Skip to content
Αρθρογραφία

Μη Αδειοδοτημένο Λογισμικό: Πρόστιμο & Αποζημίωση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 10 Ιουνίου 2026

«Πειρατικό» Λογισμικό Επιχείρησης: Πότε Ευθύνεται Και Πως Κινδυνεύει

Εν συντομία:

  • Μη αδειοδοτημένη χρήση λογισμικού δεν είναι μόνο η αντιγραφή. Είναι και η εγκατάσταση σε περισσότερες θέσεις από όσες καλύπτει η άδεια, η χρήση ληγμένης άδειας και η χρήση έκδοσης με περιορισμένο σκοπό σε εμπορική λειτουργία.
  • Σε τυχόν έλεγχο ευθύνεται και η ίδια η επιχείρηση ως τελικός χρήστης, όχι μόνο ο προμηθευτής ή ο τεχνικός που εγκατέστησε το πρόγραμμα.
  • Η έκθεση είναι τριπλή και σωρευτική: διοικητικό πρόστιμο 1.000 ευρώ ανά παράνομο αντίτυπο (άρθρο 65Α Ν. 2121/1993), αστική αποζημίωση τουλάχιστον διπλάσια της αμοιβής αδειοδότησης και ποινική ευθύνη.
  • Το πρόστιμο των 750 ευρώ που εισήγαγε ο Ν. 5179/2025 αφορά την παράνομη πρόσβαση ιδιώτη σε συνδρομητικό οπτικοακουστικό περιεχόμενο, όχι το επαγγελματικό λογισμικό μιας επιχείρησης.
  • Η αστική αποζημίωση αποτιμάται με αντικειμενικά κριτήρια, με βάση το κόστος της άδειας που δεν αποκτήθηκε και όχι την τιμή αγοράς ενός αντιτύπου.

Πότε θεωρείται μη αδειοδοτημένη η χρήση λογισμικού σε μια επιχείρηση;

Μη αδειοδοτημένη είναι κάθε εγκατάσταση ή χρήση προγράμματος πέρα από όσα επιτρέπει η άδεια. Στην πράξη καλύπτει τρεις τυπικές περιπτώσεις:

  1. εγκατάσταση σε περισσότερες θέσεις εργασίας ή διακομιστές από τις αδειοδοτημένες,
  2. χρήση άδειας που έχει λήξει και
  3. χρήση έκδοσης με περιορισμένο σκοπό, όπως εκπαιδευτικής ή προσωπικής, μέσα σε εμπορική λειτουργία.

Η ύπαρξη περισσότερων αντιτύπων από άδειες, τεκμαίρεται παράνομη.

Ένα πρόγραμμα προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία του λογισμικού, ενώ η άδεια χρήσης (η σύμβαση EULA που συνοδεύει το προϊόν) ορίζει με ακρίβεια τι επιτρέπεται. Η αμοιβή που κατέβαλε η επιχείρηση δεν αγοράζει το πρόγραμμα. Αγοράζει ένα συγκεκριμένο εύρος χρήσης, οριοθετημένο ως προς τον αριθμό των χρηστών ή των εγκαταστάσεων, τον τύπο της αδειοδότησης (per-seat, concurrent ή volume), τη διάρκεια και συχνά τον σκοπό.

Έτσι, η παράβαση προκύπτει συχνότερα, όχι από αντιγραφή, αλλά από υπέρβαση του εύρους της άδειας. Η εικονικοποίηση (virtualization), η εγκατάσταση ενός αντιτύπου σε διακομιστή που εξυπηρετεί δεκάδες σταθμούς, η συνέχιση χρήσης μετά τη λήξη συνδρομητικής άδειας ή η μεταφορά μιας άδειας σε διαφορετική νομική οντότητα του ομίλου, χωρίς ρητή πρόβλεψη, μετατρέπουν μια καλόπιστη χρήση σε προσβολή.

Το ποιες πράξεις καλύπτει πραγματικά κάθε άδεια απαιτεί ανάγνωση των συγκεκριμένων όρων της, καθώς οι επιμέρους όροι περί δευτερογενούς χρήσης, μεταβίβασης και εικονικοποίησης διαφέρουν ουσιωδώς ανά κατασκευαστή και απαιτούν αξιολόγηση κατά περίπτωση.

Σε δικαστική διαφορά, η επιχείρηση που χρησιμοποιεί το λογισμικό φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η χρήση καλύπτεται από έγκυρη άδεια, καθώς η επέμβαση στις εξουσίες του δικαιούχου χωρίς άδεια θεωρείται κατ’ αρχήν παράνομη πράξη. Τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, δηλαδή ποια ακριβώς αντίτυπα εντοπίστηκαν και με ποια άδεια αντιστοιχίζονται, καθορίζουν το εύρος της ευθύνης.

