Skip to content
Αρθρογραφία

CMR Απώλεια Φορτίου: Αξιώσεις Φορτωτή και Όριο 8,33 SDR

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 17 Μαΐου 2026

Διεθνής Σύμβαση CMR: Πότε αποζημιώνεται ο φορτωτής για απώλεια ή βλάβη του φορτίου

Εν συντομία:

  • Η Σύμβαση CMR (Γενεύη 1956, κυρωθείσα με τον Ν. 559/1977) εφαρμόζεται αυτοδίκαια σε κάθε οδική μεταφορά εμπορευμάτων επ’ αμοιβή, όταν τόπος παραλαβής και παράδοσης βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και μία από αυτές είναι συμβαλλόμενη.
  • Ο μεταφορέας ευθύνεται με νόθα αντικειμενική ευθύνη για κάθε απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση παράδοσης του φορτίου.
  • Η αποζημίωση δεν μπορεί κατ’ αρχήν να υπερβαίνει τις 8,33 μονάδες λογαριασμού (SDR) ανά χιλιόγραμμο μικτού βάρους, όριο που αίρεται αν αποδειχθεί ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα.
  • Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται εις ολόκληρο και εγγυητικά με τον μεταφορέα.
  • Η παραγραφή των αξιώσεων είναι κατά κανόνα ένα έτος, αλλά παρατείνεται σε τρία έτη όταν συντρέχει ηθελημένη κακή διαχείριση (άρθρο 32 CMR).

Πότε εφαρμόζεται η Σύμβαση CMR;

Η Σύμβαση CMR εφαρμόζεται αυτοδίκαια σε κάθε σύμβαση οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων επ’ αμοιβή, εφόσον ο τόπος παραλαβής και ο τόπος παράδοσης βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη. Ο τόπος διαμονής ή η εθνικότητα των μερών δεν επηρεάζει την εφαρμογή.

Η Διεθνής Σύμβαση «επί του Συμβολαίου δια την διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.)» υπογράφηκε στη Γενεύη στις 19 Μαΐου 1956 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 559/1977. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις εφαρμογής είναι:

  • η μεταφορά διεξάγεται οδικώς με όχημα,
  • η μεταφορά είναι επ’ αμοιβή,
  • τόπος παραλαβής και τόπος παράδοσης βρίσκονται σε δύο διαφορετικές χώρες,
  • μία τουλάχιστον από τις δύο χώρες είναι συμβαλλόμενη στη Σύμβαση CMR.

Ως διεθνής σύμβαση κυρωμένη με τυπικό νόμο, η CMR υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης εσωτερικού δικαίου (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Η υπερνομοθετική ισχύς είναι κρίσιμη πρακτικά: σε σύγκρουση με διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή Νόμων για συμβάσεις μεταφοράς, υπερισχύει η CMR. Διαφορετική νομική βάση ισχύει στη θαλάσσια μεταφορά, στις εσωτερικές ταχυμεταφορές και στην εσωτερική χερσαία μεταφορά εντός Ελλάδας, όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις των γενικών ή ειδικών νόμων και του ΑΚ.

Ποια πρόσωπα εμπλέκονται και πώς ευθύνεται ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς;

Η σύμβαση διεθνούς μεταφοράς αφορά τέσσερα τυπικά πρόσωπα:

  • τον αποστολέα (ή φορτωτή),
  • τον μεταφορέα που διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί τη μεταφορά,
  • τον παραλήπτη και
  • τον παραγγελιοδόχο μεταφοράς.

Η μεταξύ αποστολέα και μεταφορέα σύμβαση αποτελεί μορφή μίσθωσης έργου, όχι σχέση πρόστησης, καθώς ουσιώδες στοιχείο της είναι η ανεξαρτησία του μεταφορέα κατά την εκτέλεση του έργου.

Ο ρόλος του παραγγελιοδόχου μεταφοράς

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς αναλαμβάνει, με σύμβαση με τον παραγγελέα (συνήθως τον αποστολέα), να ενεργήσει στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα κάθε πράξη που απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς. Ειδικότερα, μεριμνά για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη μ’ αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς. Πρόκειται για σχέση ανεξάρτητη από τη μεσιτεία και τη μεταπρασία, ως ξεχωριστό συμβατικό τύπο με δικές του υποχρεώσεις και αυξημένη ευθύνη.

