Skip to content
Αρθρογραφία

Λάθος Συμβούλου ΕΣΠΑ: Πότε Διεκδικείται Αποζημίωση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 14 Αυγούστου 2026

Εν συντομία:

  • Ο σύμβουλος που αναλαμβάνει τη σύνταξη και υποβολή φακέλου χρηματοδότησης ενεργεί ως εντολοδόχος. Κατά το άρθρο 714 ΑΚ το πταίσμα του τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του και ο ίδιος οφείλει να αποδείξει ότι δεν υπήρξε υπαιτιότητά του.
  • Αντικείμενο της σύμβασης είναι ο πλήρης και τύποις παραδεκτός φάκελος, όχι η έγκριση. Η απόρριψη λόγω χαμηλής βαθμολογίας δεν θεμελιώνει ευθύνη. Η υποβολή ελλιπών, ανυπόγραφων ή λανθασμένων εγγράφων τη θεμελιώνει.
  • Αποκαθίσταται η θετική ζημία, δηλαδή οι δαπάνες που έγιναν εν όψει της ένταξης. Το ποσό της επιδότησης ως διαφυγόν κέρδος απαιτεί εξειδικευμένη έκθεση των προπαρασκευαστικών μέτρων ανά κονδύλιο.
  • Η ένσταση κατά της απορριπτικής απόφασης ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών. Η παράλειψή της ανοίγει στον σύμβουλο την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του άρθρου 300 ΑΚ.

Ποιος έχει το βάρος απόδειξης;

Ο σύμβουλος. Όταν η ανάθεση σύνταξης και υποβολής φακέλου χρηματοδότησης χαρακτηρίζεται σύμβαση εντολής, το άρθρο 714 ΑΚ θεσπίζει ευθύνη για κάθε πταίσμα και το πταίσμα τεκμαίρεται από την ίδια τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων.

Η επιχείρηση αποδεικνύει την ανάθεση, την πλημμελή εκτέλεση και τη ζημία. Ο σύμβουλος φέρει το βάρος να αποδείξει, κατ’ ένσταση, ότι δεν υπήρξε υπαιτιότητά του.

Ο Άρειος Πάγος, κατά πάγια νομολογία, δέχεται ότι ο εντολοδόχος οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος και για ελαφρά αμέλεια, ενώ η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1869/2022).

Η ίδια αρχή επιβεβαιώνεται και στη νεότερη ΑΠ 440/2025, η οποία προσθέτει ότι απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα.

Η αξίωση θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ, όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που στοιχειοθετούν αυτοτελές αδίκημα, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ή οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ. Η επιλογή αυτή καθορίζει και τον χρόνο παραγραφής.

ΣτοιχείοΕνδοσυμβατική βάση (714, 330 ΑΚ)Αδικοπρακτική βάση (914 ΑΚ)
Βάρος απόδειξης πταίσματοςΤεκμαίρεται, ο σύμβουλος ανατρέπειΟ ενάγων αποδεικνύει υπαιτιότητα
ΠαραγραφήΕικοσαετής (249 ΑΚ)Πενταετής από τη γνώση (937 ΑΚ)
Απαιτούμενο παράνομοΑρκεί η αθέτηση της σύμβασηςΑπαιτείται αυτοτελές παράνομο
Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβηςΔεν χορηγείται κατά κανόναΔυνατή υπό τις προϋποθέσεις του 932 ΑΚ

Τι ακριβώς ανέλαβε ο σύμβουλος, σωστό φάκελο ή εγκεκριμένη ένταξη;

Ανέλαβε τη σύνταξη και υποβολή πλήρους και τύποις παραδεκτού φακέλου, δηλαδή φακέλου που πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις της πρόσκλησης ώστε να περάσει στο στάδιο της ουσιαστικής αξιολόγησης.

Η ένταξη εξαρτάται από βαθμολογία, κριτήρια αξιολόγησης και διαθέσιμο προϋπολογισμό, στοιχεία που δεν ελέγχει ο σύμβουλος.

