Παρόμοια Εμπορικά Σήματα: Πότε Δημιουργείται Κίνδυνος Σύγχυσης
Σε συντομία:
- Ο κίνδυνος σύγχυσης κρίνει αν ένα σήμα μπορεί να καταχωριστεί και να χρησιμοποιηθεί χωρίς να προσκρούει σε προγενέστερο.
- Η κρίση γίνεται σφαιρικά, με τρεις αλληλεξαρτώμενους παράγοντες: ομοιότητα σημάτων, ομοιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών και διακριτική δύναμη του προγενέστερου σήματος.
- Μετά τον Ν. 4679/2020 η Διεύθυνση Σημάτων ελέγχει αυτεπαγγέλτως μόνο τους απόλυτους λόγους. Τον έλεγχο των προγενέστερων σημάτων τον φέρει ο ίδιος ο αιτών.
- Η αρχική αποδοχή της δήλωσης δεν εγγυάται ασφάλεια: το σήμα μπορεί αργότερα να ανακοπεί, να κηρυχθεί άκυρο ή να διαγραφεί.
- Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος προστατεύεται ουσιαστικά μόνο αν ασκήσει ανακοπή εμπρόθεσμα.
Πότε υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ δύο σημάτων;
Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν ο μέσος καταναλωτής ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι προϊόντα ή υπηρεσίες με δύο διαφορετικά σήματα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά. Δεν κρίνεται από ένα μεμονωμένο στοιχείο, αλλά με σφαιρική εκτίμηση τριών αλληλεξαρτώμενων παραγόντων:
- της ομοιότητας των σημάτων,
- της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών και
- της διακριτικής δύναμης του προγενέστερου σήματος.
Η έννοια αποτυπώνεται στο άρθρο 5 του Ν. 4679/2020, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2015/2436 και κατέταξε τον κίνδυνο σύγχυσης στους σχετικούς λόγους απαραδέκτου. Για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντίστοιχη ρύθμιση βρίσκεται στο άρθρο 8 παρ. 1 στοιχ. β του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001.
Κρίσιμο είναι ότι ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης, δηλαδή την περίπτωση όπου το κοινό δεν συγχέει άμεσα τα προϊόντα, σχηματίζει όμως την εντύπωση οικονομικού ή οργανωτικού δεσμού μεταξύ των επιχειρήσεων.
Οι τρεις παράγοντες δεν λειτουργούν αθροιστικά αλλά αλληλεξαρτώμενα. Μεγαλύτερη ομοιότητα των προϊόντων μπορεί να αντισταθμίσει μικρότερη ομοιότητα των σημάτων και αντιστρόφως. Ένα σήμα με υψηλή διακριτική δύναμη απολαμβάνει ευρύτερης προστασίας, οπότε για να αποτραπεί η σύγχυση απαιτείται μεγαλύτερος βαθμός διαφοροποίησης από τα μεταγενέστερα σήματα. Πρόσθετη, διευρυμένη προστασία πέρα από τον κίνδυνο σύγχυσης απολαμβάνουν τα σήματα φήμης, ακόμη και έναντι ανόμοιων προϊόντων.
Η συνδρομή ή μη του κινδύνου σύγχυσης αντιμετωπίζεται ως αόριστη νομική έννοια, της οποίας η εξειδίκευση υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1981/2025). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η ίδια σύγκριση σημάτων μπορεί να κριθεί διαφορετικά από βαθμό σε βαθμό δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη στάθμιση των επιμέρους παραγόντων.
Πώς κρίνεται η ομοιότητα δύο σημάτων: οπτικά, ηχητικά ή εννοιολογικά;
Η ομοιότητα των σημάτων εκτιμάται σε τρία επίπεδα, το οπτικό, το ηχητικό και το εννοιολογικό, πάντοτε με βάση τη συνολική εντύπωση που αφήνουν στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος σπάνια συγκρίνει τα σήματα δίπλα-δίπλα. Ομοιότητα έστω και σε ένα επίπεδο μπορεί να αρκεί, ενώ μια σαφής εννοιολογική διαφορά ενδέχεται να εξουδετερώσει την οπτική ή την ηχητική προσέγγιση.
