Εταιρικοί Μετασχηματισμοί & M&A: Πλήρης Νομικός Οδηγός

Εταιρικοί Μετασχηματισμοί & M&A: Συγχώνευση, Διάσπαση, Ν. 4601/2019 & 5162/2024

Εν συντομία:

  • Ο όρος «εταιρικός μετασχηματισμός» περιλαμβάνει τη συγχώνευση, τη διάσπαση και τη μετατροπή του Ν. 4601/2019. Η εξαγορά (M&A) είναι διακριτή πράξη που εντάσσεται στο ευρύτερο πλέγμα εταιρικών αναδιοργανώσεων.
  • Το φορολογικό πλαίσιο ενοποιήθηκε με τον Ν. 5162/2024 (Μέρος Δ) που εφαρμόζεται από 5/12/2024 και αντικαθιστά τα ν.δ. 1297/1972, Ν. 2166/1993, άρθρα 52-56 του ΚΦΕ.
  • Η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας απαλλάσσει τη μεταβίβαση από φόρο υπεραξίας και επιτρέπει μεταφορά ζημιών, υπό αντικαταχρηστικό έλεγχο.
  • Η απορροφώσα ή επωφελούμενη εταιρεία υπεισέρχεται ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας (ΑΠ 1782/2022).
  • Επιλογή του σωστού τύπου εξαρτάται από τον στρατηγικό στόχο: scale-up (συγχώνευση), restructure (διάσπαση/μετατροπή), exit ή acquisition (M&A).

Πότε επιλέγεται εταιρικός μετασχηματισμός και πότε εξαγορά (M&A);

Ο εταιρικός μετασχηματισμός είναι πράξη εταιρικού δικαίου που μεταβάλλει την υπόσταση του εταιρικού φορέα χωρίς λύση και εκκαθάριση, με καθολική διαδοχή. Η εξαγορά είναι σύμβαση κτήσης μετοχών (share deal) ή στοιχείων ενεργητικού (asset deal). Ο μετασχηματισμός αλλάζει τη δομή· η εξαγορά αλλάζει τον ιδιοκτήτη.

Στην πρακτική των M&A συναλλαγών, οι δύο μηχανισμοί συχνά συνδυάζονται. Ο αγοραστής μπορεί πρώτα να εξαγοράσει την target, και στη συνέχεια να την συγχωνεύσει με υπάρχουσα θυγατρική του ή να αποσχίσει συγκεκριμένο κλάδο. Αντίστοιχα, μια διάσπαση μπορεί να προηγηθεί της εξαγοράς, ώστε να μεταβιβαστεί μόνο ο επιθυμητός κλάδος δραστηριότητας στον υποψήφιο αγοραστή.

Η διάκριση έχει κρίσιμες πρακτικές συνέπειες. Στον μετασχηματισμό, η μεταβίβαση είναι αυτοδίκαιη και καθολική: όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα, οι εκκρεμείς δίκες, οι συμβάσεις εργασίας, οι άδειες λειτουργίας μεταβιβάζονται χωρίς ξεχωριστή πράξη ανά στοιχείο. Στην εξαγορά μέσω asset deal, η μεταβίβαση είναι ειδική και απαιτεί ξεχωριστή σύμβαση ή έγκριση ανά αντικείμενο, ενώ ορισμένες συμβατικές σχέσεις (π.χ. μισθώσεις, συμβάσεις δικαιόχρησης) μπορεί να απαιτούν συναίνεση τρίτων.

Η επιλογή μεταξύ μετασχηματισμού και M&A καθορίζεται από τέσσερις παραμέτρους: τον στρατηγικό στόχο, τη φορολογική επιβάρυνση, την έκθεση σε κρυφές υποχρεώσεις της target και την ταχύτητα ολοκλήρωσης.

Ποιοι είναι οι τύποι εταιρικών αναδιοργανώσεων;

Οι μορφές που προβλέπει ρητά ο Ν. 4601/2019 είναι τρεις: η συγχώνευση, η διάσπαση και η μετατροπή. Η εξαγορά (M&A) δεν αποτελεί μετασχηματισμό υπό την έννοια του νόμου, αλλά εντάσσεται στις εταιρικές αναδιοργανώσεις και ακολουθεί ξεχωριστό νομικό μηχανισμό μεταβίβασης μετοχών ή στοιχείων.

ΤύποςΝομικό αποτέλεσμαΣυνηθέστερος στρατηγικός στόχοςΦορολογικό πλαίσιο
ΣυγχώνευσηΔύο ή περισσότερες εταιρείες ενοποιούνται σε μία (απορρόφηση ή σύσταση νέας)Scale-up, ενοποίηση ομίλου, εξάλειψη εσωτερικού ανταγωνισμούΦορολογική ουδετερότητα Ν. 5162/2024 ή κίνητρα Ν. 4935/2022
ΔιάσπασηΜία εταιρεία διαμοιράζει την περιουσία της σε δύο ή περισσότερες (κοινή, μερική, απόσχιση κλάδου)Carve-out κλάδου, διαχωρισμός δραστηριοτήτων, προετοιμασία για επιμέρους πώλησηΊδιο πλαίσιο φορολογικής ουδετερότητας Ν. 5162/2024
ΜετατροπήΑλλαγή νομικής μορφής χωρίς λύση και χωρίς μεταβίβαση περιουσίαςΑναβάθμιση εταιρικού τύπου (π.χ. ΙΚΕ → ΑΕ) ενόψει χρηματοδότησης ή scale-upΊδιο πλαίσιο, με ειδικότερα κριτήρια βάσει νομικής μορφής
Εξαγορά (M&A)Μεταβίβαση μετοχών (share deal) ή στοιχείων ενεργητικού (asset deal)Ανάπτυξη μέσω αποκτήσεων, exit ιδρυτών, στρατηγική επένδυσηΦόρος υπεραξίας 15% (φυσικά πρόσωπα) ή απαλλαγή σε share-for-share ανταλλαγή

Στην πράξη υπάρχουν και υβριδικές μορφές. Η ασύμμετρη διάσπαση επιτρέπει στους μετόχους να λάβουν εταιρικά μερίδια στις επωφελούμενες εταιρείες σε αναλογία διαφορετική από τα δικαιώματά τους στη διασπώμενη. Πρόκειται για εργαλείο που προβλέπει ρητά ο Ν. 5162/2024 για διαχωρισμούς κλάδων μεταξύ μετόχων με διαφορετικές στρατηγικές. Αντίστοιχα, η απόσχιση κλάδου μεταβιβάζει αυτόνομη οργανωτική μονάδα ως σύνολο, χωρίς να επηρεάζονται οι υπόλοιπες δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας.

Ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο των εταιρικών μετασχηματισμών;

Το πλαίσιο διαμορφώνεται από τρεις πυλώνες: εταιρικό δίκαιο (διαδικασία), φορολογικό δίκαιο (κίνητρα) και ευρωπαϊκό δίκαιο (διασυνοριακές πράξεις). Ο Ν. 4601/2019 ρυθμίζει τη διαδικασία· ο Ν. 5162/2024 ορίζει τα φορολογικά κίνητρα· οι ευρωπαϊκές οδηγίες ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο για διασυνοριακές πράξεις εντός ΕΕ.

Ο Ν. 4601/2019 (εταιρικό σκέλος)

Ο Ν. 4601/2019 (κωδικοποιημένος με τον Ν. 5104/2024) αναμόρφωσε το ελληνικό δίκαιο των εταιρικών μετασχηματισμών, κωδικοποιώντας σε ενιαίο κείμενο το προηγούμενο κατακερματισμένο νομοθετικό τοπίο. Στο πεδίο εφαρμογής εμπίπτουν οι ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ, ετερόρρυθμες κατά μετοχές, κοινοπραξίες, ευρωπαϊκές εταιρείες (SE), αστικοί συνεταιρισμοί και ευρωπαϊκές συνεταιριστικές εταιρείες (SCE), εφόσον έχουν έδρα στην Ελλάδα.

Ο νόμος καταργεί την αρχή του κλειστού αριθμού (numerus clausus) μετασχηματισμών: επιτρέπει συνδυασμούς εταιρικών τύπων που το προηγούμενο δίκαιο απέκλειε. Ταυτόχρονα, καθιερώνει ενιαίες διαδικαστικές αρχές για όλους τους τύπους και θεσπίζει διαδικαστικές απλοποιήσεις, ιδίως για ΙΚΕ και προσωπικές εταιρείες όπου ο σύνολο των εταίρων είναι και διαχειριστές.

Ο Ν. 5162/2024 (φορολογικό σκέλος)

Από 5/12/2024, το Μέρος Δ΄ (άρθρα 47-59) του Ν. 5162/2024 αποτελεί το ενιαίο φορολογικό πλαίσιο και αντικαθιστά τις αποσπασματικές διατάξεις του ν.δ. 1297/1972, του Ν. 2166/1993, του Κεφαλαίου Α΄ του Ν. 2578/1998 και των άρθρων 52-56 του ΚΦΕ. Η εφαρμογή του διευκρινίζεται με την Εγκύκλιο Ε.2088/2025 της ΑΑΔΕ.

Το πλαίσιο εναρμονίζεται πλήρως με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ για το κοινό φορολογικό καθεστώς διασυνοριακών αναδιαρθρώσεων. Παράλληλα, ο Ν. 4935/2022 παραμένει σε ισχύ ως εναλλακτικό καθεστώς, παρέχοντας απαλλαγή 30% από φόρο εισοδήματος επί προ φόρου κερδών για μετασχηματισμούς ΜμΕ που πληρούν τα κριτήρια ελάχιστου κύκλου εργασιών (375.000 ευρώ) και κλίμακας. Η επιχείρηση επιλέγει το ευνοϊκότερο καθεστώς ανά πράξη.

Ευρωπαϊκό δίκαιο και διασυνοριακοί μετασχηματισμοί

Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121 ρυθμίζει τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών εντός ΕΕ. Η ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο επιτρέπει σε ελληνική εταιρεία να μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος ή αντιστρόφως, χωρίς λύση και επανίδρυση. Η αναλυτική προσέγγιση δίνεται στο άρθρο για τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς.

Πώς αποφασίζεται ο σωστός τύπος μετασχηματισμού;

Η επιλογή ξεκινά από τον στρατηγικό στόχο, όχι από τον τύπο. Ο επιχειρηματίας ή το διοικητικό συμβούλιο πρέπει πρώτα να ορίσει τι θέλει να επιτύχει: ανάπτυξη μέσω συνένωσης, διαχωρισμό δραστηριοτήτων, αναβάθμιση εταιρικού τύπου ή έξοδο μετόχων. Από εκεί προκύπτει ο κατάλληλος μηχανισμός.

Όταν στόχος είναι η οικονομία κλίμακας, η εξάλειψη ενδοομιλικών συναλλαγών ή η ενσωμάτωση πελατολογίου ανταγωνιστή, η συγχώνευση είναι ο φυσικός μηχανισμός. Όταν στόχος είναι ο διαχωρισμός κλάδου με διακριτή στρατηγική (π.χ. απόσχιση τεχνολογικού τμήματος για ξεχωριστή ανάπτυξη ή πώληση), η διάσπαση, και ιδίως η απόσχιση κλάδου, δίνει την ευελιξία.

Όταν στόχος είναι η αναβάθμιση εταιρικού τύπου ενόψει χρηματοδότησης από venture capital, εισόδου επενδυτών ή προετοιμασίας για IPO, η μετατροπή (συνήθως ΙΚΕ ή ΕΠΕ σε ΑΕ) προσφέρει την ίδια νομική προσωπικότητα με νέα νομική μορφή. Όταν στόχος είναι η απόκτηση τρίτης εταιρείας, η εξαγορά (share ή asset deal) είναι ο μηχανισμός, συχνά συνδυασμένη με μεταγενέστερη συγχώνευση για ενοποίηση ή με προηγούμενη απόσχιση κλάδου για carve-out του επιθυμητού τμήματος.

Δεύτερη παράμετρος είναι η φορολογική. Η φορολογική ουδετερότητα του Ν. 5162/2024 καλύπτει τους τρεις τύπους του Ν. 4601/2019, αλλά η εξαγορά μετοχών υπόκειται σε διαφορετικούς κανόνες φορολόγησης υπεραξίας. Τρίτη παράμετρος είναι η ταχύτητα: η μετατροπή ολοκληρώνεται σε σχετικά σύντομο χρόνο, ενώ η συγχώνευση ή διάσπαση απαιτεί κατά κανόνα 4-6 μήνες λόγω των διαδικαστικών απαιτήσεων δημοσιότητας και προστασίας πιστωτών.

Ποια είναι τα βασικά βήματα εκτέλεσης ενός μετασχηματισμού;

Η διαδικασία ακολουθεί ενιαία λογική για συγχώνευση και διάσπαση κατά τον Ν. 4601/2019, με κάποιες απλοποιήσεις στη μετατροπή. Τα βασικά βήματα είναι επτά.

  1. Στρατηγική απόφαση και αρχικό due diligence. Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές αξιολογούν τη σκοπιμότητα. Σε εξαγορά τρίτης εταιρείας, προηγείται δέουσα επιμέλεια (due diligence) νομική, φορολογική και εργατική.
  2. Σχέδιο σύμβασης μετασχηματισμού. Καταρτίζεται γραπτό σχέδιο που περιλαμβάνει νομική μορφή, επωνυμία, έδρα, αριθμό ΓΕΜΗ, σχέση ανταλλαγής εταιρικών συμμετοχών, ημερομηνία λογιστικής ενοποίησης, δικαιώματα ειδικών κατηγοριών μετόχων.
  3. Έκθεση διοικητικού συμβουλίου ή διαχειριστών. Λεπτομερής γραπτή έκθεση προς τη συνέλευση που εξηγεί τη σχέση ανταλλαγής, τις νομικές και οικονομικές συνέπειες. Σε ΙΚΕ και προσωπικές εταιρείες όπου όλοι οι εταίροι είναι και διαχειριστές, η έκθεση παραλείπεται.
  4. Έκθεση εμπειρογνωμόνων. Ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες (συνήθως ορκωτοί ελεγκτές) εξετάζουν αν η σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη και εύλογη. Δυνατή απαλλαγή με ομόφωνη απόφαση των μετόχων.
  5. Δημοσιότητα του σχεδίου. Καταχώρηση στο ΓΕΜΗ ή ανάρτηση στην ιστοσελίδα κάθε συμμετέχουσας εταιρείας τουλάχιστον έναν μήνα πριν τη γενική συνέλευση. Παράλληλα, παρέχεται προθεσμία 30 ημερών στους πιστωτές για παροχή εγγυήσεων όταν αποδεικνύουν επαρκώς ότι ο μετασχηματισμός θέτει σε κίνδυνο τις απαιτήσεις τους.
  6. Απόφαση γενικής συνέλευσης ή εταίρων. Λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία (συνήθως 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου σε ΑΕ). Σε ειδικές κατηγορίες μετόχων που θίγονται, απαιτείται ξεχωριστή έγκριση.
  7. Σύμβαση μετασχηματισμού και έλεγχος νομιμότητας. Η σύμβαση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό έγγραφο ανάλογα με τον εταιρικό τύπο. Η αρμόδια Υπηρεσία ΓΕΜΗ ασκεί προληπτικό έλεγχο νομιμότητας και ο μετασχηματισμός ολοκληρώνεται με την καταχώρηση στο μητρώο.

Στη μετατροπή, η διαδικασία είναι σημαντικά συντομότερη: δεν υπάρχει σχέση ανταλλαγής (αφού δεν εμπλέκονται περισσότερες εταιρείες), δεν απαιτείται έκθεση εμπειρογνωμόνων στις περισσότερες περιπτώσεις, και η διατήρηση της νομικής προσωπικότητας απλοποιεί τη μεταβατική περίοδο.

Πώς λειτουργεί η φορολογική ουδετερότητα και ποια τα οφέλη;

Η φορολογική ουδετερότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του νέου πλαισίου. Σημαίνει ότι ο μετασχηματισμός δεν «πυροδοτεί» φορολογικές υποχρεώσεις κατά τον χρόνο εκτέλεσής του: τα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται στη λήπτρια εταιρεία στην ίδια φορολογική αξία που είχαν στα βιβλία της μεταβιβάζουσας. Η τυχόν λανθάνουσα υπεραξία δεν φορολογείται τότε, αλλά διατηρείται και φορολογείται μελλοντικά κατά την πραγματοποίησή της.

Σε πρακτικό επίπεδο, η ουδετερότητα παρέχει τέσσερα οφέλη: (i) απαλλαγή από φόρο υπεραξίας στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, (ii) απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης ακινήτων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται στα εισφερόμενα στοιχεία, (iii) μεταφορά φορολογικών ζημιών, αποθεματικών και προβλέψεων στη λήπτρια εταιρεία υπό τις προϋποθέσεις της Εγκυκλίου Ε.2088/2025, και (iv) συνέχιση αποσβέσεων παγίων χωρίς διακοπή.

Βασική προϋπόθεση είναι τα εισφερόμενα στοιχεία να παραμείνουν συνδεδεμένα με φορολογική εγκατάσταση στην Ελλάδα. Στοιχεία που αποχωρούν από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία δεν απολαμβάνουν της ουδετερότητας, καθώς η αρχή προϋποθέτει τη διατήρηση του δικαιώματος φορολόγησης της λανθάνουσας υπεραξίας από το ελληνικό κράτος. Αναλυτική παρουσίαση των φορολογικών διαστάσεων δίνεται στο εξειδικευμένο άρθρο για την φορολογική ουδετερότητα των εταιρικών μετασχηματισμών.

Πώς προστατεύονται μέτοχοι μειοψηφίας, εργαζόμενοι και πιστωτές;

Ο νομοθέτης έχει σχεδιάσει τριπλό πλέγμα προστασίας: για τους μετόχους μειοψηφίας μέσω δικαιώματος εξαγοράς και ελέγχου σχέσης ανταλλαγής, για τους εργαζομένους μέσω αυτοδίκαιης συνέχισης των εργασιακών σχέσεων, και για τους πιστωτές μέσω παροχής εγγυήσεων.

Μέτοχος μειοψηφίας που ψηφίζει κατά της απόφασης μετασχηματισμού δικαιούται να ζητήσει την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρεία, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως όταν η σχέση ανταλλαγής είναι ιδιαίτερα δυσμενής γι’ αυτόν. Ο μέτοχος αυτός μπορεί επίσης να μεταβιβάσει ελεύθερα τα μερίδιά του σε τρίτους, παρακάμπτοντας καταστατικούς περιορισμούς. Σε ασύμμετρη κατανομή εταιρικών συμμετοχών, οι μειοψηφούντες μπορούν να απαιτήσουν εξαγορά στην αγοραία αξία· σε διαφωνία αποφασίζει το δικαστήριο.

Εργαζόμενοι προστατεύονται μέσω της αυτοδίκαιης μεταβίβασης της εργασιακής σχέσης. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις από τις προϋφιστάμενες συμβάσεις, χωρίς δυνατότητα μεταβολής όρων ή απόλυσης λόγω του μετασχηματισμού (ΑΠ 1313/2012). Η σύμβαση εργασίας διασώζεται καθ’ όλο το περιεχόμενό της: προϋπηρεσία, αποδοχές, ασφαλιστικά δικαιώματα.

Πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν την δημοσιότητα του μετασχηματισμού δικαιούνται να ζητήσουν εντός 30 ημερών παροχή κατάλληλων εγγυήσεων, εφόσον αποδεικνύουν ότι η οικονομική κατάσταση των εταιρειών μετά τον μετασχηματισμό καθιστά απαραίτητη τέτοια προστασία και δεν τους είχαν παρασχεθεί ήδη.

Καθολική διαδοχή και συνέπειες

Με την ολοκλήρωση της συγχώνευσης ή διάσπασης, η απορροφώσα ή επωφελούμενη εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας. Η συνέπεια αυτή εξομοιώνεται κατά τη νομολογία με καθολική διαδοχή, καλύπτοντας ενοχικές απαιτήσεις, εμπράγματα δικαιώματα, εκκρεμείς δίκες και συμβατικές σχέσεις (ΑΠ 598/2021).

Στη διάσπαση, η οιονεί καθολική διαδοχή λειτουργεί κατά κατανομή: κάθε επωφελούμενη εταιρεία υπεισέρχεται μόνο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που της αναλογούν βάσει του σχεδίου σύμβασης διάσπασης (ΑΠ 301/2022). Σε περίπτωση κενού ή ασάφειας, εφαρμόζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στη μετατροπή, αντίθετα, δεν υπάρχει διαδοχή υπό την κλασική έννοια: η εταιρεία διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα και απλώς αλλάζει νομική μορφή.

Ποιες οι συχνές παγίδες και πώς εφαρμόζονται οι αντικαταχρηστικοί κανόνες;

Η φορολογική ουδετερότητα δεν είναι απεριόριστη. Ο νομοθέτης έχει θεσπίσει διπλό σύστημα ελέγχου αντικαταχρηστικότητας. Ο ειδικός κανόνας του άρθρου 56 ΚΦΕ (Ν. 4172/2013) αρνείται τη φορολογική ουδετερότητα όταν κύριος σκοπός, ή ένας από τους κύριους σκοπούς, της πράξης είναι η φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή. Το τεκμήριο ανατρέπεται αν ο επιχειρηματίας αποδείξει βάσιμο εμπορικό λόγο: αναδιάρθρωση ομίλου, εξορθολογισμό δραστηριοτήτων, οικονομίες κλίμακας.

Επικουρικά εφαρμόζεται ο γενικός αντικαταχρηστικός κανόνας του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που ενσωματώνει το άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1164 (ATAD). Ο ειδικός κανόνας του άρθρου 56 ΚΦΕ είναι ειδικότερος και υπερισχύει.

Η ευρωπαϊκή νομολογία διαμορφώνει την ερμηνεία. Στην υπόθεση Leur-Bloem (C-28/95), το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης φορολογικών ωφελειών είναι επιτρεπτή μόνο όταν ο αντικειμενικός σκοπός της πράξης είναι η φοροδιαφυγή. Στην υπόθεση Foggia (C-126/10), εξειδικεύτηκε ότι η αξιολόγηση του βάσιμου εμπορικού λόγου πρέπει να γίνεται στο σύνολο των συνθηκών της υπόθεσης, και η εξοικονόμηση διοικητικού κόστους μέσω απλοποίησης εταιρικής δομής αποτελεί καταρχήν αποδεκτό λόγο.

Συχνότερες παγίδες στην πράξη περιλαμβάνουν: ανεπαρκή τεκμηρίωση εμπορικού λόγου, χρονισμό μετασχηματισμού αποκλειστικά ενόψει επικείμενης πώλησης ακινήτων, χρήση ζημιογόνων εταιρειών για αποκλειστική απορρόφηση φορολογητέων κερδών χωρίς πραγματική επιχειρηματική λογική, και κατασκευαστικές δομές που αποκόπτουν περιουσιακά στοιχεία από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία. Η ασφαλέστερη πρακτική είναι η έγγραφη τεκμηρίωση των εμπορικών λόγων στο στάδιο της απόφασης, καθώς και η εκπόνηση φορολογικής γνωμοδότησης πριν την εκτέλεση.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι ο εταιρικός μετασχηματισμός;

Εταιρικός μετασχηματισμός είναι η νομική πράξη με την οποία μεταβάλλεται η υπόσταση ενός εταιρικού φορέα άσκησης επιχείρησης χωρίς λύση και εκκαθάριση. Οι μορφές που προβλέπει ο Ν. 4601/2019 είναι τρεις: συγχώνευση, διάσπαση και μετατροπή. Σε όλους τους τύπους, η νέα ή λήπτρια εταιρεία υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας με καθολική διαδοχή.

Πόσο διαρκεί μια συγχώνευση εταιρειών;

Η τυπική διάρκεια κυμαίνεται από 4 έως 6 μήνες, ανάλογα με την πολυπλοκότητα. Τα διαδικαστικά βήματα περιλαμβάνουν την κατάρτιση σχεδίου σύμβασης, εκθέσεις διοικητικού συμβουλίου και εμπειρογνωμόνων, μηνιαία προθεσμία δημοσιότητας, 30ήμερη προθεσμία πιστωτών για παροχή εγγυήσεων, απόφαση γενικής συνέλευσης και έλεγχο νομιμότητας από ΓΕΜΗ. Σε ΙΚΕ ή προσωπικές εταιρείες με ταυτόχρονη ιδιότητα εταίρου-διαχειριστή, η διάρκεια μειώνεται σημαντικά.

Τι αλλάζει με τον Ν. 5162/2024 σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο;

Ο Ν. 5162/2024 ενοποίησε σε ενιαίο νόμο τις διάσπαρτες προηγούμενες ρυθμίσεις (ν.δ. 1297/1972, Ν. 2166/1993, άρθρα 52-56 του ΚΦΕ). Από 5/12/2024, οι μετασχηματισμοί διέπονται από το Μέρος Δ΄ (άρθρα 47-59) ή εναλλακτικά από τον Ν. 4935/2022. Καινοτομίες περιλαμβάνουν τη ρητή κατοχύρωση της ασύμμετρης διάσπασης, μεταφορά ζημιών στους μετασχηματισμούς ν. 4935/2022, και ευθυγράμμιση με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ.