Επομένως, τυχόν απόρριψη λόγω χαμηλής βαθμολογίας ανήκει στον κίνδυνο της επιχείρησης, ενώ σπόρριψη λόγω ελλιπών ή λανθασμένων δικαιολογητικών συνιστά μη εκπλήρωση της κύριας παροχής.

Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης μεταβάλλει το μέτρο επιμέλειας:

  • Ως εντολή (713 ΑΚ επ.) ο σύμβουλος ευθύνεται για κάθε πταίσμα με τεκμαιρόμενη υπαιτιότητα.
  • Ως σύμβαση έργου (681 ΑΚ επ.) οφείλει συγκεκριμένο αποτέλεσμα, τον άρτιο φάκελο, ευθυνόμενος για ελαττώματα αυτού.
  • Ως σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (648 ΑΚ επ.) οφείλει επιμελή παροχή χωρίς δέσμευση αποτελέσματος.

Στην πράξη τα γραφεία συμβούλων επικαλούνται τον τρίτο χαρακτηρισμό και η θιγόμενη επιχείρηση τον πρώτο.

Η συνήθης άμυνα του συμβούλου στηρίζεται στο ότι την αίτηση χρηματοδότησης την υποβάλλει και την υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης, ο οποίος βεβαιώνει την ακρίβεια των δηλούμενων.

Η υπογραφή αυτή καλύπτει το περιεχόμενο των δηλώσεων, χωρίς να μεταθέτει στην επιχείρηση τον έλεγχο της τυπικής αρτιότητας των συνημμένων, όταν αυτός αποτέλεσε ρητό αντικείμενο της ανάθεσης.

Ο καθορισμός της αμοιβής λειτουργεί ως ερμηνευτικό στοιχείο. Αμοιβή επιτυχίας που καταβάλλεται μόνο επί ένταξης δείχνει ότι τα μέρη συνέδεσαν την αντιπαροχή με το αποτέλεσμα.

Η διαπραγμάτευση αυτού του όρου, μαζί με τον καθορισμό των παραδοτέων και του χρόνου εσωτερικού ελέγχου πριν την υποβολή, καθορίζει ποια από τις τρεις μορφές θα κρίνει το δικαστήριο ότι συμφωνήθηκε. Το ίδιο κείμενο μπορεί να ερμηνευτεί και με τους τρεις τρόπους ανάλογα με τη διατύπωση επιμέρους όρων.

Πότε είναι ανεφάρμοστη η ρήτρα που περιορίζει την ευθύνη;

Είναι ανεφάρμοστη όταν η συμπεριφορά συνιστά δόλο ή βαριά αμέλεια. Το άρθρο 332 ΑΚ ορίζει ότι είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια, οπότε απαλλαγή μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μόνο για ελαφρά αμέλεια.

Η υποβολή ανυπόγραφων εγγράφων ή εγγράφων άλλης επιχείρησης σε φάκελο προς διαχειριστική αρχή μπορεί να χαρακτηριστεί βαριά αμέλεια.

Η δικονομική ισορροπία ανατρέπεται στην κατανομή του βάρους επίκλησης. Ο ίδιος ο σύμβουλος που επικαλείται την απαλλακτική ρήτρα οφείλει να επικαλεστεί και να εκθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του συνιστούσε ελαφρά αμέλεια.

Παράλειψη της επίκλησης αυτής οδηγεί σε απόρριψη του ισχυρισμού ως αόριστου (ΑΠ 84/2020). Ο σύμβουλος φέρει έτσι δύο διαδοχικά βάρη, πρώτα ότι δεν υπήρξε υπαιτιότητα και έπειτα ότι τυχόν υπαιτιότητα ήταν ελαφρά.

