Εν συντομία:
- Ο νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων καλύπτει τέσσερις διακριτές λειτουργίες: σύνταξη και έλεγχο συμβάσεων, πρόληψη κινδύνου πριν από κρίσιμες αποφάσεις, εταιρικές πράξεις και κανονιστική συμμόρφωση.
- Η ανάγκη προκύπτει από τον τύπο των συναλλαγών της επιχείρησης, όχι από το μέγεθός της. Μια μικρή εταιρεία με διασυνοριακές συμβάσεις αντιμετωπίζει περισσότερα ζητήματα από μια μεγαλύτερη με τυποποιημένες πωλήσεις.
- Η επιλογή μεταξύ ανάθεσης κατ’ αποκοπή και μόνιμης συνεργασίας κρίνεται από τη συχνότητα των νομικών αναγκών και από το αν η επιχείρηση χρειάζεται σύμβουλο με γνώση του ιστορικού της.
- Η επίλυση μιας εμπορικής διαφοράς έχει τουλάχιστον τέσσερις τρόπους με διαφορετικό κόστος, χρόνο και βαθμό ελέγχου επί του αποτελέσματος.
- Η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αντιδικία, επειδή ο έλεγχος γίνεται όσο υπάρχει διαπραγματευτικό περιθώριο, ενώ η αντιδικία ξεκινά όταν το περιθώριο έχει εξαντληθεί.
Πότε χρειάζεται μια επιχείρηση νομικό σύμβουλο;
Η επιχείρηση χρειάζεται νομικό σύμβουλο όταν οι αποφάσεις της παράγουν δεσμεύσεις έναντι τρίτων. Πρακτικά αυτό σημαίνει από τη στιγμή που υπογράφεται η πρώτη σύμβαση με πελάτη, προμηθευτή ή εργαζόμενο.
Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι ο κύκλος εργασιών αλλά ο κίνδυνος: πόσες συμβατικές σχέσεις υπάρχουν ενεργές, τι αξία έχουν και πόσο τυποποιημένες είναι.
Η δεύτερη απόφαση αφορά τη μορφή της σχέσης. Η ανάθεση κατ’ αποκοπή εξυπηρετεί επιχειρήσεις με σπάνια νομικά γεγονότα και ομοιόμορφες συναλλαγές.
Η μόνιμη νομική υποστήριξη εξυπηρετεί επιχειρήσεις όπου τα νομικά ζητήματα προκύπτουν σε σταθερή βάση και όπου η αξία της συμβουλής εξαρτάται από τη γνώση του ιστορικού: ποιοι όροι έχουν ήδη συμφωνηθεί με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο, ποια ρήτρα δημιούργησε πρόβλημα στο παρελθόν, τι εκκρεμεί από προηγούμενη διαπραγμάτευση.
Υπάρχει και ένα τρίτο κριτήριο, λιγότερο ορατό. Ο νομικός σύμβουλος που αναλαμβάνει μετά την υπογραφή περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών. Ο νομικός σύμβουλος που συμμετέχει πριν από τη διατύπωση των όρων διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί η διαφορά, αν προκύψει. Οι δύο ρόλοι δεν είναι ισοδύναμοι ως προς το αποτέλεσμα.
Ποιες συμβάσεις συντάσσει και ελέγχει ο νομικός σύμβουλος;
Η σύνταξη και ο έλεγχος συμβάσεων αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του συμβουλευτικού έργου. Καλύπτει τις εμπορικές συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές, τις συμβάσεις εργασίας και παροχής υπηρεσιών, τις συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων καθώς και τα παρεπόμενα κείμενα που τις πλαισιώνουν, όπως οι επιστολές προθέσεων και τα συμφωνητικά εχεμύθειας.
Εμπορικές συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές
Στις εμπορικές συμβάσεις η νομική εργασία εντοπίζεται σε συγκεκριμένα σημεία: στον καθορισμό του αντικειμένου, στους όρους πληρωμής και στις συνέπειες της υπερημερίας, στην κατανομή του κινδύνου, στη ρήτρα ανωτέρας βίας, στο εφαρμοστέο δίκαιο και στη δωσιδικία.
Η ποινική ρήτρα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς το ύψος της υπόκειται σε δικαστική μείωση όταν κρίνεται δυσανάλογα μεγάλο κατά το άρθρο 409 του Αστικού Κώδικα.
Πριν από τη γνωστοποίηση εμπορικών πληροφοριών σε υποψήφιο συνεργάτη τίθεται ζήτημα προστασίας. Η σύμβαση εχεμύθειας ορίζει τι θεωρείται εμπιστευτικό, για πόσο χρόνο δεσμεύει και ποια είναι η συνέπεια της παράβασης. Χωρίς σαφή οριοθέτηση του αντικειμένου, η ρήτρα καθίσταται αναπόδεικτη.
