Ευθύνη Πιστωτικού Ιδρύματος Έναντι Επιχείρησης: Ποια Ζημία Αποζημιώνεται
Εν συντομία:
- Η άσκηση συμβατικού δικαιώματος από την τράπεζα δεν είναι παράνομη, ακόμη και όταν βλάπτει σοβαρά την επιχείρηση. Αγώγιμη γίνεται όταν το πιστωτικό ίδρυμα επιδιώκει κάτι που γνωρίζει ότι δεν του οφείλεται.
- Μετά τον ν. 4512/2018 η επιχείρηση δεν είναι καταναλωτής. Διατηρεί προστασία μόνο στο πεδίο των γενικών όρων συναλλαγών και μόνο εφόσον πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής οντότητας.
- Η παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών δεν ακυρώνει την καταγγελία της πίστωσης. Μπορεί μόνο να στηρίξει ισχυρισμό καταχρηστικότητας κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
- Το νομικό πρόσωπο δεν αποζημιώνεται για ηθική βλάβη χωρίς απόδειξη συγκεκριμένης υλικής ζημίας. Ο διαχειριστής ή ο εγγυητής ως φυσικό πρόσωπο αποζημιώνεται από την ίδια συμπεριφορά.
- Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η αίτηση του άρθρου 47 παρ. 3 του ν. 2873/2000, που υποχρεώνει την τράπεζα σε χορήγηση αντιγράφων και ανάλυσης της οφειλής εντός ενενήντα ημερών.
Πότε η συμπεριφορά της τράπεζας κρίνεται παράνομη έναντι επιχείρησης;
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Η άσκηση δικαιώματος που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση δεν πληροί τον όρο της παρανομίας, όσο επαχθής και αν είναι για την επιχείρηση.
Το όριο περνιέται σε δύο περιπτώσεις:
- όταν η τράπεζα επιδιώκει απαίτηση που γνωρίζει ως ανύπαρκτη ή
- όταν η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η κατάχρηση αποτελεί η ίδια παράνομη πράξη κατά το άρθρο 914 ΑΚ.
Στην ΑΠ 462/2022 ο εγγυητής δύο εταιρικών πιστώσεων με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση συνολικού ύψους άνω των δέκα εκατομμυρίων ευρώ.
Επικαλέστηκε ότι η τράπεζα απαίτησε αύξηση του συμβατικού επιτοκίου, αρνήθηκε να συναινέσει στην άρση προσημείωσης, ζήτησε ασφαλιστικά μέτρα για νέα εγγραφή και απείλησε με κλείσιμο λογαριασμών ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ήταν μικρού ύψους. Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και στους τρεις βαθμούς. Καμία από τις πράξεις αυτές δεν κρίθηκε παράνομη.
Το αντίθετο αποτέλεσμα προκύπτει όταν λείπει η απαίτηση. Στην ΑΠ 364/2019 η τράπεζα ζήτησε και πέτυχε διαταγή πληρωμής σε βάρος εγγυήτριας της οποίας η ενοχή είχε αποσβεστεί με καταβολή, ακολούθως δε επέβαλε δύο διαδοχικές αναγκαστικές κατασχέσεις.
Το δικαστήριο δέχθηκε απάτη επί δικαστηρίου με χρήση γνήσιων μεν αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο εγγράφων, παράβαση του καθήκοντος αληθείας του άρθρου 116 ΚΠολΔ και άδικη εκτέλεση κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επιδικάστηκαν 54.719 ευρώ.
Την ίδια γραμμή ακολουθεί η νεότερη ΠΠρΑθ 2246/2024, όπου η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων επέβαλε κατάσχεση σε ακίνητο για οφειλή που καλυπτόταν από ασφάλισμα τελεσιδίκως επιδικασμένο τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το δικαστήριο επιδίκασε 30.000 ευρώ εις ολόκληρον σε βάρος της τράπεζας, του διαχειριστή και της ασφαλιστικής εταιρείας.