Μπορεί ΙΚΕ να μετατραπεί σε ΑΕ χωρίς λύση;

Ναι. Η μετατροπή είναι η πράξη με την οποία η εταιρεία αλλάζει νομική μορφή χωρίς λύση και χωρίς μεταβίβαση περιουσίας, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα. ΙΚΕ μπορεί να μετατραπεί σε ΑΕ, ΕΠΕ ή προσωπική εταιρεία υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 104-115 του Ν. 4601/2019. Οι άδειες λειτουργίας διατηρούνται, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια και τα δικαιώματα τρίτων διασώζονται.

Φορολογείται η υπεραξία κατά τη συγχώνευση εταιρειών;

Όχι, υπό το καθεστώς φορολογικής ουδετερότητας του Ν. 5162/2024. Η υπεραξία που τυχόν ενυπάρχει στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία δεν φορολογείται κατά τον μετασχηματισμό, αλλά διατηρείται λανθάνουσα στα βιβλία της λήπτριας εταιρείας με την ίδια φορολογική αξία και φορολογείται μελλοντικά κατά την πραγματοποίησή της. Προϋπόθεση είναι τα στοιχεία να παραμείνουν συνδεδεμένα με ελληνική φορολογική εγκατάσταση.

Ποια είναι η διαφορά συγχώνευσης από εξαγορά (M&A);

Η συγχώνευση είναι πράξη εταιρικού δικαίου με καθολική διαδοχή και αυτοδίκαιη μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων· οι αποκτώντες λαμβάνουν εταιρικές συμμετοχές της απορροφώσας. Η εξαγορά είναι σύμβαση μεταβίβασης μετοχών (share deal) ή στοιχείων ενεργητικού (asset deal) έναντι τιμήματος· δεν επέρχεται καθολική διαδοχή στο asset deal, ενώ στο share deal η target διατηρεί τη νομική της υπόσταση και συνεχίζει με νέο μέτοχο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Η επιλογή τύπου ξεκινά από τον στρατηγικό στόχο: ο μηχανισμός ακολουθεί τη στρατηγική, όχι το αντίστροφο. Συγχώνευση για ενοποίηση, διάσπαση για διαχωρισμό, μετατροπή για αναβάθμιση μορφής, εξαγορά για απόκτηση τρίτου.

Ο διπλός νομοθετικός πυλώνας λειτουργεί παράλληλα: Ν. 4601/2019 για τη διαδικασία, Ν. 5162/2024 για τη φορολογική μεταχείριση. Ο Ν. 4935/2022 παραμένει εναλλακτικός για ΜμΕ που πληρούν τα κριτήρια.

Η τεκμηρίωση εμπορικού λόγου είναι κρίσιμη: έγγραφη αιτιολόγηση των επιχειρηματικών λόγων στο στάδιο της απόφασης διασφαλίζει τη φορολογική ουδετερότητα έναντι ελέγχου αντικαταχρηστικότητας κατ’ άρθρο 56 ΚΦΕ.

Η καθολική διαδοχή λειτουργεί αυτοδίκαια: εκκρεμείς δίκες, συμβάσεις εργασίας, άδειες, ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα μεταβιβάζονται χωρίς ξεχωριστές πράξεις. Σε διάσπαση, όμως, η κατανομή πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια στο σχέδιο σύμβασης.

Η προστασία πιστωτών απαιτεί ενεργοποίηση εντός 30 ημερών: εφόσον αποδεικνύεται κίνδυνος και η εταιρεία δεν παρέχει εγγυήσεις, ο πιστωτής μπορεί να προσφύγει δικαστικά.

Το due diligence είναι αναπόσπαστο σε M&A: νομικό, φορολογικό, εργατικό, IP/τεχνολογικό. Σε share deal, ο αγοραστής αναλαμβάνει το σύνολο των κρυφών υποχρεώσεων· σε asset deal, η έκθεση είναι περιορισμένη αλλά απαιτείται έλεγχος εγκυρότητας μεταβίβασης ανά στοιχείο.

Στους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εφαρμόζεται η Οδηγία 2019/2121/ΕΕ: διατηρώντας μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα διασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα και για cross-border πράξεις εντός ΕΕ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

Ψηφιακές Εμπορικές Συμβάσεις: Οδηγός για Tech Επιχειρήσεις

Νομικός οδηγός ψηφιακών εμπορικών συμβάσεων

Εν συντομία:

  • Οι ψηφιακές εμπορικές συμβάσεις δεν αποτελούν ενιαίο νομικό τύπο. Ταξινομούνται κατά business model (SaaS, e-shop, marketplace, API, AI/data, παροχή ψηφιακού περιεχομένου, ανάπτυξη λογισμικού) και κάθε κατηγορία υπάγεται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς.
  • Σε B2C εφαρμόζεται πυκνό προστατευτικό πλέγμα: άρθρα 3 επ. του Ν. 4967/2022 (παροχή ψηφιακού περιεχομένου/υπηρεσίας), Ν. 2251/1994, Ν. 4933/2022, ΠΔ 131/2003, υπαναχώρηση 14 ημερών, αυστηρός έλεγχος ΓΟΣ.
  • Σε B2B ισχύει η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) και της καλής πίστης (288 ΑΚ). Ωστόσο, οι νέες διατάξεις του ΑΚ για πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία (513Α, 535Α, 535Β, 538 ΑΚ) εφαρμόζονται και σε B2B συναλλαγές, σημείο που σπανίως επισημαίνεται.
  • Η εγκυρότητα της ηλεκτρονικής σύμβασης απαιτεί τεκμηριωμένη συναίνεση και τήρηση της αρχής διαφάνειας στους ΓΟΣ, υπό το πρίσμα του Κανονισμού eIDAS (910/2014) για τις ηλεκτρονικές υπογραφές.

Τι είναι «ψηφιακή εμπορική σύμβαση» και ποιες είναι οι κύριες κατηγορίες της;

Ψηφιακή εμπορική σύμβαση είναι κάθε συμφωνία οικονομικού περιεχομένου που συνάπτεται με ηλεκτρονικά μέσα ή έχει ως αντικείμενο ψηφιακό προϊόν, ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία. Δεν αποτελεί ενιαίο νομικό τύπο, αλλά ομάδα συμβάσεων που υπάγονται σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα ανάλογα με το αντικείμενο, την τεχνολογική μορφή και την ιδιότητα των μερών.

Η πρακτική σημασία της ταξινόμησης είναι κρίσιμη. Μια σύμβαση SaaS διέπεται από διαφορετικό σώμα κανόνων από μια σύμβαση API licensing ή από τους όρους χρήσης ενός e-shop, ακόμη και αν όλες αυτές συνάπτονται με τα ίδια ηλεκτρονικά μέσα. Η νομική φύση της κάθε συμφωνίας προσδιορίζει το εφαρμοστέο πλαίσιο προστασίας καταναλωτή, τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης, την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, την έκταση ευθύνης του παρόχου, καθώς και τα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και επεξεργασίας δεδομένων.

Από εμπορική σκοπιά, οι βασικές κατηγορίες ψηφιακών εμπορικών συμβάσεων που συναντά μια tech επιχείρηση είναι:

ΚατηγορίαΠαραδείγματαΚύριο αντικείμενο
Παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίαςstreaming, B2C SaaS, app έναντι δεδομένωνΠρόσβαση σε ψηφιακό αγαθό
Πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχείαsmart device, IoT συσκευή, ηλεκτρικό αυτοκίνητοΚινητό αγαθό με ενσωματωμένη ψηφιακή λειτουργία
Σύμβαση από απόσταση (αγαθά)πώληση μέσω e-shopΦυσικό αγαθό μέσω διαδικτύου
Άδεια χρήσης λογισμικού ή APIenterprise SaaS, API licenseΠαραχώρηση χρήσης
Όροι χρήσης πλατφόρμαςmarketplace, social platformΠλαίσιο σχέσης παρόχου με χρήστη
Σύμβαση ανάπτυξης λογισμικούcustom software developmentΔημιουργία ψηφιακού έργου

Ποιες ψηφιακές συμβάσεις χρειάζεται κάθε τύπος tech επιχείρησης;

Η επιλογή των αναγκαίων ψηφιακών συμβάσεων εξαρτάται από το business model. Πρακτικά, κάθε tech επιχείρηση χρειάζεται κατ’ ελάχιστο τρία επίπεδα συμβάσεων: συμβάσεις προς τους τελικούς χρήστες ή πελάτες, συμβάσεις προς τους παρόχους τεχνολογίας (cloud, API, SaaS), και συμβάσεις προς τους εμπορικούς εταίρους (αντιπροσώπους, διανομείς, integration partners).

Από τη δικηγορική πρακτική σε εμπορικές συναλλαγές tech επιχειρήσεων, ο πλέον αποδοτικός τρόπος προσέγγισης είναι μια αρχική χαρτογράφηση κατά business model, με προσδιορισμό του συμβατικού «κορμού» και των συμπληρωματικών συμβάσεων που εξαρτώνται από το προφίλ κινδύνου της κάθε επιχείρησης:

Business modelΣυμβάσεις-κορμόςΣυμπληρωματικές
B2B SaaS providerMaster Subscription Agreement, SLA, Data Processing Agreement, Acceptable Use PolicyReseller Agreement, NDA, Order Forms
B2C SaaS providerΣύμβαση παροχής ψηφιακής υπηρεσίας (Ν. 4967/2022), Όροι Χρήσης, Πολιτική ΑπορρήτουΠολιτική Cookies, Όροι πληρωμών
E-shop / D2CΌροι Χρήσης E-shop, σύμβαση από απόσταση, Πολιτική ΕπιστροφώνΣύμβαση payment processor, σύμβαση courier
Marketplace πλατφόρμαΌροι για πωλητές, όροι για αγοραστές, P2B Reg., DSA complianceΜηχανισμός εσωτερικής διαχείρισης παραπόνων
API / Platform providerAPI License Agreement, Developer TermsRate limits, AUP, technical SLAs
AI / Data providerΣύμβαση παροχής AI με ρήτρες IP/output, AI Act complianceData Processing terms, model card
Custom software developmentSoftware Development Agreement, IP assignment, acceptance testingSource code escrow, transition assistance

Για κάθε επιμέρους τύπο, η ανάπτυξη των κρίσιμων όρων αναλύεται σε εξειδικευμένα άρθρα. Ενδεικτικά: για τη σύμβαση SaaS και τους κρίσιμους συμβατικούς όρους, για τους όρους χρήσης E-shop, για τις συμβάσεις API licensing και τη συμβατική παραχώρηση τεχνολογικών πόρων.

Ποιο είναι το νομικό πλαίσιο των ψηφιακών εμπορικών συμβάσεων στην Ελλάδα;

Το νομικό πλαίσιο διαμορφώνεται από διασταυρούμενα ενωσιακά και εθνικά νομοθετήματα. Στην Ελλάδα, η κεντρική αναμόρφωση επήλθε με τον Ν. 4967/2022, που ενσωμάτωσε τις Οδηγίες 2019/770 και 2019/771 της ΕΕ. Συμπληρώνεται από τον Ν. 4933/2022, τον Ν. 2251/1994, το ΠΔ 131/2003 και ένα ευρύ corpus ενωσιακών κανονισμών.

Στο εθνικό συμβατικό σκέλος, ο Ν. 4967/2022 ακολούθησε διπλή προσέγγιση. Η Οδηγία 2019/770 για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών ενσωματώθηκε σε αυτοτελές νομοθέτημα (άρθρα 3 επ. του νόμου), διατηρώντας υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής περιορισμένο σε καταναλωτικές σχέσεις. Η Οδηγία 2019/771 για τις πωλήσεις αγαθών όμως ενσωματώθηκε στον Αστικό Κώδικα (άρθρα 513Α, 535, 535Α, 535Β, 538, 542 επ. ΑΚ) και έτσι εφαρμόζεται γενικώς σε κάθε σύμβαση πώλησης.

Ο Ν. 4933/2022 ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/2161 («New Deal for Consumers»), τροποποιώντας τον Ν. 2251/1994. Ο τελευταίος αποτελεί το γενικό πλαίσιο προστασίας καταναλωτή και η αρχή διαφάνειας του άρθρου 2 για τους ΓΟΣ είναι θεμελιώδης. Για τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης και τη γενική λειτουργία του ηλεκτρονικού εμπορίου, εφαρμόζεται το ΠΔ 131/2003 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2000/31/ΕΚ.

Στο ενωσιακό οριζόντιο σκέλος, η εικόνα είναι πυκνή. Ο Κανονισμός eIDAS (910/2014) διέπει τις ηλεκτρονικές υπογραφές, σφραγίδες και σήματα χρόνου. Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (2016/679) διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες – DSA (2022/2065) επιβάλλει υποχρεώσεις σε φορείς ενδιάμεσων υπηρεσιών, παρόχους hosting και διαδικτυακές πλατφόρμες, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σαφών και κατανοητών όρων χρήσης.

Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Αγορές – DMA (2022/1925) ρυθμίζει τη συμπεριφορά των gatekeepers. Ο Κανονισμός Data Act (2854/2023) ρυθμίζει την πρόσβαση και κοινή χρήση δεδομένων. Ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη – AI Act (2024/1689) θεμελιώνει υποχρεώσεις για providers και deployers AI συστημάτων με σημαντικές επιπτώσεις στις συμβάσεις παροχής AI υπηρεσιών.

Πώς συνάπτεται έγκυρα μια ψηφιακή σύμβαση;

Η ψηφιακή σύμβαση συνάπτεται έγκυρα όταν συντρέχουν οι κλασικές προϋποθέσεις του δικαίου της σύμβασης (πρόταση, αποδοχή, βούληση, αντικείμενο) σε συνδυασμό με τις ειδικές απαιτήσεις του ηλεκτρονικού εμπορίου. Απαιτείται τεκμηριωμένη πρόταση, ενεργητική αποδοχή του χρήστη και πλήρωση της αρχής διαφάνειας στους όρους, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ).

Στην ψηφιακή πρακτική, η αποδοχή λαμβάνει συνήθως δύο μορφές. Στη μορφή click-wrap, ο χρήστης τσεκάρει «Συμφωνώ με τους όρους» πριν προχωρήσει στη συναλλαγή, παρέχοντας τεκμηριωμένη ενεργητική αποδοχή. Στη μορφή browse-wrap, οι όροι είναι απλώς διαθέσιμοι μέσω hyperlink χωρίς ενεργητική επιβεβαίωση, μορφή νομικά αμφισβητήσιμη ως μέσο πλήρους δέσμευσης. Η νομολογία του ΔΕΕ έχει δεχθεί την εγκυρότητα του click-wrap υπό αυστηρές προϋποθέσεις: ο καταναλωτής να λαμβάνει τους όρους χωρίς ενεργητική συμπεριφορά, να μπορεί να τους αποθηκεύσει, να διασφαλίζεται το αμετάβλητο για εύλογο χρόνο και η δυνατότητα αναπαραγωγής, ζητήματα που έχουν αναλυθεί διεξοδικά σε επιμέρους ανάλυση της νομολογίας ΔΕΕ για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

Παράλληλα, η ελληνική νομολογία επιβάλλει τη συμμόρφωση με την αρχή διαφάνειας. Γενικοί όροι συναλλαγών διατυπωμένοι εκ των προτέρων μονομερώς, χωρίς ελεύθερη διαπραγμάτευση των αντισυμβαλλομένων, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί (ΑΠ 1010/2019). Παρομοίως, αδιαφανείς όροι δεν εντάσσονται έγκυρα στο συμβατικό περιεχόμενο και η σχετική ρήτρα μπορεί να ακυρωθεί λόγω ασαφούς περιεχομένου (ΑΠ 948/2021). Στην ψηφιακή πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι το tick-box «Συμφωνώ» δεν θεραπεύει αδιαφανείς όρους.

Η ηλεκτρονική υπογραφή διέπεται από τον Κανονισμό eIDAS, που διακρίνει τρεις τύπους με διαφορετική νομική ισχύ:

ΤύποςΝομική ισχύςΠαραδείγματα
ΑπλήΔεν απορρίπτεται μόνο επειδή είναι ηλεκτρονική (αρ. 25 παρ. 1)Email signature, scanned υπογραφή
ΠροηγμένηΣυνδέεται μοναδικά με τον υπογράφοντα, τον ταυτοποιεί, ελέγχεται από αυτόν, εντοπίζει αλλοιώσειςDocuSign / Adobe Sign workflows
ΕγκεκριμένηΙσοδύναμη ιδιόχειρης (αρ. 25 παρ. 2 eIDAS)Από εγκεκριμένο πάροχο, με qualified certificate

Τι αλλάζει στις B2B ψηφιακές συμβάσεις σε σχέση με τις B2C;

Στις B2C συμβάσεις εφαρμόζεται πυκνό προστατευτικό πλέγμα (Ν. 4967/2022 για παροχή ψηφιακού περιεχομένου, Ν. 2251/1994, υπαναχώρηση 14 ημερών, αυστηρός έλεγχος ΓΟΣ). Στις B2B ισχύει η ελευθερία συμβάσεων (361 ΑΚ) και η αρχή της καλής πίστης (288 ΑΚ). Όμως, ορισμένες κρίσιμες διατάξεις του Ν. 4967/2022 (όσες ενσωματώθηκαν στον Αστικό Κώδικα) εφαρμόζονται και σε B2B συναλλαγές, σημείο που σπανίως αναγνωρίζεται.

Η διπλή προσέγγιση του Ν. 4967/2022 παράγει ένα ασύμμετρο αποτέλεσμα. Η σύμβαση παροχής ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας ως αυτοτελής συμβατικός τύπος του ν. 4967/2022 (άρθρα 3 επ.) έχει υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής περιορισμένο σε B2C. Σε B2B συναλλαγές παροχής ψηφιακού περιεχομένου εφαρμόζονται οι γενικές αρχές του ΑΚ. Όμως, οι νέοι κανόνες για την πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία ενσωματώθηκαν απευθείας στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 513Α ΑΚ που εισήχθη με το άρθρο 33 του ν. 4967/2022, καθώς και τα άρθρα 535Α, 535Β, 538 ΑΚ για τις υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις ανταπόκρισης και την υποχρέωση παροχής ενημερώσεων). Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την ιδιότητα των συμβαλλομένων, δηλαδή και σε B2B συναλλαγές. Η πρακτική συνέπεια είναι ότι αν tech επιχείρηση πωλεί smart device με ενσωματωμένη ψηφιακή υπηρεσία σε εταιρικό πελάτη, η συμβατική ευθύνη του πωλητή για ανταπόκριση και η υποχρέωση παροχής ενημερώσεων (updates) δεν παρακάμπτονται με γενική απαλλακτική ρήτρα.

ΚανόναςB2CB2B
Σύμβαση παροχής ψηφιακού περιεχομένου/υπηρεσίας (αρ. 3 επ. Ν. 4967/2022)ΝαιΌχι (εφαρμόζονται 361, 288 ΑΚ)
Πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία (513Α, 535Α, 535Β, 538 ΑΚ)ΝαιΝαι
Δικαίωμα υπαναχώρησης 14 ημερών (αρ. 3ε Ν. 2251/1994)ΝαιΌχι
Έλεγχος καταχρηστικότητας ΓΟΣ (αρ. 2 Ν. 2251/1994)Ναι (ευρύς)Όχι (μόνο 178, 281, 332 ΑΚ)
Προσυμβατική ενημέρωση (αρ. 3β Ν. 2251/1994, ΠΔ 131/2003)ΝαιΜερικώς
Αρχή καλής πίστης (288 ΑΚ)ΝαιΝαι

Για τη μεθοδολογία ανταπόκρισης πράγματος στη σύμβαση και για τα νέα δικαιώματα του αγοραστή (αποκατάσταση, μείωση τιμήματος, υπαναχώρηση, αποζημίωση) στις πωλήσεις πραγμάτων με ψηφιακά στοιχεία, αναλυτική εξέταση γίνεται σε ξεχωριστή ανάλυση για τη νέα νομοθεσία ψηφιακών και ηλεκτρονικών συμβάσεων πώλησης. Για την ειδική περίπτωση των B2C ηλεκτρονικών αγορών αγαθών, η ανάλυση συνεχίζεται με τη σύμβαση από απόσταση και τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης.

Ποιοι κρίσιμοι όροι πρέπει να περιλαμβάνονται σε κάθε ψηφιακή εμπορική σύμβαση;

Ανεξάρτητα από τον τύπο της ψηφιακής σύμβασης, υπάρχει ένα σύνολο όρων που λειτουργούν ως αναγκαίο minimum baseline. Η απουσία τους εκθέτει την επιχείρηση σε δικονομικό, οικονομικό και κανονιστικό κίνδυνο. Συνοπτικά: αντικείμενο και πεδίο, αντάλλαγμα και τιμολόγηση, πνευματικά δικαιώματα, προστασία δεδομένων, ευθύνη και αποζημίωση, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία, λύση και καταγγελία.

Στο αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής απαιτείται σαφής περιγραφή της παρεχόμενης υπηρεσίας ή αγαθού, του geographical scope και των επιτρεπόμενων χρήσεων. Όροι ασαφείς ή αόριστοι είναι δυνητικά προσβλητέοι ως αδιαφανείς, ενώ ταυτόχρονα δυσχεραίνουν την απόδειξη παράβασης. Στο αντάλλαγμα και τιμολόγηση είναι κρίσιμοι οι μηχανισμοί χρέωσης, οι αναπροσαρμογές, η αντιμετώπιση καθυστερήσεων πληρωμών και τυχόν αυτόματες ανανεώσεις. Σε B2C, μονομερής αναπροσαρμογή τιμής χωρίς αιτιολογία ελέγχεται ως καταχρηστική.

Στα πνευματικά δικαιώματα πρέπει να ορίζεται ποιος κατέχει το λογισμικό ή το περιεχόμενο, ποιος τα outputs (ιδίως σε AI υπηρεσίες), αλλά και ρήτρες αποζημίωσης (indemnification) σε περίπτωση διεκδίκησης τρίτων για παραβίαση δικαιωμάτων. Στην προστασία δεδομένων ρυθμίζεται ο ρόλος του κάθε μέρους ως υπευθύνου ή εκτελούντος επεξεργασία, η ύπαρξη DPA όπου απαιτείται από το άρθρο 28 GDPR, η χώρα επεξεργασίας και τα μέτρα μεταβίβασης σε τρίτη χώρα. Στην ευθύνη και αποζημίωση συνηθίζεται ο περιορισμός ευθύνης (capped liability), η εξαίρεση consequential damages, η ρήτρα ανωτέρας βίας και η business continuity. Σε B2B, αυτές οι ρήτρες είναι ευρέως διαπραγματεύσιμες. Σε B2C, ο έλεγχος είναι αυστηρότερος (αρ. 2 Ν. 2251/1994).

Τα SLA και η διαθεσιμότητα καλύπτουν uptime targets, downtime credits και προγραμματισμένη συντήρηση. Η συμμόρφωση και ασφάλεια καλύπτει τυχόν πιστοποιήσεις (ISO 27001, SOC 2), δικαιώματα audit, υποχρεώσεις ενημέρωσης σε περίπτωση παραβίασης ασφάλειας. Στο εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία, ιδίως σε διεθνείς συμβάσεις, η ρητή επιλογή δικαίου και δικαστηρίων αποτρέπει μελλοντικές αμφισβητήσεις. Τέλος, στη διάρκεια, ανανέωση και καταγγελία προβλέπονται οι όροι λήξης της σχέσης, η συνεργασία κατά την έξοδο (exit assistance), και η μεταφορά ή διαγραφή δεδομένων.

Συχνές Ερωτήσεις

Είναι έγκυρη μια σύμβαση που συνάπτεται με κλικ σε «Συμφωνώ με τους όρους»;

Ναι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της αρχής διαφάνειας. Ο χρήστης πρέπει να έχει πραγματική δυνατότητα να διαβάσει τους όρους πριν αποδεχθεί, οι όροι πρέπει να είναι αποθηκεύσιμοι και αναπαραγώγιμοι, και η σύμβαση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για εύλογο χρονικό διάστημα. Όροι αδιαφανείς ή αντίθετοι σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι άκυροι, ανεξάρτητα από την κλικ-αποδοχή του χρήστη.

Ποια η διαφορά απλής, προηγμένης και εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής;

Η απλή ηλεκτρονική υπογραφή είναι κάθε ψηφιακό σύνολο δεδομένων που χρησιμοποιείται ως υπογραφή και δεν απορρίπτεται αποκλειστικά λόγω ψηφιακής μορφής. Η προηγμένη συνδέεται μοναδικά με τον υπογράφοντα, τον ταυτοποιεί, ελέγχεται από αυτόν και εντοπίζει αλλοιώσεις. Η εγκεκριμένη πληροί τα κριτήρια της προηγμένης και βασίζεται σε εγκεκριμένο πιστοποιητικό από εγκεκριμένο πάροχο, οπότε έχει την ίδια νομική ισχύ με την ιδιόχειρη υπογραφή.

Πρέπει e-shop να δίνει δικαίωμα υπαναχώρησης σε εταιρικούς πελάτες;

Όχι κατά κανόνα. Το δικαίωμα υπαναχώρησης 14 ημερών (άρθρο 3ε Ν. 2251/1994) προβλέπεται για συμβάσεις από απόσταση μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή. Σε καθαρές B2B συναλλαγές δεν εφαρμόζεται, εκτός εάν η επιχείρηση το προβλέψει εκουσίως. Όταν το ίδιο e-shop εξυπηρετεί B2C και B2B πελάτες, ο διαχωρισμός πρέπει να είναι σαφής στους όρους χρήσης, ώστε να μην υπάρχει δικαίωμα διεκδίκησης από εταιρικό πελάτη μέσω επίκλησης ασάφειας.

