Skip to content
Αρθρογραφία

Μεσιτεία, Παραγγελία Ή Μεταπρασία: Ποιο Σχήμα Επιλέγεται

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 28 Ιουλίου 2026

  • Τα τρία σχήματα διάθεσης προϊόντων, ή εξεύρεσης αντισυμβαλλομένου μέσω τρίτου, έχουν κοινή βάση τις διατάξεις περί εντολής, αλλά κατανέμουν διαφορετικά την κυριότητα, την ευθύνη και τον εμπορικό κίνδυνο.
  • Η μεσιτεία (άρθρα 703-707 ΑΚ) επιλέγεται όταν ο τρίτος απλώς φέρνει σε επαφή τα μέρη ή υποδεικνύει ευκαιρία, με αμοιβή που οφείλεται μόνο εφόσον καταρτιστεί η σύμβαση ως συνέπεια της μεσολάβησης.
  • Η παραγγελία (άρθρα 90-91 Εμπορικού Νόμου) επιλέγεται όταν ο παραγγελιοδόχος συναλλάσσεται στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα.
  • Η μεταπρασία επιλέγεται για διάθεση αποθέματος με ορισμένη διατίμηση, όπου η κυριότητα παραμένει στον δότη και το υπερβάλλον της τιμής είναι κέρδος του μεταπράτη.
  • Το πιο κρίσιμο κριτήριο επιλογής είναι ποιος κρατά κυριότητα, καθώς αυτό καθορίζει αν η μη απόδοση δίνει ποινική προστασία (υπεξαίρεση) ή μόνο αστική αξίωση.

Ποιο σχήμα διαμεσολάβησης ταιριάζει σε κάθε επιχειρηματική ανάγκη;

Η επιλογή προκύπτει από τρία ερωτήματα.

  • Πρώτον, τι ανατίθεται στον τρίτο: απλή εύρεση ευκαιρίας, εκτέλεση συναλλαγής, ή διάθεση αποθέματος.
  • Δεύτερον, ποιος εμφανίζεται έναντι του πελάτη, η ίδια η επιχείρηση ή ο μεσάζων.
  • Τρίτον, ποιος φέρει την κυριότητα των πραγμάτων μέχρι την πώληση.

Η μεσιτεία εξυπηρετεί την εύρεση, η παραγγελία την εκτέλεση στο όνομα του μεσάζοντα, η μεταπρασία τη διάθεση με διατήρηση κυριότητας.

Και τα τρία αντλούν συμπληρωματικές προβλέψεις από τις διατάξεις της εντολής, όμως η ταξινόμηση καθορίζει ποιος ευθύνεται έναντι των τρίτων, πότε και πώς αμείβεται ο μεσάζων και ποια μέσα προστασίας έχει η επιχείρηση αν η συνεργασία εξελιχθεί ανώμαλα.

Η εμπειρία από υποθέσεις διάθεσης εμπορευμάτων μέσω τρίτου δείχνει ότι η σύγχυση των σχημάτων στην αρχική συμφωνία είναι η συνηθέστερη αιτία μεταγενέστερης διαφοράς, ιδίως ως προς το ποιος δικαιούται τι κατά τη λύση.

ΚριτήριοΜεσιτείαΠαραγγελίαΜεταπρασία
Τι αναλαμβάνει ο τρίτοςΜεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίαςΕκτέλεση εμπορικών πράξεωνΠώληση παραδοθέντος πράγματος
Όνομα έναντι τρίτουΔεν συμβάλλεται ο ίδιοςΔικό του όνομα, για λογαριασμό παραγγελέαΔικό του όνομα
Κυριότητα πράγματοςΔεν τίθεταιΟ παραγγελιοδόχος αποκτά κυριότητα του κτηθέντοςΠαραμένει στον δότη
Αμοιβή του τρίτουΜεσιτική αμοιβή, μόνο επί επιτυχίαςΠρομήθειαΥπερβάλλον της διατίμησης
Προστασία στη μη απόδοσηΔεν κρατά πράγμα ή τίμημαΚατ’ αρχήν μόνο αστική αξίωσηΑστική και ποινική (υπεξαίρεση)

Πότε επιλέγεται η σύμβαση μεσιτείας;

Η μεσιτεία επιλέγεται όταν ο τρίτος αναλαμβάνει μόνο να φέρει σε επαφή τα μέρη ή να υποδείξει ευκαιρία, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος στην κύρια σύμβαση.