| Συμπεριφορά | Κρίση | Απόφαση |
|---|---|---|
| Απαίτηση αύξησης επιτοκίου με άρνηση παράτασης, υπό απειλή καταγγελίας | Νόμιμη | ΑΠ 462/2022 |
| Άρνηση συναίνεσης σε άρση προσημείωσης πριν την απόσβεση της απαίτησης | Νόμιμη | ΑΠ 462/2022 |
| Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για νέα εξασφάλιση υπαρκτής απαίτησης | Νόμιμη | ΑΠ 462/2022 |
| Καταγγελία δανείων χωρίς τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων | Νόμιμη ως προς το κύρος, ελεγκτέα κατά 281 ΑΚ | ΑΠ 1372/2024 |
| Διαταγή πληρωμής και εκτέλεση για απαίτηση που είχε αποσβεστεί | Αγώγιμη | ΑΠ 364/2019 |
| Κατάσχεση για οφειλή καλυμμένη από επιδικασμένο ασφάλισμα | Αγώγιμη | ΠΠρΑθ 2246/2024 |
| Καταχώριση στον Τειρεσία προσώπου που ουδέποτε συμβλήθηκε | Αγώγιμη | ΜονΕφΑθ 62/2024 |
Η ίδια λογική διατρέχει και τις εγγυητικές επιστολές. Κατά την ΑΠ 1767/2023, η εγγυήτρια τράπεζα μπορεί να αρνηθεί την πληρωμή επιστολής σε πρώτη ζήτηση μόνον όταν γνωρίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης.
Το δικαστήριο διευκρίνισε ότι αυτό συμβαίνει μόνον εφόσον κατά τον χρόνο της εντολής έχει ήδη εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση. Προσωρινές διαταγές διαιτητικού δικαστηρίου και αλλοδαπού δικαστηρίου δεν αρκούσαν.
Πότε η επιχείρηση διατηρεί προστασία καταναλωτή και πότε την έχει χάσει;
Η επιχείρηση δεν είναι καταναλωτής. Το άρθρο 1α του ν. 2251/1994, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 4512/2018, ορίζει ως καταναλωτή μόνο το φυσικό πρόσωπο που ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα.
Ο προγενέστερος ευρύς ορισμός του «τελικού αποδέκτη», που κάλυπτε και τους εμπόρους, ισχύει πλέον μόνο για συμβάσεις προγενέστερες της 17ης Ιανουαρίου 2018.
Παραμένει ένα παράθυρο. Στο πεδίο των γενικών όρων συναλλαγών του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, η προστασία επεκτείνεται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που πληρούν τα κριτήρια της πολύ μικρής οντότητας κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4308/2014.
Ο νόμος θέτει τρία μεγέθη:
- σύνολο ενεργητικού 350.000 ευρώ,
- καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 700.000 ευρώ και
- μέσο όρο δέκα απασχολουμένων.
Η οντότητα χαρακτηρίζεται πολύ μικρή όταν κατά την ημερομηνία του ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα όρια δύο τουλάχιστον από τα τρία. Η επέκταση αυτή αφορά αποκλειστικά τον έλεγχο των καταχρηστικών όρων και δεν επεκτείνεται στο άρθρο 8 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες.
Χωριστό και ευρύτερο όριο ισχύει για τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών. Εκεί ως πολύ μικρή επιχείρηση νοείται το νομικό πρόσωπο του οποίου ο μέσος ετήσιος κύκλος εργασιών της τελευταίας τριετίας δεν υπερέβη το ένα εκατομμύριο ευρώ. Η σύγχυση των δύο ορίων οδηγεί σε λάθος εκτίμηση της θέσης της επιχείρησης ήδη από το στάδιο της εξώδικης διαπραγμάτευσης.