Ποια νομοθεσία διέπει σύμβαση SaaS μεταξύ δύο ελληνικών εταιρειών;

Η σύμβαση SaaS B2B μεταξύ ελληνικών εταιρειών έχει υβριδική νομική φύση. Συνδυάζει στοιχεία σύμβασης παροχής υπηρεσιών (713 ΑΚ), σύμβασης έργου (681 ΑΚ) και άδειας χρήσης. Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 4967/2022 για παροχή ψηφιακού περιεχομένου σε καταναλωτή. Εφαρμόζονται οι γενικές αρχές του Αστικού Κώδικα: ελευθερία συμβάσεων (361 ΑΚ), καλή πίστη (288 ΑΚ), αρχή pacta sunt servanda. Η συμβατική ελευθερία είναι ευρεία και η συμβατική σύνταξη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Ποιες ρήτρες ΓΟΣ είναι άκυρες σε ψηφιακή σύμβαση καταναλωτή;

Ενδεικτικά άκυρες ως καταχρηστικές είναι: μονομερής τροποποίηση όρων χωρίς αιτιολογία, αποκλεισμός ευθύνης για ζημίες από δόλο ή βαριά αμέλεια, ρήτρες δικαιοδοσίας που στερούν τον καταναλωτή της φυσικής δικαιοδοσίας του, αυτόματη ανανέωση χωρίς ενημέρωση, ρήτρες που μεταθέτουν αδικαιολόγητα το βάρος απόδειξης. Η νομολογία έχει επανειλημμένα ακυρώσει μονομερείς όρους που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή.

Χρειάζεται ξεχωριστή σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (DPA) πέρα από τη σύμβαση SaaS;

Ναι, όταν ο SaaS provider επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του πελάτη ως εκτελών την επεξεργασία. Το άρθρο 28 GDPR επιβάλλει γραπτή σύμβαση μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος, η οποία ρυθμίζει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τη φύση, τον σκοπό, τους τύπους δεδομένων, καθώς και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος. Η ρύθμιση μπορεί να γίνει μέσω αυτοτελούς DPA ή ως ενσωματωμένο παράρτημα στην κύρια σύμβαση SaaS.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ταξινόμηση πριν από τη συμβατική σύνταξη: Πριν συνταχθεί ή υπογραφεί ψηφιακή σύμβαση, πρέπει να διαπιστωθεί σε ποια κατηγορία υπάγεται. Από τη νομική φύση εξαρτάται το εφαρμοστέο πλαίσιο, οι υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης και η ευθύνη του παρόχου.

Διπλή προσέγγιση Ν. 4967/2022: Η σύμβαση παροχής ψηφιακού περιεχομένου του νόμου παραμένει B2C. Όμως οι νέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα για πώληση πράγματος με ψηφιακά στοιχεία (513Α, 535Α, 535Β, 538 ΑΚ) εφαρμόζονται και σε B2B συναλλαγές. Η διάκριση παραβλέπεται συστηματικά στις συμβάσεις του εμπορίου.

Click-wrap επαρκές, αλλά όχι αυτόματο: Το tick-box «Συμφωνώ» δεν θεραπεύει αδιαφανείς ή καταχρηστικούς όρους. Η συμβατική σχεδίαση πρέπει να επιτρέπει στον χρήστη να αποθηκεύει και να αναπαράγει τους ισχύοντες όρους, τηρώντας πλήρως τις απαιτήσεις τυποποίησης και τεκμηρίωσης της αποδοχής.

B2B δεν σημαίνει απουσία προστασίας: Σε ψηφιακές B2B συμβάσεις εφαρμόζονται τα άρθρα 178 ΑΚ (αντίθεση στα χρηστά ήθη), 281 ΑΚ (κατάχρηση δικαιώματος) και 332 ΑΚ (απαλλακτικές ρήτρες). Η ελευθερία των συμβάσεων δεν είναι απεριόριστη και υφέρπουν όρια δημόσιας τάξης.

GDPR ως οριζόντια διάσταση: Κάθε ψηφιακή σύμβαση που εμπεριέχει επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα απαιτεί ξεχωριστή GDPR ανάλυση. Η συμβατική GDPR-συμμόρφωση είναι τεχνικά απαιτητική και δεν καλύπτεται με γενικές διατυπώσεις. Ένα DPA δεν είναι παράρτημα κοινής χρήσης, αλλά εξειδικευμένη συμβατική ρύθμιση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ψηφιακές εμπορικές συμβάσεις.

Διαφωνίες Εταίρων ΙΚΕ & Μηχανισμοί Επίλυσης

Εταιρικές Διαφωνίες Σε ΙΚΕ: Αποχώρηση, Αποκλεισμός & Οι Λύσεις – Διέξοδοι Των Εταίρων

Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ) αποτελεί τον δημοφιλέστερο εταιρικό τύπο για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και startups στην Ελλάδα. Η ευελιξία της, ωστόσο, δεν αποτρέπει τις εσωτερικές διαφωνίες. Αντιθέτως, η σύμπτωση της ιδιότητας εταίρου και διαχειριστή, η ανυπαρξία εποπτικού οργάνου και η στενή προσωπική σχέση μεταξύ ιδρυτών δημιουργούν συχνά εύφλεκτο περιβάλλον.

Τα μοτίβα επαναλαμβάνονται με αξιοσημείωτη ομοιομορφία: Απόκρυψη πληροφοριών από τον διαχειριστή, παράλληλη ανταγωνιστική δραστηριότητα, αδιαφορία ή αποχή απο εταιρικές υποχρεώσεις, άρνηση διανομής κερδών, καθυστέρηση τροποποίησης καταστατικού ΄η σύγκλησης Γενικών Συνελεύσεων, αμφισβήτηση αποτίμησης, μπλοκάρισμα εξαγορών κοκ.

Πίσω από κάθε μία από αυτές τις καταστάσεις υπάρχει συγκεκριμένο νομικ’η πρόβλεψη, νομολογία και μηχανισμός αντιμετώπισης.

Ο Ν. 4072/2012 ρυθμίζει την ΙΚΕ με κεντρικό άξονα τη γενική αρχή της διατήρησης της επιχείρησης. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης προτιμά λύσεις που διασώζουν την εταιρεία (αποκλεισμός ή αποχώρηση εταίρου) έναντι λύσεων που την διαλύουν (δικαστική λύση και εκκαθάριση).

Στο παρόν άρθρο εξετάζονται αναλυτικά όλοι οι μηχανισμοί που έχει στη διάθεσή του ο εταίρος ΙΚΕ που βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Λήψη Αποφάσεων, Πλειοψηφίες & Αδιέξοδο

Η συνέλευση των εταίρων αποτελεί το ανώτατο όργανο της ΙΚΕ.

Η πλειοψηφία υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού εταιρικών μεριδίων, ανεξαρτήτως παρόντων. Οι αποφάσεις της συνέλευσης, ωστόσο, δεσμεύουν τους απόντες ή τους διαφωνούντες εταίρους.

Ενέργεια / ΑπόφασηΠλειοψηφίαΝομική βάση
Τρέχουσες αποφάσεις (ισολογισμός, διανομή κερδών, ανάκληση διαχειριστή κλπ)Απόλυτη (>50% μεριδίων)Άρθρο 72 §4
Τροποποίηση καταστατικού2/3 μεριδίωνΆρθρο 72 §5 σε συνδυασμό με 68 §2 περ. α΄
Αύξηση ή μείωση κεφαλαίου2/3 μεριδίωνΆρθρο 72 §5 σε συνδυασμό με 68 §2 περ. α΄
Μετατροπή και συγχώνευση της εταιρείας.2/3 μεριδίωνΆρθρο 72 §5 σε συνδυασμό με 68 §2 περ. στ΄
Λύση εταιρείας2/3 μεριδίωνΆρθρο 72 §5 σε συνδυασμό με 68 §2 περ. ε΄
Απόφαση αποκλεισμού εταίρουΛοιποί εταίροιΆρθρο 72 §5 σε συνδυασμό με 68 §2 περ. δ΄

Το καταστατικό μπορεί να αυξάνει τα ποσοστά ή να ορίζει ομοφωνία.

Στην πράξη, αυτό δημιουργεί αδιέξοδο (“deadlock“), δηλαδή κατάσταση παράλυσης κατά την οποία κανένα μέρος δεν μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του.

Τούτο εμφανίζεται ιδίως σε:

  • ΙΚΕ με δύο εταίρους ισομερούς συμμετοχής (50-50),
  • σε εταιρείες περισσότερων εταίρων όπου ο ένας, ως διαχειριστής, αρνείται ή καθυστερεί σκόπιμα να εκτελέσει τις αποφάσεις των άλλων ή και τις παρεμποδίζει, και
  • σε εταιρείες όπου η πλειοψηφία κατέχει πάνω από 2/3 αλλά ο διαχειριστής, παρότι μειοψηφία, ελέγχει πρακτικά τον τραπεζικό λογαριασμό, τους εταιρικούς κωδικούς (Taxis , Γ.Ε.ΜΗ. κλπ) και τις ψηφιακές υποδομές.

Στην τελευταία περίπτωση, η νομική πλειοψηφία συχνά δεν αρκεί, χωρίς δικαστική παρέμβαση.

Υποχρέωση Πίστης & Απαγόρευση Ανταγωνισμού

Μία από τις σοβαρότερες μορφές εταιρικής κρίσης αφορά την παραβίαση της υποχρέωσης πίστης, δηλαδή της υποχρέωσης κάθε εταίρου, ιδίως του διαχειριστή, να ενεργεί προς το συμφέρον της εταιρείας και όχι προς ίδιο όφελος.

Η υποχρέωση αυτή απορρέει τόσο από τη γενική αρχή της καλής πίστης (288 ΑΚ) όσο και, ευθέως, από το άρθρο 65 Ν. 4072/2012, το οποίο ορίζει ότι ο διαχειριστής ΙΚΕ οφείλει να απέχει από κάθε ανταγωνιστική δραστηριότητα σε βάρος της εταιρείας.

Η απαγόρευση καλύπτει τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική εταιρεία (ευθέως ή εκ πλαγίου), τη σύσταση ανταγωνιστικής επιχείρησης και τη μετοχική συμμετοχή σε ανταγωνιστή με ουσιαστική επιρροή.

Η νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 207/2019) έκρινε ότι “επιθετικές” πράξεις (όπως κατάσχεση σε ακίνητο της εταιρείας, παρεμβάσεις στις εταιρικές εγκαταστάσεις, καταγγελία στο ΣΔΟΕ για σοβαρές παραβάσεις οι οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν), παραβιάζουν την υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας εταίρου και αποτελούν σπουδαίο λόγο που θεμελιώνει δικαίωμα αποκλεισμού του από την εταιρεία.

Ειδικά η ανταγωνιστική συμμετοχή δεν επιφέρει αυτοδίκαιη αποβολή, αλλά αποτελεί μόνον την αναγκαία προϋπόθεση.

Ο αποκλεισμός πρέπει να επιδιωχθεί δικαστικά. Παράλληλα, η εταιρεία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης (άρθρο 67 §1) για κάθε ζημία που η ανταγωνιστική δραστηριότητα προκάλεσε στην εταιρεία.

Λογοδοσία Διαχειριστή & Δικαίωμα Πληροφόρησης

Ο διαχειριστής ΙΚΕ υπέχει υποχρέωση λογοδοσίας. Η υποχρέωση περιλαμβάνει:

  • την παροχή πληροφοριών για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων,
  • την πρόσβαση στα εταιρικά βιβλία, και
  • τη σύνταξη ετήσιων οικονομικών καταστάσεων.

Κάθε εταίρος δικαιούται να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας και να λαμβάνει αντίγραφα αυτών. Η άρνηση ή η παρεμπόδιση της λογοδοσίας αποτελεί σοβαρή παραβίαση εταιρικής υποχρέωσης.

Στην πράξη, η απόκρυψη πληροφοριών (μη αποκάλυψη παράλληλων δραστηριοτήτων, αποσιώπηση προτάσεων εξαγοράς, παρεμπόδιση πρόσβασης σε λογιστικά στοιχεία κλπ) αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες κλονισμού εμπιστοσύνης.

Ο θιγόμενος εταίρος δικαιούται να ζητήσει δικαστικά λογοδοσία (άρθρο 303 ΑΚ σε συνδυασμό με 473 επ. ΚΠολΔ) ή ακόμη και ασφαλιστικά μέτρα για πρόσβαση στα εταιρικά στοιχεία.

Δικαίωμα Στα Κέρδη & Κατάχρηση Πλειοψηφίας

Κάθε εταίρος ΙΚΕ δικαιούται στα καθαρά κέρδη κατ’ αναλογία των μεριδίων του. Η διανομή αποφασίζεται με απόλυτη πλειοψηφία, μετά αφαίρεση τακτικού αποθεματικού (5%), ενώ μπορεί να αποφασιστεί και προμέρισμα ή προσωρινή απόληψη (προκαταβολή) κερδών.

Στην πράξη, η αδικαιολόγητη μη διανομή ή η καθυστέρηση καταβολής μερισμάτων αποτελεί συχνό μέσο πίεσης.

Ιδίως όταν η μη διανομή αποσκοπεί στον εξαναγκασμό εταίρου να μεταβιβάσει τα μερίδιά του σε χαμηλή τιμή, μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατάχρηση πλειοψηφίας (281 ΑΚ).

Η επανειλημμένη άρνηση διανομής μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο αποχώρησης (άρθρο 92). Η αξίωση καταβολής μερισμάτων, ωστόσο, γεννάται μόνο μετά τη λήψη σχετικής απόφασης από τη συνέλευση.

Ελαττωματικές Αποφάσεις Εταίρων

Αν η συνέλευση λάβει απόφαση κατά παράβαση του νόμου ή του καταστατικού, κάθε εταίρος δικαιούται να ζητήσει δικαστικά την ακύρωσή της (άρθρο 74 Ν. 4072/2012).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών αν πρόκειται για απόφαση της συνέλευσης που λήφθηκε “με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας“.

Αν πρόκειται για απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό η ακυρότητα αναγνωρίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από κάθε πρόσωπο το οποίο έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών.

Εξάλλου, σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία.

Ομοίως, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία, αν αφορά σε απόφαση που αποτυπώνεται σε έγγραφο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 ή που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό.

Αντικατάσταση Διαχειριστή

Η ανάκληση του διαχειριστή αποφασίζεται με απόλυτη πλειοψηφία (άρθρο 64 Ν. 4072/2012). Σε περίπτωση σπουδαίου λόγου, η ανάκληση ζητείται δικαστικά. Η ευθύνη του διαχειριστή (άρθρο 67 §1) καλύπτει παραβάσεις νόμου, καταστατικού, αποφάσεων εταίρων και κάθε διαχειριστικό πταίσμα.

Ιδιαίτερο πρόβλημα ανακύπτει στην πρακτική εκτέλεση της ανάκλησης. Ακόμη και αν η συνέλευση αποφασίσει αλλαγή διαχειριστή, ο ανακληθείς ελέγχει συχνά τον τραπεζικό λογαριασμό, τις ψηφιακές υπογραφές, τα passwords για Taxis και e-banking, τα κλειδιά των εγκαταστάσεων και τους κωδικούς Γ.Ε.ΜΗ.

Αν αρνηθεί να παραδώσει, η εκτέλεση της απόφασης απαιτεί (i) καταχώριση του νέου διαχειριστή στο Γ.Ε.ΜΗ., (ii) ενημέρωση τράπεζας με πρακτικό συνέλευσης, (iii) ενδεχομένως ασφαλιστικά μέτρα για την παράδοση εταιρικών στοιχείων.

Εκούσια Αποχώρηση Εταίρου

Ο εταίρος ΙΚΕ δικαιούται να αποχωρήσει από την εταιρεία υπό δύο διακριτές προϋποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 92 Ν. 4072/2012.

  • Η πρώτη είναι η αποχώρηση βάσει καταστατικής πρόβλεψης (άρθρο 92 §2). Αν το καταστατικό προβλέπει δικαίωμα αποχώρησης (“exit clause”), ο εταίρος ακολουθεί τη διαδικασία που ορίζεται σε αυτό. Τούτο αποτελεί ιδανική ρύθμιση, η οποία ωστόσο απαιτεί προνοητικότητα κατά τη σύνταξη του καταστατικού και σπανίως εντοπίζεται σε ΙΚΕ που συστάθηκαν με πρότυπο καταστατικό.
  • Η δεύτερη είναι η αποχώρηση για σπουδαίο λόγο, μέσω δικαστικής απόφασης (άρθρο 92 §1). Σπουδαίο λόγο μπορεί να συνιστά, μεταξύ άλλων, η κατάχρηση πλειοψηφίας, η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εταίρων, η αθέτηση εταιρικών υποχρεώσεων, η επανειλημμένη μη διανομή κερδών ή η αδυναμία εκπλήρωσης εξωκεφαλαιακής εισφοράς λόγω ασθένειας.

Μετά την αποχώρηση, ο εταίρος δικαιούται την αξία της συμμετοχής του, η οποία προσδιορίζεται κατά τον χρόνο αποχώρησης.

Ο προσδιορισμός της αξίας αποτελεί, στην πράξη, σημείο σφοδρής αντιπαράθεσης, ιδίως σε εταιρείες τεχνολογίας όπου η αξία βασίζεται κυρίως σε άυλα στοιχεία (πελατολόγιο, λογισμικό, φήμη).

Ο διαχειριστής ακυρώνει τα μερίδια του αποχωρήσαντος και μειώνει αναλόγως το κεφάλαιο, με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. (άρθρο 92 §4).

Αποκλεισμός (Εκδίωξη) Εταίρου

Ο αποκλεισμός εταίρου αποτελεί τον αντίποδα της εκούσιας αποχώρησης και ρυθμίζεται στο άρθρο 93 Ν. 4072/2012.

Το άρθρο ορίζει ότι, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση κάθε διαχειριστή ή εταίρου, να αποκλείσει εταίρο, εφόσον προηγηθεί σχετική απόφαση των λοιπών εταίρων (κατά το άρθρο 72 §4). Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήψη της απόφασης.

Κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ο σπουδαίος λόγος αποκλεισμού εταίρου συντρέχει ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και αξιολογείται αντικειμενικά, με βάση τις επιπτώσεις στη λειτουργία της εταιρείας. Η κρίση γίνεται κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με τη μονιμότητα και τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Περιστατικά που κρίθηκαν ως σπουδαίος λόγος περιλαμβάνουν :

  • τις διαρκείς και ανυπέρβλητες διαφωνίες μεταξύ εταίρων,
  • τον κλονισμό της εμπιστοσύνης,
  • τη σύσταση ανταγωνιστικής εταιρείας,
  • την κακή διαχείριση,
  • την απόκρυψη εταιρικών πληροφοριών, καθώς και
  • τη συστηματική παρεμπόδιση της λειτουργίας της επιχείρησης.

Ιδιαιτέρως σημαντική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 93 §2, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο μπορεί να εκδίδει προσωρινή διαταγή με ασφαλιστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής του δικαιώματος ψήφου του υπό αποκλεισμό εταίρου. Η δυνατότητα αυτή αποσκοπεί στην αποτροπή περαιτέρω ζημίας κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.

Προϋπόθεση του αποκλεισμού είναι η τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης και η καταβολή στον αποκλειόμενο εταίρο της πλήρους αξίας των μεριδίων του. Μετά τον αποκλεισμό, ο διαχειριστής ακυρώνει τα μερίδια κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 92 §4.

Ασφαλιστικά Μέτρα Σε Εταιρικές Διαφορές

Τα ασφαλιστικά μέτρα (682 επ. ΚΠολΔ) αποτελούν κρίσιμο εργαλείο, ιδίως όταν η εταιρική λειτουργία κινδυνεύει άμεσα. Πέραν της αναστολής ψήφου (93 §2), τα γενικά μέτρα επιτρέπουν τον διορισμό προσωρινής διοίκησης, τη δικαστική μεσεγγύηση, τη ρύθμιση πρόσβασης σε βιβλία και την απαγόρευση εκτέλεσης αποφάσεων.

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εκδικάζεται κατά κανόνα από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. Ο αιτών πρέπει να πιθανολογεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, καθώς και τη βασιμότητα του δικαιώματός του.

Ενδεικτικά,

  • η ανυπαρξία πράξεων διαχείρησης
  • η μεταφορά κεφαλαίων σε προσωπικούς λογαριασμούς του διαχειριστή,
  • η αλλοίωση λογιστικών στοιχείων,
  • η επικείμενη σύναψη δυσμενών συμβάσεων ή
  • η μεταφορά πελατών σε ανταγωνιστική δραστηριότητα

μπορούν να θεμελιώσουν το κατεπείγον για την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι τα ασφαλιστικά μέτρα δεν επιλύουν οριστικά τη διαφορά. Αποσκοπούν στην προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης.

Αποτίμηση Μεριδίων

Κάθε μορφή εξόδου (αποχώρηση, αποκλεισμός, πώληση) καταλήγει στο ίδιο ερώτημα, δηλαδή πόσο αξίζουν τα μερίδια. Ο Ν. 4072/2012 αναφέρει “Ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την πλήρη αξία των μεριδίων του” (άρθρο 92) αλλά δεν ορίζει μέθοδο αποτίμησης.

Στην πράξη, οι κύριες μέθοδοι είναι

  • η λογιστική αξία,
  • η αποτίμηση βάσει πολλαπλασιαστών κερδών ή εσόδων (EBITDA multiples), και
  • η αποτίμηση βάσει προεξοφλημένων ταμειακών ροών (Discounted Cash Flow).

Η διαφορά μεταξύ τους μπορεί να είναι τεράστια, ιδίως σε εταιρείες τεχνολογίας ή υπηρεσιών, όπου η αξία βασίζεται κυρίως σε άυλα στοιχεία (πελατολόγιο, λογισμικό, φήμη).

Αν τα μέρη δεν συμφωνήσουν, η αξία προσδιορίζεται δικαστικά, συνήθως μετά από πραγματογνωμοσύνη. Τούτο σημαίνει κόστος (αμοιβή πραγματογνώμονα), χρόνο και αβεβαιότητα.

Ένα πρόσθετο ρίσκο αφορά τη χειραγώγηση της αξίας. Αν ο διαχειριστής ελέγχει τα λογιστικά, μπορεί να “φουσκώσει” δαπάνες ή να υποεκτιμήσει έσοδα ώστε η εταιρεία να φαίνεται λιγότερο κερδοφόρα.

Η πρόβλεψη μηχανισμού αποτίμησης στο καταστατικό (π.χ. ορισμός ανεξάρτητου εκτιμητή, τύπος αποτίμησης) ρυθμίζει αυτή τη διαφωνία εκ των προτέρων.

Φορολογικές Συνέπειες Εξόδου

Η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΙΚΕ υπόκειται σε φόρο υπεραξίας 15% επί της διαφοράς μεταξύ τιμής πώλησης και τιμής κτήσης (άρθρο 42 Ν. 4172/2013, ΚΦΕ).

Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται μηδενική, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τη φορολογική επιβάρυνση.

Τα φορολογικά ζητήματα μεταβίβασης μεριδίων πρέπει να αξιολογηθούν πριν από κάθε συμφωνία, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η αξία της εταιρείας έχει αυξηθεί σημαντικά από τη σύσταση. Η φορολογική συμβουλή είναι απαραίτητη σε κάθε σχεδιασμό εξόδου.

Ποινικές Διαστάσεις Εταιρικών Διαφωνιών

Πολλές εταιρικές διαφωνίες έχουν και ποινική διάσταση. Ενδεικτικά, η υπεξαίρεση εταιρικών κεφαλαίων (375 ΠΚ), η απιστία κατά της εταιρείας (390 ΠΚ), η πλαστογραφία εταιρικών εγγράφων (216 ΠΚ) και η φοροδιαφυγή κλπ μπορούν να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη.

Η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς δεν δίνει λύση στο εταιρικό πρόβλημα αλλά, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο δράστης οφείλει να λογοδοτήσει στον ποινικό Δικαστή ενώ, παράλληλα, η ποινική δίωξη λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και ενισχύει τη θέση του θιγόμενου εταίρου στη δικαστική ή εξωδικαστική επίλυση.

Συμφωνίες Εταίρων (Shareholders’ Agreements) και Καταστατικό

Ένα συχνά παραμελούμενο ζήτημα στις εταιρικές διαφωνίες αφορά τη σχέση μεταξύ του καταστατικού και τυχόν εξωεταιρικών συμφωνιών μεταξύ εταίρων.

Η συμφωνία εταίρων (shareholders’ agreement) αποτελεί σύμβαση αστικού δικαίου που δεσμεύει τα μέρη ενοχικά, δηλαδή δημιουργεί υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά δεν έχει εταιρική ισχύ.

Τούτο σημαίνει ότι αν η συμφωνία εταίρων ορίζει κατανομή μεριδίων, δικαιώματα ψήφου ή μηχανισμούς εξόδου διαφορετικούς από αυτούς που αποτυπώνονται στο καταστατικό, ισχύει η καταστατική πρόβλεψη έναντι τρίτων και έναντι της εταιρείας.

Η παραβίαση της συμφωνίας εταίρων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης κατά του παραβάτη, αλλά δεν ακυρώνει τις εταιρικές αποφάσεις που λήφθηκαν σύμφωνα με το καταστατικό. Για τον λόγο αυτόν, η γραπτή αποτύπωση κάθε ουσιώδους συμφωνίας στο καταστατικό αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο.