Η ρήτρα οφείλει επίσης να έχει συμφωνηθεί ρητά. Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι απαλλακτική ρήτρα δεν συνάγεται σιωπηρά και ότι ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να γνωρίζει τόσο ότι συμφωνείται απαλλαγή όσο και ότι αναλαμβάνει κινδύνους (ΑΠ 491/2016).

Γενική διατύπωση σε συνοδευτικό έγγραφο ή σε παραπομπή προς όρους που δεν τέθηκαν υπόψη της επιχείρησης δύσκολα θεμελιώνει έγκυρη συμφωνία απαλλαγής. Παράλληλα ισχύει ο έλεγχος των καταχρηστικών όρων όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του.

Ποια ποσά επιστρέφονται και ποια όχι;

Επιστρέφεται η θετική ζημία, δηλαδή οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν εν όψει της αναμενόμενης ένταξης. Το ποσό της ίδιας της επιδότησης αποτελεί διαφυγόν κέρδος και υπόκειται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις απόδειξης.

Για το διαφυγόν κέρδος, ο Άρειος Πάγος απαιτεί εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ ούτε η αναφορά συνολικού ποσού (ΑΠ 504/2023).

Η αξίωση για το ποσό της επιδότησης προσκρούει κατά κύριο λόγο στην αοριστία, όταν το δικόγραφο περιορίζεται στο ύψος της εγκεκριμένης δημόσιας δαπάνης χωρίς να εκθέτει τι είχε ήδη δρομολογηθεί σε επίπεδο συμβάσεων, παραγγελιών και χρηματοδότησης. Ο τρόπος υπολογισμού του διαφυγόντος κέρδους διαφοροποιείται ανάλογα με τον βαθμό ωριμότητας της επένδυσης.

Η πρακτική σε υποθέσεις απώλειας ένταξης λόγω σφάλματος συμβούλου δείχνει ότι την τύχη της αξίωσης την κρίνει ο φάκελος αξιολόγησης περισσότερο από τη σύμβαση με τον σύμβουλο, γιατί μόνο από εκεί προκύπτει αν η βαθμολογία υπερέβαινε το όριο ένταξης και αν η απόρριψη οφείλεται αποκλειστικά σε τυπικό λόγο.

Κατηγορία ζημίαςΤι πρέπει να αποδειχθείΤι εμποδίζει την επιδίκαση
Θετική ζημία (μελέτες, προκαταβολές, τόκοι ενδιάμεσης χρηματοδότησης, αμοιβή συμβούλου)Πραγματοποίηση της δαπάνης και σύνδεσή της με την προσδοκώμενη ένταξηΔαπάνες που θα γίνονταν ούτως ή άλλως
Διαφυγόν κέρδος (ποσό επιδότησης)Βαθμολογία άνω του ορίου, απόρριψη μόνο για τυπικό λόγο, προπαρασκευαστικά μέτρα ανά κονδύλιοΑοριστία δικογράφου κατά το άρθρο 298 ΑΚ
Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβηςΠροσβολή φήμης ή πίστης νομικού προσώπουΑπουσία αδικοπρακτικής βάσης

Πρέπει να ασκηθεί ένσταση πριν στραφεί η επιχείρηση κατά του συμβούλου;

Η ένσταση δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση της αξίωσης κατά του συμβούλου. Η παράλειψή της όμως θεμελιώνει για τον σύμβουλο την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του άρθρου 300 ΑΚ, με αίτημα μείωσης ή και μη επιδίκασης της αποζημίωσης, γιατί η επιχείρηση είχε στη διάθεσή της μηχανισμό αποτροπής της ζημίας και δεν τον ενεργοποίησε.

Η διαδικασία ορίζεται στην παρ. 7 του άρθρου 36 του Ν. 4914/2022 και εξειδικεύεται στην υπ’ αρ. 110565/17.11.2022 υπουργική απόφαση.

Η προθεσμία τροποποιήθηκε με την υπ’ αρ. 8542/2024 υπουργική απόφαση και η ένσταση ασκείται πλέον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών, δηλαδή προθεσμίας της οποίας η παρέλευση επιφέρει απώλεια του δικαιώματος, από την επομένη της κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης, αντί των επτά εργάσιμων ημερών που ίσχυαν αρχικά.