| Πλαίσιο | Κριτήριο μεγέθους | Τι παρέχει |
|---|---|---|
| Άρθρο 2 παρ. 9 ν. 2251/1994 | Ν. 4308/2014: ενεργητικό 350.000 ευρώ, κύκλος εργασιών 700.000 ευρώ, δέκα απασχολούμενοι. Δεν υπερβαίνονται τα όρια δύο τουλάχιστον από τα τρία | Έλεγχος καταχρηστικότητας γενικών όρων συναλλαγών, με αμάχητο τεκμήριο για τις περιπτώσεις που ο νόμος χαρακτηρίζει καταχρηστικές καθ’ εαυτές |
| Κώδικας Δεοντολογίας ν. 4224/2013 | Μέσος ετήσιος κύκλος εργασιών τριετίας έως 1.000.000 ευρώ | Υπαγωγή στη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων, με εξαίρεση απαιτήσεων κάτω των 5.000 ευρώ |
| Άρθρο 8 ν. 2251/1994 | Καμία επέκταση σε νομικά πρόσωπα | Δεν εφαρμόζεται σε επιχείρηση. Το βάρος απόδειξης της νόθου αντικειμενικής ευθύνης δεν αντιστρέφεται |
Η πρακτική συνέπεια αφορά το αποδεικτικό βάρος. Ο δανειολήπτης που εμπίπτει στο άρθρο 8 αποδεικνύει μόνο τη ζημία, την παροχή της υπηρεσίας και τον αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ η τράπεζα φέρει το βάρος να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας.
Η επιχείρηση που δεν εξομοιώνεται με καταναλωτή αποδεικνύει και τα πέντε στοιχεία της αδικοπραξίας. Η μετατόπιση αυτή είναι το σημείο όπου απορρίπτονται οι περισσότερες αγωγές.
Σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, η Οδηγία 2008/48/ΕΚ για την καταναλωτική πίστη καταργείται από την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2225 από τις 20 Νοεμβρίου 2026.
Η ενσωμάτωση έγινε με τον ν. 5317/2026. Και οι δύο ρυθμίσεις αφορούν αποκλειστικά συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές, επομένως δεν προσθέτουν εργαλεία στην επιχείρηση.
Πότε η καταγγελία πίστωσης ή το κλείσιμο του αλληλόχρεου κρίνεται καταχρηστικό;
Η παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας δεν ακυρώνει την καταγγελία. Κατά την ΑΠ 1372/2024, η μη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης που ενεργοποιεί τις εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος.
Δεν επάγεται αυτοδίκαιη ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ. Το ίδιο ισχύει για τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που επιβάλλουν οι πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η υπόθεση αφορούσε ξενοδοχειακή ανώνυμη εταιρεία της Κω. Κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, η εταιρεία είχε τηρήσει επί πενταετία διαδοχικές συμφωνίες περιόδου χάριτος, είχε δεχθεί την τοποθέτηση ορκωτού ελεγκτή για τον έλεγχο των ταμειακών ροών της και είχε υποβάλει διαδοχικές αντιπροτάσεις αναδιάρθρωσης, ενώ οι τράπεζες κατήγγειλαν το σύνολο των δανειακών συμβάσεων αφού είχαν απαιτήσει τη μεταβίβαση του 95% των μετοχών. Το Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση υπέρ της τράπεζας.
Ο Κώδικας διατηρεί έμμεση σημασία, αφού εξειδικεύει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αντικειμενική καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. Η καταγγελία χωρίς τήρησή του μπορεί επομένως να κριθεί καταχρηστική, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ.
Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές και αυστηρές, καθώς απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο ευλόγως η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν θα ασκηθεί, οι πράξεις του υπόχρεου να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και οι συνέπειες να είναι επαχθείς, σταθμιζόμενες πάντοτε έναντι της ζημίας που θα υφίστατο ο δικαιούχος από την παρακώλυση του δικαιώματός του.
Ειδικά για τον αλληλόχρεο λογαριασμό, η ΑΠ 462/2022 δέχτηκε ότι προφανής υπέρβαση υπάρχει όταν η πιστοδότρια κλείνει τον λογαριασμό χωρίς ίδιον συμφέρον, ενώ η επαγόμενη στον πιστούχο ζημία είναι ιδιαιτέρως σημαντική.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η απουσία συμφέροντος της τράπεζας, όχι το μέγεθος της βλάβης του πιστούχου. Δανειστής που επιδιώκει την είσπραξη υπαρκτής απαίτησης ενεργεί προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος.
Ενάγει η εταιρεία ή ενάγει ο διαχειριστής;
Η επιλογή του ενάγοντος καθορίζει το αποτέλεσμαόσο και η επιλογή της νομικής βάσης. Το νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητάς του ως προς την πίστη, τη φήμη και το εμπορικό του μέλλον, όμως η ηθική βλάβη δεν αναφέρεται σε ενδιάθετο αίσθημα κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής. Απαιτείται επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης υλικής ζημίας.