Ποιος ευθύνεται σε έλεγχο: η επιχείρηση – χρήστης ή ο προμηθευτής;

Ευθύνεται και ο τελικός χρήστης, δηλαδή η ίδια η επιχείρηση, όχι μόνο ο πωλητής ή ο τεχνικός που πραγματοποίησε την εγκατάσταση. Η εγκατάσταση και η χρήση μη αδειοδοτημένου προγράμματος συνιστά αυτοτελή προσβολή του δικαιώματος. Η επιχείρηση δεν απαλλάσσεται επικαλούμενη ότι το λογισμικό το εγκατέστησε εξωτερικός συνεργάτης ή ότι αγνοούσε την έλλειψη άδειας.

Στο εταιρικό περιβάλλον η ευθύνη εντοπίζεται στο νομικό πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τα συστήματα, ενώ η ποινική διάσταση βαρύνει τα φυσικά πρόσωπα που έλαβαν ή ανέχθηκαν τη σχετική απόφαση, τυπικά τον νόμιμο εκπρόσωπο.

Όταν στην αλυσίδα εμπλέκονται πάροχος υπηρεσιών πληροφορικής, μεταπωλητής αδειών και τελικός χρήστης, η ευθύνη μπορεί να βαρύνει σωρευτικά περισσότερα πρόσωπα. Η κατανομή της ανάμεσα στην επιχείρηση και στον πάροχο που διαχειρίζεται τις υποδομές της κρίνεται από τις συμβατικές προβλέψεις αποζημίωσης και εγγύησης νομιμότητας, η απουσία των οποίων αφήνει την επιχείρηση εκτεθειμένη.

Πρακτικά, η έκθεση εντοπίζεται σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι ο έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές, που μπορεί να ξεκινήσει με πρόσκληση προς την επιχείρηση να υποβάλει απογραφή των αδειών των εγκατεστημένων προγραμμάτων με υπεύθυνη δήλωση. Το δεύτερο είναι η όχληση από τον ίδιο τον κατασκευαστή ή από οργανισμό εκπροσώπησής του, με αίτημα τακτοποίησης των αδειών (true-up) και καταβολής αποζημίωσης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η ποιότητα της τεκμηρίωσης που διαθέτει η επιχείρηση καθορίζει αν η υπόθεση κλείνει με συμμόρφωση ή κλιμακώνεται.

Τι διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται για μη αδειοδοτημένο λογισμικό;

Όποιος, χωρίς δικαίωμα, αναπαράγει, πωλεί, διανέμει ή κατέχει με σκοπό διανομής πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή υπόκειται, ανεξάρτητα από κάθε άλλη κύρωση, σε διοικητικό πρόστιμο ίσο με 1.000 ευρώ για κάθε παράνομο αντίτυπο, σύμφωνα με το άρθρο 65Α του Ν. 2121/1993. Το πρόστιμο είναι διοικητικό και αυτοτελές, οπότε προστίθεται στην αστική αποζημίωση και στην ποινική ευθύνη και δεν τις υποκαθιστά.

Η σημασία της φράσης «για κάθε παράνομο αντίτυπο» είναι καθοριστική για μια επιχείρηση. Το πρόστιμο δεν είναι ενιαίο αλλά πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των μη αδειοδοτημένων εγκαταστάσεων που εντοπίζονται. Δέκα παράνομα αντίτυπα του ίδιου προγράμματος αντιστοιχούν σε διοικητικό πρόστιμο 10.000 ευρώ, πριν καν υπολογιστεί η αστική αποζημίωση προς τον δικαιούχο. Η ίδια λογική του υπολογισμού ανά αντίτυπο ισχύει και για παράνομη αναπαραγωγή φωνογραφημάτων αποθηκευμένων σε μέσα αποθήκευσης.

Χρειάζεται προσοχή ώστε να μην συγχέεται αυτό το πρόστιμο με ένα διαφορετικό καθεστώς. Ο Ν. 5179/2025 τροποποίησε το άρθρο 65Α και προέβλεψε, για πρώτη φορά, διοικητικό πρόστιμο 750 ευρώ σε βάρος του ιδιώτη που αποκτά παράνομη πρόσβαση σε προστατευόμενο οπτικοακουστικό περιεχόμενο που διατίθεται με συνδρομή, διπλασιαζόμενο σε περίπτωση υποτροπής. Το καθεστώς αυτό αφορά τη διαδικτυακή «πειρατεία» συνδρομητικών υπηρεσιών από τελικούς καταναλωτές και όχι τη χρήση μη αδειοδοτημένου επαγγελματικού λογισμικού από επιχείρηση, που εξακολουθεί να εμπίπτει στο πρόστιμο των 1.000 ευρώ ανά αντίτυπο.