Κατά το άρθρο 703 ΑΚ, η αμοιβή οφείλεται μόνο εφόσον η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη.

Θεμελιώδης προϋπόθεση της αξίωσης είναι η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη μεσιτική δραστηριότητα και στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης.

Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κύριας σύμβασης τεκμαίρεται και η συνάφεια, το δε αν αυτή υφίσταται είναι ζήτημα νομικό που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1845/2022).

Η έννοια της ευκαιρίας κρίνεται κατά τον χρόνο της υπόδειξης. Αν κατά τον χρόνο εκείνο λείπει η δυνατότητα κατάρτισης της σύμβασης, δεν συντρέχει το στοιχείο της ευκαιρίας, οπότε τυχόν μεταγενέστερη κατάρτιση λόγω μεταβολής των συνθηκών δεν γεννά υποχρέωση αμοιβής (ΑΠ 1023/2015).

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη σε αγορές με ρευστές συνθήκες, όπου η ίδια υπόδειξη μπορεί να είναι άκαρπη σήμερα και καρποφόρα σε λίγους μήνες.

Πώς επηρεάζει η ανάκληση της εντολής το δικαίωμα αμοιβής;

Η μεσιτική εντολή ανακαλείται οποτεδήποτε και χωρίς αιτιολόγηση, ακόμη και σιωπηρά, κατά τα άρθρα 703 και 724 ΑΚ.

Η ανάκληση όμως δεν αναιρεί το δικαίωμα αμοιβής, εφόσον αποδεικνύεται ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα μεσολάβησης ή υπόδειξης που είχε ήδη συντελεστεί πριν από την ανάκληση (ΑΠ 720/2018).

Η απόκλιση μεταξύ του αρχικά επιδιωχθέντος και του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος δεν αίρει την ταυτότητα της σύμβασης, αφού η διαμόρφωση του τιμήματος αποτελεί πάντοτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Το σημείο αυτό συγκεντρώνει τον συχνότερο κίνδυνο για την πλευρά του εντολέα. Η φαινομενικά ελεύθερη ανάκληση δεν αποτρέπει την αξίωση αν η ουσιαστική μεσολάβηση έχει προηγηθεί, ενώ η ακριβής χρονική τεκμηρίωση του πότε συντελέστηκε η υπόδειξη κρίνει την έκβαση.

Το ύψος της αμοιβής, όταν δεν έχει συμφωνηθεί, καθορίζεται κατά το άρθρο 707 ΑΚ με το μέτρο που αρμόζει, λαμβανομένων υπόψη της μεσιτικής παροχής και της επιμέλειας που επιδείχθηκε (ΑΠ 170/2021).

Η πρακτική διεκδίκηση της αμοιβής, με το βάρος απόδειξης που φέρει ο μεσίτης, αναλύεται στην αγωγή αναζήτησης μεσιτικής αμοιβής. Ειδικότερα καθεστώτα, όπως αυτό που διέπει τον μεσίτη ασφαλίσεων, προσθέτουν επιπλέον προϋποθέσεις πέρα από τις γενικές του ΑΚ.

Πότε επιλέγεται η σύμβαση παραγγελίας;

Η παραγγελία επιλέγεται όταν ο τρίτος, ο παραγγελιοδόχος, ενεργεί στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα.

Κατά το άρθρο 90 του Εμπορικού Νόμου, αναλαμβάνει την ενέργεια εμπορικών πράξεων έναντι προμήθειας, καθιστάμενος ο ίδιος φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη συναλλαγή του με τους τρίτους.

Η νομική φύση της παραγγελίας είναι η έμμεση αντιπροσώπευση, αφού τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται κατ’ αρχήν στο πρόσωπο του παραγγελιοδόχου, ο οποίος στη συνέχεια υποχρεούται να τα μεταβιβάσει στον παραγγελέα.