Η εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για κάθε απώλεια ή φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων ανεξαρτήτως πταίσματος, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο ή υπήρξε ακαταμάχητη δύναμη. Νομιμοποιείται να στραφεί απευθείας κατά του παραγγελιοδόχου και ο παραλήπτης που δεν συμβλήθηκε μαζί του, καθώς η σύμβαση παραγγελίας μεταξύ αποστολέα και παραγγελιοδόχου λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 ΑΚ).

Η ευθύνη του παραγγελιοδόχου είναι εγγυητική και εις ολόκληρο με τον μεταφορέα για την καλή εκτέλεση της μεταφοράς, στο μέτρο που και ο τελευταίος ευθύνεται. Αν και η Σύμβαση CMR ρυθμίζει μόνο τη σύμβαση μεταφοράς και όχι τη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, εφαρμόζεται εμμέσως και ως προς την ευθύνη του παραγγελιοδόχου στο μέτρο που ευθύνεται ο μεταφορέας (ΜΠρΑθ 6693/2015). Όταν ο παραγγελιοδόχος ευθύνεται για δικές του προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις, η ευθύνη θεμελιώνεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου.

Πώς αποδεικνύεται η σύμβαση μεταφοράς και ποιος δικαιούται αποζημίωση;

Η σύμβαση μεταφοράς επιβεβαιώνεται με τη σύνταξη του δελτίου παράδοσης (CMR consignment note), που εκδίδεται σε τρία αντίγραφα υπογεγραμμένα από αποστολέα και μεταφορέα. Το πρώτο παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα. Η ορθή συμπλήρωση και υπογραφή του δελτίου έχει αποδεικτική και ουσιαστική σημασία για κάθε μετέπειτα αξίωση.

Πριν την παράδοση, ο αποστολέας έχει δικαίωμα διαθέσεως των εμπορευμάτων κατά το άρθρο 12 της CMR. Μπορεί να ζητήσει από τον μεταφορέα να σταματήσει τη διαμετακόμιση, να αλλάξει τον τόπο παράδοσης ή να παραδώσει σε άλλον παραλήπτη. Το δικαίωμα αυτό παύει όταν το δεύτερο αντίγραφο του δελτίου παραδοθεί στον παραλήπτη ή όταν ο παραλήπτης ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση. Από εκείνο το χρονικό σημείο, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει την παράδοση εμπορευμάτων και να ασκήσει επ’ ονόματί του κατά του μεταφορέα οποιαδήποτε δικαιώματα από τη σύμβαση μεταφοράς.

Η διάκριση του φορέα της αξίωσης αποζημίωσης απασχόλησε τον Άρειο Πάγο με την ΑΠ 1095/2022, η οποία δίνει σαφή νομολογιακή κατεύθυνση: ενεργητικά νομιμοποιείται όποιος έχει το δικαίωμα διαθέσεως των εμπορευμάτων κατά τον χρόνο της απώλειας ή βλάβης. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ο αποστολέας, αλλά γίνεται ο παραλήπτης όταν συντρέχει είτε σχετική εγγραφή στο δελτίο παράδοσης είτε άσκηση των δικαιωμάτων του παραλήπτη μετά την άφιξη των πραγμάτων ή τη διαπίστωση απώλειας ή βλάβης.

Όταν η σύμβαση πώλησης διέπεται από ρήτρα παράδοσης INCOTERMS τύπου CIF ή FOB, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή με τη φόρτωση, ζήτημα που επηρεάζει και την κρίση για το ποιος φέρει τον κίνδυνο και άρα την αξίωση αποζημίωσης.

Πώς υπολογίζεται η αποζημίωση και πότε υπερβαίνεται το όριο των 8,33 SDR;

Όταν στοιχειοθετείται ευθύνη του μεταφορέα για ολική ή μερική απώλεια ή βλάβη του φορτίου, η αποζημίωση κατ’ αρχήν δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού ανά χιλιόγραμμο ελλείποντος μικτού βάρους (άρθρο 23 παρ. 3 CMR). Ως μονάδα λογαριασμού νοείται το Ειδικό Τραβηκτικό Δικαίωμα (SDR – Special Drawing Right) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο υπολογισμός γίνεται με αναφορά στην αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο παραλαβής, στην οποία προστίθενται οι δαπάνες μεταφοράς, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις. Η αξία ορίζεται με βάση την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή, εν ελλείψει, την τρέχουσα τιμή αγοράς ή τη συνήθη τιμή εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας.