Η ΤρΕφΛαρ 85/2016 απέρριψε στο σύνολό της αγωγή αγροτικού συνεταιρισμού που είχε δεχθεί δημόσιες κατηγορίες για παραπλανητική εμπορία των προϊόντων του.
Ο συνεταιρισμός προσκόμισε δελτία παραγγελίας εμπόρων ισχυριζόμενος ακύρωση, όμως τα ποσά των δελτίων απείχαν κατά μία τάξη μεγέθους από τα αγωγικά κονδύλια και δεν αποδείχθηκε ότι οι παραγγελίες πράγματι ακυρώθηκαν.
Χωρίς αποδεδειγμένη υλική ζημία, δεν επιδικάστηκε τίποτε, ούτε κατά το άρθρο 920 ΑΚ, ούτε κατά τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η ίδια απόφαση υπενθυμίζει ότι τα εγκλήματα κατά της τιμής έχουν παθητικό υποκείμενο μόνο φυσικό πρόσωπο.
Η μοναδική εξαίρεση που ίσχυε τότε, η περιορισμένη προστασία της ανώνυμης εταιρείας κατά το άρθρο 364 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, καταργήθηκε με τον ν. 4619/2019 από την 1η Ιουλίου 2019.
Η ποινική οδός έχει επομένως στενέψει περαιτέρω για το νομικό πρόσωπο, γεγονός που μεταθέτει ολόκληρο το βάρος στην αστική τεκμηρίωση της υλικής ζημίας.
Η αντίθετη εικόνα προκύπτει όταν ενάγει φυσικό πρόσωπο. Στη ΜονΕφΑθ 62/2024 η τράπεζα κατέγραψε εκ παραδρομής τον ενάγοντα ως εγγυητή σε ρυθμισμένο επιχειρηματικό δάνειο ύψους 16.941,10 ευρώ και τον διαβίβασε στο διατραπεζικό αρχείο αθέτησης υποχρεώσεων χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.
Ο ενάγων ουδέποτε είχε υπογράψει σχετική σύμβαση. Παρά τις επανειλημμένες εξώδικες οχλήσεις και την παρέμβαση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, η διαγραφή ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2018, οκτώ μήνες μετά την πρώτη επιστολή της τράπεζας. Επιδικάστηκαν 7.000 ευρώ.
Στην ΠΠρΑθ 2246/2024 το ποσό ανήλθε σε 30.000 ευρώ, με την απόφαση κηρυγμένη προσωρινά εκτελεστή κατά 15.000 ευρώ. Ο ενάγων ήταν φυσικό πρόσωπο με ποσοστό αναπηρίας και τέσσερα ανήλικα τέκνα, στοιχεία που το δικαστήριο συνεκτίμησε ρητά κατά την επιμέτρηση. Παράλληλα, το Υπουργείο Ανάπτυξης επέβαλε πρόστιμο 30.000 ευρώ στην εταιρεία διαχείρισης για παραβάσεις του ν. 3758/2009.
| Κεφάλαιο αξίωσης | Εταιρεία ως ενάγουσα | Διαχειριστής ή εγγυητής ως ενάγων |
|---|---|---|
| Θετική ζημία (χρεώσεις, τόκοι, έξοδα) | Πλήρως διεκδικήσιμη με λογιστική τεκμηρίωση | Μόνο όσα κατέβαλε ο ίδιος |
| Διαφυγόν κέρδος | Διεκδικήσιμο με απόδειξη βάσιμης πιθανότητας | Συνήθως ανύπαρκτο |
| Ηθική βλάβη | Απαιτείται απόδειξη συγκεκριμένης υλικής ζημίας στη φήμη | Επιδικάζεται με στάθμιση περιστάσεων, χωρίς απόδειξη υλικής ζημίας |
| Προσβολή προσωπικότητας κατά 57 και 59 ΑΚ | Υφίσταται ως προς πίστη και φήμη, χωρίς παράλληλη ποινική προστασία μετά την κατάργηση του άρθρου 364 ΠΚ | Πλήρης, με παράλληλη ποινική προστασία |
| Καταχώριση σε αρχείο αθέτησης υποχρεώσεων | Αποδεικνύεται με απόρριψη χρηματοδότησης ή επιδείνωση όρων | Αρκεί η ίδια η καταχώριση ως αναξιόχρεου |
Η εμπειρία από υποθέσεις τραπεζικών διαφορών δείχνει ότι η σωστή απάντηση προκύπτει συχνά από παράλληλη άσκηση, όπου η εταιρεία διεκδικεί τη μετρήσιμη περιουσιακή ζημία και ο εγγυητής ή ο διαχειριστής τη μη περιουσιακή.
