με παράνομο τρόπο, ή η προσέλκυση πελατών με παραπλανητικές μεθόδους, στοιχειοθετεί αθέμιτο ανταγωνισμό. Η οριακή γραμμή μεταξύ θεμιτής και αθέμιτης συμπεριφοράς κρίνεται κατά περίπτωση.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Η απόφαση λαμβάνεται πριν την αποκάλυψη: Η νομική προστασία ενεργοποιείται μόνο εφόσον η μυστικότητα διαφυλάχθηκε μέχρι την παραβίαση. Η υπογραφή NDA μετά την αποκάλυψη της πληροφορίας προσφέρει περιορισμένη μόνο εξασφάλιση.
Ο ορισμός του απορρήτου είναι το θεμέλιο: Ένας αόριστος ορισμός δυσχεραίνει την απόδειξη της παραβίασης, ενώ ένας υπερβολικά ευρύς ορισμός που καταλαμβάνει κοινώς γνωστές πληροφορίες αποδυναμώνει τη ρήτρα. Η ακρίβεια εδώ καθορίζει την πρακτική αξία του εγγράφου.
Η ποινική ρήτρα δεν είναι όσο υψηλή την ορίσει κανείς: Το άρθρο 409 του Αστικού Κώδικα επιτρέπει στο δικαστήριο να μειώσει υπέρμετρη ρήτρα. Η αποτρεπτική ισχύς πηγάζει από τη σωστή σύνδεση με την πιθανή ζημία, όχι από το ύψος του ποσού.
Η προθεσμία μετά τα ασφαλιστικά μέτρα είναι αυτοδίκαιη: Τα ασφαλιστικά μέτρα του Ν.4605/2019 αίρονται αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα αγωγή για την κύρια υπόθεση. Η ανάσχεση της διαρροής χωρίς συνέχιση στην κύρια δίκη αφήνει την επιχείρηση χωρίς προστασία.
Διαφορετικός κίνδυνος, διαφορετικό εργαλείο: Η ρήτρα εχεμύθειας προστατεύει την πληροφορία, η ρήτρα μη ανταγωνισμού τη δραστηριότητα και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας την εφεύρεση
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα επιχειρηματικά απόρρητα και τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας (NDA)