Η σύμβαση καταρτίζεται ατύπως και αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο, ακόμη και με μάρτυρες, ενώ κρίσιμο στοιχείο είναι η αντικειμενική εμπορικότητα της ανατιθέμενης πράξης.

Ελλείψει ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο, εφαρμόζονται οι κανόνες περί εντολής του Αστικού Κώδικα, μέσω του άρθρου 91 του Εμπορικού Νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕισΝΑΚ.

Ο παραγγελιοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια. Υποχρεούται να αποδώσει καθετί που έλαβε ή απέκτησε από την εκτέλεση, ενώ ο παραγγελέας οφείλει να του αποδώσει ό,τι δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της παραγγελίας κατά το άρθρο 722 ΑΚ (ΑΠ 1782/2025).

Η αμιγής παραγγελία, που αφορά μία ή περισσότερες συγκεκριμένες πράξεις, διακρίνεται από την παραγγελιοδοχική αντιπροσωπεία, μια διαρκή σχέση με δικό της καθεστώς που προσεγγίζει λειτουργικά την εμπορική αντιπροσωπεία.

Συγγενές σχήμα αποτελεί και η επιχείρηση πρακτορείας, όπου ο πράκτορας επιμελείται υποθέσεις τρίτων έναντι προμήθειας.

Πότε επιλέγεται η σύμβαση μεταπρασίας;

Η μεταπρασία, γνωστή και ως σύμβαση επί διατιμήσει (contractus aestimatorius, δηλαδή σύμβαση με προκαθορισμένη αποτίμηση), επιλέγεται όταν παραδίδεται πράγμα με ορισμένη διατίμηση για πώληση.

Ο μεταπράτης μπορεί να το πουλήσει σε όποια τιμή επιτύχει κρατώντας το υπερβάλλον, με διαζευκτική υποχρέωση να αποδώσει τη διατίμηση ή να επιστρέψει το πράγμα εντός της συμφωνημένης προθεσμίας.

Το καθοριστικό χαρακτηριστικό είναι ότι η κυριότητα των παραδιδόμενων πραγμάτων δεν μεταβιβάζεται στον μεταπράτη μέχρι τον χρόνο της πώλησης ή της επιστροφής. Ο μεταπράτης ευθύνεται για κάθε πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330 και 336 ΑΚ.

Η σύμβαση δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον Αστικό Κώδικα και κρίνεται κατά τις διατάξεις των συγγενών με αυτή συμβάσεων, όπως η εντολή, η μεσιτεία, η πώληση, η παραγγελία ή η μίσθωση έργου, ανάλογα με την πρόθεση των συμβαλλομένων (ΑΠ 1036/2010).

Πρακτικά, η μεταπρασία εξυπηρετεί την επιχείρηση που θέλει να προωθήσει εμπόρευμα στην αγορά χωρίς να μεταβιβάσει την κυριότητά του και χωρίς να επιβαρύνει τον μεταπράτη με τον κίνδυνο του αδιάθετου, αφού ο τελευταίος διατηρεί το δικαίωμα να επιστρέψει το πράγμα αντί να καταβάλει τη διατίμηση. Η διατήρηση της κυριότητας από τον δότη έχει και μια συνέπεια που συχνά παραβλέπεται και αναλύεται αμέσως παρακάτω.

Ποιο σχήμα προβλέπει ποινική προστασία αν ο μεσάζων δεν αποδώσει;

Το ερώτημα κρίνεται από το ποιος κρατά την κυριότητα. Στη μεταπρασία το πράγμα παραμένει ξένο ως προς τον μεταπράτη, οπότε η άρνηση επιστροφής των παραδοθέντων ή απόδοσης του τιμήματος θεμελιώνει το αδίκημα της υπεξαίρεσης και αδικοπρακτική ευθύνη σε αποζημίωση, σωρευτικά με την ενοχική αξίωση (ΑΠ 1036/2010). Αντίθετα, στην παραγγελία τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά.

Η κρίσιμη νομολογιακή διάκριση είναι μεταξύ άμεσης και έμμεσης αντιπροσώπευσης.