Συμβάσεις εργασίας και σχέσεις με συνεργάτες
Οι εργασιακές σχέσεις διέπονται από τον Κώδικα Εργατικού Δικαίου, ο οποίος κωδικοποίησε διάσπαρτες ρυθμίσεις. Ο νομικός σύμβουλος κρίνει κατά περίπτωση τον ορθό χαρακτηρισμό της σχέσης: εξαρτημένη εργασία, σύμβαση έργου ή ανεξάρτητες υπηρεσίες. Ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός δεν δεσμεύει τα δικαστήρια, τα οποία κρίνουν με βάση τις πραγματικές συνθήκες παροχής της εργασίας.
Η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σχέσης απαιτεί ad hoc διατύπωση που ορίζει γεωγραφικό εύρος, χρονική διάρκεια, αντικείμενο και αντάλλαγμα. Η έλλειψη ενός από αυτά τα στοιχεία εκθέτει τη ρήτρα σε κρίση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.
Πώς προλαμβάνεται ο νομικός κίνδυνος πριν από κρίσιμη απόφαση;
Η πρόληψη λειτουργεί με τη μετατόπιση της νομικής κρίσης πριν από τη δέσμευση. Πριν από την είσοδο επενδυτή, τη σύναψη σύμβασης, την εξαγορά ή τη μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης, ο νομικός έλεγχος της επιχείρησης αποτυπώνει τι υπάρχει: ενεργές συμβάσεις, βάρη, εκκρεμείς δίκες, εργασιακές υποχρεώσεις, καθεστώς αδειών και δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
Το αποτέλεσμα αυτής της αποτύπωσης δεν είναι απλή καταγραφή. Είναι η βάση για τρεις αποφάσεις: ποιες εγγυοδοτικές δηλώσεις θα ζητηθούν από τον αντισυμβαλλόμενο, ποιο μέρος του τιμήματος θα παρακρατηθεί έως την άρση συγκεκριμένων εκκρεμοτήτων και ποιοι κίνδυνοι θα καλυφθούν με ρήτρα αποζημίωσης αντί να τιμολογηθούν.
Η δεύτερη μορφή πρόληψης αφορά τη διαρκή λειτουργία. Τα εσωτερικά πρωτόκολλα ορίζουν ποιος υπογράφει τι, με ποιο όριο ποσού και μετά από ποιον έλεγχο. Η απουσία τέτοιου πλαισίου παράγει δεσμεύσεις που η διοίκηση αγνοεί ότι έχουν αναληφθεί.
Ποια ζητήματα εταιρικού δικαίου καλύπτει ο νομικός σύμβουλος;
Το εταιρικό δίκαιο καλύπτει τον κύκλο ζωής της εταιρείας: σύσταση, λειτουργία των οργάνων, τροποποιήσεις του καταστατικού, μεταβολές στη σύνθεση των εταίρων και μετασχηματισμούς.
Οι βασικές νομοθετικές πηγές είναι ο Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες, ο Ν. 4072/2012 για τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές και τις προσωπικές εταιρείες καθώς και ο Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς.
Επιλογή εταιρικού τύπου και σύσταση
Η σύσταση της εταιρείας προϋποθέτει επιλογή εταιρικού τύπου. Η επιλογή καθορίζει την έκταση της ευθύνης των εταίρων, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, την ευχέρεια εισόδου και εξόδου, τη δυνατότητα υποδοχής επενδυτή και τη φορολογική μεταχείριση των διανομών.
Κάθε σενάριο δίνει διαφορετική σωστή απάντηση, ανάλογα με τον αριθμό των εταίρων, τη σχεδιαζόμενη μερισματική πολιτική και το αν προβλέπεται είσοδος τρίτων.
Τροποποιήσεις καταστατικού και εταιρικές αποφάσεις
Οι τροποποιήσεις του καταστατικού απαιτούν τήρηση των προβλεπόμενων απαρτιών και πλειοψηφιών καθώς και δημοσιότητα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Η μη τήρηση της διαδικασίας καθιστά την απόφαση προσβλητέα.
Παράλληλα, οι αποφάσεις των οργάνων διοίκησης γεννούν ευθύνη έναντι της εταιρείας και έναντι τρίτων, όταν λαμβάνονται χωρίς την επιμέλεια που απαιτεί η θέση.
