Skip to content

Factoring: Πότε Επιλέγεται & Ποιο Είδος

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 22 Ιουνίου 2026

Πότε Επιλέγεται Το Factoring, Με ή Χωρίς Αναγωγή, Για Μια Απαίτηση

Εν συντομία:

  • Το factoring (πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων) μετατρέπει ανείσπρακτα τιμολόγια σε ρευστότητα, με προκαταβολή τυπικά 80-85% της αξίας τους και χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις.
  • Η κρίσιμη επιλογή είναι ανάμεσα στο factoring χωρίς αναγωγή (γνήσιο) και στο factoring με αναγωγή (μη γνήσιο), αφού στο πρώτο τον κίνδυνο αφερεγγυότητας τον αναλαμβάνει ο πράκτορας, στο δεύτερο ο κίνδυνος παραμένει στον προμηθευτή.
  • Εγχώριο, εξαγωγικό και εισαγωγικό factoring εξυπηρετούν διαφορετικές ροές συναλλαγών. Το εξαγωγικό γίνεται κατά κανόνα χωρίς αναγωγή.
  • Το forfaiting αφορά μεμονωμένη μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη εξαγωγική απαίτηση κεφαλαιουχικών αγαθών, ενσωματωμένη σε αξιόγραφα, πάντα χωρίς αναγωγή.
  • Η σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως ως συστατικός τύπος και κατισχύει τυχόν συμφωνίας περί ανεκχωρήτου ανάμεσα στον προμηθευτή και τον οφειλέτη.

Πότε επιλέγεται το factoring αντί δανείου ή απλής πίστωσης;

Το factoring επιλέγεται όταν η επιχείρηση χρειάζεται ρευστότητα συνδεδεμένη απευθείας στις εμπορικές της απαιτήσεις, χωρίς να βαρύνει τον ισολογισμό με νέο δανεισμό και χωρίς να παρέχει πρόσθετες εξασφαλίσεις.

Σε αντίθεση με το τραπεζικό δάνειο, που απαιτεί εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες και δημιουργεί υποχρέωση ανεξάρτητη από την είσπραξη, το factoring αυτοεξοφλείται από τα ίδια τα τιμολόγια.

Ως δέσμη υπηρεσιών, η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων εξυπηρετεί σωρευτικά ή διαζευκτικά τρεις σκοπούς:

  1. χρηματοδοτικό (προεξόφληση των τιμολογίων),
  2. διαχειριστικό (λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη) και
  3. ασφαλιστικό (κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου).

Η επιχείρηση που πωλεί με βραχυπρόθεσμη πίστωση σε σταθερό πελατολόγιο μεταθέτει έτσι στον πράκτορα τη διαχείριση και αποδεσμεύει κεφάλαιο κίνησης, αντί να μετατρέπεται η ίδια σε χρηματοδότη του πελατολογίου της.

Η επιλογή αυτή τοποθετείται μέσα στη συνολική εξασφάλιση των εμπορικών απαιτήσεων, όπου το factoring συγκρίνεται με τα υπόλοιπα εργαλεία. Διαφέρει από τη χρηματοδοτική μίσθωση, που χρηματοδοτεί την απόκτηση παγίων και όχι την είσπραξη απαιτήσεων.

Λειτουργεί επίσης διαφορετικά από την προσωπική εγγύηση τρίτου, η οποία προσθέτει οφειλέτη αλλά δεν δίνει ρευστότητα. Το factoring δεν προσφέρεται για κάθε επιχείρηση, αφού ο πολύ μικρός κύκλος εργασιών, εφάπαξ συναλλαγές ή ασταθές πελατολόγιο καθιστούν το κόστος δυσανάλογο προς το όφελος.

Factoring με αναγωγή ή χωρίς: ποιος φέρει τον πιστωτικό κίνδυνο;

Η διάκριση καθορίζει ποιος επωμίζεται τη ζημία αν ο οφειλέτης αδυνατεί να πληρώσει. Στο factoring χωρίς αναγωγή (γνήσιο – non-recourse) ο πράκτορας αναλαμβάνει τον πιστωτικό κίνδυνο και δεν στρέφεται κατά του προμηθευτή για ανείσπρακτα τιμολόγια.

Στο factoring με αναγωγή (μη γνήσιο – recourse) ο κίνδυνος παραμένει στον προμηθευτή, καθώς ο πράκτορας διατηρεί δικαίωμα επανεκχώρησης των ανείσπρακτων απαιτήσεων.

Ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 2099/2022, νομολόγησε ότι, στο γνήσιο factoring, ο πράκτορας καλύπτει την οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, ενώ στο μη γνήσιο η κάλυψη αυτή λείπει και η αρχική απαίτηση επιστρέφει στον προμηθευτή. ,

Σε κάθε περίπτωση, ο αναλαμβανόμενος κίνδυνος αφορά την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και όχι την άρνηση πληρωμής λόγω διαφορών ανάμεσα σε πωλητή και αγοραστή (ελαττωματικό προϊόν, αμφισβήτηση τιμολογίου κλπ), οι οποίες παραμένουν ευθύνη του προμηθευτή.

ΣτοιχείοΜε αναγωγή (μη γνήσιο)Χωρίς αναγωγή (γνήσιο)
Πιστωτικός κίνδυνοςΠαραμένει στον προμηθευτήΜετατίθεται στον πράκτορα
Ανείσπρακτα τιμολόγιαΕπανεκχωρούνται στον προμηθευτήΒαρύνουν τον πράκτορα
ΚόστοςΧαμηλότεροΥψηλότερο (τιμολογεί την ανάληψη κινδύνου)
Επίδραση στον ισολογισμόΧρηματοδότηση με αναγωγήΠραγματική πώληση, αφαίρεση από τον ισολογισμό

Η εμπειρία από υποθέσεις πρακτορείας απαιτήσεων δείχνει ότι η διαφορά κόστους ανάμεσα στους δύο τύπους αντανακλά ακριβώς τη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου, καθώς το γνήσιο factoring τιμολογείται ακριβότερα γιατί ο πράκτορας ενσωματώνει στην προμήθεια την ανάληψη της αφερεγγυότητας.

Η ρήτρα αναγωγής πρέπει να ορίζει ρητά αν ο πράκτορας καλύπτει τον κίνδυνο ή διατηρεί δικαίωμα επανεκχώρησης, καθώς και υπό ποιες προϋποθέσεις ενεργοποιείται η κάλυψη. Η ίδια η μεταβίβαση γίνεται με εκχώρηση των απαιτήσεων στον πράκτορα, οπότε οι κανόνες της εκχώρησης ισχύουν συμπληρωματικά.

Εγχώριο, εξαγωγικό ή εισαγωγικό factoring: ποιο επιλέγεται ανά δραστηριότητα;

Η μορφή επιλέγεται από τη ροή των συναλλαγών. Το εγχώριο καλύπτει πωλήσεις στην εσωτερική αγορά. Το εξαγωγικό αφορά απαιτήσεις έναντι αλλοδαπών αγοραστών και γίνεται κατά κανόνα χωρίς αναγωγή, με συνεργασία ανταποκριτή πράκτορα στη χώρα του εισαγωγέα. Το εισαγωγικό εξυπηρετεί την προθεσμιακή αγορά με ανοικτό λογαριασμό.

Στο εξαγωγικό factoring το βασικό όφελος είναι ότι ο προμηθευτής απαλλάσσεται από την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας αγοραστών σε ξένες αγορές και από τη διαχείριση της είσπραξης σε διαφορετικό δικαιικό περιβάλλον. Αντικαθιστά τις παραδοσιακές εξαγωγικές διαδικασίες (ενέγγυες πιστώσεις, φορτωτικά έγγραφα κλπ) με πώληση μέσω ανοικτού λογαριασμού, που βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της εξαγωγικής επιχείρησης.

Η επιλογή εγχώριου ή διεθνούς έχει σημασία διότι ορίζει το εφαρμοστεό δίκαιο και την αντιμετώπιση απαιτήσεων που ενσωματώνονται σε αξιόγραφα, ενώ εγείρει ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, τα οποία διαμορφώνουν την προστασία του προμηθευτή ανά υπόθεση.

Η Σύμβαση της Οττάβα του 1988 για το διεθνές factoring δεν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα, οπότε η σχέση κρίνεται κατά κανόνα με βάση το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και τους όρους της σύμβασης, όχι με ένα ενιαίο διεθνές κείμενο.

Factoring ή forfaiting: ποιο εργαλείο για ποια απαίτηση;

Το forfaiting (προεξόφληση εξαγωγικών απαιτήσεων ενσωματωμένων σε αξιόγραφα) αντιμετωπίζεται κατά την κρατούσα άποψη ως ειδικότερη μορφή πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Ταιριάζει σε μεμονωμένη μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη εξαγωγική απαίτηση κεφαλαιουχικών αγαθών, ενσωματωμένη σε αξιόγραφα, πάντα χωρίς αναγωγή. Το factoring ταιριάζει σε επαναλαμβανόμενες βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων, μέσα σε διαρκή σχέση.