Στην άμεση αντιπροσώπευση τα αποτελέσματα επέρχονται απευθείας στο πρόσωπο του εντολέα, ο οποίος γίνεται αμέσως κύριος του κτηθέντος, ακόμη και όταν πρόκειται για χρήματα. Το πράγμα είναι τότε ξένο ως προς τον εντολοδόχο, οπότε η παράνομη ιδιοποίησή του συνιστά υπεξαίρεση.

Στην έμμεση αντιπροσώπευση, αντίθετα, τα αποτελέσματα επέρχονται στο πρόσωπο του εντολοδόχου, ο οποίος αποκτά την κυριότητα του τιμήματος και υποχρεούται μόνο ενοχικά να το μεταβιβάσει, με συνέπεια να αποκλείεται η υπεξαίρεση (ΑΠ 404/2020).

Η συνέπεια για την επιλογή σχήματος είναι άμεση. Επειδή η αμιγής παραγγελία του άρθρου 90 του Εμπορικού Νόμου είναι έμμεση αντιπροσώπευση, ο παραγγελιοδόχος που δεν αποδίδει το εισπραχθέν τίμημα αθετεί κατ’ αρχήν απλή ενοχική υποχρέωση και δεν διαπράττει υπεξαίρεση, οπότε η επιχείρηση έχει μόνο αστική αξίωση.

Η μεταπρασία, με τη διατήρηση της κυριότητας στον δότη, προσθέτει την ποινική προστασία. Η επιλογή ανάμεσα στα δύο σχήματα, ή η ρητή συμβατική πρόβλεψη ώστε ο μεσάζων να ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος, καθορίζει αν η επιχείρηση θα έχει στη διάθεσή της και το ποινικό εργαλείο.

Η εμπειρία από διαφορές απόδοσης δείχνει ότι η διάκριση αυτή αποφασίζεται συχνά από τη διατύπωση μίας μόνο ρήτρας για το όνομα και τον λογαριασμό της συναλλαγής.

Πώς διακρίνεται το κάθε σχήμα από την αντιπροσωπεία και τη διανομή;

Τα τρία σχήματα αφορούν συναλλακτική διαμεσολάβηση για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες πράξεις. Η εμπορική αντιπροσωπεία, η αποκλειστική διανομή και η δικαιόχρηση είναι αντίθετα διαρκή δίκτυα διάθεσης, με ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αποζημίωση πελατείας κατά τη λύση.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία, γιατί ο λανθασμένος χαρακτηρισμός μεταβάλλει ριζικά τα δικαιώματα των μερών. Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας λειτουργεί σε μόνιμη βάση, εφαρμόζονται κανόνες προστασίας που δεν ισχύουν στην ευκαιριακή μεσιτεία ή στη μεμονωμένη παραγγελία.

Το πλήρες φάσμα των διαρκών σχέσεων, από την αντιπροσωπεία έως τη δικαιόχρηση, καλύπτεται στην ανάλυση για τις συμβάσεις διανομής. Η διαπραγμάτευση των επιμέρους όρων, όπως η διάρκεια, η αποκλειστικότητα ή η υποχρέωση προώθησης, είναι εκείνη που κρίνει τελικά αν μια σχέση θα θεωρηθεί ευκαιριακό σχήμα ή διαρκές δίκτυο, με ριζικά διαφορετικές συνέπειες ως προς την αμοιβή και την αποζημίωση κατά τη λύση.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια η βασική διαφορά μεσιτείας και παραγγελίας;

Ο μεσίτης δεν συναλλάσσεται και δεν συμβάλλεται ο ίδιος, αλλά περιορίζεται στη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας, αμειβόμενος μόνο αν καταρτιστεί η σύμβαση. Ο παραγγελιοδόχος αντίθετα ενεργεί εμπορικές πράξεις στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα, εισπράττοντας προμήθεια. Η μεσιτεία αφορά την εύρεση, η παραγγελία την εκτέλεση της συναλλαγής.

Οφείλεται μεσιτική αμοιβή αν ανακληθεί η εντολή;

Η μεσιτική εντολή ανακαλείται οποτεδήποτε και χωρίς αιτιολόγηση, κατά το άρθρο 724 ΑΚ. Η ανάκληση δεν αναιρεί όμως το δικαίωμα αμοιβής, αν η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα μεσολάβησης ή υπόδειξης που είχε ήδη συντελεστεί πριν από την ανάκληση (ΑΠ 720/2018). Κρίσιμη είναι η χρονική τεκμηρίωση του πότε συντελέστηκε η ουσιαστική μεσιτική δραστηριότητα.