Συγχωνεύσεις, εξαγορές και μετασχηματισμοί
Οι εταιρικοί μετασχηματισμοί διέπονται από τυπική διαδικασία με προκαθορισμένα στάδια: σχέδιο σύμβασης, έκθεση, δημοσιότητα, εγκριτικές αποφάσεις των συνελεύσεων και καταχώριση.
Οι προθεσμίες και οι κοινοποιήσεις είναι διαδικαστικά σημεία όπου η παράλειψη ακυρώνει το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της οικονομικής συμφωνίας. Παράλληλα εξετάζεται αν η συγκέντρωση υπάγεται σε προηγούμενη γνωστοποίηση κατά τον Ν. 3959/2011.
Πώς επιλέγεται ο τρόπος επίλυσης μιας εμπορικής διαφοράς;
Η επιλογή γίνεται με βάση τρεις παραμέτρους: τον χρόνο, τον έλεγχο επί του αποτελέσματος και τη σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο. Η εξώδικη όχληση και η διαπραγμάτευση διατηρούν τη σχέση και τον έλεγχο. Η δικαστική οδός παράγει εκτελεστό τίτλο αλλά μεταφέρει την απόφαση σε τρίτο. Ανάμεσά τους υπάρχουν δύο ενδιάμεσες διαδρομές.
| Διαδρομή | Έλεγχος επί του αποτελέσματος | Δεσμευτικότητα | Τυπική χρήση |
|---|---|---|---|
| Εξώδικη όχληση και διαπραγμάτευση | Πλήρης στα μέρη | Μόνο αν υπογραφεί συμφωνία | Πρώτο στάδιο, διατήρηση εμπορικής σχέσης |
| Διαμεσολάβηση | Στα μέρη, με τρίτο διευκολυντή | Το πρακτικό συμφωνίας αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου | Υποχρεωτική αρχική συνεδρία στις υπαγόμενες διαφορές |
| Διαιτησία | Στα μέρη ως προς τη συγκρότηση | Δεσμευτική διαιτητική απόφαση | Συμβάσεις με ρήτρα διαιτησίας, διασυνοριακές σχέσεις |
| Δικαστική οδός | Στο δικαστήριο | Δεσμευτική δικαστική απόφαση | Έλλειψη συμφωνίας, ανάγκη αναγκαστικής εκτέλεσης |
Για σειρά ιδιωτικών διαφορών, μεταξύ των οποίων εμπορικές, ο Ν. 4640/2019 στο άρθρο 6 προβλέπει υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης. Η διαμεσολάβηση δεν υποκαθιστά τη δικαστική προστασία, αλλά μετατοπίζει τη στιγμή στην οποία τα μέρη αποτιμούν το κόστος της αντιδικίας.
Η ίδια η ρήτρα επίλυσης διαφορών μέσα στη σύμβαση είναι στρατηγική επιλογή που γίνεται πριν από τη διαφορά. Η επιλογή διαιτησίας, ο ορισμός της αρμόδιας δωσιδικίας και ο καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου καθορίζουν τον χρόνο και το κόστος της μελλοντικής διαφοράς με τρόπο που δύσκολα αναστρέφεται αργότερα.
Ποιες υποχρεώσεις κανονιστικής συμμόρφωσης βαρύνουν την επιχείρηση;
Η κανονιστική συμμόρφωση δεν είναι μια ενιαία, τυποποιημένη, υποχρέωση, αλλά δέσμη υποχρεώσεων που ενεργοποιούνται ανά κλάδο, μέγεθος και τύπο επεξεργασίας δεδομένων.
Οι οριζόντιοι άξονες που αφορούν κάθε επιχείρηση είναι η προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η εργατική νομοθεσία.
Ανά κλάδο προστίθενται ειδικά καθεστώτα, όπως οι υποχρεώσεις πρόληψης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες του Ν. 4557/2018 για τα υπόχρεα πρόσωπα.
Προστασία δεδομένων και GDPR
Η συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ στηρίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και στα εθνικά μέτρα εφαρμογής του Ν. 4624/2019. Οι βασικές υποχρεώσεις είναι το αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας, η τεκμηρίωση νόμιμης βάσης για κάθε επεξεργασία, η ενημέρωση των υποκειμένων, οι συμβάσεις με τους εκτελούντες την επεξεργασία, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα καθώς και η διαδικασία γνωστοποίησης παραβίασης.
Ο ορισμός υπεύθυνου προστασίας δεδομένων δεν είναι καθολικός. Απαιτείται στις περιπτώσεις του άρθρου 37 παρ. 1 του Κανονισμού. Για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις κρίσιμες είναι δύο από αυτές:
- όταν οι βασικές δραστηριότητες απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση των υποκειμένων των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα ή
- όταν συνίστανται σε μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων.
