Εξάλειψη Και Διαγραφή Υποθήκης – Λόγοι Και Διαδικασία

Η εξάλειψη είναι η διαγραφή της υποθήκης από το βιβλίο υποθηκών, η οποία γίνεται με πράξη του υποθηκοφύλακα.

Ειδικότερα, η υποθήκη, όπως και το ενέχυρο, είναι δικαίωμα παρεπόμενο, καθώς υπάρχει υπέρ ορισμένης έγκυρης απαιτήσεως. Η εξασφάλιση της απαιτήσεως, δηλαδή, αποτελεί την αιτία για την κτήση του δικαιώματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1281 ΑΚ, η υποθήκη είναι δικαίωμα αδιαίρετο, δηλαδή αποκτάται σε ολόκληρο το ακίνητο ή και σε ιδανική μερίδα του, ακόμη και αν η απαίτηση που ασφαλίζει είναι διαιρετή.

Επομένως, για να επιφέρει η απόσβεση της απαιτήσεως και την απόσβεση της υποθήκης (και, συνακολούθως, να στηρίξει αγωγή περί εξαλείψεως), απαιτείται η απόσβεση να είναι ολοσχερής, διότι εάν απέμεινε έστω και μικρό υπόλοιπο χρέους, η υποθήκη δεν αποσβένυται, λόγω ακριβώς του αδιαιρέτου χαρακτήρα αυτής.

Περαιτέρω, είναι δυνατή η σύσταση υποθήκης στην ψιλή κυριότητα, σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, σε εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας, ακόμη και στο δικαίωμα υψούν.

Νομοθεσία

Κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1317 έως 1329) προκύπτει ότι  η απόσβεση της απαίτησης, με οποιονδήποτε τρόπο, επιφέρει και την απόσβεση της υποθήκης.

Απόσβεση της υποθήκης επέρχεται επίσης:

  1. με την ολοσχερή εξαφάνιση του ενυποθήκου κτήματος,
  2. με την παραίτηση του δανειστή,
  3. με τον πλειστηριασμό του ενυποθήκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος,
  4. με την παρέλευση της προθεσμίας με την οποία είχε παραχωρηθεί η υποθήκη.

Περαιτέρω, η παραίτηση από το δικαίωμα της υποθήκης γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ με την παραγραφή της απαίτησης επέρχεται απόσβεση της υποθήκης. Επίσης, η υποθήκη αποσβήνεται όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.,

Τέλος, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί, εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση, ενώ η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση.

Εξάλλου, αν ο δανειστής δεν συναινεί στην εξάλειψη, αυτή τη διατάζει το δικαστήριο, ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον. Το δικαστήριο διατάζει την εξάλειψη, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.

Η εγγραφή είναι άκυρη:

  • εάν από αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη ή για το ενυπόθηκο ακίνητο ή για το ποσόν της ασφαλιζόμενης απαίτησης
  • εάν δεν έχει χρονολογία και
  • αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο.
Ερμηνεία

Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η εξάλειψη γίνεται από τον υποθηκοφύλακα είτε:

  • μετά από συναίνεση του δανειστή, είτε
  • με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Άλλοι τρόποι που να οδηγούν στην εξάλειψη της υποθήκης, δεν υπάρχουν.

Σημειώνεται ότι η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης δίνεται με μονομερή, μη απευθυντέα και μη ανακλητή δήλωση βουλήσεως, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου που προβλέπεται με ποινή ακυρότητος. Δηλαδή, δεν αρκεί απλώς δημόσιο ή εκτελεστό έγγραφο ούτε επίσης οι δικαστικές εκθέσεις για ομολογία ή συμβιβασμό.

Περαιτέρω, η συναίνεση για την εξάλειψη της υποθήκης δεν πρέπει να συγχέεται με την παραίτηση του δανειστή από το δικαίωμα της υποθήκης που προβλέπεται από το άρθρο 1318 ΑΚ, ως λόγος απόσβεσης της υποθήκης. Τούτο διότι η τελευταία συνιστά εκποιητική δικαιοπραξία εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου

Εξάλειψη Και Διαγραφή Υποθήκης

Εξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιληφθεί το δικαστήριο είναι η άρνηση της συναίνεσης του δανειστή για εξάλειψη της υποθήκης. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρχει άρνηση της συναίνεσης του δανειστή, δε γεννιέται το δικαίωμα του ενάγοντα να ζητήσει τη δικαστική διαταγή εξάλειψης της υποθήκης 

Σε περίπτωση άρνησης του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης, οι εγγεγραμμένες υποθήκες εξαλείφονται από τα βιβλία υποθηκών, κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία εκδίδεται. Η τελευταία εκδίδεται αφού ασκήσει σχετική αγωγή ο έχων προς τούτο έννομο συμφέρον, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί (με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο απόσβεσης της απαίτησης) ή αν η εγγραφή της είναι άκυρη.

Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η αγωγή που διώκει την εξάλειψη υποθήκης είναι ενοχική και υπάγεται στο κατά τις γενικές διατάξεις περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας δικαστήριο, με βάση το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης (ΜΠρΑθ 227/2022).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, εκτός των άλλων και οι διαφορές που αφορούν σε εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου. Επομένως, για την εξάλειψη και διαγραφή υποθήκης, κατά τόπο αρμόδιο είναι το δικαστήριο εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, επί του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη, της οποίας ζητείται η εξάλειψη, ανεξάρτητα από τον ενοχικό χαρακτήρα της σχετικής αγωγής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 973 ΑΚ, η υποθήκη είναι εμπράγματο δικαίωμα.

Τέλος, η αγωγή αυτή για την εξάλειψη υποθήκης δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, ούτε υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου βάσει του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942, ενώ εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εξάλειψη κα ιδιαγραφή υποθήκης.

Το Έννομο Συμφέρον Στις Εμπορικές Διαφορές

Έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία.

Περαιτέρο, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν.

Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι, είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως εμπορικού δικαίου, ήτοι ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.

Έννομη Σχέση

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου που αναφέρεται σε έτερο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο.

Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την ως άνω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα δίχως τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται μέσω της αγωγής η προστασία.

Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων δίχως καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή όπου υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΠΠρΓιαν 6/2025).

Περιεχόμενο Εννόμου Συμφέροντος

Περαιτέρω, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αναγνωριστική αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητουμένη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές με αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικώς, με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία ή προδικαστικά ζητήματα αυτής, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και έτερα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως. Μεμονωμένα, δηλαδή, στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν δύνανται να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, και να είναι άμεσο, κατά την έννοια του άρθρου 68 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί νομική έννοια και η κρίση περί συνδρομής αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Συμφέρον Άμεσο Και Παρόν

Το έννομο συμφέρον, όπως έχει κριθεί και κατά την ερμηνεία της όμοιας διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει εκτός από έννομο, να είναι ατομικό του αιτούντος και άμεσο, δηλαδή το απειλούμενο με την αίτηση δικαίωμα του αιτούντος πρέπει να είναι υπαρκτό κατά την άσκηση της αίτησης (ΑΠ 55/2020)

Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.), προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού, (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Εξάλλου, παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες.

Τέλος, νομιμοποίηση των διαδίκων ως διακριτή, μη ταυτιζόμενη με το έννομο συμφέρον, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το έννομο συμφέρον στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

Το Δεδικασμένο Στις Εμπορικές Διαφορές Και Την Πολιτική Δίκη

Δεδικασμένο, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015).

Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Τούτο σημαίνει ότι εμποδίζεται το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

Τέλος, κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης,

Επενέργεια Δεδικασμένου

Η παραπάνω απαγόρευση αυτή ενεργεί με δύο τρόπους:

  • Κατ’ αρχάς ενεργεί θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη.
  • Επίσης, επενεργεί και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Εξαιρέσεις

Εξαίρεση από την παραπάνω διπλή δέσμευση δικαιολογείται, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση.

Τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης.

Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 2028/2014).

Έκταση Δεδικασμένου

Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση“, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες.

Επίσης, το δεδικασμένο, εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης (ΑΠ 266/2022).

Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο – όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο.

Ζήτημα, που κρίθηκε “παρεμπιπτόντως“, νοείται πάντοτε έννομη σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε), δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου.

Το Δεδικασμένο Στη Διαταγή Πληρωμής

Η άσκηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, δημιουργεί υποχρέωση του καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτη να προτείνει τις κατά του τίτλου και της απαίτησης ενστάσεις του και γενικά τους ισχυρισμούς του, όπως αυτούς που αφορούν την βασιμότητα της απαίτησης ή του ύψους αυτής.

Η τελεσίδικη επί της ανακοπής απόφαση, έστω απορριπτική, αποτελεί δεδικασμένο, που δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση και στην περίπτωση που επιδοθεί δύο φορές στον οφειλέτη, και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής ή αν η ασκηθείσα ανακοπή είναι εκπρόθεσμη.

Στην περίπτωση δε που η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, καθίσταται απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της βάσει αυτής εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, παρόλο που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν με μία από τις δύο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής ή δεν προβλήθηκαν εμπρόθεσμα ή προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν, έστω και για τυπικούς λόγους, έστω και αν υπάρχει προθεσμία προβολής (ΜΠΠ 363/2021).

Εξάλλου το απαράδεκτο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, εκτός βέβαια αν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή (γνήσια ένσταση).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το δεδικασμένο στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

Πωλήσεις Και Εκθέσεις Καλλιτεχνικών Δημιουργημάτων Από Δ.Υ.

Η δυνατότητα ενός καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου (Δ.Υ.) να εκθέτει τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες ή και να πωλεί αυτές, έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη τον νομοθέτη, τη νομολογία και τα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης.