Η κατανομή αυτή απαιτεί εξατομικευμένη κρίση, αφού εξαρτάται από το ποιος υπέγραψε τι, ποιος καταχωρίστηκε πού και ποιο περιουσιακό στοιχείο δεσμεύτηκε.
Τι πρέπει να ζητήσει η επιχείρηση από την τράπεζα πριν αποφασίσει;
Το κρίσιμο ερώτημα κάθε τέτοιας υπόθεσης είναι αν η τράπεζα γνώριζε ότι η απαίτηση δεν υφίστατο. Η απάντηση προκύπτει από έγγραφα που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα.
Το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 2873/2000, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, υποχρεώνει τα πιστωτικά ιδρύματα να χορηγούν στον αιτούντα οφειλέτη, εντός ενενήντα ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, αντίγραφα των δανειακών συμβάσεων, κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής, καθώς και αντίγραφα των υφιστάμενων καρτελών και παραστατικών.
Σε παράλειψη, όπως αυτή που απασχόλησε την ΜονΕφΑθ 62/2024, η άρνηση της τράπεζας να απαντήσει εμπροθέσμως στη σχετική αίτηση καταλογίστηκε ρητά ως στοιχείο της παράνομης συμπεριφοράς, μαζί με την παραβίαση του καθήκοντος πρόνοιας και την παράνομη επεξεργασία δεδομένων.
Η αίτηση, επομένως, λειτουργεί με δύο τρόπους, καθώς αποδίδει το αποδεικτικό υλικό και συγχρόνως δημιουργεί την πρώτη καταγεγραμμένη παράλειψη.
Σε επίπεδο τεκμηρίωσης, ο φάκελος που καθορίζει την έκβαση περιλαμβάνει τη σύμβαση με τις τροποποιητικές πράξεις, τα αντίγραφα κινήσεων του λογαριασμού εξυπηρέτησης, την πλήρη αλληλογραφία ρύθμισης με ημερομηνίες παραλαβής και τη βεβαίωση οφειλής κατά την ημερομηνία που η επιχείρηση θεωρεί ότι η απαίτηση αποσβέστηκε.
Στην ΠΠρΑθ 2246/2024 η ευθύνη του διαχειριστή θεμελιώθηκε ακριβώς στο ότι είχε λάβει εγγράφως τα στοιχεία από τον οφειλέτη, είχε απαντήσει δύο φορές ότι διερευνά την υπόθεση και παρά ταύτα επέβαλε κατάσχεση λίγες ημέρες μετά την τελευταία διαβεβαίωση.
Η εμπειρία από υποθέσεις εξώδικης διαπραγμάτευσης με πιστωτικά ιδρύματα δείχνει ότι τα εξώδικα με αποδεικτικό επίδοσης έχουν διαφορετική αποδεικτική αξία από την ηλεκτρονική αλληλογραφία με το κατάστημα εξυπηρέτησης, επειδή τεκμηριώνουν τον χρόνο γνώσης του νομικού προσώπου και όχι του υπαλλήλου.
Πόσο διαρκεί η διεκδίκηση και τι τελικά αποζημιώνεται;
Η αξίωση από αδικοπραξία παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο. Σε κάθε περίπτωση παραγράφεται σε είκοσι έτη από την πράξη, κατά το άρθρο 937 ΑΚ.
Η ενδοσυμβατική αξίωση υπόκειται στη γενική εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ. Η διαφορά αυτή είναι συχνά ο πραγματικός λόγος επιλογής βάσης, ιδίως όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά ανάγεται σε παλαιότερη περίοδο ρυθμίσεων.