Η υπαγωγή μιας συγκεκριμένης επιχείρησης σε αυτές τις κατηγορίες κρίνεται με βάση τις δραστηιότητές της και τις δεσμεύσεις της έναντι τρίτων.
Εργατική νομοθεσία και εσωτερικές διαδικασίες
Στο εργατικό πεδίο, η συμμόρφωση αποτυπώνεται σε έγγραφα και σε διαδικασίες: έγγραφη ενημέρωση για τους όρους απασχόλησης, οργάνωση του χρόνου εργασίας και των υπερωριών, πολιτική για την πρόληψη της βίας και της παρενόχλησης, τήρηση των υποχρεώσεων δήλωσης.
Ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας συγκεντρώνει τους κανόνες που δεσμεύουν και τα δύο μέρη και λειτουργεί ως αποδεικτικό μέσο σε περίπτωση διαφοράς.
Γιατί η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από τη διαμάχη;
Η διαφορά κόστους δεν οφείλεται στην αμοιβή αλλά στη θέση διαπραγμάτευσης. Ο έλεγχος μιας ρήτρας πριν από την υπογραφή γίνεται σε στιγμή που το κείμενο είναι ακόμη τροποποιήσιμο και τα μέρη έχουν κίνητρο να συμφωνήσουν. Η ίδια ρήτρα, μετά τη γένεση της διαφοράς, δεν αλλάζει: το μόνο που απομένει είναι η ερμηνεία της από τρίτο.
Στο κόστος της αντιδικίας προστίθενται στοιχεία που δεν εμφανίζονται σε προϋπολογισμό. Ο χρόνος της διοίκησης δεσμεύεται σε προετοιμασία και σε παραστάσεις. Η εμπορική σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο διακόπτεται, μαζί με τα έσοδα που παρήγαγε.
Οι απαιτήσεις παραμένουν επισφαλείς έως την εκτέλεση, η οποία απέχει από την πρωτόδικη απόφαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εκκρεμοδικία εμποδίζει χρηματοδότηση ή είσοδο επενδυτή, επειδή εμφανίζεται στον νομικό έλεγχο ως ανοιχτός κίνδυνος.
Τι διαφοροποιεί τον νομικό σύμβουλο σε startup;
Στη startup η νομική εργασία συγκεντρώνεται σε τρία σημεία που καθορίζουν την πορεία της.
- Το πρώτο είναι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων διανοητικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ιδίως όταν ο κώδικας ή το σχέδιο έχει παραχθεί από ιδρυτές πριν από τη σύσταση ή από εξωτερικούς συνεργάτες χωρίς έγγραφη μεταβίβαση.
- Το δεύτερο είναι η σχέση των ιδρυτών μεταξύ τους.
- Το τρίτο είναι η σχέση με τους επενδυτές.
Η εξωεταιρική συμφωνία μεταξύ των ιδρυτών ρυθμίζει ζητήματα που το καταστατικό αφήνει ανοιχτά: σταδιακή κατοχύρωση εταιρικών μεριδίων, δεσμεύσεις παραμονής, δικαιώματα προτίμησης, όρους εξόδου και τρόπο αποτίμησης.
Τα νομικά έγγραφα της startup λειτουργούν ως σύνολο, όχι ως μεμονωμένα κείμενα: μια πρόβλεψη στο ιδιωτικό συμφωνητικό των μετόχων που δεν έχει αντίστοιχο έρεισμα στο καταστατικό ενδέχεται να μην είναι αντιτάξιμη έναντι τρίτων.
Στη σχέση με τους επενδυτές, οι όροι της επενδυτικής συμφωνίας δεν αξιολογούνται μεμονωμένα. Η αποτίμηση, το ποσοστό, τα δικαιώματα αρνησικυρίας, η προτεραιότητα σε περίπτωση ρευστοποίησης και οι όροι επόμενου γύρου συνδέονται μεταξύ τους. Ευνοϊκή αποτίμηση με ευρεία δικαιώματα αρνησικυρίας μπορεί να αφήνει στους ιδρυτές λιγότερο έλεγχο από ό,τι δείχνει το ποσοστό τους.