Ασυμφωνία Καταστατικού Και Πραγματικής Κατανομής

Πολλές startups λειτουργούν βάσει ατύπων συμφωνιών (“συμφωνήσαμε ίσα μερίδια αλλά στο καταστατικό γράφει 60-30-10“), χωρίς αυτές να αποτυπώνονται στο καταστατικό.

Αν προκύψει διαφωνία, ισχύει η τυπική κατανομή μεριδίων για ψηφοφορία, διανομή κερδών και κάθε εταιρική απόφαση. Η άτυπη συμφωνία (εαν μπορεί να αποδειχθεί), ενδεχομένως θεμελιώνει ενοχική αξίωση αποζημίωσης, αλλά δεν μεταβάλλει τα εταιρικά δικαιώματα.

Η τροποποίηση του καταστατικού για αποτύπωση της πραγματικής κατανομής απαιτεί πλειοψηφία 2/3 μεριδίων, γεγονός που δημιουργεί αδιέξοδο αν ο “ευνοημένος” εταίρος αρνηθεί.

Μεταβίβαση Μεριδίων Ως Διέξοδος

Η μεταβίβαση μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 Ν. 4072/2012), αλλά το καταστατικό μπορεί να εισάγει δικαίωμα προτίμησης (“right of first refusal”) υπέρ λοιπών εταίρων (άρθρο 84 §2 και 86).

Στην πράξη, η πώληση αποτελεί τον ταχύτερο τρόπο εξωδικαστικής επίλυσης εταιρικών διαφωνιών. Ένας εταίρος μπορεί να πωλήσει τα μερίδιά του στον άλλο ή σε τρίτο, αποφεύγοντας τη χρονοβόρα δικαστική οδό.

Η μεταβίβαση απαιτεί τροποποίηση καταστατικού και καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. Η αποτίμηση της αξίας των μεριδίων αποτελεί, ωστόσο, σημείο αντιπαράθεσης.

Όπως προαναφέρθηκε, η πρόβλεψη μηχανισμού αποτίμησης στο καταστατικό (π.χ. ορισμός ανεξάρτητου εκτιμητή, τύπος αποτίμησης) ρυθμίζει αυτή τη διαφωνία εκ των προτέρων.

Διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση σε εμπορικές διαφορές ρυθμίζεται από τον Ν. 4640/2019, ο οποίος καθιέρωσε υποχρεωτική αρχική συνεδρία (Υ.Α.Σ.) πριν από κάθε δικαστική προσφυγή σε εμπορικές υποθέσεις εφόσον το αντικείμενο της εμπορικής διαφοράς είναι πάνω από 30.000 Ευρώ ή σε διαφορά εξ εμπορικής συμβάσεως στην οποία σύμβαση υπάρχει Ρήτρα Διαμεσολάβησης.

Η διαμεσολάβηση παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα στις εταιρικές διαφορές:

  • Πρώτον, η εμπιστευτικότητα. Σε αντίθεση με τη δικαστική διαδικασία, η διαμεσολάβηση διεξάγεται μεταξύ τωβ μερών και του διαμεσολαβητή μόνο, γεγονός κρίσιμο για τη φήμη της εταιρείας.
  • Δεύτερον, η ταχύτητα. Η δικαστική εκδίκαση αιτήσεων εκούσιας δικαιοδοσίας μπορεί να διαρκέσει μήνες ή ακόμη και χρόνια, ενώ η διαμεσολάβηση ολοκληρώνεται κατά κανόνα σε μία ή δύο συνεδρίες.
  • Τρίτον, η ευελιξία. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να προτείνει λύσεις που δεν θα ήταν δυνατές σε δικαστική απόφαση, όπως σταδιακή μεταβίβαση μεριδίων με πίστωση τιμήματος ή μεταβατική περίοδο διαχείρισης.

Αν τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, αυτή αποτυπώνεται σε πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο, μετά την κατάθεσή του στο Πρωτοδικείο, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

Σε περίπτωση αποτυχίας, η δικαστική οδός παραμένει ανοιχτή. Σε σχέση με τα τυπικά στοιχεία και τις πιθανές ακυρότητες του πρακτικού διαμεσολάβησης, η νομολογία προκρίνει αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις.

Λύση ΙΚΕ για Σπουδαίο Λόγο

Η δικαστική λύση της ΙΚΕ αποτελεί το ύστατο μέσο (“ultima ratio“) αντιμετώπισης εταιρικών διαφωνιών.

Αίτηση μπορεί να υποβάλει κάθε εταίρος, ενώ η δίκη διεξάγεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας, κατά τη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η νομολογία τονίζει επανειλημμένως ότι η λύση γίνεται δεκτή μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρέθη άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου (ΑΠ 1085/2018). Τούτο σημαίνει ότι το δικαστήριο ελέγχει αν είναι δυνατός ο αποκλεισμός ή η αποχώρηση εταίρου πριν διατάξει τη λύση.

Ενδεικτικά, η παραπάνω απόφαση αναφέρει:
Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατηρήσεως της επιχειρήσεως, σε συνδυασμό με το ότι προβλέπεται δικαίωμα εξόδου του εταίρου, το δικαίωμα δικαστικής λύσεως της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως της καταστάσεως που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και δικαιολογείται, επομένως, μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος τρόπος άρσεως του αδιεξόδου.
Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει, κατά βάση, να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρίας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο“.

Επομένως, η αρχή διατήρησης της επιχείρησης, αποτελεί θεμελιώδη κατευθυντήρια γραμμή του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζεται τόσο στις ΙΚΕ όσο και στις προσωπικές εταιρείες.

Καταστατικές Ρήτρες Πρόληψης

Οι περισσότερες εταιρικές κρίσεις θα αντιμετωπίζονταν σαφώς ευχερέστερα με ειδικές καταστατικές ρήτρες. Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη αξία έχουν οι εξής:

  • Drag Along & Tag Along Δικαιώματα: Η ρήτρα υποχρεωτικής συμπώλησης (drag-along) δίνει στην πλειοψηφία το δικαίωμα να υποχρεώσει τη μειοψηφία να συμπωλήσει, ενώ η ρήτρα συνακολούθησης (tag-along) προστατεύει τη μειοψηφία, επιτρέποντάς της να συμμετάσχει σε πώληση υπό τους ίδιους όρους.
  • Οι ρήτρες αδιεξόδου (“deadlock clauses“), οι οποίες συνηθίζονται σε αλλοδαπά δίκαια και μπορούν να εφαρμοστούν και στην Ελλα΄δα, αποτελούν ίσως το πολυτιμότερο εργαλείο πρόληψης. Οι πλέον διαδεδομένες είναι η ρήτρα κατά την οποία ο ένας εταίρος ορίζει τιμή ανά μερίδιο, και ο άλλος επιλέγει αν θα αγοράσει ή θα πουλήσει στην ίδια τιμή (γνωστή ως “Ρήτρα Russian roulette”). Η ρήτρα κλειστών προσφορών, η οποία λειτουργεί με κλειστές ταυτόχρονες προσφορές, ενώ η ρήτρα κλιμάκωσης ορίζει διαδοχικά βήματα (διαπραγμάτευση → διαμεσολάβηση → διαιτησία → εξαναγκαστική πώληση). Οι ρήτρες αυτές αποτελούν αντικείμενο του Startup Legal Pack.

Η Εξώδικη Δήλωση Ως Πρώτο Βήμα

Στην πράξη, η πρώτη απάντηση σε κάθε εταιρική διαφωνία είναι σχεδόν πάντα η εξώδικη δήλωση (εξώδικο). Η εξώδικη δήλωση δεν προβλέπεται ως τυπική προϋπόθεση στον Ν. 4072/2012, αλλά εξυπηρετεί τρεις κρίσιμους σκοπούς:

  • Πρώτον, αποτελεί αποδεικτικό ότι ο εταίρος όχλησε εγγράφως πριν προσφύγει στο δικαστήριο.
  • Δεύτερον, θέτει προθεσμία, καλώντας τον αντίδικο να πράξει ή να παύσει μια συμπεριφορά εντός ορισμένου χρόνου.
  • Τρίτον, αποτρέπει τον ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), διότι δείχνει ότι ο εταίρος εξάντλησε κάθε εξωδικαστική προσπάθεια.

Η εξώδικη δήλωση πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των περιστατικών, αναφορά στις παραβιαζόμενες διατάξεις και ρητό αίτημα.

Χρονική Διάρκεια ανά Ενέργεια

ΕνέργειαΧρόνος ολοκλήρωσης (ενδεικτικά)Τι επιτυγχάνεται
Εξώδικη δήλωση1-2 εβδομάδεςΑποδεικτικό όχλησης, πρόσκληση για εξωδικαστική επίλυση
Διαπραγμάτευση μεταβίβασης μεριδίων2-8 εβδομάδεςΟριστική αποδέσμευση χωρίς δικαστήριο
Διαμεσολάβηση1-2 μήνεςΕμπιστευτική επίλυση, εκτελεστός τίτλος
Ασφαλιστικά μέτρα1-4 μήνεςΠροσωρινή ρύθμιση (αναστολή ψήφου, πρόσβαση βιβλία)
Αίτηση αποκλεισμού εταίρου6-18 μήνες Απομάκρυνση εταίρου, συνέχιση εταιρείας
Αίτηση αποχώρησης εταίρου6-18 μήνεςΑποδέσμευση αιτούντος, είσπραξη αξίας μεριδίων
Δικαστική λύση ΙΚΕ1-2+ χρόνιαΛύση και εκκαθάριση (ύστατη λύση)

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Μπορώ να φύγω από ΙΚΕ αν δεν συμφωνώ με τους υπόλοιπους;

Ναι. Αν το καταστατικό προβλέπει δικαίωμα αποχώρησης, ακολουθείται η αντίστοιχη διαδικασία. Διαφορετικά, δικαστική αποχώρηση για σπουδαίο λόγο ή μεταβίβαση μεριδίων σε τρίτο.

Πώς αλλάζω διαχειριστή σε ΙΚΕ;

Απόφαση συνέλευσης με απόλυτη πλειοψηφία (>50% μεριδίων), τροποποίηση καταστατικού, καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. Αν δεν επιτυγχάνεται πλειοψηφία, δικαστική ανάκληση για σπουδαίο λόγο.

Μπορώ να διώξω εταίρο από ΙΚΕ;

Μόνο δικαστικά, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος. Απαιτείται πρώτα απόφαση λοιπών εταίρων, κατόπιν αίτηση εντός 60 ημερών. Ο αποκλειόμενος δικαιούται πλήρη αξία μεριδίων.

Τι γίνεται αν ο εταίρος μου έχει ανταγωνιστική εταιρεία;

Παραβιάζει το άρθρο 65 (αν είναι διαχειριστής) και γενικότερα την υποχρέωση πίστης. Αποτελεί σπουδαίο λόγο αποκλεισμού. Παράλληλα, υπάρχει αξίωση αποζημίωσης για κάθε ζημία.

Τι είναι η ρήτρα drag-along;

Δίνει στην πλειοψηφία το δικαίωμα να υποχρεώσει τη μειοψηφία να συμπωλήσει τα μερίδιά της. Δεν προβλέπεται στον νόμο αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στο καταστατικό. Χωρίς drag-along, ακόμη και αν 2/3 θέλουν να πωλήσουν, ο τρίτος μπορεί να εμποδίσει ή να δυσκολέψει μια εξαγορά.

Τι είναι η ρήτρα tag-along;

Δίνει στην μειοψηφία το δικαίωμα να συμπωλήσει τα μερίδιά της, υπό τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία. Όπως και η drag-along, δεν προβλέπεται στον νόμο αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στο καταστατικό.

Αν στο καταστατικό γράφει 60-30-10 αλλά έχουμε συμφωνήσει ίσα μερίδια, τι ισχύει;

Ισχύει η καταστατική πρόβλεψη (60-30-10) για ψηφοφορία, κέρδη και κάθε εταιρική απόφαση. Η άτυπη συμφωνία δεν έχει εταιρική ισχύ. Η τροποποίηση απαιτεί 2/3.

Τι γίνεται αν έχουμε 50-50 και δεν συμφωνούμε;

Χωρίς καταστατικές ρήτρες διεξόδου, οι εναλλακτικές είναι διαπραγμάτευση, διαμεσολάβηση, ή δικαστική αίτηση αποχώρησης/αποκλεισμού ή λύσης για σπουδαίο λόγο.

Πόσο φόρο πληρώνω αν πουλήσω τα μερίδιά μου;

Φόρος υπεραξίας 15% επί της διαφοράς τιμής πώλησης και τιμής κτήσης (άρθρο 42 ΚΦΕ). Αν η τιμή κτήσης δεν προσδιορίζεται, θεωρείται μηδενική.

Πώς αποτιμώνται τα μερίδια ΙΚΕ;

Ο νόμος δεν ορίζει μέθοδο. Οι συνηθέστερες μέθοδοι είναι η λογιστική αξία, οι πολλαπλασιαστές κερδών (EBITDA) και η μέθοδος προεξοφλημένων ταμειακών ροών (DCF). Αν δεν υπάρχει συμφωνία, η αξία προσδιορίζεται δικαστικά με πραγματογνωμοσύνη. Η πρόβλεψη μηχανισμού στο καταστατικό αποτρέπει αυτή τη διαφωνία.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Η αδράνεια κοστίζει, οι προθεσμίες τρέχουν

Κάθε μήνας αδράνειας σε εταιρική κρίση δημιουργεί κινδύνους. Ο διαχειριστής μπορεί να δημιουργεί νέα χρέη, να μεταφέρει πελάτες σε ανταγωνιστική δραστηριότητα, να αλλοιώνει στοιχεία ή να συνάπτει δυσμενείς συμβάσεις. Παράλληλα, οι νόμιμες προθεσμίες τρέχουν . Η αίτηση αποκλεισμού εταίρου πρέπει να υποβληθεί εντός 60 ημερών από τη σχετική απόφαση, ενώ η αίτηση ακύρωσης ελαττωματικών αποφάσεων εντός 4 ή 6 μηνών. Η παρέλευση αυτών των προθεσμιών αποκλείει οριστικά το δικαίωμα. Η αναβολή δεν αποτελεί στρατηγική.

Χάρτης δράσης σε εταιρική κρίση

Πρώτο βήμα είναι ο άμεσος έλεγχος του καταστατικού για ρήτρες εξόδου, αδιεξόδου ή διαιτησίας. Δεύτερο, η έγγραφη τεκμηρίωση και καταγραφή κάθε περιστατικού (emails, πρακτικά, εξώδικα). Τρίτο, η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα εταιρικά βιβλία και στοιχεία. Τέταρτο, η αποστολή εξώδικης δήλωσης. Πέμπτο, η αναζήτηση εξειδικευμένης νομικής συμβουλής πριν από οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια.

Τεκμηρίωση κάθε ενέργειας

Η τεκμηρίωση αποδεικνύει τον σπουδαίο λόγο ενώπιον του δικαστηρίου και αποτρέπει τον ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Emails, πρακτικά συνελεύσεων, εξώδικα, ακόμη και ανταλλαγές μηνυμάτων μπορούν να χρησιμεύσουν.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις διαφωνίες εταίρων σε ΙΚΕ και τους μηχανισμούς επίλυσης.

Μεταβίβαση Εταιρικών Μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ

Μεταβίβαση Εταιρικών Μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ: Τύπος, Διαδικασία και Φορολογία

Η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων σε Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ) και σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ) αποτελεί μία από τις πιο συχνές πράξεις μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας.

Ωστόσο, η διαδικασία, ο τύπος, οι περιορισμοί και η φορολογική μεταχείριση διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ των δύο εταιρικών μορφών, αλλά και σε σχέση με τη μεταβίβαση μετοχών Ανώνυμης Εταιρείας (ΑΕ).

Νομικό Πλαίσιο

Το νομικό πλαίσιο αποτελείται, κυρίως, από τους εξής Νόμους:

  • Ν. 4072/2012 (άρθρα 43 επ.), για την ΙΚΕ
  • Ν. 3190/1955 (άρθρα 28 επ.), για την ΕΠΕ
  • Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), για τη φορολογία υπεραξίας

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΕΠΕ

Αρχή Ελεύθερης Μεταβίβασης Και Καταστατικοί Περιορισμοί

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 3190/1955, το εταιρικό μερίδιο της ΕΠΕ είναι καταρχήν ελεύθερα μεταβιβάσιμο με πράξη εν ζωή, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.

Η διάταξη αυτή έχει ενδοτικό χαρακτήρα, επομένως οι εταίροι μπορούν να περιλάβουν στο καταστατικό ρήτρες που περιορίζουν ή ακόμη και απαγορεύουν απολύτως τη μεταβίβαση μεριδίων.

Τέτοιες ρήτρες μπορεί να αφορούν δικαίωμα προτίμησης υπέρ των λοιπών εταίρων (άρθρο 28 παρ. 2 Ν. 3190/1955), υποχρέωση λήψης συναίνεσης της συνέλευσης ή πλήρη απαγόρευση μεταβίβασης σε τρίτους.

Η ρήτρα προτίμησης σημαίνει ότι, εάν εταίρος επιθυμεί να μεταβιβάσει τα μερίδιά του, οφείλει πρώτα να τα προσφέρει στους υπόλοιπους εταίρους με τους ίδιους όρους.

Σε περίπτωση που περισσότεροι εταίροι ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης, συντρέχουν κατά το λόγο (ποσοστό) της συμμετοχής τους.

Συμβολαιογραφικός Τύπος & Απόλυτη Ακυρότητα

Η πιο σημαντική ιδιαιτερότητα της μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ είναι η απαίτηση συμβολαιογραφικού τύπου.

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 3190/1955, η μεταβίβαση γίνεται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνονται τα πλήρη στοιχεία του αποκτώντος (ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας, ηλεκτρονική διεύθυνση, αριθμός ταυτότητας ή διαβατηρίου).

Ο τύπος αυτός είναι συστατικός και η μη τήρησή του επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης.

Η νομολογία του Αρείου Πάγου είναι σταθερή ως προς αυτό. Με την ΑΠ 313/2024 κρίθηκε ότι η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ, καθώς και το σχετικό προσύμφωνο, πρέπει να υποβληθούν στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου τόσο ως προς την υποσχετική όσο και ως προς την εκποιητική δικαιοπραξία.

Η μη τήρηση του τύπου καθιστά τη σύμβαση απολύτως άκυρη, σαν να μην έγινε, ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση, ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μεριδίων κρίθηκε άκυρο, με αποτέλεσμα να μην γεννηθεί καμία ενδοσυμβατική υποχρέωση.

Η αυστηρότητα αυτή αντιδιαστέλλεται προς τη μεταβίβαση μετοχών ΑΕ, όπου ο έγγραφος τύπος που επιβάλλει η φορολογική νομοθεσία είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός (ΑΠ 545/2019).

Αποτελέσματα Της Μεταβίβασης

Η μεταβίβαση παράγει αποτελέσματα από την εγγραφή της στο βιβλίο εταίρων του άρθρου 25 του Ν. 3190/1955.

Η εγγραφή γίνεται με αίτηση του μεταβιβάζοντος ή του αποκτώντος, με προσκόμιση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης.

Περαιτέρω, η μεταβίβαση πρέπει να καταχωρηθεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), καθώς συνεπάγεται τροποποίηση του καταστατικού ως προς τα πρόσωπα των εταίρων και τα αντίστοιχα μερίδια.

Η δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. αποτελεί ουσιώδες βήμα, καθώς μόνο μετά από αυτή η αλλαγή στη σύνθεση των εταίρων αντιτάσσεται σε τρίτους.

Απαγόρευση Ίδιων Μεριδίων

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3190/1955, η εταιρεία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκτήσει τα δικά της εταιρικά μερίδια.

Η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη και διαφέρει από το καθεστώς της ΑΕ, όπου υπό προϋποθέσεις επιτρέπεται η κτήση ιδίων μετοχών (άρθρα 49 επ. Ν. 4548/2018).

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΙΚΕ

Αρχή Ελεύθερης Μεταβίβασης

Η μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ ρυθμίζεται από τα άρθρα 83 επ. του Ν. 4072/2012 και ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με την ΕΠΕ.

Κατ’ αρχήν, η μεταβίβαση και η επιβάρυνση των μεριδίων ΙΚΕ εν ζωή ή αιτία θανάτου είναι ελεύθερη (άρθρο 83 παρ. 1 Ν. 4072/2012).

Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης αντιμετωπίζει την ΙΚΕ ως εταιρική μορφή με ισχυρότερο κεφαλαιουχικό χαρακτήρα και μικρότερο προσωπικό στοιχείο, τουλάχιστον ως προς τη μεταβιβασιμότητα.

Έγγραφος Τύπος (Απλός, Όχι Συμβολαιογραφικός)

Η ουσιώδης διαφορά σε σχέση με την ΕΠΕ αφορά τον απαιτούμενο τύπο.

Η μεταβίβαση ή επιβάρυνση εταιρικών μεριδίων ΙΚΕ εν ζωή γίνεται εγγράφως, δηλαδή αρκεί Ιδιωτικό Έγγραφο (άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4072/2012).

Δεν απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος, εκτός εάν εισφέρονται στην εταιρεία περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο νόμος απαιτεί τέτοιο τύπο (π.χ. ακίνητα).

Η επιλογή αυτή μειώνει σημαντικά το κόστος και τον χρόνο της συναλλαγής.

Περαιτέρω, η μεταβίβαση παράγει αποτελέσματα ως προς την εταιρεία και τους εταίρους από τη γνωστοποίηση σε αυτή της μεταβίβασης.

Επομένως, σε αντίθεση με την ΕΠΕ (όπου η εγγραφή στο βιβλίο εταίρων είναι κρίσιμη), στην ΙΚΕ αρκεί η γνωστοποίηση.

Περιορισμός Εξωκεφαλαιακών & Εγγυητικών Μεριδίων

Ο Ν. 4072/2012 προβλέπει σημαντικό περιορισμό ειδικά για μερίδια που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά.

Ο εταίρος που κατέχει τέτοια μερίδια δεν μπορεί να τα μεταβιβάσει εφόσον δεν έχει εξαγοράσει πλήρως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εισφορές αυτές (άρθρο 83 παρ. 1 εδ. β΄ Ν. 4072/2012).

Η ρύθμιση αυτή αντικατοπτρίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των εξωκεφαλαιακών και εγγυητικών εισφορών, οι οποίες ενέχουν συνεχή προσωπική υποχρέωση (παροχή εργασίας ή ανάληψη ευθύνης έναντι τρίτων) και δεν μπορούν να μεταφερθούν σε τρίτον χωρίς προηγούμενη εκκαθάριση.

Πρόκειται για ρύθμιση που δεν συναντάται σε άλλο εταιρικό τύπο, δεδομένου ότι πουθενά αλλού δεν υφίστανται εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές.

Απαγόρευση Ίδιων Μεριδίων

Σύμφωνα με το άρθρο 87 Ν. 4072/2012, η εταιρεία δεν επιτρέπεται να αποκτά, άμεσα ή έμμεσα, δικά της μερίδια, κατ’ αναλογία με την ΕΠΕ και σε αντιδιαστολή με την ΑΕ.

Περαιτέρω, σε περίπτωση συγχώνευσης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με απορρόφηση άλλης εταιρείας, η οποία κατέχει μερίδια της πρώτης, τα μερίδια αυτά ακυρώνονται αυτοδικαίως με τη συντέλεση της συγχώνευσης.

Επιπλέον, στις παραπάνω περιπτώσεις ο διαχειριστής οφείλει με πράξη του να προβεί χωρίς καθυστέρηση στη διαπίστωση της μείωσης του αριθμού των εταιρικών μεριδίων και ενδεχομένως της αντίστοιχης μείωσης κεφαλαίου και να προβεί στη σχετική καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Καταστατικοί Περιορισμοί

Μολονότι ο νόμος καθιερώνει ελεύθερη μεταβίβαση, το καταστατικό μπορεί να εισαγάγει περιορισμούς, όπως ρήτρα προτίμησης υπέρ των λοιπών εταίρων ή υποχρέωση έγκρισης από τη Συνέλευση.

Η διαφοροποίηση ως προς την ΕΠΕ έγκειται στο ότι η ελεύθερη μεταβιβασιμότητα είναι ο κανόνας και η δέσμευση η εξαίρεση, ενώ στην ΕΠΕ η πρακτική (και συχνά το καταστατικό) εισάγει αυστηρότερους περιορισμούς.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΕΠΕ, ΙΚΕ & ΑΕ

Η σύγκριση μεταξύ των τριών εταιρικών μορφών αναδεικνύει τις βασικές διαφορές:

ΧαρακτηριστικόΕΠΕΙΚΕΑΕ
Τύπος μεταβίβασηςΣυμβολαιογραφικό έγγραφο (συστατικός τύπος)Ιδιωτικό έγγραφοΠαράδοση της μετοχής & καταχώρηση στο βιβλίο μετόχων (Σημ: η φορολογική νομοθεσία επιβάλλει έγγραφο τύπο και δη Ιδιωτικό Έγγραφο)
Συνέπεια μη τήρησης τύπουΑπόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 313/2024)Ισχύει μόνο έναντι φορολογικών αρχών (ΑΠ 545/2019)Ισχύει μόνο έναντι φορολογικών αρχών (ΑΠ 545/2019)
ΚόστοςΥψηλό (συμβολαιογραφικό κόστος, αμοιβή, τέλη)ΧαμηλόΧαμηλό
Ίδια μερίδια/μετοχέςΑπόλυτη απαγόρευσηΑπόλυτη απαγόρευσηΕπιτρέπεται υπό προϋποθέσεις
ΔημοσιότηταΚαταχώρηση Γ.Ε.ΜΗ. + τροποποίηση καταστατικούΚαταχώρηση Γ.Ε.ΜΗ. + τροποποίηση καταστατικούΚαταχώρηση Γ.Ε.ΜΗ. (χωρίς τροποποίηση καταστατικού, μόνο βιβλίο μετόχων)

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Η υπεραξία (κεφαλαιακό κέρδος) που προκύπτει από τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων φορολογείται σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 4172/2013 (ΚΦΕ). Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και τιμής κτήσης.