Συρροή με αδικοπρακτική ευθύνη

Η συμβατική ευθύνη του μεταφορέα ενδέχεται να συρρέει με αδικοπρακτική (άρθρο 914 ΑΚ) έναντι του κυρίου των εμπορευμάτων, αν η απώλεια ή βλάβη συνιστά παράνομη πράξη που οφείλεται σε υπαιτιότητα του μεταφορέα. Ο μεταφορέας όμως μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης CMR που αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του και να αποκλείσει έτσι και την αδικοπρακτική ευθύνη.

Λόγοι απαλλαγής του μεταφορέα

Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική. Απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση οφείλεται σε αίτιο των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 CMR:

  • εσφαλμένες ενέργειες ή αμέλεια του προβάλλοντος την απαίτηση,
  • κρυμμένο ελάττωμα ή λόγο τον οποίο ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει,
  • χρήση ανοιχτών ακαλύπτων οχημάτων εφόσον συμφωνήθηκε ρητά,
  • έλλειψη ή ελαττωματική συσκευασία ευαίσθητων εμπορευμάτων,
  • φόρτωση, στοιβασία ή εκφόρτωση από αποστολέα, παραλήπτη ή πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους,
  • ιδιαίτερη φύση εμπορευμάτων, ιδίως μεταφορά ζώντων ζώων,
  • ανεπάρκεια σημείων ή αριθμών επί των δεμάτων.

Πότε αίρεται το όριο: η «ηθελημένη κακή διαχείριση»

Ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων που αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του, αν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» (willful misconduct) ή τέτοιας παράλειψης που, κατά τη νομοθεσία του δικαστηρίου, θεωρείται ισοδύναμη. Στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση καταβάλλεται κατά τους κανόνες του κοινού δικαίου, χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς.

Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» είναι άγνωστος στο εσωτερικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο (όπου ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα) ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο (όπου ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται). Διακρίνεται και από τη βαριά αμέλεια, καθώς απαιτεί υποκειμενικό στοιχείο: τη γνώση του μεταφορέα ότι η πράξη ή παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ΑΠ Ολ 18/1998, καθώς και μεταγενέστερες αποφάσεις (ΑΠ 1715/2007, ΑΠ 1319/2011, ΕφΠειρ 421/2009), δέχονται ότι ο όρος περιλαμβάνει εκτός από τον άμεσο και ενδεχόμενο δόλο και τη συμπεριφορά του μεταφορέα που ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο. Η εμπειρία από υποθέσεις χερσαίας μεταφοράς δείχνει ότι το κρίσιμο νομολογιακό κριτήριο εστιάζει στην επίγνωση του κινδύνου, όχι στην αποδοχή του αποτελέσματος.

Ποια είναι η προθεσμία παραγραφής και πώς υπολογίζονται οι τόκοι;

Οι αξιώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση CMR υπόκεινται σε παραγραφή ενός έτους από την παράδοση των εμπορευμάτων ή, σε περίπτωση μη παράδοσης, από την τριακοστή ημέρα μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας παράδοσης (άρθρο 32 CMR). Η προθεσμία επεκτείνεται όμως σε τρία έτη εφόσον η ζημία οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση. Πρόκειται για κρίσιμη πρακτική διάκριση: η εκπρόθεσμη άσκηση αξίωσης μετά τον ένα χρόνο, ακόμη και αν υπάρχει ισχυρός λόγος ευθύνης του μεταφορέα, μπορεί να εκπέσει εξ ολοκλήρου.

Όσον αφορά τους τόκους, το άρθρο 27 παρ. 1 CMR ορίζει τόκο 5% επί της επιδικαζόμενης αποζημίωσης. Όταν όμως η απώλεια ή βλάβη οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, το ποσοστιαίο όριο δεν εφαρμόζεται και ο τόκος υπολογίζεται με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας. Η εμπειρία από αξιώσεις φορτωτών δείχνει ότι η συνδυασμένη επίκληση τόσο της τριετούς παραγραφής όσο και του υψηλότερου τόκου αλλάζει σημαντικά την οικονομική έκβαση της υπόθεσης, ιδίως όταν το φορτίο είναι υψηλής αξίας.

Συχνές Ερωτήσεις

Εφαρμόζεται η Σύμβαση CMR αν η μεταφορά γίνεται μόνο εντός Ελλάδας;

Όχι. Η CMR εφαρμόζεται μόνο σε διεθνείς οδικές μεταφορές, δηλαδή όταν τόπος παραλαβής και τόπος παράδοσης βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και μία από αυτές είναι συμβαλλόμενη. Στην εσωτερική χερσαία μεταφορά εντός Ελλάδας εφαρμόζονται οι διατάξεις του Εμπορικού Νόμου και του Αστικού Κώδικα. Η σύσταση μεταφορικής εταιρείας του Ν. 3887/2010 προϋποθέτει διαφορετική νομική βάση για τη ρύθμιση των αξιώσεων.

