Skip to content
Αρθρογραφία

Λαθρεμπορία: Η Διοικητική Άμυνα Της Επιχείρησης

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 25 Ιουνίου 2026

Πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας: πότε και πώς προσβάλλεται η καταλογιστική πράξη

Εν συντομία:

  • Το πολλαπλό τέλος είναι η διοικητική κύρωση που επιβάλλει το τελωνείο όταν μια τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία. Ανέρχεται από το τριπλάσιο έως το πενταπλάσιο των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων (άρθρο 168 Ν.5222/2025).
  • Επιβάλλεται με αιτιολογημένη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής και προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
  • Το ύψος ελέγχεται ως προς την αρχή της αναλογικότητας. Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται αλληλέγγυα και αστικά για την καταβολή, χωρίς να απαιτείται δικός του δόλος.
  • Το πολλαπλό τέλος έχει και ποινικό χαρακτήρα. Μετά από αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση για την ίδια λαθρεμπορία, η αρχή ne bis in idem οδηγεί στην ακύρωσή του.
  • Οι επιεικέστερες διατάξεις του νέου Κώδικα εφαρμόζονται αναδρομικά σε υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων χωρίς τελεσίδικη απόφαση.

Πότε η τελωνειακή παράβαση επισύρει πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας;

Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται όταν μια ενέργεια στερεί από το Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία. Κατά το άρθρο 168 του νέου Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 5222/2025), ανέρχεται από το τριπλάσιο έως το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο αντικείμενο της παράβασης, με κατώτατο όριο 1.500 ευρώ για προϊόντα ειδικού φόρου κατανάλωσης και 750 ευρώ για τα λοιπά εμπορεύματα.

Η λαθρεμπορία έχει διφυή χαρακτήρα: αποτελεί ταυτόχρονα τελωνειακή παράβαση που επισύρει το πολλαπλό τέλος ως διοικητική κύρωση και ποινικό αδίκημα.

Κρίσιμο για την επιχείρηση είναι ότι το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται ανεξάρτητα από την ποινική διαδικασία, ακόμη και αν κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας (άρθρο 159 παρ. 2). Η επιβολή του προϋποθέτει δόλο του παραβάτη φυσικού προσώπου ως προς τη μη καταβολή των δασμών και φόρων.

Οι ίδιοι οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι καταλογίζονται χωριστά και δεν περιλαμβάνονται στο πολλαπλό τέλος. Επί υποτιμολόγησης ή υπερτιμολόγησης εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, βάση υπολογισμού αποτελεί η διαφορά των επιβαρύνσεων μεταξύ της δηλωθείσας κατά τον τελωνισμό αξίας και της τρέχουσας συναλλακτικής τιμής.

ΚριτήριοΑπλή τελωνειακή παράβασηΛαθρεμπορία
Νομική φύσηΔιοικητική παράβαση τελωνειακών διατυπώσεωνΔιφυής: τελωνειακή παράβαση και ποινικό αδίκημα
Διοικητική κύρωσηΠρόστιμο σε προκαθορισμένα ποσάΠολλαπλό τέλος, τριπλάσιο έως πενταπλάσιο των διαφυγουσών επιβαρύνσεων
Προϋπόθεση δόλουΔεν απαιτείται για όλες τις περιπτώσειςΑπαιτείται δόλος του παραβάτη φυσικού προσώπου
Σχέση με ποινική δίωξηΔεν συντρέχει ποινική διάστασηΠαράλληλη ποινική δίωξη, υπό τον περιορισμό της ne bis in idem
Επίδραση ποινικής αθώωσηςΔεν τίθεται ζήτημαΑμετάκλητη αθώωση οδηγεί σε ακύρωση του πολλαπλού τέλους

Πότε και πώς προσβάλλεται η καταλογιστική πράξη πολλαπλού τέλους;

Η καταλογιστική πράξη εκδίδεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής μετά από διοικητική ανάκριση και προσδιορίζει τους υπαίτιους, τον βαθμό ευθύνης καθενός και τα ποσά. Προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999), χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 170 Ν.5222/2025).

Σε αντίθεση με τη διαδικασία στους φορολογικούς ελέγχους, όπου προηγείται ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η τελωνειακή καταλογιστική πράξη προσβάλλεται απευθείας στο διοικητικό δικαστήριο.

Επειδή η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την είσπραξη, η επιχείρηση χρειάζεται αίτηση αναστολής εκτέλεσης, όπου το δικαστήριο σταθμίζει την ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη έναντι του δημόσιου συμφέροντος.

Η τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας που επισύρει πολλαπλό τέλος παραγράφεται σε επτά έτη (ΣτΕ 1326/2013). Μετά την ακύρωση ή μεταρρύθμιση της πράξης από το δικαστήριο, τα ποσά που εισπράχθηκαν συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, ολικά ή μερικά.