Αρμόδιο για την απόφαση είναι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ η απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής.

Η ίδια υπουργική απόφαση προβλέπει ότι λόγο απόρριψης της ένστασης δύναται να αποτελέσει και η εξάντληση της δημόσιας δαπάνης της πρόσκλησης ή του Προγράμματος. Η πρόβλεψη αυτή αξιοποιείται αμυντικά, με το επιχείρημα ότι η ένταξη θα χανόταν ούτως ή άλλως.

Στην εξέταση της ένστασης εφαρμόζονται τα άρθρα 7, 13 και 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999), οπότε ζητήματα σύνθεσης και λειτουργίας του αποφασίζοντος οργάνου μπορούν να θεμελιώσουν αυτοτελή πλημμέλεια της απορριπτικής απόφασης.

Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αποκρούεται όταν η επιχείρηση δεν γνώριζε τα κρίσιμα στοιχεία. Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι η άγνοια των κρίσιμων χαρακτηριστικών αποκλείει οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ζημιωθέντος ή υποχρέωσή του, επιβαλλόμενη έστω και από την καλή πίστη, προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας (ΑΠ 1163/2020).

Όταν ο σύμβουλος βεβαίωσε επιτυχή υποβολή και δεν ενημέρωσε για τη δυνατότητα και την προθεσμία ένστασης, απέκρυψε ο ίδιος την πληροφορία που θα επέτρεπε την αποτροπή.

Πότε ευθύνεται το Δημόσιο αντί για τον σύμβουλο;

Όταν η ίδια η απορριπτική πράξη είναι παράνομη. Το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ θεμελιώνει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, με ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς το βάρος απόδειξης έναντι της αξίωσης κατά ιδιώτη.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται ότι ο παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του, ενώ αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη είναι επαρκώς ικανή και μπορεί αντικειμενικώς, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία (ΣτΕ 1500/2022).

Η παραπάνω απόφαση του ΣτΕ εκδόθηκε επί εντελώς διαφορετικού βιοτικού συμβάντος, ωστόσο οι κρίσεις της αξιοποιούνται εδώ ως γενικές αρχές του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, όχι ως νομολογία επί επιδοτήσεων.

Η επιλογή εναγομένου μεταξύ συμβούλου και Δημοσίου, ή η σώρευση και των δύο, εξαρτάται από το αν η απορριπτική πράξη πάσχει αυτοτελώς. Ανάλογα ζητήματα ανακύπτουν και στην ευθύνη του Δημοσίου σε διαγωνισμό, όπου η παρανομία της διοικητικής πράξης κρίνεται παρεμπιπτόντως από τον δικαστή της αγωγής.

Πώς κατανέμεται η ευθύνη όταν μεσολάβησε δεύτερος σύμβουλος;

Κάθε σύμβουλος ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε η δική του παράβαση. Οι συμβάσεις είναι χωριστές, η ευθύνη ενδοσυμβατική. Το άρθρο 926 ΑΚ, που καθιερώνει ευθύνη εις ολόκληρον, αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη. Η κατανομή γίνεται κατά την αιτιώδη συνάφεια της κάθε παράβασης με το τελικό αποτέλεσμα.

Ευθύνη εις ολόκληρον προκύπτει σε δύο περιπτώσεις:

Πρώτη, όταν η συμπεριφορά ενός εκ των δύο στοιχειοθετεί και αυτοτελές αδίκημα, οπότε ενεργοποιείται το άρθρο 926 ΑΚ, κατά το οποίο ενέχονται όλοι εις ολόκληρον και όταν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία (ΑΠ 1586/2022).