Στο forfaiting ο εξαγωγέας πωλεί και εκχωρεί στον forfaiter (εκδοχέα) την απαίτηση που καλύπτεται από αξιόγραφα. Ο forfaiter αναλαμβάνει εξασφαλιστικά μια σειρά κινδύνων (εμπορικό, πολιτικό, επιχειρηματικό κλπ) χωρίς δικαίωμα αναγωγής κατά του εξαγωγέα.

Επειδή η απαίτηση ενσωματώνεται συνήθως σε συναλλαγματικές ή γραμμάτια, η εξασφάλιση πλησιάζει τη λογική της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, με την κάλυψη να ενσωματώνεται στον τίτλο.

ΚριτήριοFactoringForfaiting
ΑντικείμενοΣύνολο ή μέρος απαιτήσεων, επαναλαμβανόμενεςΜεμονωμένη, συγκεκριμένη απαίτηση
Διάρκεια απαίτησηςΒραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμηΜεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη
ΑναγωγήΜε ή χωρίςΠάντα χωρίς
ΑξιόγραφαΌχι κατ’ ανάγκηΣυνήθως (συναλλαγματικές, γραμμάτια)
Τυπική επιχείρησηΜικρομεσαίαΜεγάλη εξαγωγική
Σχέση μερώνΔιαρκήςΕφάπαξ

Τι κοστίζει το factoring και πώς επηρεάζει ρευστότητα και ισολογισμό;

Το κόστος συντίθεται από δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η προμήθεια πρακτορείας (factoring fee) για τη διαχείριση, τη λογιστική παρακολούθηση και, στο γνήσιο factoring, την ανάληψη του πιστωτικού κινδύνου. Το δεύτερο είναι ο τόκος επί της προκαταβολής, που τυπικά φτάνει το 80-85% της ονομαστικής αξίας των τιμολογίων και καταβάλλεται άμεσα στον προμηθευτή.

Το αποτέλεσμα στη ρευστότητα είναι άμεσο, αφού η επιχείρηση εισπράττει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας πριν τη λήξη της πίστωσης, αντί να περιμένει τον χρόνο αποπληρωμής του πελάτη. Παράλληλα, η ανάθεση της διαχείρισης και της είσπραξης σε εξειδικευμένο φορέα μειώνει τα λειτουργικά κόστη παρακολούθησης και ασκεί έμμεση πίεση εξόφλησης προς τους οφειλέτες.

Στον ισολογισμό η επίδραση εξαρτάται από τον τύπο. Στο γνήσιο factoring η πώληση των απαιτήσεων χωρίς αναγωγή τις αφαιρεί από το ενεργητικό, βελτιώνοντας δείκτες ρευστότητας και μειώνοντας την έκθεση σε επισφάλειες.

Στο factoring με αναγωγή η χρηματοδότηση παραμένει πιο κοντά σε δανεισμό, αφού οι απαιτήσεις δεν αποχωρίζονται οριστικά. Η σύγκριση κόστους με ένα τραπεζικό δάνειο, επομένως, δεν αφορά μόνο επιτόκιο αλλά και τη μεταφορά κινδύνου και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται.

Τι προσέχει ο προμηθευτής στη σύμβαση factoring;

Η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά εγγράφως ως συστατικός τύπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1905/1990 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2367/1995). Η έλλειψη εγγράφου επιφέρει ακυρότητα. Πράκτορες μπορούν να είναι μόνο τράπεζες ή ανώνυμες εταιρείες με ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος και αποκλειστικό σκοπό τη δραστηριότητα αυτή (άρθρο 4).

Καθοριστική είναι η αναγγελία. Από τον συνδυασμό του άρθρου 2 του ίδιου νόμου με τα άρθρα 455 και 460 έως 462 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, μετά την αναγγελία της σύμβασης και της εκχώρησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον προμηθευτή και μόνος ο πράκτορας δικαιούται έκτοτε να επιδιώξει την είσπραξη.

Ισχυρό πλεονέκτημα του θεσμού είναι ότι η σύμβαση πρακτορείας κατισχύει τυχόν συμφωνίας ανάμεσα στον προμηθευτή και τον οφειλέτη για το ανεκχώρητο των απαιτήσεων (άρθρο 1 παρ. 1), όπως επιβεβαιώνει η παραπάνω απόφαση ΑΠ 2099/2022.