Είδος έκθεσηςΝομική βάσηΠοιος ευθύνεταιΎψος ή κύρωση
Διοικητικό πρόστιμοάρθρο 65Α Ν. 2121/1993η επιχείρηση ή ο κάτοχος του παράνομου αντιτύπου1.000 ευρώ ανά παράνομο αντίτυπο
Αστική αποζημίωσηάρθρο 65 Ν. 2121/1993ο υπαίτιος προσβολέαςτουλάχιστον διπλάσιο της αμοιβής αδειοδότησης και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης
Ποινική ευθύνηάρθρο 66 Ν. 2121/1993το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωποςφυλάκιση και χρηματική ποινή, με αυστηρότερη μεταχείριση στις διακεκριμένες περιπτώσεις

Ποια η αστική αποζημίωση και πώς υπολογίζεται για λογισμικό;

Η αστική αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη του διπλασίου της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έγινε χωρίς άδεια. Κρίσιμο σημείο, που συνήθως αποδίδεται λανθασμένα, είναι ότι βάση δεν αποτελεί η τιμή αγοράς ενός αντιτύπου αλλά η αμοιβή της αδειοδότησης. Πρόκειται για το αντίτιμο που θα είχε συμφωνηθεί για άδεια εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου προγράμματος, στη συγκεκριμένη έκταση χρήσης που έλαβε χώρα.

Ο προσδιορισμός γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια. Συνήθης αμοιβή είναι εκείνη που θα απαιτούσε ένας συνετός δικαιούχος και θα κατέβαλλε ένας συνετός αδειούχος, εάν είχαν συνάψει σύμβαση άδειας εν γνώσει όλων των κρίσιμων περιστάσεων.

Κρίσιμες αποδεικτικά είναι οι προγενέστερες συμβάσεις παραχώρησης άδειας του ίδιου προϊόντος, ο αριθμός των θέσεων ή των εγκαταστάσεων και η διάρκεια της χρήσης. Ο αφηρημένος αυτός τρόπος υπολογισμού απαλλάσσει τον δικαιούχο από τη δυσχερή πλήρη απόδειξη της έκτασης της ζημίας του και έχει κριθεί ότι στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 438/2018).

Σε υπόθεση που αφορούσε ειδικά προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή, η αποζημίωση υπολογίστηκε στο διπλάσιο της συνήθους αμοιβής για την παραχώρηση διαρκούς άδειας χρήσης των επίδικων προγραμμάτων, με χωριστή επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του δικαιούχου (ΜΠρΑθ 2816/2022).

Ο μηχανισμός του διπλασιασμού της αμοιβής είναι συμβατός με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς το άρθρο 13 της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας επιτρέπει τον υπολογισμό της αποζημίωσης κατ’ αποκοπή με βάση τα ποσά των δικαιωμάτων που θα οφείλονταν αν είχε ζητηθεί άδεια (ΔΕΕ C-367/15, Oławska Telewizja Kablowa).

Πέρα από την αποζημίωση, ο δικαιούχος διαθέτει και τις λοιπές χρηματικές αξιώσεις που αναγνωρίζονται για την προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας, δηλαδή την απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και την απόδοση του κέρδους του προσβολέα, οι οποίες γεννώνται ακόμη και χωρίς υπαιτιότητα.

Η επιλογή της βάσης μεταβάλλει το βάρος απόδειξης και, σε υποθέσεις λογισμικού, ο πλουτισμός του χρήστη που καρπώθηκε το κόστος της άδειας είναι συχνά ευκολότερα αποδείξιμος από την υπαιτιότητά του.

Ποια η αυτοτελής ποινική ευθύνη;

Πέρα από το διοικητικό πρόστιμο και την αστική αποζημίωση, η μη αδειοδοτημένη χρήση επιφέρει ποινική ευθύνη κατά το άρθρο 66 του Ν. 2121/1993 και εκθέτει την επιχείρηση σε ασφαλιστικά μέτρα, που μπορούν να διατάξουν την άμεση παύση της χρήσης και τη συντηρητική κατάσχεση των προσβλητικών αντιτύπων πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης. Το πλήρες πλαίσιο των ποινικών κυρώσεων και των ασφαλιστικών μέτρων κατά της προσβολής λειτουργεί παράλληλα με το διοικητικό πρόστιμο.