Για φυσικά πρόσωπα, η υπεραξία φορολογείται με συντελεστή 15% (άρθρα 42 & 43 ΚΦΕ).

Για νομικά πρόσωπα, η υπεραξία εντάσσεται στα εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με τον ισχύοντα εταιρικό συντελεστή (22%).

Ως τιμή πώλησης λαμβάνεται αυτή που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

Σε κάθε περίπτωση, ο φόρος βαρύνει τον μεταβιβάζοντα, ως δικαιούχο της ωφέλειας.
Ωστόσο, η ΑΠ 756/2014 έκρινε ότι σε περίπτωση μεταβίβασης χωρίς υποβολή της οικείας φορολογικής δήλωσης, ο αποκτών ευθύνεται αλληλεγγύως με τον μεταβιβάζοντα για την καταβολή του φόρου.

Απαλλαγή Από Φόρο Υπεραξίας

Σύμφωνα με το άρθρο 48Α του ΚΦΕ, το εισόδημα από την υπεραξία που εισπράττουν τα Νομικά Πρόσωπα, απαλλάσσεται από τον φόρο, εάν το νομικό πρόσωπο του οποίου οι τίτλοι μεταβιβάζονται, πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  1. Περιλαμβάνεται στους τύπους που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι Μέρος Α’ της Οδηγίας 2011/96/Ε.Ε., (πρακτικά είναι ΟΛΟΙ οι εταιρικοί τύποι: ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΠΕ κλπ),
  2. Είναι φορολογικός κάτοικος κράτους-μέλους της Ε.Ε., σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού και δεν θεωρείται κάτοικος τρίτου κράτους εκτός Ε.Ε. κατ’ εφαρμογήν όρων σύμβασης περί αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί με αυτό το τρίτο κράτος,
  3. Υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι Μέρος Β’ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ ή σε οποιονδήποτε άλλον φόρο αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς,
  4. Το μεταβιβάζον νομικό πρόσωπο κατέχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ή του πλήθους του μετοχικού κεφαλαίου ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου του οποίου οι τίτλοι συμμετοχής μεταβιβάζονται,
  5. Το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής διακρατείται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ

Μεταβίβαση Μεριδίων ΕΠΕ

Η διαδικασία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

  1. Αρχικά, ελέγχεται εάν το καταστατικό προβλέπει περιορισμούς (δικαίωμα προτίμησης, συναίνεση κ.λπ.) και, εφόσον υφίστανται, τηρούνται οι αντίστοιχες διαδικασίες.
  2. Εν συνεχεία, υποβάλλεται φορολογική δήλωση υπεραξίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και καταβάλλεται ο αναλογών φόρος.
  3. Ακολούθως, συντάσσεται συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης μεριδίων, η οποία περιλαμβάνει και την τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού.
  4. Τέλος, η τροποποίηση καταχωρείται στο Γ.Ε.ΜΗ. μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας (businessportal.gr) και ενημερώνεται η αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Μεταβίβαση Μεριδίων ΙΚΕ

Σε σχέση με τα προηγούμενα, η διαδικασία στην ΙΚΕ είναι απλούστερη, αποτελώντας σαφές πλεονέκτημα:

  1. Τα μέρη συντάσσουν ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης.
  2. Κατόπιν, γνωστοποιούν τη μεταβίβαση στην εταιρεία (ώστε αυτή να παράγει αποτελέσματα).
  3. Ακολουθεί τροποποίηση του καταστατικού για την αποτύπωση της νέας σύνθεσης εταίρων, η οποία μπορεί να γίνει με ιδιωτικό ή, εάν οι εταίροι το επιθυμούν, με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
  4. Ολοκληρώνοντας, η τροποποίηση καταχωρείται στο Γ.Ε.ΜΗ. και υποβάλλεται η φορολογική δήλωση υπεραξίας.
ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Μεταβίβαση Λόγω Θανάτου

Στην ΕΠΕ, ο Ν. 3190/1955 (άρθρο 29) ρυθμίζει τη μεταβίβαση μεριδίων αιτία θανάτου. Οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.

Η ΑΠ 1759/2014 εξέτασε περίπτωση όπου το καταστατικό της ΕΠΕ προέβλεπε δυνατότητα αποχώρησης κληρονόμων μετά διετία, κρίνοντας ότι τέτοιος καταστατικός όρος είναι έγκυρος.

Στην ΙΚΕ, η κληρονομική διαδοχή αντιμετωπίζεται ομοίως ευνοϊκά, καθώς η μεταβίβαση αιτία θανάτου είναι ελεύθερη (άρθρο 83 παρ. 1 Ν. 4072/2012).

Επιπλέον για τις ΙΚΕ, το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση θανάτου εταίρου, τα εταιρικά του μερίδια εξαγοράζονται από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία, εταίρο ή τρίτο, αντί πλήρους τιμήματος προσδιοριζόμενου από το δικαστήριο, εκτός αν τα μέρη συμφωνούν στο ύψος του ή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού του.

Η υπόδειξη πρέπει να γίνει μέσα σε ένα (1) μήνα από τότε που η εταιρεία λάβει γνώση του θανάτου και πρέπει να γνωστοποιείται στον κληρονόμο ή κληροδόχο, καθώς και στους λοιπούς εταίρους.

Επίσης, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι οι επιζώντες εταίροι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά, κατά το ποσοστό της συμμετοχής τους στην εταιρεία.

Η Μεταβίβαση Στο Πλαίσιο Εξαγοράς (share deal)

Σε πράξεις εξαγοράς επιχειρήσεων (εξαγορά μεριδίων, share deal), η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ αποτελεί τον συνηθέστερο τρόπο αλλαγής ελέγχου.

Ο αγοραστής αποκτά τα μερίδια και, μαζί, αναλαμβάνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις. Η νομική δέουσα επιμέλεια (due diligence) είναι κρίσιμο στάδιο κάθε τέτοιας συναλλαγής, ανεξάρτητα εταιρικής μορφής.

Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού

Σε μεταβίβαση μεριδίων συχνά περιλαμβάνεται ρήτρα μη ανταγωνισμού, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι ο πωλητής δεν θα ανταγωνιστεί την εταιρεία μετά τη μεταβίβαση. Η νομολογία ελέγχει τέτοιες ρήτρες υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Επιλογή εταιρικής μορφής και ευελιξία μεταβίβασης

Η ΙΚΕ υπερτερεί σημαντικά σε ευελιξία μεταβίβασης μεριδίων, καθώς δεν απαιτεί συμβολαιογραφικό τύπο. Αυτό μειώνει κόστος, χρόνο και γραφειοκρατία. Η επιλογή εταιρικής μορφής πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτή τη διάσταση, ιδίως σε startups και σε εταιρείες που αναμένουν αλλαγές στη σύνθεση εταίρων.

Ρήτρα προτίμησης στο καταστατικό

Τόσο στην ΕΠΕ όσο και στην ΙΚΕ, η ενσωμάτωση ρήτρας προτίμησης ή δικαιώματος πρώτης άρνησης (right of first refusal) προστατεύει τους υπάρχοντες εταίρους από ανεπιθύμητες αλλαγές. Η ρήτρα αυτή πρέπει να αποτυπωθεί επαρκώς στο καταστατικό κατά τη σύσταση.

Φορολογική υποχρέωση πριν τη μεταβίβαση

Η φορολογική δήλωση υπεραξίας πρέπει να υποβληθεί πριν από τη μεταβίβαση. Η παράλειψη αυτή δεν ακυρώνει τη μεταβίβαση κατά το εταιρικό δίκαιο, αλλά δημιουργεί αλληλέγγυα ευθύνη αποκτώντος και μεταβιβάζοντος για τον φόρο (ΑΠ 756/2014).

Εξωκεφαλαιακές εισφορές στην ΙΚΕ

Πριν τη μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά, πρέπει να εξαγοραστούν πλήρως οι σχετικές υποχρεώσεις. Η παράλειψη αυτού του βήματος καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη.

Καταχώρηση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η εμπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποίησης του καταστατικού στο Γ.Ε.ΜΗ. δεν είναι απλή τυπικότητα. Χωρίς αυτή, η αλλαγή στη σύνθεση εταίρων δεν αντιτάσσεται σε τρίτους και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε συναλλαγές, τραπεζικές σχέσεις ή ελέγχους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε στην επιλογή του τύπου και την μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ.

Νομικός Έλεγχος Επιχείρησης – Ετήσιο Checklist Συμμόρφωσης

Ετήσιος Νομικός Έλεγχος Εταιρείας. Πλήρης Οδηγός Συμμόρφωσης

Κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μεγέθους και νομικής μορφής, υπόκειται σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη νομοθεσία περί εταιρειών, το εργατικό και ασφαλιστικό δίκαιο, τη φορολογική νομοθεσία, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR, General Data Protection Regulation) και τους κανόνες δημοσιότητας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.).

Η μη τήρηση αυτών των υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις. Συχνά, οδηγεί σε προσωπική ευθύνη των διοικούντων, σε ακυρότητα εταιρικών πράξεων και σε διακινδύνευση της ίδιας της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Ο νομικός έλεγχος επιχείρησης (legal health check) αποτελεί μια συστηματική αξιολόγηση της νομικής κατάστασης μιας εταιρείας, η οποία αποσκοπεί στον εντοπισμό κενών συμμόρφωσης, πριν αυτά μετατραπούν σε πρόβλημα.

Σε αντίθεση με τη νομική δέουσα επιμέλεια (due diligence), η οποία πραγματοποιείται συνήθως στο πλαίσιο εξαγοράς ή χρηματοδότησης, ο ετήσιος νομικός έλεγχος αφορά τη συνεχή παρακολούθηση της συμμόρφωσης κατά τη λειτουργία της εταιρείας.

Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τον «ετήσιο check-up» της νομικής υγείας μιας επιχείρησης.

Εταιρικές Υποχρεώσεις Και Δημοσιότητα Στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η πρώτη ενότητα κάθε νομικού ελέγχου αφορά το εταιρικό πλαίσιο λειτουργίας. Κάθε εμπορική εταιρεία υποχρεούται σε δημοσίευση συγκεκριμένων πράξεων στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με τον Ν. 4919/2022.

Τούτο αφορά τόσο τις κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) όσο και τις προσωπικές (ΟΕ, ΕΕ).

Μεταξύ των βασικών υποχρεώσεων περιλαμβάνονται η δημοσίευση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η καταχώριση αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης και Διοικητικού Συμβουλίου, η ανακοίνωση τροποποιήσεων καταστατικού, η δημοσίευση αλλαγών στη διοίκηση ή εκπροσώπηση, καθώς και η επικαιροποίηση στοιχείων επωνυμίας και διακριτικού τίτλου.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, διότι η μη δημοσίευσή τους συνιστά μία από τις συχνότερες αιτίες επιβολής κυρώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος ρητά προβλέπει ότι οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. διενεργούν δειγματοληπτικό έλεγχο σε ποσοστό τουλάχιστον 5% επί των συστάσεων και καταχωρίσεων, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εντοπισμού παραλείψεων.

Πέραν του Γ.Ε.ΜΗ., το καταστατικό της εταιρείας πρέπει να ελέγχεται ετησίως ως προς την επικαιρότητά του.

Επιπλέον, αλλαγές στη νομοθεσία, νέοι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης ή τροποποιήσεις στη σύνθεση των εταίρων μπορεί να καθιστούν αναγκαία την αναθεώρησή του.

Τέλος, πρέπει να ελέγχεται αν η εταιρική μορφή εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης ή αν θα ήταν σκόπιμη η μετατροπή σε άλλη μορφή.

Εργατικό Δίκαιο Και Υποχρεώσεις Εργοδότη

Το εργατικό πλαίσιο αποτελεί τον τομέα με τον μεγαλύτερν κίνδυνο για τον εργοδότη, τόσο σε επίπεδο διοικητικών κυρώσεων (πρόστιμα ΣΕΠΕ) όσο και σε επίπεδο δικαστικών αξιώσεων.

Ο ετήσιος νομικός έλεγχος οφείλει να καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα ζητήματα:

Πρώτον, τις συμβάσεις εργασίας.

Κάθε εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει έγγραφη σύμβαση εργασίας που περιλαμβάνει τους υποχρεωτικούς όρους (είδος απασχόλησης, αμοιβή, ωράριο, τόπος εργασίας). Η αναγγελία πρόσληψης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη παροχής εργασίας.

Η μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται πρόστιμο 10.500 ευρώ ανά αδήλωτο εργαζόμενο. Επιπροσθέτως, η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατών παραμένει κρίσιμη για τον υπολογισμό αποζημιώσεων και δικαιωμάτων.

Δεύτερον, τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Η έγκαιρη καταβολή εισφορών e-ΕΦΚΑ αποτελεί προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας. Η παράλειψη ή καθυστέρηση καταβολής δημιουργεί προσωπική ευθύνη των διοικούντων. Η νομολογία είναι κατηγορηματική σε αυτό το σημείο.

Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (ΔΕφΘεσ 1801/2025) ακύρωσε καταλογισμό οφειλών ύψους 106.000 ευρώ προς τον ΕΦΚΑ σε βάρος πρώην μέλους ΔΣ ανώνυμης εταιρείας, κρίνοντας ότι η αλληλέγγυα ευθύνη πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να αφορά μόνο τα πρόσωπα που πράγματι άσκησαν διοίκηση κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η απόφαση αυτή καταδεικνύει τόσο τον κίνδυνο (καταλογισμός σε φυσικά πρόσωπα) όσο και τη δυνατότητα άμυνας (εφόσον αποδεικνύεται έλλειψη πραγματικής διοίκησης).

Τρίτον, τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας.

Οι εταιρείες που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους υποχρεούνται στην κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού. Μετά τον ΠΔ 62/2025 (νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου), ο κανονισμός πρέπει να ενσωματώνει πολιτική κατά της βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

Η υποχρέωση αυτή ισχύει πλέον για όλους τους εργοδότες και η μη συμμόρφωση συνεπάγεται τόσο διοικητικά πρόστιμα όσο και αδυναμία επίκλησης πειθαρχικών μέτρων κατά εργαζομένων.

Τέταρτον, τους διευθύνοντες υπαλλήλους.

Ο ορθός χαρακτηρισμός ενός εργαζομένου ως διευθύνοντος υπαλλήλου αποτελεί πηγή συχνών διαφορών. Ο εργοδότης πρέπει να ελέγχει αν πληρούνται τα κριτήρια του νόμου (ιδιαιτέρως υψηλός μισθός, αυτονομία, εξουσία πρόσληψης/απόλυσης). Τούτο διότι ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εκθέτει την εταιρεία σε αξιώσεις υπερωριών, αδειών και αποζημίωσης απόλυσης.

    Φορολογικές Υποχρεώσεις Και Ευθύνη Διοικούντων

    Η φορολογική συμμόρφωση αποτελεί τον τομέα όπου οι συνέπειες της παράλειψης είναι πιο άμεσες και σοβαρές. Η ευθύνη των διοικούντων για τα φορολογικά χρέη της εταιρείας ρυθμίζεται από τον Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, άρθρο 50), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4646/2019 και κωδικοποιήθηκε στον Ν. 5104/2024. Ο Ν. 4646/2019 εισήγαγε την έννοια της υπαιτιότητας στην αλληλέγγυα ευθύνη, εφαρμόζοντας τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

    Ειδικότερα, με τη ΣτΕ 119/2015 κρίθηκε ότι η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» (nulla poena sine culpa) αποτελεί γενική αρχή του δικαίου, η οποία απαιτεί υπαιτιότητα του διοικούντος για τη θεμελίωση αλληλέγγυας ευθύνης.

    Πρόσφατα, η ΣτΕ 1585/2025 επανέλαβε ότι οι διατάξεις αυτές, ως εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

    Ο ετήσιος νομικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο ότι όλες οι φορολογικές δηλώσεις (εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων) υποβάλλονται εμπρόθεσμα, ότι δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, ότι η εταιρεία διατηρεί επικαιροποιημένη φορολογική ενημερότητα και ότι τα λογιστικά αρχεία τηρούνται σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ).

    Περαιτέρω, μετά την πλήρη εφαρμογή του συστήματος myDATA, η διαβίβαση παραστατικών αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση, η παράβαση της οποίας μπορεί να επισύρει κυρώσεις ανεξαρτήτως της ορθής υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.

    Συμβάσεις Και Εμπορικές Σχέσεις

    Ο νομικός έλεγχος των εμπορικών συμβάσεων αποτελεί ζήτημα που συχνά παραβλέπεται, ιδίως σε μικρότερες εταιρείες. Πολλές εμπορικές σχέσεις λειτουργούν χωρίς έγγραφη σύμβαση ή με συμβάσεις που δεν έχουν αναθεωρηθεί ή επικαιροποιηθεί για χρόνια.

    Σημεία που χρήζουν ετήσιου ελέγχου είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη έγγραφων συμβάσεων σε όλες τις βασικές εμπορικές σχέσεις, η επικαιροποίηση των όρων (ιδίως ρήτρες λύσης, ανωτέρας βίας, εφαρμοστέου δικαίου), η τήρηση ρητρών εμπιστευτικότητας (NDA) και η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών εξασφάλισης απαιτήσεων. Για τις επισφαλείς απαιτήσεις, πρέπει να ελέγχεται αν υπάρχει δυνατότητα φορολογικής διαγραφής.

    Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται αν οι ρήτρες μη ανταγωνισμού που τυχόν περιέχονται σε εμπορικές ή εργασιακές συμβάσεις πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, καθώς η νομολογία του Αρείου Πάγου θέτει αυστηρά κριτήρια (χρονικός, τοπικός και αντικειμενικός περιορισμός, εύλογο αντάλλαγμα).

    Επίσης, σε εταιρείες που διατηρούν δίκτυα αντιπροσώπων ή διανομέων, ο έλεγχος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής είναι απαραίτητος, ιδίως ως προς τη ρήτρα αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση.

    Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR)

    Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) επιβάλλει σε κάθε εταιρεία που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που πρέπει να ελέγχονται σε τακτική βάση. Τούτο αφορά πρακτικά κάθε εταιρεία που διατηρεί πελατολόγιο, αρχείο εργαζομένων ή ηλεκτρονική φόρμα επικοινωνίας.

    Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 GDPR), η ύπαρξη πολιτικής προστασίας δεδομένων και σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών παραβίασης (σχέδιο data breach), η ενημέρωση των υποκειμένων (εργαζομένων, πελατών, προμηθευτών) για την επεξεργασία των δεδομένων τους, ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO, Data Protection Officer), εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς και η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (DPIA, Data Protection Impact Assessment) για επεξεργασίες υψηλού κινδύνου.

    Τα πρόστιμα που δύναται να επιβάλει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) μπορούν να ανέλθουν σε ποσοστό έως 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών, ενώ η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα εξαψήφιων ποσών σε ελληνικές εταιρείες.

    Πνευματική Ιδιοκτησία Και Εμπορικά Σήματα

    Τα άυλα asset μιας εταιρείας (εμπορικά σήματα, λογισμικό, βάσεις δεδομένων, τεχνογνωσία) αποτελούν συχνά τα πλέον πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία. Παρά ταύτα, η νομική τους προστασία συχνά παραμελείται.

    Ο ετήσιος έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει την επιβεβαίωση ότι τα πνευματικά δικαιώματα σε λογισμικό, κείμενα και σχέδια ανήκουν πράγματι στην εταιρεία (και όχι σε εργαζομένους ή εξωτερικούς συνεργάτες), ότι τα εμπορικά σήματα είναι σε ισχύ και δεν χρήζουν ανανέωσης, ότι υπάρχουν κατάλληλες συμβάσεις εκχώρησης δικαιωμάτων σε περιπτώσεις ανάθεσης ανάπτυξης λογισμικού σε τρίτους, καθώς και ότι τα μέτρα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου (εμπιστευτικότητα, τεχνικά μέτρα ασφάλειας) είναι επαρκή κατά τον Ν. 4679/2020, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία των εμπορικών απορρήτων.

    Κανονιστική Συμμόρφωση Σε Ειδικούς Τομείς

    Πέραν των γενικών υποχρεώσεων, ορισμένες εταιρείες υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες συμμόρφωσης (compliance). Ο κατάλογος αυτός διευρύνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

    Ενδεικτικά, οι κανόνες αυτοί αφορούν την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML, Anti-Money Laundering) βάσει του Ν. 4557/2018, τη βιωσιμότητα και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ESG (Environmental, Social, Governance) και CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) για τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας βάσει της Οδηγίας NIS2 (Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555) για επιχειρήσεις που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και τις υποχρεώσεις δημιουργίας εσωτερικών καναλιών αναφοράς (whistleblowing) βάσει του Ν. 4990/2022 για εταιρείες με 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

    Περαιτέρω, ο νομικός έλεγχος πρέπει να εξετάζει αν η εταιρεία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ειδικών ρυθμίσεων και, σε καταφατική περίπτωση, αν πληρεί τις σχετικές υποχρεώσεις.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών, διότι η απλή γνώση της νομοθεσίας δεν αρκεί, εφόσον δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Ετήσιος Προγραμματισμός

    Ο νομικός έλεγχος αποδίδει τα μέγιστα αν πραγματοποιείται σε σταθερή ετήσια βάση, κατά προτίμηση μετά το κλείσιμο της χρήσης. Η σύνδεσή του με τον ετήσιο οικονομικό έλεγχο (audit) επιτρέπει τη συνεκτίμηση φορολογικών και λογιστικών ευρημάτων. Ο ιδανικός χρόνος για εταιρείες με χρήση 1/1 έως 31/12 είναι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.

    Πίνακας Υποχρεώσεων Ανά Εταιρική Μορφή

    Οι υποχρεώσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών. Για παράδειγμα, οι ΑΕ υποχρεούνται σε ετήσιο έλεγχο ορκωτού ελεγκτή εφόσον πληρούν τα κριτήρια μεγέθους, ενώ οι ΙΚΕ υποχρεούνται στην ψηφιακή υποβολή της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. Αντιστοίχως, στις προσωπικές εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις οφειλές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών, ακόμη και για οφειλές που υπήρχαν πριν την είσοδό τους. Η κατάρτιση πίνακα προσαρμοσμένου στην εταιρική μορφή βοηθά στον εντοπισμό κενών.

    Ευθύνη Διαχειριστή & Μελών ΔΣ

    Η ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ ή των μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρείας δεν περιορίζεται στις εταιρικές υποχρεώσεις. Εκτείνεται στις φορολογικές οφειλές, τις ασφαλιστικές εισφορές και τις υποχρεώσεις τήρησης της εργατικής νομοθεσίας. Ο νομικός έλεγχος αποτελεί, εκτός των άλλων, μέσο αυτοπροστασίας των διοικούντων, τούτο διότι η τεκμηρίωση δέουσας επιμέλειας αποτελεί βασικό εργαλείο άμυνας σε περίπτωση καταλογισμού ευθύνης.

    Πρόληψη Αντί Θεραπείας
    Η αξία του νομικού ελέγχου δεν συνίσταται μόνο στην αποφυγή προστίμων. Μια εταιρεία με τεκμηριωμένη εταιρική συμμόρφωση διαπραγματεύεται καλύτερα τους όρους τραπεζικού δανεισμού, ενισχύει τη θέση της σε δημόσιους διαγωνισμούς και παρουσιάζει αξιοπιστία σε πιθανούς επενδυτές ή στρατηγικούς εταίρους. Μια επιχείρηση με ορθά δομημένο και αυστηρά καθορισμένο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, επιλύει ευκολότερα και ταχύτερα τυχόν εργατικά ή εργασιακά ζητήματα. Συνεπώς, ο νομικός έλεγχος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος.

    Ειδικά Για Startups

    Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) συχνά αντιμετωπίζουν τις νομικές υποχρεώσεις ως δευτερεύον ζήτημα. Ωστόσο, ο πρώτος νομικός έλεγχος πρέπει να γίνεται ήδη κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, ιδίως ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ανήκει πράγματι στην εταιρεία ο κώδικας;), τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας με τρίτους, τη φορολογική συμμόρφωση και τις ρήτρες δέσμευσης (vesting) σε εξωεταιρικές συμφωνίες.

    Η ύπαρξη τεκμηριωμένης νομικής συμμόρφωσης αποτελεί, εξάλλου, προϋπόθεση σε κάθε γύρο χρηματοδότησης, τούτο διότι κανένας επενδυτής δεν τοποθετεί κεφάλαια σε εταιρεία χωρίς πρότερο νομικό έλεγχο.