Δεύτερη, όταν ο δεύτερος σύμβουλος χρησιμοποιήθηκε από τον πρώτο ως βοηθός εκπλήρωσης, οπότε κατά το άρθρο 334 παρ. 1 ΑΚ ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής του όπως για δικό του πταίσμα (ΑΠ 2062/2022).

Το σφάλμα του δεύτερου συμβούλου δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον πρώτο. Ο αιτιώδης σύνδεσμος διακόπτεται μόνο όταν η παρεμβολή της νέας πράξης καθιστά την αρχική παράβαση μη πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος.

Η στάθμιση αυτή είναι κατεξοχήν θέμα των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και καθορίζει αν η αγωγή θα στραφεί κατά του πρώτου, του δεύτερου ή και των δύο με χωριστά αιτητικά.

Τι πρέπει να προβλέπει η σύμβαση με τον σύμβουλο;

Η σύμβαση οφείλει να μετατρέπει σε ρητές συμβατικές υποχρεώσεις όσα, διαφορετικά, αφήνονται σε ερμηνεία από το δικαστήριο. Πέντε προβλέψεις μεταβάλλουν ουσιωδώς τη θέση της επιχείρησης σε ενδεχόμενη διαφορά, χωρίς να αυξάνουν το κόστος της ανάθεσης. Ειδικότερα:

  1. Παράδοση αντιγράφου των υποβληθέντων: ρητή υποχρέωση παράδοσης, εντός ορισμένης προθεσμίας από την οριστικοποίηση, όλων των εγγράφων όπως ακριβώς αναρτήθηκαν στο πληροφοριακό σύστημα. Χωρίς αυτήν, η επιχείρηση μαθαίνει τι υποβλήθηκε μόνο μετά την απόρριψη.
  2. Δέσμευση πληρότητας και τύπου: ρητή ανάληψη της υποχρέωσης ότι ο φάκελος θα είναι πλήρης και τύποις παραδεκτός κατά τα οριζόμενα στην πρόσκληση, με διάκριση από το αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Η ρήτρα αυτή κλειδώνει τον χαρακτηρισμό της παροχής.
  3. Όριο της απαλλακτικής ρήτρας: ρητή διατύπωση ότι τυχόν περιορισμός ευθύνης δεν καταλαμβάνει τη βαριά αμέλεια, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας κατά το άρθρο 332 ΑΚ.
  4. Ασφαλιστήριο επαγγελματικής ευθύνης: υποχρέωση διατήρησης ισχύοντος συμβολαίου με συγκεκριμένο όριο κάλυψης και προσκόμιση αντιγράφου. Η ασφάλιση αστικής επαγγελματικής ευθύνης κρίνει στην πράξη αν μια βάσιμη αξίωση θα εισπραχθεί, καθώς η περιουσιακή κατάσταση των γραφείων συμβούλων υπολείπεται, κατά κανόνα, του ύψους της ζημίας.
  5. Προθεσμία εσωτερικού ελέγχου: υποχρέωση υποβολής του πλήρους φακέλου στην επιχείρηση ορισμένες ημέρες πριν τη λήξη της πρόσκλησης, με δικαίωμα υποδείξεων. Η πρόβλεψη αυτή αφαιρεί ταυτόχρονα από τον σύμβουλο το επιχείρημα ότι η επιχείρηση καθυστέρησε την προσκόμιση στοιχείων.

Από τον χειρισμό αντίστοιχων διαφορών προκύπτει ότι η απουσία της πρώτης πρόβλεψης είναι εκείνη που καθυστερεί περισσότερο την υπόθεση, γιατί η επιχείρηση αναγκάζεται να ζητήσει τον φάκελο από τη διαχειριστική αρχή για να διαπιστώσει τι ακριβώς υποβλήθηκε.

Συχνές Ερωτήσεις

Μέχρι πότε μπορεί να υποβληθεί ένσταση κατά της απόρριψης;

Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 110565/2022 υπουργική απόφαση όπως τροποποιήθηκε το 2024. Η προθεσμία των επτά εργάσιμων ημερών που αναφέρεται σε πολλές πηγές ίσχυε μέχρι τον Μάιο του 2024. Επειδή η προθεσμία είναι ανατρεπτική, η εκπρόθεσμη ένσταση απορρίπτεται χωρίς εξέταση της ουσίας.