Η επιλογή του χρόνου και του περιεχομένου της προσφυγής, καθώς και η τεκμηρίωση της αίτησης αναστολής, αποτελούν στρατηγική επιλογή που διαφοροποιείται κατά περίπτωση ανάλογα με το ύψος της οφειλής και τη ρευστότητα της επιχείρησης.

Πότε μειώνεται το πολλαπλό τέλος με βάση την αρχή της αναλογικότητας;

Το ύψος του πολλαπλού τέλους υπόκειται σε έλεγχο αναλογικότητας. Η κλίμακα από το τριπλάσιο έως το πενταπλάσιο επιτρέπει στο τελωνείο και στο δικαστήριο να επιμετρούν την κύρωση ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης και τον βαθμό υποτροπής. Κατά τη ΣτΕ 1326/2013, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, ενώ η επιβολή στο κατώτατο όριο της κλίμακας κρίνεται σύννομη.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής πολλαπλών τελών δείχνει ότι το πεδίο άμυνας εντοπίζεται λιγότερο στην ίδια την κλίμακα και περισσότερο στην αιτιολογία της πράξης και στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Η ελλιπής ειδική αιτιολογία ως προς την επιμέτρηση, η εσφαλμένη βάση υπολογισμού των επιβαρύνσεων ή η μη συνεκτίμηση κρίσιμων στοιχείων του φακέλου ανοίγουν δρόμο για μεταρρύθμιση της πράξης. Το ποιοι λόγοι ακύρωσης ευσταθούν εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα και απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση.

Ποιος ευθύνεται για το πολλαπλό τέλος: η εταιρεία, ο εκπρόσωπος ή οι συνυπεύθυνοι;

Η ευθύνη κατανέμεται με κριτήριο τον δόλο. Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται αλληλέγγυα για την καταβολή του πολλαπλού τέλους, χωρίς να απαιτείται δικός του δόλος και απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την πιθανότητα τέλεσης της λαθρεμπορίας (ΣτΕ 1326/2013).

Όταν λείπει ο δόλος του κυρίως υπευθύνου, δεν κηρύσσεται συνυπεύθυνος ούτε ο κύριος ούτε ο παραλήπτης των εμπορευμάτων.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία για τη διοίκηση εταιρειών. Για τα τέλη λαθρεμπορίας, οι κατά κανόνα συνυπεύθυνοι διοικούντες δεν ευθύνονται με βάση τις διατάξεις περί αλληλέγγυας ευθύνης για τις φορολογικές οφειλές του νομικού προσώπου, επειδή το πολλαπλό τέλος δεν αποτελεί φόρο αλλά διοικητική κύρωση. Ο διευθύνων σύμβουλος, ωστόσο, υπέχει ποινική ευθύνη για την καταβολή των πολλαπλών τελών.

Η εμπειρία από υποθέσεις αλληλέγγυας ευθύνης συνυπευθύνων δείχνει ότι η έκβαση κρίνεται στην απόδειξη της πραγματικής και όχι απλώς της τυπικής άσκησης διοίκησης, καθώς και στην τεκμηρίωση της απουσίας δόλου. Πρόκειται για πεδίο όπου η εξατομικευμένη (ad hoc) ανάλυση του φακέλου είναι καθοριστική για το αν ο φερόμενος ως υπεύθυνος θα απαλλαγεί.

Επιβάλλεται σωρευτικά το πολλαπλό τέλος με ποινική κύρωση για την ίδια λαθρεμπορία;

Όχι ελεύθερα. Αν και ο Κώδικας προβλέπει αυτοτέλεια της διοικητικής από την ποινική διαδικασία, το πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας έχει «ποινικό» χαρακτήρα κατά τα κριτήρια Engel του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Μετά από αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση για την ίδια λαθρεμπορία, η αρχή ne bis in idem (απαγόρευση διπλής τιμωρίας για την ίδια πράξη) εμποδίζει την εξακολούθηση της διοικητικής δίκης και οδηγεί στην ακύρωση του πολλαπλού τέλους (ΣτΕ 1728/2018).

Η νομολογία αυτή οριστικοποιήθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρόκειται για ισχυρό σημείο άμυνας, καθώς η έκβαση της ποινικής δίκης επηρεάζει άμεσα τη διοικητική. Η ίδια λογική διέπει και την ακύρωση του προστίμου παρά την ποινική καταδίκη στις φορολογικές διαφορές, όπου ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται από την αμετάκλητη ποινική απόφαση.

Η εικόνα περιπλέκεται από το ότι ποινικά τμήματα του Αρείου Πάγου έχουν διατυπώσει αποκλίνουσα προσέγγιση ως προς τον χαρακτήρα του πολλαπλού τέλους. Στη διοικητική δίκη, όμως, που είναι το πεδίο όπου κρίνεται το πολλαπλό τέλος, εφαρμόζεται η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αξιοποίηση της αρχής απαιτεί συντονισμό της ποινικής και της διοικητικής γραμμής άμυνας, ώστε η αμετάκλητη ποινική κρίση να αναπτύξει τα αποτελέσματά της στη τελωνειακή, διοικητική, διαφορά.