Συχνές ερωτήσεις
Τι κάνει ο νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων;
Ο νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων συντάσσει και ελέγχει συμβάσεις, γνωμοδοτεί πριν από κρίσιμες αποφάσεις, χειρίζεται τις εταιρικές πράξεις από τη σύσταση έως τους μετασχηματισμούς, οργανώνει την κανονιστική συμμόρφωση και εκπροσωπεί την επιχείρηση στην επίλυση διαφορών. Το κοινό στοιχείο των λειτουργιών αυτών είναι η αποτίμηση του νομικού κινδύνου πριν αυτός εκδηλωθεί.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε νομικό σύμβουλο και δικηγόρο που χειρίζεται δικαστικές υποθέσεις;
Η διάκριση αφορά τη χρονική στιγμή της παρέμβασης. Ο νομικός σύμβουλος παρεμβαίνει πριν από τη δέσμευση, διαμορφώνοντας τους όρους. Η δικαστηριακή εκπροσώπηση ενεργοποιείται μετά τη γένεση της διαφοράς και εργάζεται πάνω στο υλικό που έχει ήδη παραχθεί. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί να ασκεί και τις δύο λειτουργίες, όμως πρόκειται για διακριτά αντικείμενα με διαφορετική μεθοδολογία.
Χρειάζεται μια μικρή επιχείρηση νομικό σύμβουλο;
Το κριτήριο δεν είναι το μέγεθος αλλά ο τύπος των συναλλαγών. Μικρή επιχείρηση με διασυνοριακές συμβάσεις, με εξωτερικούς συνεργάτες ή με επεξεργασία δεδομένων πελατών αντιμετωπίζει περισσότερα ζητήματα από μεγαλύτερη επιχείρηση με τυποποιημένες λιανικές πωλήσεις. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση τον αριθμό των ενεργών συμβατικών σχέσεων, την αξία τους και το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο του κλάδου.
Ποιες υπηρεσίες περιλαμβάνει η νομική υποστήριξη μιας εταιρείας;
Περιλαμβάνει τη σύνταξη και τον έλεγχο εμπορικών συμβάσεων και συμβάσεων εργασίας, τις εταιρικές πράξεις και τις τροποποιήσεις καταστατικού, τη νομική υποστήριξη σε συγχωνεύσεις και εξαγορές, την κανονιστική συμμόρφωση σε προστασία δεδομένων και εργατικό δίκαιο, τη διαχείριση απαιτήσεων καθώς και την εκπροσώπηση σε εξώδικες και δικαστικές διαδικασίες.
Πότε συμφέρει η μόνιμη συνεργασία αντί της ανάθεσης κατά περίπτωση;
Η μόνιμη συνεργασία αποκτά νόημα όταν τα νομικά γεγονότα προκύπτουν σε κυλιόμενη βάση και όταν η ποιότητα της συμβουλής εξαρτάται από τη γνώση του ιστορικού της επιχείρησης. Η ανάθεση κατά περίπτωση εξυπηρετεί επιχειρήσεις με σπάνια και διακριτά ζητήματα. Ο κρίσιμος δείκτης είναι η συχνότητα με την οποία η διοίκηση λαμβάνει αποφάσεις με νομικές συνέπειες χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση.
Πρακτικές επισημάνσεις
Καταγραφή ενεργών συμβάσεων: Η αποτύπωση όλων των ενεργών συμβατικών σχέσεων με ημερομηνία λήξης, όρους ανανέωσης και προθεσμίες καταγγελίας αποτελεί το πρώτο βήμα κάθε νομικής οργάνωσης. Οι αυτόματες ανανεώσεις που περνούν απαρατήρητες παράγουν δεσμεύσεις χωρίς απόφαση.
Όρια υπογραφής: Ο καθορισμός του ποιος δεσμεύει την εταιρεία, για ποιο αντικείμενο και έως ποιο ποσό περιορίζει τον κίνδυνο σε πράξεις που η διοίκηση δεν έχει εγκρίνει.
Έλεγχος πριν από την υπογραφή: Ο νομικός έλεγχος έχει αξία όσο το κείμενο παραμένει τροποποιήσιμο. Μετά την υπογραφή, το περιθώριο περιορίζεται στην ερμηνεία.
Τεκμηρίωση της συμμόρφωσης: Στην προστασία δεδομένων και στο εργατικό δίκαιο, η υποχρέωση δεν εξαντλείται στην τήρηση του κανόνα αλλά επεκτείνεται και στην απόδειξη ότι τηρήθηκε. Το αρχείο δραστηριοτήτων και οι έγγραφες ενημερώσεις εξυπηρετούν τον σκοπό αυτό.
Ρήτρα επίλυσης διαφορών: Η επιλογή δωσιδικίας, εφαρμοστέου δικαίου και τυχόν διαιτησίας γίνεται κατά τη σύναψη. Είναι από τους λίγους όρους που καθορίζουν το κόστος μιας μελλοντικής διαφοράς πριν αυτή γεννηθεί.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για μια πρώτη συνάντηση, για την αξιολόγηση της υπόθεσής σας.