Πόσο χρόνο κάνει η διοίκηση να απαντήσει στην ένσταση;

Οι αποφάσεις επί των ενστάσεων εκδίδονται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της ένστασης. Η προθεσμία αναστέλλεται όταν ζητηθούν συμπληρωματικές πληροφορίες ή διευκρινίσεις, μέχρι την προσκόμισή τους.

Ευθύνεται ο σύμβουλος αν η ένταξη χάθηκε λόγω εξάντλησης του προϋπολογισμού;

Η εξάντληση της δημόσιας δαπάνης αποτελεί αυτοτελή λόγο απόρριψης της ένστασης κατά την υπουργική απόφαση και λειτουργεί ως άμυνα του συμβούλου ως προς την αιτιώδη συνάφεια. Η άμυνα αυτή κάμπτεται όταν η επιχείρηση αποδείξει ότι με ορθό φάκελο θα είχε ενταχθεί στην αρχική φάση, πριν την εξάντληση του διαθέσιμου ποσού.

Μπορεί η επιχείρηση να ζητήσει πίσω την αμοιβή που κατέβαλε στον σύμβουλο;

Ναι, ως κονδύλιο θετικής ζημίας, εφόσον η παροχή αποδειχθεί πλημμελής. Το ποσό αυτό είναι το ευκολότερα αποδείξιμο κονδύλιο της αγωγής, καθώς προκύπτει από το παραστατικό και την τραπεζική κίνηση χωρίς να εξαρτάται από την πιθανότητα ένταξης.

Σε πόσα χρόνια παραγράφεται η αξίωση κατά του συμβούλου;

Επί ενδοσυμβατικής βάσης ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον η αξίωση δεν υπάγεται σε ειδικότερη κατηγορία. Επί αδικοπρακτικής βάσης ισχύει η πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πρώτο έγγραφο ο φάκελος αξιολόγησης: Η αίτηση προς τη διαχειριστική αρχή για χορήγηση του πλήρους φακέλου και του πίνακα κατάταξης προηγείται κάθε άλλης ενέργειας. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν η απόρριψη ήταν τυπική και αν η βαθμολογία υπερέβαινε το όριο ένταξης.

Ένσταση πρώτα: Η άσκηση της ένστασης εντός της δεκαήμερης προθεσμίας αφαιρεί από τον σύμβουλο το ισχυρότερο αμυντικό επιχείρημα και ενδέχεται να αποκαταστήσει την ένταξη, χωρίς δίκη.

Διάσωση της αλληλογραφίας: Οι βεβαιώσεις επιτυχούς υποβολής, τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τα αποδεικτικά του πληροφοριακού συστήματος τεκμηριώνουν τόσο την πλημμελή εκτέλεση όσο και την άγνοια της επιχείρησης που αντικρούει το συντρέχον πταίσμα.

Έλεγχος ασφαλιστηρίου πριν την αγωγή: Η ύπαρξη και τα όρια ασφαλιστηρίου επαγγελματικής ευθύνης, καθώς και τυχόν ρήτρα που συνδέει την κάλυψη με τον χρόνο έγερσης της αξίωσης, κρίνουν τη σκοπιμότητα και τον χρόνο άσκησης της αγωγής.

Χωριστά αιτητικά σε περίπτωση δύο συμβούλων: Η αοριστία στην κατανομή της ζημίας μεταξύ διαδοχικών υποχρέων οδηγεί σε μερική απόρριψη. Η εξειδίκευση ανά εναγόμενο και ανά κονδύλιο γίνεται στο δικόγραφο, όχι στην αποδεικτική διαδικασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με σφάλματα συμβούλου σε φάκελο χρηματοδότησης.