Πότε εφαρμόζονται αναδρομικά οι επιεικέστερες διατάξεις του νέου Κώδικα;

Οι επιεικέστερες διατάξεις του Ν.5222/2025 για τα πρόστιμα, τα πολλαπλά τέλη και την ευθύνη των αστικώς συνυπευθύνων εφαρμόζονται και σε παραβάσεις που διαπιστώθηκαν πριν την έναρξη ισχύος τους.

Προϋπόθεση είναι να μην έχουν επιδοθεί καταλογιστικές πράξεις ή, αν έχουν επιδοθεί, οι σχετικές υποθέσεις να εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

Η μετάβαση από τον προϊσχύσαντα Ν.2960/2001 στον νέο Κώδικα δημιουργεί παράθυρο για επιχειρήσεις με εκκρεμείς υποθέσεις. Όπου ο νέος Κώδικας μεταχειρίζεται ηπιότερα μια παράβαση, η ευνοϊκότερη ρύθμιση καταλαμβάνει και τις προγενέστερες πράξεις που δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα.

Ο εντοπισμός των σημείων όπου το νέο πλαίσιο είναι επιεικέστερο και η έγκαιρη προβολή τους στην εκκρεμή δίκη απαιτεί νομική προσέγγιση με άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα για την επιχείρηση.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι το πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας;

Είναι η διοικητική χρηματική κύρωση που επιβάλλει η τελωνειακή αρχή όταν μια παράβαση χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία. Ανέρχεται από το τριπλάσιο έως το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που διέφυγαν, με κατώτατο 1.500 ευρώ για προϊόντα ειδικού φόρου κατανάλωσης και 750 ευρώ για τα λοιπά εμπορεύματα. Είναι διακριτό από τους ίδιους τους διαφυγόντες δασμούς και φόρους, οι οποίοι καταλογίζονται χωριστά.

Πώς προσβάλλεται η καταλογιστική πράξη του τελωνείου;

Με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Δεν προηγείται ενδικοφανής προσφυγή, όπως ισχύει στις φορολογικές διαφορές. Επειδή η προσφυγή δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την είσπραξη, συνήθως συνυποβάλλεται και αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Η σχετική παράβαση παραγράφεται σε επτά έτη.

Ευθύνεται η εταιρεία ή ο διαχειριστής για το πολλαπλό τέλος;

Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται αλληλέγγυα και αστικά για την καταβολή, χωρίς να απαιτείται δικός του δόλος και απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την παράβαση. Τα πολλαπλά τέλη δεν βαρύνουν τους συνυπεύθυνους διοικούντες ως φορολογική οφειλή, όμως ο διευθύνων σύμβουλος υπέχει ποινική ευθύνη για την καταβολή τους.

Μπορεί η αθώωση στο ποινικό δικαστήριο να ακυρώσει το πολλαπλό τέλος;

Ναι. Το πολλαπλό τέλος έχει «ποινικό» χαρακτήρα κατά τα κριτήρια Engel. Μετά από αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση για την ίδια λαθρεμπορία, η αρχή ne bis in idem εμποδίζει την εξακολούθηση της διοικητικής δίκης και το πολλαπλό τέλος ακυρώνεται. Γι’ αυτό η ποινική και η διοικητική γραμμή άμυνας πρέπει να συντονίζονται από την αρχή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διάκριση κύρωσης και οφειλής: Το πολλαπλό τέλος είναι διακριτό από τους διαφυγόντες δασμούς και φόρους. Η εξόφληση της μίας υποχρέωσης δεν εξαλείφει την άλλη και η προσβολή τους ακολουθεί ξεχωριστή τεκμηρίωση.

Αίτηση αναστολής: Η προσφυγή δεν αναστέλλει την είσπραξη. Χωρίς αίτηση αναστολής, η επιχείρηση μπορεί να υποχρεωθεί σε καταβολή του ποσού πριν κριθεί η υπόθεση.

Συντονισμός με την ποινική δίκη: Η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση οδηγεί σε ακύρωση του πολλαπλού τέλους. Η παρακολούθηση της ποινικής πορείας είναι κρίσιμη για τη διοικητική διαφορά.

Εκκρεμείς υποθέσεις υπό τον παλαιό Κώδικα: Όπου ο Ν. 5222/2025 είναι επιεικέστερος, η ευνοϊκότερη ρύθμιση καταλαμβάνει υποθέσεις που εκκρεμούν χωρίς τελεσίδικη απόφαση.

Απόδειξη πραγματικής διοίκησης: Η αλληλέγγυα ευθύνη βαρύνει τους πραγματικά διοικούντες. Η τυπική ιδιότητα χωρίς πραγματική άσκηση διοίκησης δεν αρκεί για τον καταλογισμό.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λαθρεμπορία και την αντιμετώπισή της.