Δύο κονδύλια απορρίπτονται συστηματικά:
- Το πρώτο είναι τα δικαστικά έξοδα προηγούμενων δικών, τα οποία δεν αποτελούν αποκαταστατέα ζημία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αξίωση καλύπτεται αποκλειστικά από τα άρθρα 176 επ. ΚΠολΔ.
- Το δεύτερο είναι το αίτημα διαγραφής από αρχείο αθέτησης υποχρεώσεων που δεν προσδιορίζει ποια συγκεκριμένα δεδομένα ζητείται να διαγραφούν, το οποίο απορρίπτεται ως αόριστο.
Και τα δύο κρίθηκαν έτσι στην ΠΠρΑθ 2246/2024.
Ως προς τον χρόνο, η ΑΠ 364/2019 λειτουργεί ως προειδοποίηση. Η αγωγή κατατέθηκε το 1997 για συμπεριφορά του 1993 και η τελική απόφαση δημοσιεύθηκε το 2019, μετά από δύο αναιρέσεις και δύο παραπομπές.
Επί αιτηθέντων 113.608.000 δραχμών επιδικάστηκαν 54.719 ευρώ, ενώ η αγωγή κατά των πέντε συνεναγόμενων υπαλλήλων απορρίφθηκε ως αόριστη επειδή δεν εξειδικεύτηκε η συμπεριφορά καθενός και οι θέσεις τους δεν τους καθιστούσαν νόμιμους εκπροσώπους κατά το άρθρο 71 ΑΚ.
Η σύγκριση με τα αμυντικά μέσα είναι εύγλωττη. Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ασκείται εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση και αρκεί ένας βάσιμος λόγος για την ακύρωση του τίτλου.
Η αίτηση αναστολής εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με δυνατότητα προσωρινής διαταγής από την κατάθεση. Όταν η επιχείρηση βρίσκεται ήδη υπό εκτέλεση, η άμυνα παράγει αποτέλεσμα σε χρόνο που η ευθεία αγωγή δεν μπορεί να προσεγγίσει, ενώ η αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και ασκείται αργότερα με πληρέστερο αποδεικτικό υλικό.
Ως προς την έκταση της αποκαταστατέας ζημίας, το διαφυγόν κέρδος επιδικάζεται μόνο με απόδειξη βάσιμης πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όχι με επίκληση απλής δυνατότητας.
Για επιχείρηση που επικαλείται απώλεια χρηματοδότησης, αυτό μεταφράζεται σε προσκόμιση εγκεκριμένων ή απορριφθέντων αιτημάτων δανειοδότησης και όχι σε γενική αναφορά σε αδυναμία ανάπτυξης.
Τέλος, σε ότι αφορά στην οριοθέτηση του πεδίου, όταν η ζημία προέρχεται από τρίτο δράστη μέσω των συστημάτων πληρωμών, εφαρμόζεται το ειδικότερο καθεστώς της απάτης με υπολογιστή, με δικές του προθεσμίες γνωστοποίησης και δική του κατανομή αποδεικτικού βάρους. Οι κανόνες που αναπτύχθηκαν παραπάνω υποχωρούν έναντι αυτού.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί η επιχείρηση να στραφεί κατά επενδυτικού κεφαλαίου (fund) ή εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων;
Ναι. Στην ΠΠρΑθ 2246/2024 η ευθύνη κατανεμήθηκε εις ολόκληρον μεταξύ της αρχικής τράπεζας, της εταιρείας διαχείρισης και της ασφαλιστικής εταιρείας, με βάση το άρθρο 926 ΑΚ. Δεν ενδιαφέρει αν οι εναγόμενοι ενήργησαν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά, ούτε ο βαθμός συμβολής καθενός, αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με την προσβολή. Η εταιρεία διαχείρισης ευθύνεται αυτοτελώς για τις δικές της πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, ιδίως όταν έχει λάβει εγγράφως γνώση αμφισβήτησης της απαίτησης.