Η πρακτική συνέπεια αυτής της σώρευσης είναι ότι η επιχείρηση οφείλει να σταθμίζει ταυτόχρονα το διοικητικό πρόστιμο ανά αντίτυπο, την αστική αποζημίωση στο διπλάσιο της αμοιβής αδειοδότησης, την προοπτική προσωρινής διακοπής λειτουργίας μέσω ασφαλιστικών μέτρων και την ποινική έκθεση του εκπροσώπου της, έναντι του κόστους της άμεσης συμμόρφωσης και τακτοποίησης των αδειών.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι πρόστιμο επιβάλλεται σε επιχείρηση για πειρατικό λογισμικό;

Το διοικητικό πρόστιμο ανέρχεται σε 1.000 ευρώ για κάθε παράνομο αντίτυπο προγράμματος (άρθρο 65Α Ν. 2121/1993) και πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των μη αδειοδοτημένων εγκαταστάσεων. Επιβάλλεται ανεξάρτητα από την αστική αποζημίωση προς τον δικαιούχο και από την ποινική ευθύνη, οπότε τα τρία επίπεδα ευθύνης λειτουργούν σωρευτικά.

Ευθύνονται και οι τελικοί χρήστες ή μόνο όσοι πωλούν το λογισμικό;

Ευθύνονται και οι τελικοί χρήστες, δηλαδή η επιχείρηση που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα στα συστήματά της. Η εγκατάσταση και χρήση μη αδειοδοτημένου λογισμικού αποτελεί αυτοτελή προσβολή. Η επίκληση ότι την εγκατάσταση έκανε εξωτερικός τεχνικός δεν απαλλάσσει την επιχείρηση. Η ποινική διάσταση βαρύνει τα υπαίτια φυσικά πρόσωπα, τυπικά τον νόμιμο εκπρόσωπο.

Πώς υπολογίζεται η αποζημίωση για παράνομη χρήση λογισμικού;

Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη του διπλασίου της αμοιβής αδειοδότησης για τη συγκεκριμένη έκταση χρήσης, με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με βάση την τιμή αγοράς ενός αντιτύπου. Λαμβάνονται υπόψη η έκδοση, ο αριθμός των θέσεων και η διάρκεια, ενώ οι προγενέστερες συμβάσεις άδειας του ίδιου προϊόντος αποτελούν κρίσιμο αποδεικτικό μέσο.

Το πρόστιμο των 750 ευρώ για πειρατεία ισχύει για το λογισμικό της επιχείρησης;

Όχι. Το πρόστιμο των 750 ευρώ που εισήγαγε ο Ν. 5179/2025 αφορά τον ιδιώτη που αποκτά παράνομη πρόσβαση σε συνδρομητικό οπτικοακουστικό περιεχόμενο, για παράδειγμα πειρατικές υπηρεσίες τηλεόρασης. Η χρήση μη αδειοδοτημένου επαγγελματικού λογισμικού από επιχείρηση εμπίπτει στο πρόστιμο των 1.000 ευρώ ανά αντίτυπο του άρθρου 65Α.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Απογραφή αδειών: Η συστηματική αντιστοίχιση κάθε εγκατεστημένου προγράμματος με μια έγκυρη άδεια, μέσω διαχείρισης των πληροφοριακών στοιχείων του λογισμικού, εντοπίζει τις αποκλίσεις πριν τις εντοπίσει η ελεγκτική αρχή ή ο κατασκευαστής.

Έλεγχος του εύρους κάθε άδειας: Ο αριθμός των θέσεων, η εικονικοποίηση, η δευτερογενής χρήση και η μεταβίβαση εντός ομίλου διέπονται από τους ειδικούς όρους κάθε EULA. Η συμμόρφωση κρίνεται με βάση το τι επιτρέπει η συγκεκριμένη άδεια, όχι την κοινή πρακτική της αγοράς.

Συμβατική κατανομή ευθύνης με τον πάροχο πληροφορικής: Όταν τρίτος εγκαθιστά ή διαχειρίζεται τα συστήματα, ρήτρες εγγύησης νομιμότητας και αποζημίωσης μετακυλίουν μέρος του κινδύνου, εφόσον προβλεφθούν ρητά στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών.

Τεκμηρίωση της νόμιμης κτήσης: Τιμολόγια, κλειδιά ενεργοποίησης και συμβάσεις αδειοδότησης συγκροτούν την απόδειξη που, σε διαφορά, βαρύνει την επιχείρηση. Η απουσία τους εξισώνεται πρακτικά με έλλειψη άδειας.

Στάθμιση διακανονισμού και άμυνας: Η σωρευτική έκθεση, διοικητικό πρόστιμο ανά αντίτυπο, διπλάσια αμοιβή αδειοδότησης, ασφαλιστικά μέτρα και ποινική ευθύνη, αξιολογείται έναντι του κόστους της άμεσης τακτοποίησης των αδειών, ώστε η απόφαση να λαμβάνεται με πλήρη εικόνα του κινδύνου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη από μη αδειοδοτημένο λογισμικό.