    Κατάλογος Ελέγχου Ανά Τομέα

    Ο νομικός έλεγχος μπορεί να δομηθεί σε επτά ενότητες, ώστε να μην παραλείπεται κανένα πεδίο. Αυτές είναι:

    1. Εταιρικά (καταστατικό, Γ.Ε.ΜΗ., πρακτικά οργάνων),
    2. Εργατικά (συμβάσεις, ΕΡΓΑΝΗ, εσωτερικός κανονισμός),
    3. Ασφαλιστικά (e-ΕΦΚΑ, ΑΠΔ), (iv) φορολογικά (δηλώσεις, myDATA, ενημερότητα),
    4. Συμβάσεις (εμπορικές σχέσεις, NDA, ρήτρες),
    5. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (GDPR) και
    6. Πνευματική ιδιοκτησία και ειδική κανονιστική συμμόρφωση (AML, NIS2, ESG).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον ετήσιο νομικός έλεγχο τηςεπιχείρησής σας.

    GDPR Συμμόρφωση – Πρακτικός Οδηγός Επιχείρησης

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα GDPR & Επιχείρησης - KSTLAW

    Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων για Προσωπικά Δεδομένα κατά τον ΓΚΠΔ και τον Ν. 4624/2019

    Συνοπτικά:

    • Κάθε επιχείρηση που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα στην Ελλάδα υπόκειται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ) και στον εφαρμοστικό Ν. 4624/2019, με βάρος απόδειξης συμμόρφωσης (αρχή λογοδοσίας) στην ίδια.
    • Νομική βάση επεξεργασίας απαιτείται για κάθε πράξη (άρθρο 6 ΓΚΠΔ): συγκατάθεση, εκτέλεση σύμβασης ή έννομο συμφέρον με τεκμηριωμένη στάθμιση.
    • Τα δικαιώματα των υποκειμένων (πρόσβαση, διαγραφή, εναντίωση) ικανοποιούνται εντός μηνός. Η ΑΠΔΠΧ έχει επιβάλει πρόστιμο 220.000 ευρώ για καθυστέρηση (απόφαση 1/2025).
    • Ορισμός DPO είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις (άρθρο 37 ΓΚΠΔ). Παραβίαση δεδομένων γνωστοποιείται σε 72 ώρες (άρθρο 33).
    • Πρόστιμα έως 20 εκατ. ευρώ ή 4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών. Η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις και τα δικαστικά πρόστιμα έχουν αντέξει σε δικαστικό έλεγχο (ΣτΕ 657/2025 και ΣτΕ 660/2025).

    Ποιες είναι οι βασικές υποχρεώσεις επιχείρησης κατά τον ΓΚΠΔ;

    Κάθε επιχείρηση οφείλει να ορίζει νομική βάση επεξεργασίας, να τηρεί τις έξι αρχές του άρθρου 5 ΓΚΠΔ, να ικανοποιεί τα δικαιώματα των υποκειμένων εντός μηνός, να γνωστοποιεί τυχόν παραβιάσεις σε 72 ώρες και να αποδεικνύει εγγράφως τη συμμόρφωσή της (αρχή λογοδοσίας). Οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν ανεξαρτήτως μεγέθους.

    Ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε επιχείρηση εντός ΕΕ που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, αλλά και σε επιχειρήσεις εκτός ΕΕ που στοχεύουν αγορά ή υποκείμενα στην ΕΕ (άρθρο 3 ΓΚΠΔ – εδαφική εφαρμογή). Στην ελληνική έννομη τάξη συμπληρώνεται από τον Ν. 4624/2019, τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (EDPB) και τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

    Οι έξι αρχές του άρθρου 5 ΓΚΠΔ συγκροτούν το ουσιαστικό περιεχόμενο της υποχρέωσης συμμόρφωσης: νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια· περιορισμός σκοπού· ελαχιστοποίηση δεδομένων· ακρίβεια· περιορισμός περιόδου αποθήκευσης· ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα. Η αρχή της λογοδοσίας (άρθρο 5 παρ. 2) επιφορτίζει τον υπεύθυνο επεξεργασίας με το βάρος απόδειξης ότι τηρεί όλα τα παραπάνω.

    Για το θεμέλιο της ευθύνης, το ΔΕΕ στην υπόθεση C-807/21 (Deutsche Wohnen, 5.12.2023) έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε νομικό πρόσωπο δεν προϋποθέτει τον εντοπισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που υπέπεσε στην παράβαση. Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχείρηση ενήργησε με δόλο ή αμέλεια. Πρακτική συνέπεια: η επιχείρηση δεν μπορεί να μετακυλίσει την ευθύνη σε επιμέρους εργαζόμενο – φέρει συστημική ευθύνη για τη συμμόρφωση.

    Σε ποιες νομικές βάσεις στηρίζεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων;

    Κάθε πράξη επεξεργασίας απαιτεί τουλάχιστον μία από τις έξι νομικές βάσεις του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Στο επιχειρηματικό περιβάλλον κρίσιμες είναι τρεις: η συγκατάθεση του υποκειμένου, η αναγκαιότητα για εκτέλεση σύμβασης και το έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας. Η επιλογή λάθος βάσης συνιστά αυτοτελή παράβαση και ακυρώνει τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

    Συγκατάθεση και εκτέλεση σύμβασης

    Η συγκατάθεση (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α) απαιτεί ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει γνώσει δήλωση του υποκειμένου (άρθρο 7 ΓΚΠΔ). Σε εργασιακό πλαίσιο, η ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θέτει σε αμφισβήτηση τον ελεύθερο χαρακτήρα της – για αυτόν τον λόγο σπανίως αποτελεί κατάλληλη βάση για τη διαχείριση δεδομένων εργαζομένων. Η εκτέλεση σύμβασης (στοιχ. β) καλύπτει τα δεδομένα που είναι αντικειμενικά αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας ή του προϊόντος, όχι τα συμπληρωματικά δεδομένα marketing ή ανάλυσης.

    Έννομο συμφέρον και ειδικές κατηγορίες

    Το έννομο συμφέρον (στοιχ. στ) επιτρέπει επεξεργασία αν τα συμφέροντα του υπευθύνου ή τρίτου υπερτερούν των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Η στάθμιση αυτή τεκμηριώνεται εγγράφως («legitimate interest assessment», LIA) και λαμβάνει υπόψη τη φύση των δεδομένων, τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου και τα μέτρα προστασίας. Χωρίς τεκμηριωμένη LIA, η επίκληση εννόμου συμφέροντος ως νομικής βάσης είναι ευάλωτη σε προσβολή.

    Τα δεδομένα ειδικών κατηγοριών (άρθρο 9 ΓΚΠΔ) – υγείας, βιομετρικά, γενετικά, πολιτικών φρονημάτων, σεξουαλικού προσανατολισμού – υπόκεινται σε καθεστώς κατ’ αρχήν απαγόρευσης. Επεξεργάζονται μόνο εφόσον συντρέχει εξαίρεση του άρθρου 9 παρ. 2. Ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 22–27) επιβάλλει πρόσθετες προϋποθέσεις, ιδίως για γενετικά δεδομένα και δεδομένα υγείας στον ασφαλιστικό τομέα. Πολλές επιχειρήσεις επεξεργάζονται ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να το αντιλαμβάνονται – ενδεικτικά, βιομετρικός έλεγχος πρόσβασης ή διαχείριση αναρρωτικών αδειών εμπίπτει στο άρθρο 9.

    Ποια δικαιώματα έχουν τα υποκείμενα και ποιες οι προθεσμίες απάντησης;

    Τα φυσικά πρόσωπα διαθέτουν δικαιώματα πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής, περιορισμού επεξεργασίας, φορητότητας δεδομένων και εναντίωσης (άρθρα 15–22 ΓΚΠΔ). Η επιχείρηση οφείλει να απαντά εντός ενός μηνός, με δυνατότητα παράτασης δύο ακόμη μηνών για σύνθετες περιπτώσεις. Η εμπρόθεσμη ανταπόκριση δεν είναι τυπική υποχρέωση – η ΑΠΔΠΧ τη θεωρεί ουσιώδη και επιβάλλει βαριά πρόστιμα για παραβιάσεις.

    Στη νομολογία του ΔΕΕ, η υπόθεση C-154/21 (Österreichische Post, 12.1.2023) έκρινε ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, το υποκείμενο δικαιούται να λάβει πληροφορίες για τους συγκεκριμένους αποδέκτες στους οποίους διαβιβάστηκαν τα δεδομένα του, και όχι απλώς για κατηγορίες αποδεκτών. Η συνέπεια είναι πρακτική: οι επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν αναλυτικά αρχεία διαβιβάσεων ονομαστικά, ώστε να μπορούν να απαντούν με πληρότητα.

    Η ελληνική νομολογιακή πρακτική επιβεβαιώνει την έμφαση στην εμπρόθεσμη ικανοποίηση. Η ΑΠΔΠΧ με την απόφαση 1/2025 επέβαλε πρόστιμο 220.000 ευρώ σε συστημική τράπεζα για σοβαρές καθυστερήσεις στην ικανοποίηση αιτημάτων πρόσβασης. Η ΑΠΔΠΧ 30/2024 επέβαλε πρόστιμο 1.400 ευρώ σε δικηγόρο που δεν επέστρεψε έγγραφα πελάτη και δεν συνεργάστηκε με την Αρχή – υπενθύμιση ότι η εποπτεία αφορά και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

    Πότε υποχρεούται η επιχείρηση να ορίσει DPO;

    Ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer, DPO) είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις του άρθρου 37 ΓΚΠΔ: (i) όταν η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή, (ii) όταν οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση υποκειμένων σε μεγάλη κλίμακα, και (iii) όταν συνίστανται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα.

    Η έννοια της «μεγάλης κλίμακας» δεν ορίζεται ποσοτικά στον Κανονισμό. Το EDPB (πρώην WP29) αναφέρει ως κριτήρια τον αριθμό υποκειμένων, τον όγκο δεδομένων, τη διάρκεια της επεξεργασίας και τη γεωγραφική έκταση. Ενδεικτικά, νοσοκομεία, ασφαλιστικές, ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, πάροχοι τηλεπικοινωνιών και πλατφόρμες μεγάλων e-shops θεωρούνται κατά κανόνα ως δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας. Μικρομεσαία επιχείρηση που διαχειρίζεται απλά πελατολόγιο δεν εμπίπτει.

    Ο ρόλος του DPO είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, χωρίς προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση – η ευθύνη παραμένει στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Ο Ν. 4624/2019 (άρθρο 6) εξειδικεύει τις προϋποθέσεις ορισμού DPO σε δημόσιους φορείς. Η ΑΠΔΠΧ με την απόφαση 43/2024 επέβαλε πρόστιμο 50.000 ευρώ σε Υπουργείο για μη ορισμό DPO και μη συνεργασία με την Αρχή. Ακόμη και όταν ο ορισμός δεν είναι υποχρεωτικός, εθελοντικός ορισμός εσωτερικού ή εξωτερικού DPO διευκολύνει σημαντικά την τεκμηρίωση συμμόρφωσης.

    Πότε απαιτείται DPIA και πότε σύμβαση επεξεργασίας με τρίτους;

    Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA) απαιτείται όταν η επεξεργασία ενδέχεται να δημιουργήσει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων (άρθρο 35 ΓΚΠΔ). Σύμβαση επεξεργασίας (DPA) απαιτείται όποτε η επιχείρηση αναθέτει σε τρίτο επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (άρθρο 28 παρ. 3). Παράλειψη οποιουδήποτε από τα δύο συνιστά αυτοτελή παράβαση.

    DPIA: πότε ενεργοποιείται και τι περιλαμβάνει

    Ενδεικτικές περιπτώσεις υποχρέωσης DPIA: (i) συστηματική αξιολόγηση προσωπικών πτυχών (profiling) με αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, (ii) μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, (iii) συστηματική παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων (π.χ. βιντεοεπιτήρηση), και (iv) χρήση νέων τεχνολογιών με αβέβαιο προφίλ κινδύνου, όπως συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για επεξεργασία δεδομένων υπαλλήλων ή πελατών. Η ΑΠΔΠΧ έχει δημοσιεύσει τυπικό κατάλογο πράξεων που απαιτούν DPIA.

    Το DPIA περιλαμβάνει συστηματική περιγραφή της επεξεργασίας, αξιολόγηση αναγκαιότητας και αναλογικότητας, εκτίμηση κινδύνων για τα υποκείμενα και προβλεπόμενα μέτρα μετριασμού. Όταν τα μέτρα δεν επαρκούν, η επιχείρηση οφείλει να ζητήσει προηγούμενη διαβούλευση από την ΑΠΔΠΧ (άρθρο 36 ΓΚΠΔ) πριν ξεκινήσει την επεξεργασία.

    Σχέσεις controller – processor και κίνδυνος joint controllership

    Ο υπεύθυνος επεξεργασίας (controller) καθορίζει σκοπούς και μέσα. Ο εκτελών (processor) ενεργεί κατ’ εντολή του. Στις σύγχρονες σχέσεις cloud, SaaS, μισθοδοσίας και marketing, η διάκριση δεν είναι πάντοτε ευχερής. Το ΔΕΕ στην υπόθεση C-683/21 (Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, 5.12.2023) αποσαφήνισε ότι η ιδιότητα του από κοινού υπευθύνου επεξεργασίας («joint controller») προκύπτει ακόμη και χωρίς τυπική συμφωνία ή κοινή απόφαση, αρκεί τα μέρη να ασκούν από κοινού επιρροή στην επεξεργασία.

    Παράλληλα, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο υπεύθυνος δεν ευθύνεται για πράξεις του εκτελούντος που γίνονται για ίδιους σκοπούς του, πέραν των εντολών του υπευθύνου – ο εκτελών καθίσταται τότε ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 28 παρ. 10 ΓΚΠΔ). Η σύμβαση επεξεργασίας πρέπει να ρυθμίζει αντικείμενο, διάρκεια, φύση και σκοπό, τύπο δεδομένων, μέτρα ασφαλείας και υποχρεώσεις του εκτελούντος. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η DPA με παρόχους λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS), cloud hosting, μισθοδοσίας και εξωτερικών λογιστών.

    Πώς γίνεται η γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων εντός 72 ωρών;

    Σε περίπτωση παραβίασης («data breach»), ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνωστοποιεί το περιστατικό στην ΑΠΔΠΧ εντός 72 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση (άρθρο 33 ΓΚΠΔ), εκτός αν η παραβίαση δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των υποκειμένων. Αν ο κίνδυνος είναι υψηλός, ανακοινώνεται και στα ίδια τα υποκείμενα (άρθρο 34). Ο υπολογισμός των 72 ωρών ξεκινά από την επίγνωση του περιστατικού, όχι από τη διεξοδική διερεύνησή του.

    Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει περιγραφή της φύσης της παραβίασης, κατηγορίες και κατά προσέγγιση αριθμό υποκειμένων και αρχείων, στοιχεία επικοινωνίας του DPO, περιγραφή πιθανών συνεπειών και των μέτρων που λήφθηκαν ή προτείνονται. Αν δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη παροχή όλων των πληροφοριών, η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει σταδιακά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

    Στη νομολογία του ΔΕΕ, η υπόθεση C-340/21 (Natsionalna agentsia za prihodite, 14.12.2023) καθόρισε τρία κρίσιμα σημεία: η απλή διαπίστωση παραβίασης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ευθύνη του υπευθύνου, ο φόβος του υποκειμένου για πιθανή κατάχρηση δεδομένων μετά από κυβερνοεπίθεση μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ, και το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Πρακτική συνέπεια: η ύπαρξη τεκμηριωμένου incident response plan και αυστηρών μέτρων κυβερνοασφάλειας δεν είναι προαιρετική – είναι μέρος της υπερασπίσιμης θέσης της επιχείρησης.

    Η ελληνική εμπειρία είναι σαφής: στην υπόθεση Cosmote (ΑΠΔΠΧ 4/2022), η Αρχή εξέτασε όχι μόνο την ίδια τη διαρροή αλλά και τη νομιμότητα τήρησης των αρχείων που διέρρευσαν και την επάρκεια των μέτρων ασφάλειας. Η γνωστοποίηση δεν αποτελεί απλώς διαδικαστική κίνηση – ανοίγει διεξοδικό έλεγχο της συνολικής συμμόρφωσης.

    Πώς ρυθμίζεται η διαβίβαση δεδομένων εκτός ΕΕ;

    Η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ/ΕΟΧ επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 44–49 ΓΚΠΔ. Οι κυριότεροι μηχανισμοί είναι:

    • απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (άρθρο 45),
    • τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες (Standard Contractual Clauses, SCCs, άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. γ΄), και
    • δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες (Binding Corporate Rules, BCRs, άρθρο 47).

    Μετά την απόφαση Schrems II (C-311/18, 16.7.2020), κάθε διαβίβαση που στηρίζεται σε SCCs πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση αντικτύπου της διαβίβασης (Transfer Impact Assessment, TIA), η οποία αξιολογεί αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας παρέχει ουσιαστικά ισοδύναμη προστασία. Η TIA εξετάζει συγκεκριμένα τις εξουσίες πρόσβασης των τοπικών αρχών, την ύπαρξη δικαστικού ελέγχου και τα μέσα έννομης προστασίας για τα υποκείμενα.

    Για τις ΗΠΑ, ισχύει από 10.7.2023 το EU-US Data Privacy Framework, που λειτουργεί ως απόφαση επάρκειας για διαβιβάσεις σε πιστοποιημένους αμερικανικούς οργανισμούς. Δεν καλύπτει όλους τους αποδέκτες – ο πάροχος cloud πρέπει να είναι πραγματικά εγγεγραμμένος στο Framework, και η εγγραφή ελέγχεται. Για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν cloud, CRM ή marketing tools με υποδομές εκτός ΕΕ, η ταυτοποίηση τόπου επεξεργασίας και ο μηχανισμός διαβίβασης αποτελούν προϋπόθεση συμμόρφωσης που τεκμηριώνεται γραπτώς.

    Ποιες κυρώσεις προβλέπει ο ΓΚΠΔ και πώς τις εφαρμόζει η ΑΠΔΠΧ;

    Ο ΓΚΠΔ προβλέπει διοικητικά πρόστιμα δύο βαθμίδων (άρθρο 83): έως 10.000.000 ευρώ ή 2% ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών για παραβάσεις οργανωτικής φύσεως, και έως 20.000.000 ευρώ ή 4% για παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως. Επιπλέον, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 38–39) προβλέπει ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, και το άρθρο 82 ΓΚΠΔ θεμελιώνει αυτοτελή αστική αξίωση αποζημίωσης. Η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις, με σταθερή αύξηση των ποσών μετά το 2023.

    ΠαράβασηΑνώτατο πρόστιμο (άρθρο 83)Παράδειγμα ελληνικής νομολογίας
    Παραβίαση δικαιωμάτων υποκειμένων (άρθρα 12–22)20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 1/2025: 220.000€ σε τράπεζα (καθυστέρηση πρόσβασης)
    Επεξεργασία χωρίς νομική βάση (άρθρο 6)20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 25/2023: 210.000€ σε τράπεζα (23.259 πελάτες)
    Παράνομη διαβίβαση δεδομένων20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 16/2024: 400.000€ σε Υπουργείο Εσωτερικών (διαρροή λίστας αποδήμων) + 40.000€ σε Ευρωβουλευτή
    Μη ορισμός DPO (άρθρο 37)10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 43/2024: 50.000€ σε Υπουργείο
    Αζήτητη εμπορική επικοινωνία10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 43/2025: 115.000€ σε ΗΡΩΝ + 35.000€ σε ICOMM (τηλεφωνικές κλήσεις)
    Παραβίαση δικαιώματος εναντίωσης10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 8/2025: 45.000€ σε γραφείο γνωριμιών (spam SMS)
    Μη συνεργασία με την Αρχή10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 30/2024: 1.400€ σε δικηγόρο (μη επιστροφή εγγράφων)

    Δύο ποιοτικές παρατηρήσεις προκύπτουν από τα παραπάνω. Πρώτον, η ΑΠΔΠΧ ελέγχει εξίσου μεγάλους ομίλους και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Η απόφαση 30/2024 (πρόστιμο σε μεμονωμένο δικηγόρο) δείχνει ότι κανένα όριο μεγέθους δεν αποτελεί ασπίδα. Δεύτερον, τα δικαστικά πρόστιμα έχουν αντέξει σε δικαστικό έλεγχο: το ΣτΕ με τις αποφάσεις 657/2025, 659/2025 και 660/2025 απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης των προστίμων Ασημακοπούλου και των δύο στελεχών της ΝΔ από την υπόθεση 16/2024, κρίνοντας ότι το νομοθετικό πλαίσιο και η αιτιολογία της Αρχής ήταν επαρκή. Παράλληλα ακύρωσε το πρόστιμο 40.000€ προς το ίδιο το κόμμα της ΝΔ, αναγνωρίζοντας ότι η Αρχή πρέπει να τεκμηριώνει επαρκώς την αιτιότητα μεταξύ νομικού προσώπου και διαρροής. Η εικόνα είναι ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι ουσιαστικός αλλά όχι ευνοϊκός για τους αμελείς.

    Συχνές ερωτήσεις

    Υπόκειται στον ΓΚΠΔ και η μικρή ατομική επιχείρηση;

    Ναι. Ο ΓΚΠΔ δεν προβλέπει εξαίρεση μεγέθους. Μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση είναι ότι επιχειρήσεις με λιγότερους από 250 εργαζομένους εξαιρούνται από την υποχρέωση τήρησης αρχείων δραστηριοτήτων του άρθρου 30, αλλά μόνο αν η επεξεργασία είναι περιστασιακή και δεν αφορά ευαίσθητα δεδομένα. Στην πράξη, η εξαίρεση αυτή σπάνια εφαρμόζεται, καθώς σχεδόν κάθε επιχείρηση επεξεργάζεται τακτικά δεδομένα εργαζομένων και πελατών.

    Ποια έγγραφα συμμόρφωσης πρέπει να τηρεί υποχρεωτικά μια επιχείρηση;

    Κατ’ ελάχιστον: αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30), πολιτική απορρήτου ορατή στους ιστότοπους, συμβάσεις επεξεργασίας (DPA) με κάθε εξωτερικό συνεργάτη που αποκτά πρόσβαση σε δεδομένα, στάθμιση εννόμου συμφέροντος όπου αυτή χρησιμοποιείται ως νομική βάση, και πρωτόκολλο αντιμετώπισης παραβιάσεων. Όταν συντρέχει υψηλός κίνδυνος, προστίθεται DPIA. Η τεκμηρίωση δεν είναι γραφειοκρατική επιβάρυνση – είναι το μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει συμμόρφωση σε έλεγχο.

    Τι κίνδυνο διατρέχει η επιχείρηση που χρησιμοποιεί cloud πάροχο εκτός ΕΕ;

    Διπλό κίνδυνο: αφενός παραβίαση των άρθρων 44–49 ΓΚΠΔ αν δεν υπάρχει κατάλληλος μηχανισμός διαβίβασης (απόφαση επάρκειας, SCCs με TIA, ή BCRs), αφετέρου ευθύνη για ανεπαρκή επιλογή εκτελούντος (άρθρο 28). Συνέπεια: η επιχείρηση πρέπει να ελέγχει τη γεωγραφική τοποθεσία των διακομιστών του παρόχου, να συνάπτει DPA με ρήτρες SCCs ή να επιλέγει παρόχους εγγεγραμμένους στο EU-US Data Privacy Framework, και να τηρεί τεκμηρίωση της επιλογής της.

    Τι ισχύει για τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης σε προσωπικά δεδομένα;

    Η χρήση συστήματος τεχνητής νοημοσύνης για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ενεργοποιεί παράλληλη εφαρμογή ΓΚΠΔ και του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 (AI Act). Προϋποθέτει νομική βάση κατά το άρθρο 6, σύμβαση επεξεργαστή με τον AI provider κατά το άρθρο 28, έλεγχο τόπου επεξεργασίας, και κατά κανόνα DPIA όταν η επεξεργασία περιλαμβάνει αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων ή profiling. Η αλληλεπικάλυψη των δύο πλαισίων απαιτεί ξεχωριστή νομική ανάλυση πριν την υιοθέτηση κάθε εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης που επεξεργάζεται δεδομένα πελατών ή υπαλλήλων.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Χαρτογράφηση δεδομένων ως πρώτο βήμα: Καμία πολιτική και κανένα μέτρο δεν εφαρμόζεται στοχευμένα χωρίς πλήρη καταγραφή κατηγοριών δεδομένων που συλλέγει, αποθηκεύει και διαβιβάζει η επιχείρηση. Η χαρτογράφηση τροφοδοτεί το αρχείο δραστηριοτήτων του άρθρου 30 και προσδιορίζει πού απαιτείται DPIA ή DPA.

    Στάθμιση εννόμου συμφέροντος εγγράφως: Η επίκληση εννόμου συμφέροντος ως νομικής βάσης χωρίς γραπτή LIA είναι ευάλωτη σε προσβολή. Η LIA τεκμηριώνει σε τρία βήματα: σκοπός, αναγκαιότητα, στάθμιση δικαιωμάτων υποκειμένου.