Ειδικότερα απασχόλησε το ερώτημα εάν οι εκθέσεις και πωλήσεις πνευματικών δημιουργιών αποτελούν εμπορική πράξη.

Κατά συνέπεια, εάν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της καλλιτεχνικής δημιουργίας του δημοσίου υπαλλήλου και της άσκησης εμπορικής δραστηριότητάς, ή έργου επ’ αμοιβή.

Νομοθεσία

Σύμφωνα με τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024 ισχύουν τα εξής:

  1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
  2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο (…).
  3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
Θέση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Προϋποθέσεις

Περαιτέρω, όπως έχει γίνει δεκτό από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με την υπ’ αριθμ. 436/2012 Γνωμοδότηση της Ολομέλεια Διακοπών αυτού, οι προϋποθέσεις έκδοσης από τη Διοίκηση της προβλεπόμενης άδειας για άσκηση εξωυπηρεσιακής επαγγελματικής δραστηριότητας με αμοιβή, είναι σωρευτικά οι εξής:

  1. Η άδεια να αφορά σε συγκεκριμένο έργο ή εργασία, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον υπάλληλο στη αίτησή του (τόπος, χρόνος, είδος και συνθήκες απασχόλησης).
  2. Το ιδιωτικό έργο ή εργασία να συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, θα πρέπει δηλαδή να συνάδει με το αντικείμενο της αρμοδιότητας που ασκεί, να μην συγκρούεται το ιδιωτικό συμφέρον του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, γενικότερα, να μη μειώνει το κύρος της.
  3. Το κατά τα ανωτέρω, εκτός του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, αιτηθέν από τον υπάλληλο ιδιωτικό έργο ή εργασία να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρακωλύει ή επηρεάζει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του και την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας του.

Ο έλεγχος της συνδρομής των κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων εναπόκειται στην  ουσιαστική  κρίση  του  εκάστοτε  επιλαμβανόμενου  υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αιτήσεων των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων, προβαίνει στην αξιολόγησή τους και κατ’ επέκταση, στην αποδοχή τους ή μη, με βάση τα, κατά περίπτωση τεθέντα ενώπιόν του πραγματικά στοιχεία (βλ και Γνμδ. Ν.Σ.Κ. 391/2010, 447/2009, 462/2008).

Η γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της ανωτέρω διαδικασίας, αφού με αυτήν διαπιστώνεται, αφενός μεν, η συμβατότητα του έργου ή της εργασίας με την υπηρεσιακή ιδιότητα του αιτουμένου υπαλλήλου και το κύρος της υπηρεσίας, αφετέρου δε, η δυνατότητα του τελευταίου να τα εκτελέσει χωρίς να παρεμποδίζεται η ομαλή εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, καθώς και εάν μπορεί να γίνει σε τόπο και χρόνο που δεν θα επηρεάσουν τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντά του.

Ασυμβίβαστο

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ad hoc με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. αναφέρεται πως :

«…γίνεται δεκτό ότι κύριος σκοπός του καλλιτέχνη είναι η δημιουργία, με ικανοποίηση της αντίστοιχης φιλοδοξίας του, ενώ το οικονομικό μέρος είναι γι’ αυτόν παρεπόμενο στοιχείο, φέρει δε η πώληση των έργων από τον ίδιο τον δημιουργό τους και κατά την οικονομική της ακόμα πλευρά, τον χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ξένης προς την εμπορία.

Κατά συνέπεια, η από τον καλλιτέχνη πώληση των δικών του καλλιτεχνικών του δημιουργημάτων δεν αποτελεί εμπορική πράξη, καθόσον δεν έχει τα γνωρίσματα της εμπορικής πράξης, προσβλέποντας είτε στην χειροτεχνία, είτε στη διαμεσολάβηση»

Τα ανωτέρω ακολουθούν την παγία νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, κάνοντας μάλιστα η Γνωμοδότηση ρητή αναφορά στην με αρ. 669/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου καθώς και στην με αρ. 953/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η παραπάνω με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση κατέληξε στην εξής απάντηση προς τη Διοίκηση:

«… η από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, κατασκευή και πώληση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων … δεν συνιστούν άσκηση εμπορίας κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ΥΚ. Οι λοιπές προϋποθέσεις όμως για τη χορήγηση από τη Διοίκηση της σχετικής άδειας στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, … ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοίκησης».

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την δυνατότητα καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου να εκθέτει ή να πωλεί τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες.

Αμοιβή Μηχανικού Για Έκδοση Οικοδομικής Άδειας

Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Επομένως, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.

Τούτο διότι με τη σύμβαση αυτή οι συμβαλλόμενοι (μηχανικός και ιδιοκτήτης) αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα παραδόσεως της μελέτης που εκπονήθηκε και των σχεδίων που συντάχθηκαν ως και στο αποτέλεσμα της επιβλέψεως, που είναι η κατά τα συμβατικά στοιχεία, την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης έντεχνη, εμπρόθεσμη και οικονομική εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του όλου έργου και όχι στην εργασία που καταβάλλεται για την εκτέλεση αυτών, ως περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως.