Ο παραγγελιοδόχος που δεν αποδίδει διαπράττει υπεξαίρεση;

Κατ’ αρχήν όχι. Επειδή η παραγγελία είναι έμμεση αντιπροσώπευση, ο παραγγελιοδόχος αποκτά την κυριότητα του εισπραχθέντος τιμήματος και υποχρεούται μόνο ενοχικά να το αποδώσει, οπότε η μη απόδοση αθετεί ενοχική υποχρέωση χωρίς να συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 404/2020). Ποινική ευθύνη θεμελιώνεται μόνο όταν, κατά τη συμφωνία, ο μεσάζων ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και το πράγμα παραμένει ξένο ως προς αυτόν.

Χρειάζεται έγγραφος τύπος για τη σύμβαση παραγγελίας;

Όχι. Η σύμβαση παραγγελίας καταρτίζεται ατύπως και αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ακόμη και με μάρτυρες. Η έλλειψη υποχρεωτικού τύπου δεν σημαίνει όμως ότι η έγγραφη αποτύπωση είναι περιττή, καθώς η ρητή πρόβλεψη της προμήθειας, των ορίων της εντολής και της υποχρέωσης απόδοσης αποτρέπει τις συνηθέστερες διαφορές.

Ποιος έχει την κυριότητα των πραγμάτων στη μεταπρασία;

Ο δότης. Η κυριότητα των παραδιδόμενων πραγμάτων παραμένει σε αυτόν μέχρι τον χρόνο της πώλησης προς τρίτον ή της επιστροφής τους. Ο μεταπράτης δεν αποκτά κυριότητα και ευθύνεται για κάθε πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 1036/2010). Η διατήρηση της κυριότητας είναι που θεμελιώνει την ποινική προστασία του δότη σε περίπτωση μη απόδοσης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγγραφη αποτύπωση του σχήματος: Παρότι κανένα από τα τρία σχήματα δεν απαιτεί έγγραφο τύπο, η ρητή περιγραφή του τι ανατίθεται και υπό ποιο όνομα ενεργεί ο μεσάζων προσδιορίζει το εφαρμοστέο καθεστώς και αποτρέπει τον μεταγενέστερο αναχαρακτηρισμό της σχέσης.

Ρήτρα αμοιβής, προμήθειας ή διατίμησης: Ο τρόπος αμοιβής διαφέρει ουσιωδώς ανά σχήμα, από τη μεσιτική αμοιβή επί επιτυχίας έως το υπερβάλλον της διατίμησης. Η ασαφής ρήτρα μεταθέτει το ζήτημα στον δικαστικό καθορισμό κατά το άρθρο 707 ΑΚ για τη μεσιτεία, με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Προθεσμία και τρόπος απόδοσης: Στην παραγγελία και τη μεταπρασία η υποχρέωση απόδοσης του τιμήματος ή επιστροφής του πράγματος πρέπει να συνοδεύεται από σαφή προθεσμία, καθώς από αυτήν εξαρτάται ο χρόνος γένεσης της αξίωσης και η τυχόν υπερημερία.

Κυριότητα και ποινική προστασία: Η επιλογή ανάμεσα σε έμμεση παραγγελία και σε σχήμα διατήρησης κυριότητας κρίνει αν η επιχείρηση θα έχει στη διάθεσή της, πέρα από την αστική αξίωση, το εργαλείο της υπεξαίρεσης έναντι του μεσάζοντα που δεν αποδίδει.

Οριοθέτηση από αντιπροσωπεία και διανομή: Όταν η σχέση αποκτά διάρκεια και μονιμότητα, ενεργοποιείται το καθεστώς των δικτύων διάθεσης με την αποζημίωση πελατείας. Η αρχική διατύπωση πρέπει να αποσαφηνίζει αν επιδιώκεται ευκαιριακό σχήμα ή διαρκής συνεργασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά τις συμβάσεις Μεσιτείας, Παραγγελίας και Μεταπρασίας.