    DPA με κάθε εξωτερικό συνεργάτη: Λογιστής, μισθοδοσία, hosting, CRM, marketing tools, AI providers – κάθε τρίτος που αποκτά πρόσβαση σε δεδομένα πρέπει να έχει υπογράψει σύμβαση επεξεργασίας σύμφωνη με το άρθρο 28 ΓΚΠΔ. Η ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας περιλαμβάνει την επαρκή επιλογή και τον έλεγχο του εκτελούντος.

    Πρωτόκολλο 72 ωρών έτοιμο εκ των προτέρων: Η επιχείρηση χρειάζεται γραπτό incident response plan με ρόλους, κανάλια ειδοποίησης, κριτήρια αξιολόγησης σοβαρότητας και πρότυπο γνωστοποίησης προς ΑΠΔΠΧ. Στις 72 ώρες δεν υπάρχει χρόνος αυτοσχεδιασμού.

    Επικάλυψη με Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων και άλλα compliance regimes: Οι υποχρεώσεις GDPR συνυπάρχουν με υποχρεώσεις AML, ΓΕΜΗ και τομεακές κανονιστικές διατάξεις. Η συμμόρφωση πρέπει να σχεδιάζεται ολοκληρωμένα, όχι σε σιλό, ώστε τα ίδια δεδομένα να μην τυγχάνουν αντιφατικής διαχείρισης.

    Εκπαίδευση προσωπικού ως μέτρο πρόληψης: Η πλειονότητα των παραβιάσεων προέρχεται από ανθρώπινο σφάλμα – λάθος αποδέκτης email, χρήση προσωπικού USB, αδυναμία αναγνώρισης phishing. Τακτική εκπαίδευση είναι μέτρο υψηλής απόδοσης και τεκμηριώνει τη λήψη οργανωτικών μέτρων κατά την αξιολόγηση από την ΑΠΔΠΧ.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

    Εξαγορά Εταιρείας: Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή

    Νομική υποστήριξη σε Εξαγορά Εταιρείας & Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή- KSTLAW

    Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) & Εξαγορά Εταιρείας: Share Deal, Asset Deal και Νομική Προστασία Αγοραστή & Πωλητή

    Η δέουσα επιμέλεια ή «έλεγχος καταλληλόλητας» («due diligence»), αποτελεί το θεμέλιο κάθε εταιρικής εξαγοράς ή συγχώνευσης.

    Αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση του νομικού, φορολογικού, εργατικού και τεχνολογικού προφίλ της υπό εξαγορά εταιρείας, ώστε αφενός ο αγοραστής να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει, αφετέρου ο πωλητής να μην αιφνιδιαστεί από αξιώσεις μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

    Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο είναι:

    Νομική Φύση και Σκοπός της Δέουσας Επιμέλειας

    Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας δεν προβλέπεται ρητά ως υποχρεωτικό νομικό βήμα στην ελληνική νομοθεσία. Η σημασία της, ωστόσο, απορρέει έμμεσα από πλήθος διατάξεων και, φυσικά, την επιχειρηματική προσέγγιση και πρακτική.

    Ειδικότερα, ο Ν. 4548/2018 επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών, ενώ ο γενικός κανόνας καλής πίστης κατά το άρθρο 288 ΑΚ ερμηνεύεται ευρέως ώστε να καλύπτει και το προσυμβατικό στάδιο της διαπραγμάτευσης.

    Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ εκείνος που υπαίτια προξενήσει ζημία στον αντισυμβαλλόμενό του υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 741/2018).

    Παράλληλα, ο Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις πληροφόρησης και ελέγχου στις περιπτώσεις συγχώνευσης και διάσπασης.

    Στην πράξη, η δέουσα επιμέλεια λαμβάνει χώρα σε δύο βασικές περιπτώσεις:

    • στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων («share deal»), όπου ο αγοραστής αποκτά ποσοστό στο κεφάλαιο της εταιρείας και, επομε΄νως, αναλαμβάνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της, και
    • στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), όπου μεταβιβάζεται επιλεκτικά η επιχείρηση ή επιμέρους στοιχεία της.

    Η διάκριση αυτή έχει καθοριστική σημασία για τον τρόπο και το βάθος του ελέγχου.

    Η Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA) ως Πρώτο Βήμα

    Πριν αρχίσει οποιαδήποτε ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών, τα μέρη συνάπτουν σύμβαση εμπιστευτικότητας (εχεμύθειας) – Non-Disclosure Agreement (NDA). Η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον αγοραστή να μη χρησιμοποιήσει ή αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτά κατά τον έλεγχο, και διέπεται από τον Ν. 4679/2020 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/943/ΕΕ για την προστασία εμπορικών απορρήτων).

    Η σύμβαση εμπιστευτικότητας πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια: (i) την έκταση των εμπιστευτικών πληροφοριών, (ii) τους επιτρεπόμενους αποδέκτες (π.χ. δικηγόρους, ορκωτούς λογιστές), (iii) τη διάρκεια της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και (iv) τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης. Αμφιβολίες ως προς την έκταση της υποχρέωσης επιλύονται υπέρ της ευρύτερης προστασίας.

    Νομικός Έλεγχος (Legal Due Diligence)
    Εταιρική Κατάσταση

    Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. (ενδεικτικά: καταστατικό, τροποποιήσεις, εκπρόσωποι, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, κλπ).

    Ειδικά σε εξαγορά μετοχών ΑΕ, εξετάζεται εάν η μεταβίβαση ορισμένων κατηγοριών μετοχών απαιτεί έγκριση του ΔΣ ή της ΓΣ (δικαιώματα προτίμησης, δεσμευμένες μετοχές κατ’άρθρο 41 Ν. 4548/2018 κλπ).

    Σε ό,τι αφορά τον τύπο μεταβίβασης μετοχών ΑΕ, η νομολογία του ΑΠ έχει κρίνει ότι ο επιβαλλόμενος έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός.

    Τούτο σημαίνει ότι η ακυρότητα για μη τήρησή του ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών, χωρίς να θίγει τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

    Επομένως, ο αγοραστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να μεριμνήσει για την σχετική εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησής του έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 Ν. 4548/2018).

    Υφιστάμενες Συμβάσεις

    Εξετάζεται το σύνολο των συμβατικών σχέσεων, ήτοι συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές, συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων (ιδίως ρήτρες καταγγελίας σε περίπτωση αλλαγής του ελέγχου της εταιρείας), συμβάσεις αντιπροσωπείας και διανομής, δάνεια, εγγυήσεις κλπ.

    Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου («change of control clauses»), οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν λύση ή τροποποίηση σύμβασης μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.

    Τέλος, πρέπει να ελεγχθεί η τυχόν ύπαρξη συμβάσεων με συνδεδεμένα μέρη και να εξεταστεί η νομιμότητά τους (προηγούμενη απόφαση ΔΣ ή ΓΣ, δημοσιότητα κλπ).

    Εκκρεμείς Διαφορές και Αγωγές

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαφορών, διαιτησιών ή απαιτήσεων τρίτων. Σημαντικός κίνδυνος συνιστά η ύπαρξη αγωγών που δεν απεικονίζονται στους ισολογισμούς. Πρόκειται για τις λεγόμενες ενδεχόμενες υποχρεώσειςcontingent liabilities»).

    Επίσης ελέγχεται η ύπαρξη τυχόν κατασχέσεων, υποθηκών και βαρών επί περιουσιακών στοιχείων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης τόσο στο Κτηματολόγιο όσο και στο Υποθηκοφυλακείο.

    Χρέη Επιχείρησης στη Μεταβίβαση

    Ιδιαίτερα στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), εφαρμόζεται το άρθρο 479 ΑΚ, δηλαδή ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως με τον μεταβιβάζοντα για τα χρέη που σχετίζονται με αυτή, εφόσον ο γενεσιουργός λόγος υπήρχε κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

    Κατά πάγια νομολογία, η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει την αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρεών, κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, δημιουργώντας παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος (ΑΠ 1530/2022).

    Εξάλλου, έχει κριθεί ότι αρκεί να μεταβιβάζεται ο «πυρήνας» της επιχείρησης και όχι αναγκαστικά το σύνολό της. Επομένως, η καταγραφή των χρεών αποτελεί κρίσιμο βήμα κάθε ελέγχου.

    Εργατικός Έλεγχος (Labour Due Diligence)
    Καταγραφή και Νομιμότητα Εργασιακών Σχέσεων

    Ελέγχεται η νομιμότητα και το περιεχόμενο κάθε εργασιακής σύμβασης, αόριστης ή ορισμένης διάρκειας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ή/και σύμβασης έργου (άρθρο 681 ΑΚ).

    Ιδιαίτερης σημασίας είναι η έρευνα της πιθανότητας σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητης συνεργασίας ή έργου, να υποκρύπτουν στην πράξη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Και τούτο διότι η τυχόν δικαστική αναγνώριση αυτών των σχέσεων μετά την εξαγορά, δημιουργεί σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις για τον αγοραστή.

    Ομοίως, σε περίπτωση εργασιακής σχέσης μετόχου, αυτή πρέπει να ελεγχθεί με τα κριτήρια για τις συμβάσεις συνδεδεμένων μερών, κατά τα ανωτέρω.

    Εκκρεμείς Εργατικές Αξιώσεις

    Εξετάζεται η ύπαρξη εκκρεμών αγωγών πρώην υπαλλήλων ή αγωγών για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Επαληθεύεται η ορθότητα υπολογισμού αποζημίωσης απόλυσης και η τήρηση των προθεσμιών έγγραφης γνωστοποίησης (άρθρο 1 Ν. 2112/1920).

    Επίσης, ελέγχεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις περί τηλεργασίας κατά τον Ν. 4808/2021 (άρθρα 67–71), ιδίως για εταιρείες που διατηρούν υβριδικό μοντέλο εργασίας.

    Ασφαλιστικές Εισφορές

    Ζητείται πρόσφατο αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας από τον e-ΕΦΚΑ. Ελέγχονται επίσης τυχόν ανεξόφλητα πρόστιμα, αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές ή συμψηφισμοί που ενδέχεται να αποτελούν κρυφές υποχρεώσεις (hidden liabilities) και, συνήθως, ανακαλύπτονται μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

    Εξετάζεται εάν η εταιρεία δεσμεύεται από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), καθώς η εφαρμογή τους εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας. Βελτιωμένοι εργασιακοί όροι που έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της ΣΣΕ.

    Φορολογικός Έλεγχος (Tax Due Diligence)
    Εκκρεμείς Φορολογικές Υποχρεώσεις

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, δικαστικών φορολογικών διαφορών, καθώς και τυχόν βεβαιωμένων οφειλών. Λαμβάνεται υπόψη ότι η παραγραφή φορολογικών αξιώσεων είναι κατ’ αρχήν πενταετής, ενώ επεκτείνεται σε δέκα έτη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ιδίως για δηλώσεις με ανακριβή στοιχεία κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας).

    Μεταφερόμενες Ζημίες

    Οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν, σε αρκετές περιπτώσεις, κρυφή αξία για τον αγοραστή. Τούτο διότι:

    • Επιτρέπουν τον Συμψηφισμό με Μελλοντικά Κέρδη: Οι μεταφερόμενες ζημίες επιτρέπουν στον αγοραστή να συμψηφίσει τις ζημίες παρελθουσών χρήσεων της αποκτηθείσας εταιρείας με τα μελλοντικά της κέρδη, μειώνοντας ή μηδενίζοντας με τον τρόπο αυτό τον φόρο εισοδήματος που θα κληθεί να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης.
    • Αυξάνουν Της Ταμειακές Ροές: Μειώνοντας τη φορολογική επιβάρυνση, ο αγοραστής αυξάνει τις καθαρές ταμειακές ροές (after-tax cash flows) μετά την εξαγορά, γεγονός που καθιστά την επένδυση πιο αποδοτική.

    Κατά το άρθρο 27 Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), ζημίες μεταφέρονται για συμψηφισμό με επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη. Πρέπει να ελέγχεται, ωστόσο, η νομιμότητα της μεταφοράς τους.

    ΦΠΑ & Ενδοομιλικές Συναλλαγές

    Επαληθεύεται η κατάσταση ΦΠΑ της εταιρείας, η ορθή κατηγοριοποίηση εισοδημάτων και δαπανών, καθώς και ο χειρισμός ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing).

    Φορολογική Ουδετερότητα Σε Εταιρικούς Μετασχηματισμούς

    Όταν η εξαγορά υλοποιείται μέσω συγχώνευσης ή διάσπασης, εξετάζεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 5162/2024 για τη φορολογική ουδετερότητα εταιρικών μετασχηματισμών, ώστε η αναδιοργάνωση να μην επισύρει φορολογική επιβάρυνση κατά τη φάση εκτέλεσής της.

    Έλεγχος Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Due Diligence)
    Εμπορικά Σήματα

    Ελέγχεται η κατοχύρωση των εμπορικών σημάτων στον ΟΒΙ ή στο EUIPO, η αντιστοίχισή τους με τα εμπορευόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες και η έγκαρη ανανέωσή τους. Εξετάζεται, επίσης, εάν εκκρεμούν ανακοπές ή αγωγές (από κίνδυνο σύγχυσης) που μπορούν να αμφισβητήσουν την αποκλειστικότητα χρήσης τους μετά την εξαγορά.

    Λογισμικό, Βάσεις Δεδομένων & Εμπορικά Απόρρητα

    Για εταιρείες τεχνολογίας ή ηλεκτρονικού εμπορίου, κρίσιμος είναι ο έλεγχος αδειών χρήσης λογισμικού (ανοιχτού κώδικα ή ιδιόκτητου), η προστασία βάσεων δεδομένων, καθώς και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον Ν. 4679/2020.

    Ειδικότερα, εξετάζεται εάν ο πηγαίος κώδικας (source code) ανήκει στην εταιρεία ή υπόκειται σε αδειοδότηση τρίτου, καθώς αυτό είναι κρίσιμο για να ταξινομηθεί ως πάγιο στοιχείο ή ως υποχρέωση.

    Εσωτερικές Δεσμεύσεις Στελεχών

    Ελέγχεται εάν βασικά στελέχη και εργαζόμενοι έχουν υπογράψει δεσμευτικές ρήτρες εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού.

    Η απουσία τέτοιων ρητρών εκθέτει την εταιρεία σε κίνδυνο απώλειας πελατολογίου ή τεχνογνωσίας, αμέσως μετά από αποχώρηση βασικού στελέχους η οποία είναι συχνή σε αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

    Ο Έλεγχος Από Την Πλευρά Του Πωλητή (Vendor Due Diligence)

    Ο πωλητής που προετοιμάζεται ενεργητικά για δέουσα επιμέλεια αποκτά σαφές πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση. Η προετοιμασία περιλαμβάνει την οργάνωση της σχετικής τεκμηρίωσης σε ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room – SharePoint), τον εντοπισμό και την ενδεχόμενη διευθέτηση ζητημάτων (πριν αυτά ανακαλυφθούν από τον αγοραστή), καθώς και τη διαμόρφωση ρεαλιστικών δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας.

    Ο πωλητής οφείλει να γνωστοποιήσει κάθε ουσιώδες γεγονός που επηρεάζει την αξία της εταιρείας. Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να ακυρώσει την πώληση και να θεμελιώσει αγωγή αποζημίωσης βάσει απάτης (άρθρο 147 ΑΚ) ή πλάνης (άρθρα 140 επ. ΑΚ).

    Ακόμη και ανεπαρκής γνωστοποίηση (δλδ χωρίς πρόθεση εξαπάτησης), μπορεί να οδηγήσει σε αστική ευθύνη, εάν ο αγοραστής αποδείξει ότι, αν γνώριζε, δεν θα συνήπτε την ίδια συμφωνία ή θα τη συνήπτε υπό διαφορετικούς όρους.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για τον Αγοραστή
    Σύναψη NDA

    Πριν από οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, πρέπει να υπογραφεί σύμβαση εμπιστευτικότητας η οποία θα καλύπτει τους αποδέκτες, τη διάρκεια και τις κυρώσεις παραβίασης.

    Εταιρική νομιμότητα

    Έλεγχος καταστατικού, βιβλίου μετόχων, πρακτικών ΓΣ/ΔΣ μέσω Γ.Ε.ΜΗ. και εξέταση τυχόν περιορισμών στη μεταβίβαση μετοχών.

    Ρήτρες αλλαγής ελέγχου

    Εντοπισμός τυχόν ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control) σε υφιστάμενες συμβάσεις που δύνανται να λυθούν αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Φορολογική ενημερότητα

    Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και έλεγχος ανοιχτών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παραγραφής.

    Ασφαλιστική ενημερότητα

    Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας e-ΕΦΚΑ και ξεχωριστή επαλήθευση παλαιών οφειλών στο ΚΕΑΟ.

    Εργατικές σχέσεις

    Ανάλυση συμβάσεων εργασίας, εντοπισμός «καλυμμένων» σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, εκκρεμείς αξιώσεις και δεσμεύσεις ΣΣΕ.

    Εμπράγματα βάρη

    Έλεγχος κτηματολογίου και υποθηκοφυλακείου για βάρη επί ακινήτων.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων, αδειών λογισμικού, κυριότητας πηγαίου κώδικα και εμπορικών απορρήτων.

    Μεταφερόμενες ζημίες

    Εκτίμηση φορολογικών ζημιών που δύνανται να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη κατά τον ΚΦΕ.

    Χρέη επιχείρησης

    Αξιολόγηση κρυφών υποχρεώσεων, ιδίως στο asset deal, λαμβάνοντας υπόψη την αναδοχή χρεών κατά το άρθρο 479 ΑΚ.

    Δηλώσεις και εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση ρητρών, δηλώσεων και εγγυήσεων (representations & warranties) στη σύμβαση εξαγοράς.

    Για τον Πωλητή
    Data room

    Οργάνωση ψηφιακού χώρου δεδομένων (data room) με πλήρη, ενημερωμένη και δομημένη τεκμηρίωση.

    Αυτοέλεγχος

    Εντοπισμός και διευθέτηση ζητημάτων πριν τον εξωτερικό έλεγχο, ώστε να αποφεύγονται εκπλήξεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

    Εργασιακές σχέσεις

    Διασφάλιση ότι όλες οι εργασιακές σχέσεις έχουν σωστά καταρτισμένες συμβάσεις και δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.

    Ασφαλιστικές υποχρεώσεις

    Ενημέρωση για παλαιές οφειλές e-ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ και τακτοποίησή τους πριν τον έλεγχο.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση της εγκυρότητας και της χρονικής ισχύος των κατατεθειμένων σημάτων και των λοιπών αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Υποχρέωση γνωστοποίησης

    Γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος προς αποφυγή ευθύνης από απόκρυψη.

    Εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση χρονικού περιορισμού εγγυήσεων στη σύμβαση εξαγοράς, ώστε η ευθύνη του πωλητή να μην είναι αόριστης διάρκειας.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence αγοραστή και πωλητή σε εξαγορά εταιρείας.

    Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

    Νομική υποστήριξη σε Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση - KSTLAW

    Η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην επιχειρηματική πρακτική, ρυθμίζεται σήμερα από ένα πλέγμα ευρωπαϊκών και εθνικών κανόνων δικαίου, που συχνά επικαλύπτονται.

    Ειδικότερα, στον Ευρωπαϊκό Χώρο ισχύουν:

    Στο εσωτερικό δίκαιο, πλέον των ανωτέρω, εφαρμόζονται και 1. το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 (ευθύνη παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος) και 2. ο Ν. 4624/2019 (ενσωμάτωση GDPR στην ελληνική έννομη σφαίρα).

    Η Εμπορική Σύμβαση Με AI Provider — Κρίσιμα Ζητήματα

    Η σύμβαση παροχής AI υπηρεσιών μέσω διεπαφής προγραμματισμού εφαρμογών (API – Application Programming Interface), λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service) ή custom ανάπτυξης, αποτελεί μικτή σύμβαση, ήτοι ενσωματώνει στοιχεία σύμβασης έργου (ΑΚ 681), σύμβασης υπηρεσιών (ΑΚ 713) και, στον βαθμό που το AI σύστημα παρέχεται ως λογισμικό, σύμβασης άδειας χρήσης.

    Η υπαγωγή σε συγκεκριμένο τύπο δεν αποτελεί απλό ερμηνευτικό ζήτημα, αλλά ουσιαστικό καθώς από αυτό εξαρτάται το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.

    Αδειοδότηση και Κυριότητα Αποτελεσμάτων ΤΝ («AI Outputs»)

    Οι όροι χρήσης των κυριότερων AI providers (λ.χ. OpenAI, Google, Anthropic κλπ) κατά κανόνα ορίζουν ότι η κυριότητα των αποτελεσμάτων (outputs) ανήκει στον χρήστη, με ταυτόχρονη παραχώρηση, από τον χρήστη στον provider, ευρείας υπο-άδειας («sub-license») για σκοπούς βελτίωσης του μοντέλου.

    Η παρακολούθηση αυτής της ρήτρας έχει ιδιαίτερη σημασία στις επιχειρηματικές (B2B) συμβάσεις.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου (inputs) της επιχείρησης (πχ ερωτήματα, δεδομένα, έγγραφα κλπ) τροφοδοτούν την εκπαίδευση του μοντέλου, αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξίωσης τρίτου που διεκδικεί πνευματικά δικαιώματα επί του εκπαιδευτικού υλικού.

    Στο Ελληνικό δίκαιο, η πνευματική ιδιοκτησία ενός AI-generated κειμένου ή άλλου δημιουργήματος εξαρτάται από την ύπαρξη πρωτότυπης ανθρώπινης δημιουργικής συνεισφοράς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2121/1993.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated αποτελέσματα, χωρίς επεξεργασία ή καθοδήγηση που συνιστά πρωτότυπη επιλογή, δεν προστατεύονται υπέρ του χρήστη.

    Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς ρύθμιση τόσο σε ελληνικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. αναλυτικά για την πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού και για τη νομολογία του Αρείου Πάγου επί πνευματικής ιδιοκτησίας).

    Εμπιστευτικότητα Δεδομένων Εισόδου και Προστασία Δεδομένων

    Κάθε πληροφορία που εισάγεται ως εντολή («prompt») σε σύστημα AI (πχ στρατηγικά δεδομένα, νομικά κείμενα, οικονομικά στοιχεία) αποτελεί δυνητικά εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ.

    Η αδιάκριτη χρήση δημόσιων AI εργαλείων χωρίς εταιρική συμφωνία (enterprise-tier agreement) δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομικής συμμόρφωσης για την επιχείρηση.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, η διαβίβασή τους προς τον AI provider προϋποθέτει: (i) νόμιμη βάση επεξεργασίας κατά το άρθρο 6 GDPR, (ii) σύναψη σύμβασης επεξεργαστή (Data Processing Agreement, DPA) κατά το άρθρο 28 GDPR και (iii) έλεγχο του τόπου επεξεργασίας όταν ο διακομιστής (server) εδρεύει εκτός ΕΟΧ, καθώς διαβιβάσεις προς τρίτες χώρες ρυθμίζονται από τα άρθρα 44–49 GDPR.

    Αποζημίωση & Αποκλεισμός Ευθύνης

    Οι τυπικοί όροι χρήσης των AI providers περιλαμβάνουν ρήτρες αποποίησης εγγυήσεων («disclaimer of warranties») και περιορισμού ευθύνης («limitation of liability») που αναπαράγουν τις νομοθετικές προβλέψεις του αμερικανικού δικαίου.

    Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραπάνω ρήτρες προσκρούουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (αθέμιτες ρήτρες) και στο άρθρο 332 ΑΚ που απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό ευθύνης.

    Ενδεικτικά, η απεριόριστη ρήτρα «no warranty» σε B2B σύμβαση, ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και καταχρηστικότητά της, ήτοι ως αντίθετη με τις γενικές αρχές του ελληνικού Αστικού Δικαίου.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ρήτρα αποζημίωσης για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας («IP indemnification»).

    Τούτο διότι, η επιχείρηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο AI provider αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον deployer σε περίπτωση που τα AI outputs αποτελέσουν αντικείμενο αξιώσεων τρίτων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η ρήτρα αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από ορισμένους providers (πχ Microsoft Copilot Copyright Commitment) αλλά με σημαντικές συμβατικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να ελέγχονται στα πλαίσια της οριοθέτησης της ευθύνης (πχ API licensing).

    Αστική Ευθύνη Από Συστήματα ΤΝ
    Εξωσυμβατική Ευθύνη

    Η αδικοπρακτική ευθύνη, κατά το άρθρο 914 ΑΚ αλλά και την πάγια νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 1261/2025), προϋποθέτει τα εξής:

    • α) παράνομη πράξη ή παράλειψη,
    • β) υπαιτιότητα,
    • γ) ζημία και
    • δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ πράξης και ζημίας.

    Η εφαρμογή των παραπάνω σε ζημίες από AI δημιουργεί συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Ειδικότερα:

    Ως προς το παράνομο της πράξης: Ζήτημα ανακύπτει εάν η έκδοση λανθασμένου ή παραπλανητικού αποτελέσματος ΤΝ αποτελεί παράνομη πράξη. Σύμφωνα με την AI Act, οι deployers υποχρεούνται να εξασφαλίζουν «επαρκή ανθρώπινη εποπτεία». Επομένως η μη εφαρμογή της εποπτείας αυτής μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια.

    Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο: Τα deep learning μοντέλα λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» (black-box). Επομένως η πρόσβαση στους εσωτερικούς τους μηχανισμούς για αποδεικτικούς σκοπούς είναι πρακτικά αδύνατη και, κατά συνέπεια, το ίδιο αδύνατη είναι και η απόδειξη της υπαιτιότητας.