Τέλος, με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. 

Χρόνος Καταβολής Αμοιβής

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 104 του Π.Δ. 696/1974:

Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοση της τυχόν απαιτουμένης αδείας“,

Επομένως, από τα παραπάνω συνάγεται ότι, κατά παρέκκλιση της διατάξεως του άρθρου 694 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, κατά την οποία, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, επί μελετών ιδιωτικών έργων, οι οποίες υποβάλλονται προς έγκριση ή έκδοση αδείας από αρμοδία αρχή, η αμοιβή του μηχανικού καθίσταται απαιτητή, όταν ολοκληρωθεί η εκπόνηση της μελέτης, ανεξαρτήτως παραδόσεως αυτής προς τον εργοδότη, και κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο προ της υποβολής της μελέτης προς έγκριση ή έκδοση αδείας (ΑΠ 724/2019).

Συνεπώς, η συμβατική υποχρέωση του μηχανικού για την έκδοση οικοδομικής άδειας εξαντλείται με την εκπόνηση των σχετικών μελετών και δεν περιλαμβάνει τελική έκδοσης αυτής.

Δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που η οικοδομική άδεια δεν εκδοθεί, ο μηχανικός δικαιούται να λάβει τη νόμιμη αμοιβή του για την εκπόνηση των μελετών που του ανατέθηκαν.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με τη νόμιμη αμοιβή μηχανικού.

Πότε Ευθύνεται ο Παραγωγός για Ελαττωματικό Προϊόν (2026)

Εν συντομία:

  • Ο παραγωγός ευθύνεται αντικειμενικά για κάθε ζημία που προκαλεί ελάττωμα του προϊόντος του, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994. Η ευθύνη αυτή είναι γνήσια αντικειμενική, δηλαδή γεννάται και χωρίς πταίσμα.
  • Υπόχρεος δεν είναι μόνο ο κατασκευαστής. Ευθύνονται σαν παραγωγοί και ο σηματοποιός (όποιος θέτει το σήμα ή την επωνυμία του στο προϊόν), ο εισαγωγέας και, όταν ο παραγωγός είναι άγνωστος, κάθε προμηθευτής.
  • Το κριτήριο εδώ είναι η ασφάλεια, όχι η ανταπόκριση στη σύμβαση. Το απλώς ελαττωματικό αλλά ασφαλές προϊόν ανήκει στην ευθύνη του πωλητή κατά ΑΚ 534 επ., όχι στην ευθύνη του παραγωγού.
  • Καλύπτονται ο θάνατος, η σωματική βλάβη και η καταστροφή περιουσίας άνω των 500 ευρώ. Οι αξιώσεις παραγράφονται στην τριετία, με δεκαετή αποσβεστική προθεσμία από τη θέση σε κυκλοφορία.
  • Από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 η νέα Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 αλλάζει το πλαίσιο, επεκτείνοντας την ευθύνη σε λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, διευρύνοντας τους υπόχρεους και ελαφρύνοντας το βάρος απόδειξης.

Πότε ευθύνεται ο παραγωγός για ελαττωματικό προϊόν;

Ο παραγωγός ευθύνεται όταν προϊόν του, λόγω ελαττώματος, δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιολογημένα αναμένεται και προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία.

Η ευθύνη είναι αντικειμενική και γεννάται ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, με μόνες προϋποθέσεις το ελάττωμα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ τους. Ο παραγωγός απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει έναν από τους περιοριστικούς λόγους απαλλαγής που ορίζει ρητά ο νόμος.

Η ευθύνη αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, το οποίο ενσωμάτωσε την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ. Αποτελεί ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού.

Ο νόμος δεν υποκαθιστά τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί αυτοτελή ευθύνη εκείνου που διέθεσε στην αγορά μη ασφαλή προϊόντα, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία (ΑΠ 1870/2024).

Ο χαρακτηρισμός της ευθύνης ως γνήσιας αντικειμενικής έχει πρακτική σημασία για την επιχείρηση που παράγει, εισάγει ή διαθέτει προϊόντα. Ο υπόχρεος δεν απαλλάσσεται αποδεικνύοντας ότι επέδειξε επιμέλεια.

Απαλλάσσεται μόνο αν συντρέξει ένας από τους ειδικούς λόγους απαλλαγής. Στην πράξη, η επιχείρηση βρίσκεται στη θέση του δυνητικά εναγόμενου, όχι του καταναλωτή.

Το πεδίο προστασίας αφορά τον καταναλωτή, δηλαδή, μετά την τροποποίηση του 2018, το φυσικό πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς λόγους.

Επιχείρηση που αγοράζει προϊόν για την επαγγελματική της δραστηριότητα δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια αυτή και δεν αντλεί δικαιώματα από το καθεστώς ευθύνης του παραγωγού. Ο παραγωγός όμως παραμένει εκτεθειμένος έναντι των τελικών καταναλωτών που χρησιμοποιούν το προϊόν.