| Επίπεδο ομοιότητας | Τι εξετάζεται | Ενδεικτικό |
|---|---|---|
| Οπτική | Γραφική και εικαστική εντύπωση, διάταξη, μήκος, κοινοί χαρακτήρες ή απεικονιστικά στοιχεία | Κοινή αρχή σε λεκτικά σήματα που προσλαμβάνονται ως όλον |
| Ηχητική | Προφορά, αριθμός και ακολουθία συλλαβών, ρυθμός, ομόηχες καταλήξεις | Τα σήματα Mixery και MYSTERY για ποτά (T-99/01) |
| Εννοιολογική | Σημασιολογικό περιεχόμενο, η ιδέα που μεταφέρει το σήμα στο κοινό | Σαφής διαφορετική σημασία που μπορεί να εξουδετερώσει την υπόλοιπη ομοιότητα |
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας της ηχητικής ομοιότητας είναι η απόφαση του Πρωτοδικείου της ΕΕ στην υπόθεση T-99/01 (Mystery Drinks). Κρίθηκε ότι η ηχητική ομοιότητα μεταξύ του αιτούμενου σήματος MYSTERY και του προγενέστερου Mixery αρκούσε για τη δημιουργία κινδύνου σύγχυσης σε αλκοολούχα ποτά και μπύρες, με δεδομένο ότι η παραγγελία τέτοιων προϊόντων γίνεται συχνά προφορικά και υπό θορυβώδεις συνθήκες.
Η στάθμιση των τριών επιπέδων δεν είναι μηχανική. Στα οινοπνευματώδη, για παράδειγμα, η νομολογία δέχεται ότι ο μέσος καταναλωτής προσέχει περισσότερο το λεκτικό στοιχείο, οπότε αυτό βαρύνει στη συνολική κρίση. Η αξιολόγηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη φύση των προϊόντων, τον τρόπο διάθεσής τους και το τμήμα του κοινού στο οποίο απευθύνονται. Διαφέρει περαιτέρω όταν το σήμα δεν είναι λεκτικό ή απεικονιστικό αλλά ηχητικό σήμα. Ζήτημα προκύπτει και όταν το σήμα χρησιμοποιείται σε διαφορετική μορφή από την καταχωρισμένη, καθώς αυτό επηρεάζει τη βάση της σύγκρισης.
Γιατί ο έλεγχος προγενέστερων σημάτων πριν την κατάθεση είναι κρίσιμος;
Από την έναρξη ισχύος του Ν. 4679/2020, η Διεύθυνση Σημάτων εξετάζει αυτεπαγγέλτως μόνο τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου. Δεν απορρίπτει πλέον αυτεπαγγέλτως μια νεότερη δήλωση επειδή προσκρούει σε προγενέστερο όμοιο σήμα. Ο εκ των προτέρων έλεγχος των μητρώων βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ίδιο τον αιτούντα.
Πριν τον νόμο, ο εξεταστής εντόπιζε το προγενέστερο σήμα και απέρριπτε τη μεταγενέστερη δήλωση. Σήμερα, αν εντοπιστεί όμοιο προγενέστερο σήμα, η δήλωση δεν απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, αλλά ενημερώνεται ο δικαιούχος του προγενέστερου ώστε να ασκήσει ανακοπή εφόσον το επιθυμεί. Αν δεν ασκηθεί ανακοπή, η νεότερη δήλωση προχωρά. Η μετατόπιση αυτή σημαίνει ότι το βάρος της πρόληψης μεταφέρθηκε από το κράτος στις ίδιες τις επιχειρήσεις.
Η αναζήτηση γίνεται στο μητρώο του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) για τα εθνικά σήματα, στο μητρώο του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) για τα σήματα ΕΕ και στην κοινή βάση αναζήτησης TMview που συγκεντρώνει σήματα πολλών δικαιοδοσιών.
Η εμπειρία από υποθέσεις κατάθεσης και ελέγχου σημάτων δείχνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των συγκρούσεων δεν αφορά ταυτόσημα σήματα, που εντοπίζονται εύκολα, αλλά απλώς όμοια, η αξιολόγηση των οποίων είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Ωστόσο, ο εντοπισμός ενός όμοιου σήματος είναι το πρώτο μόνο βήμα. Το κρίσιμο είναι η πρόβλεψη του αν η ομοιότητα του σήματος, σε συνδυασμό με τη συνάφεια των προϊόντων και τη διακριτική δύναμη του προγενέστερου, θα κριθεί ως κίνδυνος σύγχυσης από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ή τα δικαστήρια. Αυτή η στάθμιση δεν προκύπτει από την ίδια την αναζήτηση στη βάση, αλλά απαιτεί ερμηνεία των κριτηρίων και της σχετικής νομολογίας πριν αναληφθεί το κόστος της κατάθεσης και της επένδυσης στο brand.