    Συμβατική Ευθύνη

    Κατά το άρθρο 330 ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

    Περαιτέρω, ο οφειλέτης απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Κατά πάγια νομολογία, δε, ως ανωτέρα βία νοείται κάθε αντικειμενικά απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός.

    Στην περίπτωση του AI deployer που παρέχει υπηρεσίες με ενσωματωμένη χρήση ΤΝ, η αστοχία του AI αποτελεί αστοχία του ίδιου και όχι τρίτου. Ο deployer επιλέγει, ενσωματώνει και ελέγχει το AI σύστημα, ασκώντας έλεγχο επί της σφαίρας εκτέλεσης της παροχής. Επομένως, η επίκληση αστοχίας του AI ως λόγος ανωτέρας βίας είναι, ερμηνευτικά, απαράδεκτη.

    Η Νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ για την Ευθύνη Προϊόντων

    Η Οδηγία 2024/2853/ΕΕ, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2024 και αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ, εισάγει ρητά το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ στην έννοια του «προϊόντος», λύνοντας, με τον τρόπο αυτό, την αμφισβήτηση περί υπαγωγής του λογισμικού στο ευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης παραγωγού.

    Οι κρίσιμες καινοτομίες που αφορούν ειδικά τα AI συστήματα, αφορούν:

    Αντιστροφή βάρους απόδειξης

    Σε περίπτωση όπου ο ζημιωθείς αποδείξει ότι η πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία λειτουργίας του συστήματος είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δυσχερής, τεκμαίρεται η ύπαρξη ελαττώματος. Η ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζει άμεσα το πρόβλημα του «μαύρου κουτιού».

    Ευθύνης για ενημερώσεις/αναβαθμίσεις (updates)

    Εφόσον λογισμικό ή AI μοντέλο τροποποιείται μετά τη διάθεσή του, το ελάττωμα που προέκυψε λόγω της τροποποίησης, αποδίδεται στον κάτοχο του ελέγχου του συστήματος.

    Διεύρυνση υποκείμενων ευθύνης

    Έχει προβλεφθεί ότι ευθύνεται και ο deployer όταν τροποποιεί το σύστημα ή όταν θέτει αυτό σε κυκλοφορία με τη δική του επωνυμία.

    GDPR Και Αυτοματοποιημένη Λήψη Αποφάσεων

    Το άρθρο 22 GDPR παρέχει στα φυσικά πρόσωπα το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία.

    Η παραπάνω διάταξη δεν αφορά αποκλειστικά μεγάλες εταιρείες αλλά, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής οποιαδήποτε επιχείρηση χρησιμοποιεί AI σύστημα (πχ για αξιολόγηση αιτήσεων εργαζομένων, αυτοματοποιημένη τιμολόγηση κλπ).

    Εξαιρέσεις, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές EDPB για αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, επιτρέπονται:

    • όταν η αυτοματοποιημένη απόφαση είναι αναγκαία για σύμβαση,
    • όταν βασίζεται σε ρητή συγκατάθεση και
    • όταν επιτρέπεται από εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

    Ωστόσο, και στις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για ανθρώπινη επανεξέταση και να παρέχει στο υποκείμενο τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της αντίρρησης.

    Η AI Act ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας, υποχρεώνοντας τους deployers να ενημερώνουν ρητά τα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος και τους τρόπους ανθρώπινης εποπτείας. Η συγκεκριμένη ρύθμιση απλώς συμπληρώνει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των άρθρων 13 και 14 GDPR.

    Πνευματικά Δικαιώματα Και Αποτελέσματα ΤΝ

    Κατά την κρατούσα ευρωπαϊκή ερμηνεία, η νομική προστασία βάσει πνευματικής ιδιοκτησίας (Οδηγία 2001/29/ΕΚ) προϋποθέτει δημιούργημα που αποτελεί πρωτότυπη πνευματική δημιουργία του ανθρώπου – δημιουργού.

    Τα παραπάνω προκύπτουν από την νομολογία του ΔΕΕ (C-5/08, Infopaq International A/S κατά Danske Dagblades Forening), η οποία τονίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της δημιουργίας ως αναγκαία προϋπόθεση.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated προϊόν (κείμενο, έργο ή εικόνα), χωρίς καθοριστική ανθρώπινη επιλογή κατά τη διαδικασία δημιουργίας, ΔΕΝ θεμελιώνει προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Ο αντίστροφος κίνδυνος (δλδ η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων τρίτων μέσω AI outputs) αντιμετωπίζεται αντιστοίχως. Δεδομένου ότι τα AI μοντέλα εκπαιδεύτηκαν σε τεράστια δεδομένα πνευματικώς προστατευόμενου υλικού, η νομιμότητα της εκπαίδευσης αυτής αποτελεί ήδη αντικείμενο εκκρεμών νομικών ερίδων παγκοσμίως.

    Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2019/790/ΕΕ, εισάγει εξαίρεση για εξόρυξη κειμένου και δεδομένων (text and data mining, TDM), αλλά με δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out) από τους κατόχους δικαιωμάτων.

    Επομένως, για εταιρείες και επιχειρήσεις, τούτο σημαίνει ότι η αξιοποίηση AI-generated outputs μπορεί να εγείρει «κρυφές» αξιώσεις τρίτων, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να εντοπιστούν εκ των προτέρων.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για Επιχειρήσεις – Χρήστες AI (Deployers)

    Συμβατικός έλεγχος: Πριν από κάθε χρήση AI εργαλείου, πρέπει να μελετηθούν οι όροι παροχής υπηρεσίας ως προς την κυριότητα των outputs, την εμπιστευτικότητα αυτών, τα DPA κατά GDPR και τα IP indemnification.

    AI Inventory: Πρέπει να υπάρχει πλήρης καταγραφή AI συστημάτων της επιχείρησης και, μάλιστα, να κατηγοριοποιηθούν αυτά βάσει κινδύνου AI Act.

    Ανθρώπινη εποπτεία: Εταιρείες και επιχειρήσεις οφείλουν να διαμορφώσουν εσωτερική πολιτική επανεξέτασης AI outputs πριν από κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως στα πεδία πρόσληψης, πιστοδότησης, νομικής ή φορολογικής ανάλυσης και εφαρμογής.

    Άρθρο 22 GDPR: Πριν τη αξιοποίηση AI εφαρμογών για αποφάσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα, πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για την υπαγωγή στο άρθρο 22, ως επίσης και ποια τυχόν εξαίρεση εφαρμόζεται, καθώς και αν έχει παρασχεθεί η απαιτούμενη ενημέρωση.

    Τεκμηρίωση: Βέλτιστη πρακτική αποτελεί η διατήρηση αρχείου των AI-generated αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν για επιχειρηματικές αποφάσεις.

    Για AI Providers και Startups

    Τεχνική τεκμηρίωση: Συνίσταται η κατάρτιση λεπτομερούς τεκμηρίωσης τόσο του ίδιου του μοντέλου, όσο και των δεδομένων εκπαίδευσης και των περιορισμών αυτού, πριν από τη διάθεσή του.

    Ορισμός σκοπού χρήσης «(intended use»): Οι όροι χρήσης της υπηρεσίας πρέπει να ορίζουν ρητά το σκοπό της χρήσης αυτή. Η χρήση εκτός σκοπού μεταθέτει την ευθύνη στον deployer κατά το άρθρο 25 AI Act και, επομένως, καλύπτει νομικά τον Provider.

    Αποζημιώσεις IP B2B: Οι εμπορικές συμβάσεις οφείλουν να προβλέπουν το ποιος φέρει το κόστος αξιώσεων πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων, που προκλήθηκαν από outputs του μοντέλου.

    Νέα PLD compliance: Έλεγχος αν το μοντέλο που χρησιμοποιείται εμπίπτει στην Οδηγία 2024/2853 και ποιες υποχρεώσεις τυχόν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Επιχείρηση.

    Η Αναβίωση Εταιρείας Μετά Τη Λύση & Τη Διαγραφή Από Το ΓΕΜΗ

    Η αναβίωση μιας εταιρείας, μετά τη λύση και τη διαγραφή της από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), έρχεται ως εξαίρεση στον τυπικό κανόνα όπου η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η διαγραφή της εταιρείας από το ΓΕΜΗ, σηματοδοτούν τυπικά την παύση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου.

    Η Νομική Φύση Της Εκκαθάρισης Και Η Συνέχιση Της Νομικής Προσωπικότητας

    Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, τελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και «ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως της τυπικής λύσης της εταιρείας.

    Η εκκαθάριση αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας, την εξόφληση των υποχρεώσεων και τη διανομή του υπολοίπου στους εταίρους ή μετόχους. Κατά το στάδιο αυτό, η εταιρεία διατηρεί την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση», και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους εκκαθαριστές.

    Η περάτωση της εκκαθάρισης επέρχεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού, τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και την καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. Η καταχώριση αυτή έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν δεν επέρχεται πραγματική περάτωση της εταιρείας. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διαγραφή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η νομική προσωπικότητα δεν παύει οριστικά εάν διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Η Δυνατότητα Αναβίωσης Μετά Τη Διαγραφή & Η Θέση Της Νομολογίας

    Η αναβίωση της εταιρείας αποτελεί θεσμό που αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοικητική πρακτική.

    Ο Άρειος Πάγος έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία στο ζήτημα αυτό, η οποία επιβεβαιώνει ότι η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της νομικής προσωπικότητας, εφόσον υφίστανται “εκκρεμότητες“.

    Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΑΠ (ενδεικτικά: 1123/2025, 682/2023, 866/2021, 748/2017, 224/2016 κλπ) ισχύουν τα εξής:

    «Η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο.

    Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές.
    Το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016).

    Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή».

    Η παραπάνω νομολογία εφαρμόζεται σταθερά και από κατώτερα δικαστήρια (ΜονΕφΠειρ 24/2024, ΠΠρΓιαννιτσών 7/2025, ΜΠρΗλείας 347/2023 κλπ).

    Επιμέρους Ζητήματα

    Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης Η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς η προστασία των συναλλασσομένων και η ολοκλήρωση των εκκρεμών υποθέσεων υπερτερούν των τυπικών διατυπώσεων.

    Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.Μ.Η. Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας.

    Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η. Λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί. Αντίθετα, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.

    Έχει επίσης κριθεί ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

    Εξάλλου, σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΣτΕ, η δίκη που άρχισε από την αιτούσα κατά τον χρόνο που τελούσε υπό εκκαθάριση, νομίμως συνεχίζεται από την ίδια μετά την αναβίωσή της (πρβλ. ΣτΕ 2927/2016 και 121/2013).

    Τέλος, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή τον εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010).

    Η Θέση Της Διοίκησης

    Παράλληλα με τη νομολογία, η Φορολογική Διοίκηση έχει ρυθμίσει τη διαδικασία αναβίωσης μέσω της Εγκυκλίου Α.1157/2024 της ΑΑΔΕ.

    Ειδικότερα, το άρθρο 5 της παραπάνω Εγκυκλίου προβλέπει ότι:

    «Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕΜΗ, εφόσον από τους συστημικούς ελέγχους επαληθεύεται η ύπαρξη φορολογικών υποχρεώσεων ή ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ή άλλων ενδείξεων επιχειρηματικής δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής τους από το Γ.Ε.ΜΗ. και αναγόμενος από την 23/11/2016 και μετά, η διαδικασία διακοπής δεν ολοκληρώνεται, η εταιρεία τίθεται σε ειδική κατάσταση επιχείρησης στο Φορολογικό Μητρώο και ο φορολογούμενος ενημερώνεται με μήνυμα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση του σταδίου της εκκαθάρισης.»

    Επομένως, με την ως άνω αναγνωρίζεται ρητά η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας, ακόμη και μετά τη διαγραφή της από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Εξάλλου, η φορολογική διοίκηση, μέσω συστημικών ελέγχων, δύναται να εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις και να θέτει την εταιρεία σε «ειδική κατάσταση επιχείρησης», εξαναγκάζοντας, εν τοις πράγμασι, την επανέναρξη των εργασιών εκκαθάρισης.

    Τέλος, η ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., η διαδικασία της διακοπής ολοκληρώνεται με την υποβολή νέου αιτήματος προς τη Φορολογική Διοίκηση, οπότε προσδιορίζεται και ο τελικός χρόνος διακοπής των εργασιών.

    Προϋποθέσεις Αναβίωσης Και Πεδίο Εφαρμογής

    Η αναβίωση της εταιρείας δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της διαπίστωσης εκκρεμοτήτων, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

    Εκκρεμότητες

    Οποιαδήποτε εκκρεμής δίκη, απαίτηση ή χρέος απαιτεί την επανέναρξη της εκκαθάρισης, ακόμη και αν η εταιρεία έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο λόγο αναβίωσης, καθώς η έκδοση οριστικής απόφασης απαιτεί ενεργή νομική προσωπικότητα του διαδίκου. Η νομολογία έχει κρίνει ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας.

    Εκπροσώπηση

    Οι εκκαθαριστές εξακολουθούν να είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας, τη διενέργεια πράξεων και την παραλαβή κοινοποιήσεων. Ακόμη και μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές διατηρούν την ιδιότητά τους και την εξουσία να ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας, εφόσον αυτή αναβιώσει. Κατά το στάδιο της αναβίωσης, ο φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή.

    Σκοπός

    Η διαδικασία αναβίωσης έχει περιορισμένο σκοπό, ήτοι τη συνέχιση εκκρεμών υποθέσεων ή την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Δεν νοείται πραγματική περάτωση της εκκαθάρισης αν υφίστανται εκκρεμότητες, ανεξαρτήτως της τυπικής διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Η αναβίωση δεν συνεπάγεται επαναλειτουργία της εταιρείας ως ενεργού εμπορικής επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά την ολοκλήρωση των εκκρεμών εργασιών εκκαθάρισης.

    Φορολογικές υποχρεώσεις

    Σε περίπτωση φορολογικών ελέγχων μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές είναι αρμόδιοι να χειριστούν τις σχετικές διαδικασίες, ακόμα και μετά το τυπικό πέρας της εκκαθάρισης.

    Επίδραση Στις Εκκρεμείς Δίκες

    Για τη σχέση μεταξύ διαγραφής της εταιρείας και εκκρεμών δικών, ισχύουν τα εξής:

    Διακοπή της δίκης

    Σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται όταν, πριν από την οριστική συζήτηση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητά του για δικαστική παράσταση. Η λύση μιας εταιρείας αποτελεί τέτοια μεταβολή, καθώς επηρεάζει την ικανότητά της να παρίσταται στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, οπότε η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

    Μη οριστικές αποφάσεις

    Αν εκδοθεί μη οριστική απόφαση (π.χ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αποδείξεων), η υπόθεση παραμένει εκκρεμής. Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει ήδη λυθεί και διαγραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει η υπόθεση χωρίς να υπάρχει νομικό πρόσωπο. Η αναβίωση της εταιρείας καθίσταται εν προκειμένω αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.

    Συνέχιση από τον εκκαθαριστή

    Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνεχίσει εκκρεμή δίκη στο όνομα της εταιρείας. Αν η δίκη έχει διακοπεί λόγω λύσης, μπορεί να προβεί σε δήλωση επανάληψης (290 ΚΠολΔ) ή να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιδίκου για αναγκαστική επανάληψη (291 ΚΠολΔ). Οι πράξεις που έγιναν πριν τη διακοπή παραμένουν έγκυρες, ενώ οι πράξεις μετά τη διακοπή είναι άκυρες, εκτός αν έγιναν από τον εκκαθαριστή υπέρ της εταιρείας (289 ΚΠολΔ).

    Κατάθεση Προτάσεων πριν τη διαγραφή

    Εάν η εταιρεία έχει καταθέσει Προτάσεις σε εκκρεμή δίκη πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η διαδικασία που προηγήθηκε είναι απολύτως νόμιμη, καθώς κατά τον χρόνο των δικονομικών πράξεων η εταιρεία είχε ακόμη νομική προσωπικότητα.

    Η λύση και η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης μετά την κατάθεση Προτάσεων, αλλά πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν καθιστά τη διαδικασία της δίκης άκυρη, ούτε επιφέρει αυτοδικαίως ανυπαρξία της εκκρεμούς αγωγής.

    Η Διαδικασία Αναβίωσης

    Η αναβίωση της εταιρείας που έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία πλέον ρυθμίζεται και από τη φορολογική νομοθεσία:

    1. Αίτηση επανεγγραφής – Υποβάλλεται αίτηση στο Γ.Ε.ΜΗ. για επανεγγραφή της επιχείρησης με σκοπό την αναβίωση και τη θέση της σε εκκαθάριση.
    2. Θέση σε εκκαθάριση – Η εταιρεία επαναφέρεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, με τους ίδιους ή νέους εκκαθαριστές, ενώ η εκπροσώπηση αναλαμβάνεται εκ νέου από αυτούς.
    3. Συνέχιση δικών – Μετά την αναβίωση, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει τη δίκη στο όνομα της εταιρείας, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
    4. Ισολογισμός – Συντάσσεται ισολογισμός λήξης εκκαθάρισης, ο οποίος αποτελεί ισολογισμό έναρξης του αναβιώσαντος νομικού προσώπου. Μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., ολοκληρώνεται και η φορολογική διαδικασία διακοπής εργασιών.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναβίωση εταιρείας μετά την λύση και εκκαθάριση.

    Διασυνοριακοί Μετασχηματισμοί Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εταιρειών ρυθμίζονται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132.

    Η ενσωμάτωσή της παραπάνω Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο έγινε με τον Ν. 5055/2023, ο οποίος προσέθεσε νέα κεφάλαια στον Νόμο 4601/2019 (περί Διάσπασης, Μετατροπής και Συγχώνευσης Ελληνικών Εταιρειών) και, συνεπώς, το ενωσιακό πλαίσιο για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις καθώς και για τη διασυνοριακή κινητικότητα των κεφαλαιουχικών εταιρειών, εισήχθη στην ελληνική έννομη σφαίρα.

    Αιτιολογική Βάση

    Σκοπός του Ν. 5055/2023 είναι η άρση των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης των εταιρειών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της ρύθμισης των διασυνοριακών μετασχηματισμών και της προστασίας των ενδιαφερομένων μερών.

    Η αιτιολογική έκθεση του νόμου, εξηγεί ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε από την ελλιπή εναρμόνιση των κανόνων για τις διασυνοριακές μετατροπές και διασπάσεις, καθώς μέχρι την Οδηγία 2019/2121 μόνο οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις ρυθμίζονταν σε ενωσιακό επίπεδο.

    Η νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως οι υποθέσεις Cartesio, VALE και Polbud, είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η μεταφορά της καταστατικής έδρας και η μετατροπή εταιρίας σε εταιρία άλλου κράτους μέλους εμπίπτουν στην ελευθερία εγκατάστασης. Ωστόσο, η απουσία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς που συχνά λειτουργούσαν αποτρεπτικά.

    Περαιτέρω, στο δεύτερο άρθρο του νόμου ορίζεται το αντικείμενό του, το οποίο είναι η συστηματοποίηση του δικαίου εταιρικών μετασχηματισμών σε ένα ενιαίο νομοθέτημα, μέσω της συμπλήρωσης του Ν. 4601/2019.

    Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει ότι ο Ν. 4601/2019 είχε ήδη εισαγάγει ένα σύγχρονο πλαίσιο για τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς, αλλά δεν κάλυπτε τις διασυνοριακές διασπάσεις και μετατροπές. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας απαιτούσε την προσθήκη νέων κεφαλαίων, ώστε το ελληνικό δίκαιο να καταστεί πλήρως συμβατό με το ενωσιακό.

    Διασυνοριακές Συγχωνεύσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή συγχώνευση” νοείται η συγχώνευση στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον μία ημεδαπή και μία αλλοδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, με την τελευταία να έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ.

    Συγχώνευση θεωρείται κάθε πράξη κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν, μετά από λύση χωρίς εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων σε άλλη εταιρεία, είτε προϋπάρχουσα είτε νεοσυσταθείσα, με αντάλλαγμα τη χορήγηση εταιρικών συμμετοχών στους μετόχους ή εταίρους των συγχωνευόμενων εταιρειών.

    Εξαιρούνται εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων που λειτουργούν βάσει της αρχής της διασποράς κινδύνων και των οποίων τα μερίδια εξαγοράζονται ή εξοφλούνται από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

    Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Συγχώνευσης

    Η διαδικασία εκκινά με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης από τα διοικητικά συμβούλια ή τους διαχειριστές των συμμετεχουσών εταιρειών.

    Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

    • τη νομική μορφή,
    • την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εταιρείας,
    • τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών,
    • το ποσό πληρωμής σε μετρητά, τον τρόπο διάθεσης των εταιρικών συμμετοχών της νέας εταιρείας,
    • τις επιπτώσεις στην απασχόληση,
    • τα δικαιώματα των μετόχων με ειδικά δικαιώματα,
    • τα ειδικά πλεονεκτήματα για μέλη διοικητικών οργάνων, καθώς και
    • τις διασφαλίσεις για τους πιστωτές.

    Τέλος, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της νέας εταιρείας, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη γενική συνέλευση που θα αποφασίσει για τη συγχώνευση.

    Εξάλλου, δημοσιεύεται υποχρεωτικά ανακοίνωση που ενημερώνει μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους για τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων. Η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο συγχώνευσης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων. Όλα τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της ημεδαπής εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της συγχώνευσης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για μετόχους και εργαζόμενους, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει.

    Επιπροσθέτως, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί το χρηματικό αντάλλαγμα και τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραία τιμή ή την αξία των εταιρειών, με χρήση γενικά αποδεκτών μεθόδων αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή συγχώνευση προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνέλευσης της ημεδαπής εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο συγχώνευσης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, εφόσον ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης θα λάβουν συμμετοχές σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

    Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές της ημεδαπής εταιρείας έχουν το δικαίωμα, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του σχεδίου συγχώνευσης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της συγχώνευσης.

    Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της νέας εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

    Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της νέας εταιρείας, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής συγχώνευσης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από τη Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η αναφερόμενη αρμόδια αρχή χορηγεί στις ημεδαπές εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η συμμόρφωση με τους σχετικούς όρους και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της συγχώνευσης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Συγχώνευσης

    Η διασυνοριακή συγχώνευση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

    Από την ημερομηνία καταχώρισης, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των συγχωνευόμενων εταιρειών μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία, οι μέτοχοι ή εταίροι γίνονται μέτοχοι ή εταίροι της νέας εταιρείας και οι συγχωνευόμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα εταιρεία, ενώ η διασυνοριακή συγχώνευση που έχει ολοκληρωθεί δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων σύμφωνα με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

    Διασυνοριακές Διασπάσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή διάσπαση” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μεταβιβάζει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών της στοιχείων και υποχρεώσεων σε μία ή περισσότερες εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλων κρατών μελών.

    Η διάσπαση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως πλήρης ή μερική διάσπαση, ή απόσχιση κλάδου. Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

    Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Διάσπασης

    Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής διάσπασης από τα αρμόδια όργανα των εμπλεκόμενων εταιρειών.

    Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εμπλεκόμενης εταιρείας, την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, το ποσό πληρωμής σε μετρητά, καθώς και τις επιπτώσεις στην απασχόληση και τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών. Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής διάσπασης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

    Επιπροσθέτως, υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο διάσπασης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας που διασπάται συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της διάσπασης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει, ενώ συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή διάσπαση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας που διασπάται, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο διάσπασης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

    Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου διάσπασης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της διάσπασης. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

    Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων εφαρμόζονται αναλόγως, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής διάσπασης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της διάσπασης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Διάσπασης

    Η διασυνοριακή διάσπαση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται περιέρχονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ οι μέτοχοι αποκτούν συμμετοχές στις εταιρείες αυτές, σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου διάσπασης.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή διάσπαση δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

    Διασυνοριακές Μετατροπές Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή μετατροπή” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μετατρέπει τη νομική της μορφή και/ή μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

    Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

    Κατάρτιση Σχεδίου Διασυνοριακής Μετατροπής

    Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση σχεδίου διασυνοριακής μετατροπής από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας. Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα πριν και μετά τη μετατροπή, τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών, τις επιπτώσεις στην απασχόληση, καθώς και τις διασφαλίσεις για τους εργαζόμενους και τους πιστωτές.

    Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της εταιρείας μετά τη μετατροπή, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το σχέδιο διασυνοριακής μετατροπής καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

    Και στην περίπτωση αυτή, όπως παραπάνω, παρέχεται ενημέρωση προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο μετατροπής, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της μετατροπής και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει. Επιπλέον, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή μετατροπή απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο μετατροπής έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

    Προβλέπεται, εξάλλου, το δικαίωμα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου μετατροπής, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της μετατροπής. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μετά τη μετατροπή.

    Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων προβλέπονται υποχρεωτικά και στην περίπτωση αυτή, εόπως επίσης και ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής μετατροπής υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς την εταιρεία, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της μετατροπής, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Μετατροπής

    Η διασυνοριακή μετατροπή ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, η εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται υπό τη νέα νομική μορφή και/ή με νέα καταστατική έδρα, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας διατηρούνται, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή μετατροπή δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εταιρειών.