Ποιος θεωρείται παραγωγός και γιατί ο εισαγωγέας ή ο σηματοποιός ευθύνεται σαν κατασκευαστής;

Παραγωγός δεν είναι μόνο ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος. Ο νόμος εξομοιώνει μαζί του τον κατασκευαστή πρώτης ύλης ή συστατικού, τον σηματοποιό, τον εισαγωγέα και, όταν ο πραγματικός παραγωγός παραμένει άγνωστος, κάθε προμηθευτή του προϊόντος. Η ευρεία αυτή οριοθέτηση εξυπηρετεί τον σκοπό να βρίσκει ο ζημιωθείς πάντα κάποιον υπεύθυνο.

Ως σηματοποιός νοείται όποιος εμφανίζεται ως παραγωγός θέτοντας στο προϊόν την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Η επιχείρηση που διαθέτει προϊόν τρίτου με τη δική της ιδιωτική ετικέτα (private label) αναλαμβάνει έτσι ευθύνη παραγωγού, ακόμη και χωρίς καμία συμμετοχή στην κατασκευή.

Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης παραγωγού δείχνει ότι η απόφαση για τοποθέτηση σήματος σε εισαγόμενο ή αναθετόμενο προϊόν μεταβάλλει ουσιωδώς τη θέση της επιχείρησης, γι’ αυτό και κρίνεται πριν, όχι μετά, τη διάθεση.

Ο εισαγωγέας ευθύνεται κατά πλάσμα δικαίου σαν παραγωγός, δηλαδή με ευθύνη που ο νόμος του αποδίδει χωρίς να είναι ο πραγματικός κατασκευαστής. Πρόκειται για όποιον εισάγει προϊόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα για πώληση, μίσθωση ή άλλη μορφή διανομής στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (ΑΠ 1380/2022).

Αντίθετα, όποιος απλώς διακινεί προϊόν μεταξύ κρατών μελών της Ένωσης ευθύνεται κατ’ αρχήν μόνο ως προμηθευτής και μάλιστα επικουρικά, όταν ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας παραμένουν άγνωστοι.

Η διάκριση προμηθευτή και εξομοιούμενου με παραγωγό δεν είναι πάντοτε καθαρή. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνεύοντας την έννοια του προσώπου που εμφανίζεται ως παραγωγός, έκρινε ότι προμηθευτής του οποίου η επωνυμία συμπίπτει εν μέρει με το σήμα που έθεσε ο κατασκευαστής μπορεί να ευθύνεται σαν παραγωγός (ΔΕΕ C-157/23, Ford Italia).

Η σύμπτωση επωνυμίας και σήματος αρκεί, υπό προϋποθέσεις, για να θεμελιώσει ευθύνη, ανεξάρτητα από το ποιος κατασκεύασε πραγματικά το προϊόν.

Πότε θεωρείται ελαττωματικό ένα προϊόν και σε τι διαφέρει από το ελάττωμα της πώλησης;

Ελαττωματικό, κατά το καθεστώς ευθύνης του παραγωγού, είναι το προϊόν που δεν παρέχει την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια. Κριτήριο είναι η επικινδυνότητα, όχι η ακαταλληλότητα για τη χρήση. Το προϊόν που απλώς δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, χωρίς να είναι ανασφαλές, εμπίπτει στην ευθύνη του πωλητή κατά ΑΚ 534 επ., όχι στο πεδίο αυτό.

Το ελαττωματικό εδώ ταυτίζεται με το επικίνδυνο και αντιδιαστέλλεται προς το ασφαλές. Για την εκτίμηση λαμβάνονται υπόψη όλες οι ειδικές συνθήκες, ιδίως η εξωτερική εμφάνιση, η ευλόγως αναμενόμενη χρήση και ο χρόνος θέσης σε κυκλοφορία.

Οι οδηγίες χρήσης, οι προειδοποιήσεις κινδύνου και οι ενδείξεις πρόληψης αποτελούν μέρος της παρουσίασης του προϊόντος και συνυπολογίζονται. Ένα προϊόν δεν καθίσταται ελαττωματικό μόνο επειδή αργότερα κυκλοφόρησε άλλο τελειότερο.

Η διάκριση από την ευθύνη του πωλητή είναι νομικά κρίσιμη. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ρητά ότι ελαττωματικό, κατά το άρθρο 6, δεν είναι το προϊόν που στερείται συνομολογημένων ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια (ΑΠ 1359/2018).

Όταν το ελάττωμα καθιστά το προϊόν ακατάλληλο για τη χρήση αλλά όχι επικίνδυνο, ενεργοποιούνται τα δικαιώματα του αγοραστή έναντι του πωλητή. Όταν προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία λόγω ανασφάλειας, ενεργοποιείται η αυτοτελής ευθύνη του παραγωγού. Οι δύο βάσεις μπορούν να συντρέχουν, στηρίζονται όμως σε διαφορετικό θεμέλιο.