Πως κινδυνεύει μια καταχώριση που προσβάλλει προγενέστερο σήμα;
Σήμα που έγινε αρχικά δεκτό δεν είναι ασφαλές. Μπορεί να ανακοπεί κατά τη δημοσίευση, να κηρυχθεί άκυρο ή να διαγραφεί κατόπιν αίτησης του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, ενώ η χρήση του εκθέτει την επιχείρηση σε αγωγή προσβολής με αξιώσεις παράλειψης και αποζημίωσης. Η τυπική καταχώριση δεν θεραπεύει τη σύγκρουση με το προγενέστερο δικαίωμα.
Η ΑΠ 249/2021 αποτυπώνει τον κίνδυνο με ευκρίνεια. Σήματα οινοποιείου είχαν αρχικά γίνει δεκτά από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, στη συνέχεια όμως διατάχθηκε η διαγραφή τους κατά παραδοχή των αιτήσεων διαγραφής που υπέβαλε ο δικαιούχος προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι διαφοροποιήσεις στα εικαστικά στοιχεία δεν μετέβαλλαν τη συνολική εντύπωση που δημιουργούσε κάθε ένδειξη στο οικείο κοινό, με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης. Η εταιρεία είχε ήδη επενδύσει στο σήμα όταν αυτό διαγράφηκε.
Σε υποθέσεις ανακοπής και διαγραφής, η εμπειρία δείχνει ότι το οικονομικό κόστος δεν περιορίζεται στα παράβολα και τις δικαστικές δαπάνες. Περιλαμβάνει την απώλεια της επένδυσης σε συσκευασία, διαφήμιση, ψηφιακή παρουσία και τη φήμη που έχει ήδη οικοδομηθεί γύρω από ένα σήμα που τελικά δεν μπορεί να διατηρηθεί. Η δικαστική προστασία του σήματος ενεργοποιείται και όταν η σύγκρουση αφορά την επωνυμία ή το όνομα τομέα (domain name) μιας επιχείρησης, που μπορεί να προσβάλλει προγενέστερο σήμα κατά τις συναλλαγές.
Πότε αξίζει η άσκηση ανακοπής κατά μεταγενέστερου σήματος;
Επειδή η αυτεπάγγελτη προστασία των προγενέστερων σημάτων καταργήθηκε, ο δικαιούχος προστατεύεται ουσιαστικά μόνο αν παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις νέων δηλώσεων και ασκεί ανακοπή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Χωρίς συστηματική παρακολούθηση (monitoring), ένα μεταγενέστερο παρόμοιο σήμα μπορεί να καταχωριστεί οριστικά και η ανατροπή του να γίνει δυσχερέστερη.
Η ανακοπή είναι το πρώτο και οικονομικότερο μέσο, ασκείται όμως μέσα σε στενή προθεσμία που τρέχει από τη δημοσίευση της δήλωσης. Αν η προθεσμία παρέλθει, ο δικαιούχος δεν μένει χωρίς μέσα, στρέφεται όμως πλέον στη διαδικασία διαγραφής ή σε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, με μεγαλύτερο κόστος, χρόνο και αβεβαιότητα ως προς την έκβαση.
Η επιλογή του κατάλληλου μέσου αποτελεί στρατηγική επιλογή που εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η ανακοπή, η διοικητική διαγραφή και η αγωγή έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις, αποδεικτικά βάρη και συνέπειες, ενώ η ισχύς της θέσης του δικαιούχου επηρεάζεται από το αν το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιείται πράγματι στην αγορά. Ο χρόνος της αντίδρασης και η τεκμηρίωση της χρήσης συχνά κρίνουν την έκβαση περισσότερο από την ομοιότητα αυτή καθαυτή.