Δικαιούται η εταιρεία χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη;
Μόνο με απόδειξη συγκεκριμένης υλικής ζημίας. Η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα αναφέρεται σε βλάβη με υλική υπόσταση, όπως ακυρωμένες παραγγελίες, απώλεια συγκεκριμένου πελάτη ή τεκμηριωμένη επιδείνωση όρων χρηματοδότησης. Το ενδιάθετο αίσθημα που αρκεί στο φυσικό πρόσωπο εδώ δεν έχει αντίστοιχο. Γενική επίκληση πλήγματος στην εμπορική φήμη απορρίπτεται. Η ΤρΕφΛαρ 85/2016 απέρριψε αγωγή ακριβώς επειδή τα προσκομισθέντα δελτία παραγγελίας δεν αντιστοιχούσαν στα αγωγικά κονδύλια.
Πού γίνεται καταγγελία κατά τράπεζας εκτός δικαστηρίου;
Τρεις φορείς έχουν αρμοδιότητα με διαφορετικό αντικείμενο. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας και μπορεί να απαιτήσει διορθωτικά μέτρα, χωρίς όμως να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών. Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή επιβάλλει πρόστιμα για παραβάσεις του ν. 3758/2009 περί ενημέρωσης οφειλετών. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξετάζει παράνομες καταχωρίσεις σε αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς. Καμία διαδικασία δεν αναστέλλει την παραγραφή της αστικής αξίωσης.
Ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική βάση, τι αλλάζει στην παραγραφή;
Η αδικοπρακτική αξίωση παραγράφεται σε πέντε έτη από τη γνώση ζημίας και υπόχρεου κατά το άρθρο 937 ΑΚ, ενώ η ενδοσυμβατική υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Όταν η ίδια πράξη είναι συγχρόνως αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και καθ’ εαυτή παράνομη, γίνεται δεκτή συρροή των δύο βάσεων και ο ενάγων επιλέγει. Η επιλογή επηρεάζει και το αποδεικτικό βάρος, καθώς η ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τα άρθρα 288 και 330 ΑΚ δεν απαιτεί απόδειξη αυτοτελούς παρανομίας.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος ύπαρξης της απαίτησης: Το διακριτικό κριτήριο μεταξύ βλαπτικής και αγώγιμης συμπεριφοράς είναι αν η τράπεζα επιδίωξε κάτι που γνώριζε ως ανύπαρκτο. Η εξέταση ξεκινά από την ημερομηνία απόσβεσης της οφειλής και όχι από την ένταση των οχλήσεων.
Αίτηση του άρθρου 47 παρ. 3 ν. 2873/2000 ως πρώτο βήμα: Η γραπτή αίτηση για αντίγραφα συμβάσεων και ανάλυση οφειλής υποβάλλεται με αποδεικτικό παραλαβής. Η άπρακτη πάροδος των ενενήντα ημερών αποτελεί αυτοτελές στοιχείο παρανομίας και συγχρόνως αποδίδει το υλικό που καθορίζει τη βασιμότητα.
Επιλογή ενάγοντος πριν από τη σύνταξη του δικογράφου: Η εταιρεία διεκδικεί μετρήσιμη περιουσιακή ζημία, το φυσικό πρόσωπο διεκδικεί τη μη περιουσιακή. Η αντίστροφη κατανομή οδηγεί σε απόρριψη του κονδυλίου της ηθικής βλάβης χωρίς εξέταση της ουσίας.
Έλεγχος μεγέθους έναντι δύο διαφορετικών ορίων: Τα κριτήρια του ν. 4308/2014 κρίνουν την υπαγωγή στον έλεγχο των γενικών όρων συναλλαγών, ενώ το όριο του ενός εκατομμυρίου ευρώ κρίνει την υπαγωγή στη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων. Οι δύο απαντήσεις μπορεί να διαφέρουν για την ίδια επιχείρηση.
Προτεραιότητα της άμυνας έναντι της επίθεσης όταν εκκρεμεί εκτέλεση: Η ανακοπή και η αίτηση αναστολής παράγουν αποτέλεσμα σε εβδομάδες, ενώ η αγωγή αποζημίωσης μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Η αξίωση δεν χάνεται, εφόσον ασκηθεί εντός της πενταετίας του άρθρου 937 ΑΚ.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αδικοπρακτική ευθύνη των Τραπεζών.