ΣτοιχείοΕυθύνη παραγωγού (Ν. 2251/1994, άρθρο 6)Ευθύνη πωλητή (ΑΚ 534 επ.)
Νομική φύσηΑδικοπρακτική, γνήσια αντικειμενικήΕνδοσυμβατική, από τη σύμβαση πώλησης
ΥπόχρεοςΚατασκευαστής, σηματοποιός, εισαγωγέας, επικουρικά προμηθευτήςΟ πωλητής έναντι του αγοραστή
ΔικαιούχοςΚάθε ζημιωθείς καταναλωτής, χωρίς ανάγκη συμβατικού δεσμούΟ αντισυμβαλλόμενος αγοραστής
Τι θεμελιώνει ευθύνηΈλλειψη ασφάλειας (επικίνδυνο προϊόν)Έλλειψη ανταπόκρισης στη σύμβαση
Είδος ζημίαςΘάνατος, σωματική βλάβη, καταστροφή περιουσίας άνω των 500 ευρώΔιόρθωση, αντικατάσταση, μείωση τιμήματος, υπαναχώρηση, αποζημίωση
ΠαραγραφήΤριετία, με δεκαετή αποσβεστική προθεσμίαΔιετία για κινητά, πενταετία για ακίνητα

Ποια ζημία καλύπτει και ποιος φέρει το βάρος απόδειξης;

Η ευθύνη του παραγωγού καλύπτει τον θάνατο και τη σωματική βλάβη προσώπων, καθώς και την καταστροφή περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή άνω των 500 ευρώ, εφόσον το στοιχείο αυτό προοριζόταν και χρησιμοποιήθηκε για προσωπική χρήση. Ο ζημιωθείς αποδεικνύει το ελάττωμα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο. Ο παραγωγός φέρει το βάρος να αποδείξει λόγο απαλλαγής.

Το όριο των 500 ευρώ αφορά μόνο τη ζημία σε περιουσιακά στοιχεία. Ο θάνατος και η σωματική βλάβη καλύπτονται χωρίς κατώτερο όριο. Πέρα από την υλική ζημία, το άρθρο 6 παρ. 7, μετά τον Ν. 3587/2007, προβλέπει ρητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης για παράβαση των διατάξεων του άρθρου.

Πριν από την τροποποίηση αυτή, η ηθική βλάβη καλυπτόταν μόνο μέσω των κοινών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1870/2024).

Ως προς την απόδειξη, η ένταση της αντικειμενικής ευθύνης φαίνεται στην κατανομή του βάρους. Ο καταναλωτής, ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής, βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να αποδείξει την εσωτερική πλημμέλεια.

Κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, που απηχεί τη θεωρία των σφαιρών επιρροής, ο ζημιωθείς αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει την αντικειμενικώς βλαπτική ελαττωματικότητα. Ο παραγωγός φέρει έκτοτε το βάρος να αποδείξει λόγο που αίρει την ευθύνη του.

Στα σύνθετα ή τεχνικά προϊόντα, η απόδειξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ελαττώματος και ζημίας απαιτεί κατά περίπτωση αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, συχνά με πραγματογνωμοσύνη.

Το αν ένα βλαπτικό αποτέλεσμα ανάγεται στο ελάττωμα ή σε εξωγενή αίτια είναι το σημείο όπου κρίνεται στην πράξη η θεμελίωση ή η κατάρριψη της αξίωσης.

Πότε απαλλάσσεται ο παραγωγός από την ευθύνη;

Ο παραγωγός απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει έναν από τους λόγους του άρθρου 6 παρ. 8:

  1. ότι δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,
  2. ότι το ελάττωμα δεν υπήρχε κατά τη θέση σε κυκλοφορία ή εμφανίστηκε αργότερα,
  3. ότι δεν το κατασκεύασε προς διανομή ούτε στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ή
  4. ότι το ελάττωμα οφείλεται σε συμμόρφωση με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί και η επίκλησή τους βαρύνει τον παραγωγό. Η απλή επίκληση επιμέλειας ή τήρησης των συνήθων προδιαγραφών δεν αρκεί, ακριβώς επειδή η ευθύνη έχει διαμορφωθεί ως γνήσια αντικειμενική.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόδειξη του χρόνου εμφάνισης του ελαττώματος, καθώς μετατοπίζει την ευθύνη ανάλογα με το αν το προϊόν ήταν ήδη ελαττωματικό όταν διατέθηκε.

Κρίσιμη για την επιχείρηση είναι η φύση της ευθύνης ως αναγκαστικού δικαίου έναντι του ζημιωθέντος. Ο παραγωγός δεν μπορεί να αποκλείσει ή να περιορίσει με ρήτρα την ευθύνη του απέναντι στον καταναλωτή. Κάθε τέτοια απαλλακτική ρήτρα είναι ανίσχυρη ως προς αυτόν.