Μπορεί η αποζημίωση να υπερβεί τις 8,33 SDR/kg μέσω της ασφάλισης φορτίου;

Η ασφάλιση φορτίου λειτουργεί ανεξάρτητα από τη Σύμβαση CMR και καλύπτει τη ζημία στο μέτρο που προβλέπεται από το ασφαλιστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από το όριο των 8,33 SDR/kg. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε αποζημίωση υπεισέρχεται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του μεταφορέα και μπορεί να αναγάγει το ποσό, αλλά η αναγωγική του αξίωση κατά του μεταφορέα παραμένει υποκείμενη στους περιορισμούς της CMR.

Τι ισχύει αν χρησιμοποιήθηκαν διαδοχικοί μεταφορείς για το ίδιο ταξίδι;

Όταν η μεταφορά διέπεται από ενιαία σύμβαση και εκτελείται από διαδοχικούς οδικούς μεταφορείς, καθένας από αυτούς ευθύνεται για την εκτέλεση ολόκληρης της μεταφοράς. Ο δεύτερος και κάθε επόμενος μεταφορέας καθίσταται συμβαλλόμενος δυνάμει των όρων του δελτίου παράδοσης, με την αποδοχή των εμπορευμάτων και του δελτίου. Η ευθύνη τους είναι εις ολόκληρο και νόθος αντικειμενική.

Πότε ξεκινά η παραγραφή σε περίπτωση μερικής βλάβης φορτίου;

Σε περίπτωση μερικής απώλειας, βλάβης ή καθυστέρησης στην παράδοση, η μονοετής παραγραφή του άρθρου 32 CMR ξεκινά από τη στιγμή που τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στον παραλήπτη. Σε περίπτωση ολικής απώλειας, ξεκινά από την τριακοστή ημέρα μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας παράδοσης ή, εν ελλείψει τέτοιας, από την εξηκοστή ημέρα μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων από τον μεταφορέα. Η έγγραφη αξίωση που υποβάλλεται προς τον μεταφορέα αναστέλλει την παραγραφή έως ότου ο μεταφορέας απορρίψει εγγράφως το αίτημα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος δελτίου παράδοσης στη φόρτωση: Το δελτίο CMR αποτελεί το βασικό αποδεικτικό μέσο για κατάσταση φορτίου και όρους μεταφοράς. Επιφυλάξεις του μεταφορέα ως προς εμφανή κατάσταση εμπορευμάτων ή συσκευασίας πρέπει να καταχωρούνται γραπτώς, με τους λόγους, στο ίδιο το δελτίο.

Προθεσμίες έγγραφης γνωστοποίησης: Έγγραφες επιφυλάξεις του παραλήπτη για εμφανή βλάβη γίνονται κατά την παράδοση, για μη εμφανή εντός επτά ημερών. Για καθυστέρηση η αξίωση γνωστοποιείται εντός είκοσι ενός ημερών. Η παραμέληση αποδυναμώνει σημαντικά την αξίωση αποζημίωσης.

Τεκμηρίωση ηθελημένης κακής διαχείρισης: Αλλάζει τόσο το ύψος της αποζημίωσης (πέρα από 8,33 SDR/kg) όσο και την παραγραφή (τρία αντί ένα έτος). Απαιτεί απόδειξη συμπεριφοράς εν γνώσει αυξημένου κινδύνου, με τεκμήρια όπως αποκλίσεις δρομολογίου, παραβιάσεις ωραρίων οδήγησης, αδιαφορία προς ειδικές οδηγίες ή ανεπαρκή ασφάλεια οχήματος.

Συνδυασμός με ασφαλιστική κάλυψη: Σε εξαγωγικό εμπόριο υψηλής αξίας, η αποκλειστική στήριξη στο όριο 8,33 SDR/kg αφήνει σημαντικό κενό. Συνδυασμός CMR-ευθύνης μεταφορέα και ξεχωριστής ασφάλισης φορτίου διασφαλίζει συμπληρωματική προστασία, ιδίως για ηλεκτρονικά, φαρμακευτικά και υψηλής αξίας μηχανήματα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά τη διεθνή μεταφορά CMR.