Συχνές Ερωτήσεις
Πώς ελέγχεται αν ένα σήμα είναι ήδη κατοχυρωμένο;
Η αναζήτηση στα μητρώα του ΟΒΙ και του EUIPO καθώς και στη βάση TMview είναι ελεύθερη και δωρεάν. Το δύσκολο δεν είναι ο εντοπισμός παρόμοιων σημάτων, αλλά η αξιολόγησή τους, δηλαδή αν η ομοιότητα των σημάτων σε συνδυασμό με τη συνάφεια των προϊόντων δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης. Αυτή η στάθμιση κρίνεται κατά περίπτωση και δεν προκύπτει από την ίδια την αναζήτηση.
Αρκεί η αλλαγή μίας λέξης ή ενός στοιχείου για να αποφευχθεί ο κίνδυνος σύγχυσης;
Όχι κατ’ ανάγκη. Η κρίση γίνεται σφαιρικά, με βάση τη συνολική εντύπωση. Η προσθήκη ενός κοινού ή περιγραφικού όρου σε κυρίαρχο στοιχείο συχνά δεν αρκεί. Στην υπόθεση T-250/15 (CLAN κατά CLAN MACGREGOR) το αιτούμενο σήμα κρίθηκε ότι δημιουργούσε κίνδυνο σύγχυσης παρά την πρόσθετη λέξη. Το αν μια διαφοροποίηση είναι επαρκής εξαρτάται από τη διακριτική δύναμη του κοινού στοιχείου.
Μπορεί να συνυπάρξει όμοιο σήμα σε διαφορετικές κατηγορίες (κλάσεις) προϊόντων;
Κατά κανόνα η προστασία αφορά όμοια ή συναφή προϊόντα και υπηρεσίες, βάσει της αρχής της ειδικότητας, οπότε όμοια σήματα ενδέχεται να συνυπάρχουν σε άσχετους κλάδους. Η εξαίρεση είναι τα σήματα φήμης, που απολαμβάνουν διευρυμένη προστασία ακόμη και έναντι ανόμοιων προϊόντων. Η οριοθέτηση της συνάφειας των κλάσεων είναι κρίσιμη και συχνά αμφισβητήσιμη.
Η αποδοχή της δήλωσης αρκεί για να είναι το σήμα είναι ασφαλές;
Όχι. Η Διεύθυνση Σημάτων ελέγχει αυτεπαγγέλτως μόνο τους απόλυτους λόγους, οπότε η μη απόρριψη δεν αποκλείει μεταγενέστερη ανακοπή ή αίτηση διαγραφής. Στην ΑΠ 249/2021 σήματα που είχαν γίνει δεκτά διατάχθηκε εν συνεχεία να διαγραφούν. Η ασφάλεια κρίνεται ουσιαστικά μόνο αφού παρέλθουν οι προθεσμίες προσβολής.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος πριν την επένδυση στο brand: Ο έλεγχος προγενέστερων σημάτων αποκτά αξία όταν προηγείται της κατάθεσης και της δημιουργίας συσκευασίας, ιστοτόπου και διαφήμισης. Μετά την επένδυση, η διαπίστωση σύγκρουσης μετατρέπεται από διαχειρίσιμο ζήτημα σε απώλεια.
Η αρχική αποδοχή δεν είναι ασφάλεια: Η μη απόρριψη της δήλωσης από τη Διεύθυνση Σημάτων δεν σημαίνει ότι το σήμα είναι απρόσβλητο. Ο έλεγχος περιορίζεται στους απόλυτους λόγους και η σύγκρουση με προγενέστερο δικαίωμα μπορεί να αναδειχθεί αργότερα μέσω ανακοπής, διαγραφής ή αγωγής.
Παρακολούθηση για τον δικαιούχο: Η κατάργηση της αυτεπάγγελτης προστασίας καθιστά τη συστηματική παρακολούθηση των νέων δηλώσεων προϋπόθεση ουσιαστικής άμυνας. Η εμπρόθεσμη ανακοπή είναι σαφώς οικονομικότερη και ασφαλέστερη από τη μεταγενέστερη διαγραφή.
Σφαιρική και όχι μηχανική σύγκριση: Ο κίνδυνος σύγχυσης δεν κρίνεται από την παράθεση των διαφορών δύο σημάτων, αλλά από τη συνολική εντύπωση στο οικείο κοινό και τη στάθμιση των τριών παραγόντων. Η ίδια σύγκριση μπορεί να κριθεί διαφορετικά ανάλογα με τα προϊόντα και την αγορά.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά τον κίνδυνο σύγχυσης των εμπορικών σας σημάτων.