Η διαχείριση του κινδύνου μετατοπίζεται έτσι στη σχέση με τους προμηθευτές της αλυσίδας, μέσω συμβατικών ρητρών εγγύησης, αποζημίωσης και δικαιώματος αναγωγής, οι οποίες απαιτούν ad hoc διατύπωση ανάλογα με το ποιος βαρύνεται με το ελάττωμα και εντός ποιας προθεσμίας.

Πόσο χρόνο διαρκεί η ευθύνη του παραγωγού;

Οι αξιώσεις κατά του παραγωγού παραγράφονται στην τριετία από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε ή όφειλε να μάθει τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Ανεξάρτητα από την τριετία, μετά δεκαετία από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος.

Η δεκαετής προθεσμία είναι αποσβεστική, δηλαδή προθεσμία μετά την πάροδο της οποίας το δικαίωμα αποσβήνεται οριστικά, χωρίς αναστολή ή διακοπή. Τρέχει από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία, όχι από τη ζημία.

Για προϊόντα με μεγάλη διάρκεια ζωής, το σημείο αυτό οριοθετεί ουσιωδώς την έκθεση του παραγωγού, καθώς αξιώσεις για ζημίες που εκδηλώνονται πολύ αργότερα ενδέχεται να έχουν ήδη αποσβεστεί.

Παράλληλα με την ειδική ευθύνη, ο ζημιωθείς μπορεί να στηριχθεί και στις κοινές διατάξεις της αδικοπραξίας, εφόσον του παρέχουν μεγαλύτερη προστασία. Η αδικοπρακτική αξίωση κατά το άρθρο 937 ΑΚ παραγράφεται στην πενταετία από τη γνώση και στην εικοσαετία από την πράξη. Η επιλογή της εφαρμοστέας βάσης εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και μεταβάλλει τόσο τις προθεσμίες όσο και το βάρος απόδειξης.

Πώς αλλάζει η ευθύνη του παραγωγού από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853;

Από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 καταργεί την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ και εκσυγχρονίζει το καθεστώς ευθύνης. Εφαρμόζεται σε προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία μετά την ημερομηνία αυτή. Για προϊόντα που κυκλοφόρησαν νωρίτερα εξακολουθεί να ισχύει το σημερινό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.

Η νέα ρύθμιση διευρύνει την έννοια του προϊόντος ώστε να καλύπτει το λογισμικό (software), τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (AI) και τα αρχεία ψηφιακής κατασκευής. Διαφέρει από την γενική ευθύνη πώλησης αγαθών με ψηφιακά στοιχεία του Ν. 4967/2022, καθώς ο τελευταίος αφορά το καθεστώς ανταπόκρισης.

Διευρύνει και τον κύκλο των υπόχρεων οικονομικών φορέων, δηλαδή των προσώπων που φέρουν ευθύνη κατά μήκος της αλυσίδας διάθεσης, όπως κατασκευαστής, εισαγωγέας, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης και, υπό προϋποθέσεις, διανομέας ή επιγραμμική πλατφόρμα.

Για τις επιχειρήσεις τεχνολογίας, η μετατόπιση αυτή συνδέεται με τις υποχρεώσεις που ήδη επιβάλλει σε εισαγωγείς και διανομείς ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη.

Ως προς τη ζημία, η Οδηγία προσθέτει την καταστροφή ή αλλοίωση δεδομένων που δεν χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς, καθώς και την ιατρικώς αναγνωρισμένη βλάβη της ψυχικής υγείας.

Καταργεί το κατώτερο όριο των 500 ευρώ για την υλική ζημία. Παράλληλα ελαφρύνει το βάρος απόδειξης του ζημιωθέντος, με τεκμήρια ελαττωματικότητας ή αιτιώδους συνδέσμου σε σύνθετες υποθέσεις και με δικαίωμα πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία που κατέχει ο εναγόμενος.

Η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας από τα κράτη μέλη λήγει επίσης στις 9 Δεκεμβρίου 2026. Μέχρι τη θέση σε ισχύ των εθνικών μέτρων εφαρμογής, το εφαρμοστέο δίκαιο παραμένει ο Ν. 2251/1994.

Ο προσδιορισμός του καθεστώτος που διέπει κάθε προϊόν εξαρτάται από τον χρόνο διάθεσής του, γι’ αυτό και τα προϊόντα που κυκλοφορούν κοντά στην ημερομηνία μετάβασης απαιτούν κατά περίπτωση αξιολόγηση της έκθεσης.