Η εμπειρία από υποθέσεις εγχώριου και διεθνούς factoring δείχνει ότι τα περισσότερα ζητήματα δεν πηγάζουν από τον νόμο αλλά από τη διατύπωση της σύμβασης. Συνοδευτικές συμφωνίες όπως ο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη μπορούν να επηρεάσουν τη γέννηση και το ληξιπρόθεσμο των επιμέρους απαιτήσεων, ακόμη και όταν το ανεκχώρητο δεν εμποδίζει την πρακτορεία. Η αξιολόγηση αυτών των όρων, μαζί με τη ρήτρα αναγωγής και τους όρους ενεργοποίησης της κάλυψης, διαφοροποιεί την πραγματική προστασία ανά υπόθεση.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει factoring με αναγωγή;

Σημαίνει ότι ο πράκτορας διατηρεί δικαίωμα να επανεκχωρήσει στον προμηθευτή όσες απαιτήσεις δεν εισπράχθηκαν, αν ο οφειλέτης αδυνατεί να πληρώσει. Ο πιστωτικός κίνδυνος, δηλαδή, παραμένει στον προμηθευτή. Στο factoring χωρίς αναγωγή ισχύει το αντίθετο: ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας και δεν αναζητεί επιστροφή των ανείσπρακτων.

Ποιο είναι το κόστος του factoring;

Το κόστος έχει δύο σκέλη: την προμήθεια πρακτορείας (για τη διαχείριση και την ανάληψη κινδύνου) και τον τόκο επί της προκαταβολής, που τυπικά αφορά το 80-85% της αξίας των τιμολογίων. Το γνήσιο factoring κοστίζει περισσότερο από το μη γνήσιο, γιατί τιμολογεί επιπλέον την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου.

Ποια τα βασικά μειονεκτήματα του factoring;

Το κόστος σε σχέση με αμιγή δανεισμό, η ανάγκη σταθερού και αξιολογήσιμου πελατολογίου και η εμπλοκή του πράκτορα στη σχέση με τους πελάτες, αφού η είσπραξη ασκείται από τρίτο. Για πολύ μικρό κύκλο εργασιών ή εφάπαξ συναλλαγές το όφελος συχνά δεν δικαιολογεί το κόστος.

Ποιοι μπορούν να παρέχουν factoring στην Ελλάδα;

Μόνο τράπεζες που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και ανώνυμες εταιρείες πρακτορείας με ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος και αποκλειστικό σκοπό τη δραστηριότητα αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1905/1990. Σύμβαση με φορέα εκτός αυτών των κατηγοριών δεν είναι έγκυρη πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Σε τι διαφέρει το forfaiting από το factoring;

Το forfaiting αφορά μεμονωμένη, μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη εξαγωγική απαίτηση κεφαλαιουχικών αγαθών, ενσωματωμένη σε αξιόγραφα και πάντα χωρίς αναγωγή. Το factoring αφορά επαναλαμβανόμενες, βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις μέσα σε διαρκή σχέση και μπορεί να συμφωνηθεί με ή χωρίς αναγωγή.

Πρακτικές επισημάνσεις

Επιλογή τύπου ανά κίνδυνο: η απόφαση ανάμεσα σε factoring με και χωρίς αναγωγή είναι πρωτίστως κατανομή του πιστωτικού κινδύνου, όχι απλό θέμα κόστους. Όπου η αφερεγγυότητα του πελάτη είναι το βασικό μέλημα, το γνήσιο factoring προτιμάται παρά το υψηλότερο κόστος.

Έλεγχος της ρήτρας αναγωγής: η σύμβαση πρέπει να ορίζει με ακρίβεια αν και πότε ο πράκτορας επανεκχωρεί ανείσπρακτες απαιτήσεις και ποιες προϋποθέσεις ενεργοποιούν την κάλυψη του κινδύνου.

Αναγγελία πριν την είσπραξη: η νομιμοποίηση του πράκτορα να εισπράξει εξαρτάται από την αναγγελία στον οφειλέτη. Χωρίς αυτήν, ο οφειλέτης απαλλάσσεται έγκυρα πληρώνοντας στον αρχικό δανειστή.

Εξαγωγικές πωλήσεις: στο εξαγωγικό factoring και στο forfaiting κρίσιμα είναι το εφαρμοστέο δίκαιο και η μεταχείριση των αξιόγραφων. Οι όροι αυτοί διαμορφώνουν την πραγματική προστασία και πρέπει να αξιολογούνται πριν την υπογραφή.

Συστατικός τύπος και φορέας: η σύμβαση είναι άκυρη χωρίς έγγραφο. Πρακτορεία μπορούν να ασκούν μόνο τράπεζες ή αδειοδοτημένες από την Τράπεζα της Ελλάδος εταιρείες.

Ήδη επισφαλής απαίτηση: το factoring χρηματοδοτεί ενεργές απαιτήσεις. Για απαίτηση που έχει ήδη καταστεί επισφαλής, η εκχώρηση ή πώληση της επισφαλούς απαίτησης είναι η ενδεδειγμένη οδός.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την εξασφάλιση των απαιτήσεών σας μέσω Factoring και Forfaiting.