ΣτοιχείοΙσχύον καθεστώς (Ν. 2251/1994 / Οδηγία 85/374)Νέα Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, από 9.12.2026
Έννοια προϊόντοςΚινητά πράγματα, ηλεκτρική ενέργειαΕπιπλέον λογισμικό, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, αρχεία ψηφιακής κατασκευής
ΥπόχρεοιΚατασκευαστής, σηματοποιός, εισαγωγέας, επικουρικά προμηθευτήςΕπιπλέον εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης, υπό προϋποθέσεις διανομέας ή επιγραμμική πλατφόρμα
Καλυπτόμενη ζημίαΘάνατος, σωματική βλάβη, καταστροφή περιουσίαςΕπιπλέον απώλεια ή αλλοίωση δεδομένων μη επαγγελματικής χρήσης και ιατρικώς αναγνωρισμένη ψυχική βλάβη
Όριο υλικής ζημίαςΆνω των 500 ευρώΚαταργείται το κατώτερο όριο
Βάρος απόδειξηςΣτον ζημιωθέντα, με τη θεωρία των σφαιρών επιρροήςΕλαφρύνεται, με τεκμήρια και δικαίωμα πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία
Πεδίο εφαρμογήςΠροϊόντα ήδη σε κυκλοφορίαΠροϊόντα που διατίθενται από 9.12.2026

Συχνές Ερωτήσεις

Ευθύνεται ο πωλητής ή ο παραγωγός για ελαττωματικό προϊόν;

Και οι δύο, σε διαφορετική βάση. Ο πωλητής ευθύνεται συμβατικά έναντι του αγοραστή για έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση κατά ΑΚ 534 επ. Ο παραγωγός ευθύνεται αδικοπρακτικά και αντικειμενικά έναντι κάθε ζημιωθέντος, όταν το προϊόν είναι μη ασφαλές και προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία. Οι δύο βάσεις μπορούν να συντρέχουν όταν το ελάττωμα είναι ταυτόχρονα έλλειψη ανταπόκρισης και πηγή κινδύνου.

Καλύπτει η ευθύνη του παραγωγού και τις επιχειρήσεις που αγοράζουν προϊόντα;

Το καθεστώς προστατεύει τον καταναλωτή, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς λόγους. Επιχείρηση που αγοράζει προϊόν για την επαγγελματική της δραστηριότητα δεν είναι καταναλωτής και δεν αντλεί δικαιώματα από αυτό. Στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων εφαρμόζονται οι κανόνες της πώλησης και οι συμβατικές ρήτρες. Ο παραγωγός όμως παραμένει εκτεθειμένος έναντι των τελικών καταναλωτών.

Ευθύνεται ο εισαγωγέας προϊόντος από τρίτη χώρα;

Ναι. Ο εισαγωγέας που φέρνει προϊόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα για διάθεση στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ευθύνεται κατά πλάσμα δικαίου σαν παραγωγός. Αντίθετα, όποιος απλώς διακινεί προϊόν ήδη κυκλοφορούν εντός της Ένωσης ευθύνεται κατ’ αρχήν μόνο ως προμηθευτής και επικουρικά, όταν ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας παραμένουν άγνωστοι.

Ισχύει η νέα Οδηγία 2024/2853 για προϊόντα που ήδη κυκλοφορούν;

Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 εφαρμόζεται σε προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία από τις 9 Δεκεμβρίου 2026. Για προϊόντα που κυκλοφόρησαν πριν από την ημερομηνία αυτή εξακολουθεί να ισχύει το πλαίσιο του Ν. 2251/1994, το οποίο ενσωμάτωσε την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Σήμα και ιδιωτική ετικέτα: Η τοποθέτηση επωνυμίας ή σήματος σε προϊόν τρίτου μετατρέπει τον σηματοποιό σε υπόχρεο παραγωγό, ακόμη και χωρίς καμία συμμετοχή στην κατασκευή. Η απόφαση για ιδιωτική ετικέτα κρίνεται πριν τη διάθεση.

Ευθύνη εισαγωγέα: Ο εισαγωγέας από τρίτη χώρα ευθύνεται σαν κατασκευαστής. Η δυνατότητα αναγωγής προς τον αλλοδαπό παραγωγό εξαρτάται από τη συμβατική κατανομή του κινδύνου κατά την προμήθεια, όχι από την ιδιότητα του εισαγωγέα.

Ασφάλεια, όχι ανταπόκριση: Κριτήριο εδώ είναι η επικινδυνότητα του προϊόντος. Η μη ανταπόκριση στη σύμβαση χωρίς κίνδυνο ανήκει στην ευθύνη του πωλητή, με διαφορετικά δικαιώματα και προθεσμίες.

Απαλλακτικές ρήτρες ανίσχυρες: Η ευθύνη έναντι του καταναλωτή είναι αναγκαστικού δικαίου. Η διαχείριση κινδύνου γίνεται μέσω ρητρών εγγύησης και αναγωγής προς τους προμηθευτές, όχι με απαλλαγή έναντι του ζημιωθέντος.

Δεκαετής αποσβεστική: Η δεκαετία τρέχει από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία, όχι από τη ζημία. Για προϊόντα μεγάλης διάρκειας ζωής αυτό οριοθετεί ουσιωδώς την έκθεση.

Μετάβαση 9.12.2026: Το εφαρμοστέο καθεστώς εξαρτάται από τον χρόνο διάθεσης κάθε προϊόντος στην αγορά. Τα προϊόντα που κυκλοφορούν κοντά στην ημερομηνία απαιτούν κατά περίπτωση αξιολόγηση, ιδίως στους τομείς λογισμικού και τεχνητής νοημοσύνης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα .