Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 62/2025) & Επιχειρήσεις

Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου & Εργατικό Δίκαιο 2026. Οι Αλλαγές Που Επε΄φεραν ΠΔ 62/2025, Ν. 5239/2025 & Ν. 5278/2026

Το ΠΔ 62/2025, εισήχθη στην έννομη σφαίρα επιχειρώντας να δώσει λύση στο πρόβλημα της πολυνομίας της εργατικής νομοθεσίας στην Ελλάδα, της αποσπασματικότητας και των αλλεπάλληλων τροποποιήσεών της, που καθιστούσαν την εφαρμογή της ιδιαίτερα δυσχερή, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζομένους.

Η διασπορά των ρυθμίσεων σε δεκάδες νομοθετήματα (από τον Ν. 2112/1920 για τις απολύσεις έως τον Ν. 4808/2021 για την τηλεργασία) δημιουργούσε αβεβαιότητα, ερμηνευτικά κενά και δικαστικές διαφορές.

Μέσα σε διάστημα μόλις οκτώ μηνών (από τον Ιούλιο 2025 ως τον Φεβρουάριο 2026), τρία νομοθετήματα αναδιαμόρφωσαν ριζικά το νομικό πλαίσιο.

  • ΠΔ 62/2025 (ΦΕΚ Α΄ 121/11.7.2025), «Κώδικας Εργατικού Δικαίου», κωδικοποιεί σε ενιαίο κείμενο 588 άρθρων το ατομικό και συλλογικό εργατικό δίκαιο καθώς και τη νομοθεσία για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, καταργώντας τον προηγούμενο Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 80/2022).
  • Ν. 5239/2025 (ΦΕΚ Α΄ 178/17.10.2025), «Δίκαιη Εργασία για Όλους», τροποποιεί ουσιωδώς τον Κώδικα εισάγοντας ρυθμίσεις για απλοποίηση προσλήψεων, εκσυγχρονισμό εργατικών διατάξεων, ψηφιοποίηση διαδικασιών και ενίσχυση εργαζομένων.
  • Ν. 5278/2026 (ΦΕΚ Α΄ 22/16.2.2026), «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», ενισχύει τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων τροποποιώντας τα άρθρα του Βιβλίου Δευτέρου του Κώδικα.

Το παρόν άρθρο αναλύει τις βασικές αλλαγές που επιφέρει κάθε νομοθέτημα, παραθέτει συγκριτικούς πίνακες και εξετάζει τα κρίσιμα ζητήματα υπό το πρίσμα της νομολογίας.

Η Κωδικοποίηση με το ΠΔ 62/2025

Ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου (εφεξής “ΚΕΔ”) αποτελεί την πρώτη ενοποίηση ατομικού και συλλογικού εργατικού δικαίου σε ενιαίο, συστηματικό κείμενο.

Η κωδικοποίηση ενσωμάτωσε πληθώρα προγενέστερων νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων τον Ν. 4808/2021 (για τη βία και παρενόχληση, την τηλεργασία και την ψηφιακή κάρτα), τον Ν. 3850/2010 (για την υγεία και ασφάλεια), τον Ν. 1876/1990 (για τις συλλογικές συμβάσεις), τον Ν. 2112/1920 και τον Ν. 3198/1955 (για την καταγγελία σύμβασης εργασίας).

Ως προς τη δομή, ο ΚΕΔ απαρτίζεται από τρία Βιβλία:

ΒιβλίοΑντικείμενοΆρθρα
ΠρώτοΑτομικό Εργατικό Δίκαιο (σύμβαση εργασίας, ίση μεταχείριση, αποδοχές, χρόνος εργασίας, άδειες, καταγγελία)1 έως 367
ΔεύτεροΔίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων (συνδικαλιστικές οργανώσεις, συλλογικές συμβάσεις, απεργία, κανονισμοί εργασίας)368 έως 490
ΤρίτοΔίκαιο Προστασίας Υγείας και Ασφάλειας, Εποπτεία Εργασίας (ιατρός εργασίας, τεχνικός ασφαλείας, εργατικά ατυχήματα, ψηφιακή οργάνωση)491 έως 586

Η κωδικοποίηση του ΠΔ 62/2025 δεν εισήγαγε νέες ουσιαστικές ρυθμίσεις αλλά αποτύπωσε συστηματικά τις υφιστάμενες διατάξεις. Τούτο διότι σκοπός του ΠΔ 62/2025 ήταν αποκλειστικά η ενοποίηση και η συστηματοποίηση, ώστε ο Κώδικας να αποτελέσει σημείο αναφοράς τόσο για την ερμηνεία και εφαρμογή όσο και για μελλοντικές τροποποιήσεις. Κρίσιμη πρακτική συνέπεια είναι ότι οι αριθμοί άρθρων άλλαξαν πλήρως.

Επομένως, κάθε παραπομπή σε παλαιότερους νόμους (π.χ. Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990) πρέπει πλέον να αντιστοιχηθεί με τα νέα άρθρα του ΚΕΔ. Για τη διευκόλυνση αυτή, στο τέλος του Κώδικα περιλαμβάνονται αναλυτικοί πίνακες αντιστοιχίας μεταξύ κωδικοποιηθεισών και κωδικοποιητικών διατάξεων.

Στο πεδίο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, η νομολογία εξακολουθεί να εφαρμόζεται ενιαία. Κατά την ΑΠ 269/2020, η οικειοθελής αποχώρηση προϋποθέτει σαφή και ανενδοίαστη δήλωση βούλησης του εργαζομένου.

Όταν προηγείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η αποχώρηση του μισθωτού δεν χαρακτηρίζεται ως οικειοθελής αλλά εξομοιώνεται με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη. Η ρύθμιση αυτή κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 332 επ. ΚΕΔ και ενισχύθηκε περαιτέρω με τον Ν. 5239/2025, όπως αναλύεται παρακάτω.

Ο Ν. 5239/2025 «Δίκαιη Εργασία για Όλους»

Ο Ν. 5239/2025 αποτελεί την πρώτη ουσιαστική τροποποίηση του νέου Κώδικα και εισάγει αλλαγές σε οκτώ βασικούς άξονες. Ειδικότερα:

Απλοποίηση Προσλήψεων

Η αναγγελία πρόσληψης ολοκληρώνεται πλέον με την υποβολή ενός μόνο εγγράφου (Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας), αντί των τεσσάρων που απαιτούνταν προηγουμένως. Παράλληλα, δημιουργείται ψηφιακό αρχείο εργαζομένου μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και εισάγεται εφαρμογή τύπου «myErgani» τόσο για εργαζομένους όσο και για εργοδότες.

Επιπλέον, θεσπίζεται διαδικασία «Ταχείας Πρόσληψης» για την κάλυψη επειγουσών αναγκών επιχειρήσεων. Συνεπώς, η γραφειοκρατία μειώνεται δραστικά, γεγονός που αφορά ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Βία και Παρενόχληση στην Εργασία

Με το άρθρο 3 του Ν. 5239/2025, τροποποιείται το άρθρο 62 ΚΕΔ, ώστε να συγχωνεύονται σε ενιαία πολιτική, οι δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστές υποχρεώσεις της επιχείρησης (πρόληψη βίας και παρενόχλησης και διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών).

Η ενοποίηση αυτή απλοποιεί τη συμμόρφωση, καθώς η επιχείρηση υιοθετεί πλέον μία ενιαία πολιτική αντί δύο.

Χρόνος εργασίας, υπερωρία και διευθύνοντες υπάλληλοι

Ο Ν. 5239/2025 εισάγει τρεις κρίσιμες μεταβολές στον χρόνο εργασίας.

  • Πρώτον, επεκτείνεται η δυνατότητα απασχόλησης έως 13 ωρών ημερησίως (που ίσχυε ήδη για εργαζόμενους σε δύο εργοδότες) και στην περίπτωση απασχόλησης σε έναν μόνο εργοδότη, υπό τον αυστηρό περιορισμό τήρησης όλων των ορίων ανάπαυσης.
  • Δεύτερον, επιτρέπεται πλέον η υπερωριακή απασχόληση και στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, με καταβολή των νόμιμων προσαυξήσεων (40%).
  • Τρίτον, διευρύνεται η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, με δυνατότητα τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (π.χ. για γονείς), γεγονός που αποτελεί σημαντική καινοτομία υπέρ της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.

Σε σχέση με τις αποδοχές υπερωρίας, ο νόμος ακολουθει τη σταθερή νομολογία. Ειδικότερα, η ΑΠ 288/2018 έχει κρίνει ότι η εργασία πέραν του οκταώρου σε πενθήμερο σύστημα, ακόμη και κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, συνιστά υπερωριακή απασχόληση και γεννά αξίωση πρόσθετης αμοιβής.

Επιπροσθέτως, ο νέος νόμος προβλέπει ότι οι προσαυξήσεις υπερεργασίας, υπερωρίας, νυχτερινών και αργιών απαλλάσσονται πλέον από ασφαλιστικές εισφορές, ρύθμιση που επεκτείνεται και σε προσαυξήσεις που χορηγούνται οικειοθελώς από τον εργοδότη ή προβλέπονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ).

Οικειοθελής Αποχώρηση και Μονομερής Βλαπτική Μεταβολή

Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται πλέον ηλεκτρονικά στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου, αποκλειστικά από τον εργαζόμενο. Η αλλαγή αυτή αποκλείει πρακτικές εργοδοτών που, στο παρελθόν, ανήγγελλαν μονομερώς «οικειοθελή αποχώρηση» χωρίς τη γνώση ή τη βούληση του εργαζομένου.

Παράλληλα, αποσαφηνίζεται νομοθετικά η έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής (άρθρο 332 ΚΕΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 Ν. 5239/2025). Κατά την ΑΠ 860/2024, η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη μόνον εφόσον:

  • γίνει εγγράφως και
  • καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ταυτόχρονα ή αυθημερόν.

Κάθε καθυστέρηση, ακόμη και ολίγων ημερών, συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη. Η ρύθμιση αυτή διατηρείται αμετάβλητη και μετά τον Ν. 5239/2025.

Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας

Εισάγεται η ευέλικτη προσέλευση εργαζομένων, η οποία επιτρέπει ελαστικότητα στη σήμανση της ψηφιακής κάρτας εντός ορισμένου χρονικού παραθύρου. Επιπλέον, θεσπίζεται ο «χρόνος προετοιμασίας», δηλαδή ο χρόνος που ο εργαζόμενος αφιερώνει σε ετοιμασία πριν ή μετά την εργασία του, ο οποίος πλέον αναγνωρίζεται ρητά ως χρονικό σημείο σήμανσης.

Τέλος, καταργείται η υποχρέωση τήρησης στον χώρο εργασίας εντύπων όπως το βιβλίο αδειών, ο πίνακας προσωπικού και τα εκκαθαριστικά, καθώς τα στοιχεία αυτά τηρούνται πλέον ψηφιακά στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον οι εργαζόμενοι αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης μέσω της εφαρμογής myErgani.

Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία

Σημαντικές αλλαγές επέρχονται και στο Βιβλίο Τρίτο του ΚΕΔ.

Ειδικότερα, ενισχύεται ο ρόλος των Επιτροπών Υγείας και Ασφάλειας Εργαζομένων (ΕΥΑΕ), μεταξύ άλλων με τη θεσμοθέτηση εκτάκτων συνεδριάσεων. Εισάγεται ρητή αναφορά στις συνθήκες εργασίας εργαζομένων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας.

Παράλληλα, τροποποιείται το πλαίσιο διάγνωσης και αναγγελίας επαγγελματικών ασθενειών, ενώ διαφοροποιείται η υποχρέωση αναγγελίας εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές, η οποία πλέον περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (δηλαδή τραυματισμού που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου.

Τέλος, με το άρθρο 41 Ν. 5239/2025 προβλέπεται η δημιουργία του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος «ΗΡΙΔΑΝΟΣ» για την ψηφιακή διαχείριση θεμάτων υγείας και ασφάλειας στην εργασία.

Μητρότητα και Γονεϊκή Προστασία

Η ρύθμιση της ετήσιας άδειας αναδιαμορφώνεται με μεγαλύτερη ευελιξία στην κατάτμησή της, ενώ η προστασία μητρότητας επεκτείνεται στις εργαζόμενες που υιοθετούν ή αναλαμβάνουν ως ανάδοχες τέκνο έως 8 ετών.

Πρόκειται για μια ρύθμιση εξαιρετικής πρακτικής σημασίας, καθώς μέχρι πρότινος οι υιοθετούσες και ανάδοχες μητέρες δεν απολάμβαναν ισότιμη προστασία. Το επίδομα γονικής άδειας καθίσταται αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο, ενώ δεν προσμετράται στο οικογενειακό εισόδημα.

Περαιτέρω, το επίδομα κυοφορίας και λοχείας επεκτείνεται και στις περιπτώσεις απασχόλησης σε περισσότερους του ενός εργοδότες, καλύπτοντας ένα κενό που ταλαιπωρούσε εργαζόμενες με πολλαπλή απασχόληση.

Πίνακας Βασικών Αλλαγών (ΠΔ 62/2025 → Ν. 5239/2025)

ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώς (ΠΔ 62/2025)Νέα ρύθμιση (Ν. 5239/2025)
Αναγγελία πρόσληψηςΥποβολή τεσσάρων ξεχωριστών εντύπων στο ΕΡΓΑΝΗΈνα ενιαίο έγγραφο (Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας)
Πολιτικές βίας και παρενόχλησηςΔύο ξεχωριστές πολιτικές (πρόληψη + εσωτερικές καταγγελίες)Μία ενιαία πολιτική (άρθρο 62 ΚΕΔ, τροπ. άρθ. 3 Ν. 5239/2025)
Εκ περιτροπής εργασίαΔεν επιτρεπόταν υπερωρίαΕπιτρέπεται υπερωρία με προσαύξηση 40%
Ημερήσιο ωράριο (1 εργοδότης)Μέχρι 10 ώρες (8 + 2 υπερεργασία/υπερωρία)Μέχρι 13 ώρες υπό αυστηρούς περιορισμούς ανάπαυσης
Τετραήμερη εργασίαΔεν προβλεπόταν ρητάΔυνατότητα τετραημέρου καθ’ όλο το έτος (διευθέτηση χρόνου)
Οικειοθελής αποχώρησηΑναγγελία υπογραφόμενη από εργοδότη και εργαζόμενοΗλεκτρονική αναγγελία αποκλειστικά από τον εργαζόμενο
Τήρηση εντύπωνΥποχρεωτική τήρηση στον χώρο εργασίας (βιβλίο αδειών, πίνακας προσωπικού)Κατάργηση υποχρέωσης (πλήρης ψηφιοποίηση μέσω ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ)
Ασφαλιστικές εισφορές σε προσαυξήσειςΑπαλλαγή μόνο για νόμιμες προσαυξήσειςΑπαλλαγή και για προσαυξήσεις ΣΣΕ ή οικειοθελείς παροχές εργοδότη
Μητρότητα (υιοθεσία/αναδοχή)Προστασία αποκλειστικά για φυσική μητέραΕπέκταση σε υιοθετούσες και ανάδοχες μητέρες (τέκνα έως 8 ετών)

Ο Ν. 5278/2026 και η Ενίσχυση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων

Ο Ν. 5278/2026 τροποποιεί αποκλειστικά το Βιβλίο Δεύτερο του ΚΕΔ (Δίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων), υλοποιώντας τη νομοθετική κατοχύρωση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας.

Πρόκειται για σημαντική μεταρρύθμιση στο πεδίο του συλλογικού εργατικού δικαίου, καθώς αποσκοπεί στην αναβίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στη διεύρυνση του αριθμού των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές ΣΣΕ. Οι βασικές ρυθμίσεις εστιάζουν σε πέντε σημεία. Συγκεκριμένα:

  • Πρώτον, εισάγεται η επικουρική αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ΓΣΕΕ να συνυπογράφει κλαδικές ΣΣΕ, κατόπιν πρόσκλησης πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας οργάνωσης (άρθρο 3, τροποποίηση άρθρου 396 ΚΕΔ). Η ρύθμιση αποσκοπεί στην κάλυψη κενών σε κλάδους όπου δεν υπάρχει ισχυρή κλαδική συνδικαλιστική εκπροσώπηση.
  • Δεύτερον, οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν υποχρεωτικά αναφορά σε Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), ώστε να προσδιορίζεται σαφώς το πεδίο εφαρμογής τους (άρθρο 4, προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 401 ΚΕΔ). Η ρύθμιση αυτή επιλύει ένα διαχρονικό πρόβλημα, καθώς στο παρελθόν η ασαφής οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής κλαδικών συμβάσεων δημιουργούσε αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις ως προς το αν δεσμεύονται από συγκεκριμένη ΣΣΕ.
  • Τρίτον, ενισχύεται η μετενέργεια κανονιστικών όρων ΣΣΕ (άρθρο 8, τροποποίηση άρθρου 402 ΚΕΔ), δηλαδή η δεσμευτική ισχύς των όρων ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης.
  • Τέταρτον, διευκολύνεται η επέκταση ΣΣΕ (άρθρο 9, τροποποίηση άρθρου 404 ΚΕΔ), ρύθμιση που δύναται να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις.
  • Πέμπτον, μεταρρυθμίζεται ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Συγκεκριμένα, ενισχύεται ο έλεγχος παραδεκτού αιτήσεων μεσολάβησης και διαιτησίας (άρθρα 10 έως 12), ενώ συστήνεται νέα Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού (άρθρο 414Α ΚΕΔ). Αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη ότι, αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγγραφεί ή δεν τηρεί επικαιροποιημένα τα στοιχεία της στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ), αναστέλλονται τα δικαιώματά της να αιτηθεί επέκταση ΣΣΕ ή να προσφύγει σε μεσολάβηση και διαιτησία.

Πίνακας Αλλαγών Ν. 5278/2026 (Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο)

ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώςΝέα ρύθμιση (Ν. 5278/2026)
Σύναψη κλαδικών ΣΣΕΜόνο πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες οργανώσειςΔυνατότητα συνυπογραφής και από τη ΓΣΕΕ (επικουρικά)
Πεδίο εφαρμογής ΣΣΕΓενική αναφορά κλάδουΥποχρεωτική αναφορά σε ΚΑΔ
Μετενέργεια όρων ΣΣΕΜετενέργεια μόνο μισθολογικών όρωνΜετενέργεια όλων των κανονιστικών όρων
Επέκταση ΣΣΕΑυστηρά κριτήρια (δυσχερής στην πράξη)Απλοποίηση κριτηρίων (ευκολότερη εφαρμογή)
ΟΜΕΔΧωρίς ειδικό έλεγχο παραδεκτούΣύσταση Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού (άρθρο 414Α ΚΕΔ)
Μη εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕΧωρίς ρητή κύρωσηΑναστολή δικαιωμάτων επέκτασης ΣΣΕ και προσφυγής σε ΟΜΕΔ

Νομολογιακή Αποτίμηση

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο ενσωματώνει τη βασική νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι και σήμερα. Κρίσιμη παραμένει η ΑΠ 375/2025, η οποία επιβεβαίωσε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Περαιτέρω, η ΟλΑΠ 3/2024, η πιο πρόσφατη ολομελειακή απόφαση επί εργατικών διαφορών, κατέστησε σαφές ότι η καταγγελία δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική όταν βασίζεται σε πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων ή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων. Τούτο διότι σε αυτές τις περιπτώσεις κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Αντιστρόφως, η ίδια απόφαση υπενθύμισε ότι ο εργαζόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η αρχή αυτή παραμένει πλήρως ισχύουσα και υπό τον νέο Κώδικα, δεδομένου ότι η κωδικοποίηση δεν μετέβαλε το ουσιαστικό περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων.

Επιπροσθέτως, η ΑΠ 830/2024 εισήγαγε αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου δεσμευτικών ρητρών σε συμβάσεις εργασίας, ιδίως ρητρών μη ανταγωνισμού και ρητρών επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης, μέσω εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος) και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ).

Πρακτικές Επισημάνσεις

Αντιστοίχιση άρθρων

Κάθε εσωτερικό έγγραφο επιχείρησης (σύμβαση εργασίας, κανονισμός εργασίας, πολιτική βίας και παρενόχλησης) που παραπέμπει σε παλαιότερες διατάξεις (Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990), χρειάζεται επικαιροποίηση με τους νέους αριθμούς άρθρων του ΚΕΔ. Οι πίνακες αντιστοιχίας στο τέλος του ΠΔ 62/2025 αποτελούν το κατάλληλο εργαλείο.

Ψηφιοποίηση διαδικασιών

Η μετάβαση στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, η Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας και η εφαρμογή myErgani αλλάζουν ριζικά τον τρόπο διαχείρισης προσωπικού. Οι επιχειρήσεις που εξακολουθούν να τηρούν χειρόγραφα βιβλία αδειών ή πίνακες προσωπικού σε έντυπη μορφή θα πρέπει να μεταβούν άμεσα στις ψηφιακές διαδικασίες.

Ενιαία πολιτική βίας και παρενόχλησης

Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν ήδη δύο ξεχωριστές πολιτικές (πρόληψη βίας και διαχείριση καταγγελιών), οφείλουν να τις συγχωνεύσουν σε μία ενιαία, σύμφωνα με το νέο άρθρο 62 ΚΕΔ. Το Υπουργείο Εργασίας έχει εκδώσει σχετικό υπόδειγμα πολιτικής κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 69 ΚΕΔ (ΥΑ 95/2026).

Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης

Μετά τον Ν. 5239/2025, η ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται αποκλειστικά από τον εργαζόμενο μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου. Ο εργοδότης δεν μπορεί πλέον να αναγγείλει μονομερώς «οικειοθελή αποχώρηση».

Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κρίσιμη είναι η αρχή που θέσπισε η ΑΠ 269/2020, σύμφωνα με την οποία, όταν προηγείται βλαπτική μεταβολή, η αποχώρηση εξομοιώνεται με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη.

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ν. 5278/2026)

Οι επιχειρήσεις που δεσμεύονται από κλαδικές ΣΣΕ θα πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις, καθώς η διευκόλυνση επέκτασης και η μετενέργεια όλων (και όχι μόνο των μισθολογικών) κανονιστικών όρων ενδέχεται να επεκτείνουν σημαντικά τις υποχρεώσεις τους. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο υποχρεωτικός προσδιορισμός των ΚΑΔ στις κλαδικές ΣΣΕ.

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ελέγξουν εάν οι ΚΑΔ τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κάποιας κλαδικής σύμβασης, ιδίως σε περιπτώσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερους κλάδους. Ταυτόχρονα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις οφείλουν να διατηρούν ενημερωμένα τα στοιχεία τους στο ΓΕΜΗΣΟΕ, διαφορετικά κινδυνεύουν με αναστολή κρίσιμων δικαιωμάτων τους.

Υπερωρία σε εκ περιτροπής εργασία

Η νέα δυνατότητα υπερωριακής απασχόλησης στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας (με προσαύξηση 40%) απαιτεί προσοχή ως προς την τήρηση του 11ώρου ημερήσιας ανάπαυσης και του εβδομαδιαίου ορίου. Κάθε υπέρβαση εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Υγεία και ασφάλεια

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επικαιροποιήσουν τις γραπτές εκτιμήσεις επαγγελματικού κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τις νέες υποχρεώσεις σχετικά με εργαζόμενους με αναπηρία ή χρόνια πάθηση.

Η αναγγελία εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές περιορίζεται πλέον στις περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου, ενώ η αναγγελία στο ΟΠΣ ΣΕΠΕ εξακολουθεί να διέπεται από τα κριτήρια της Εγκυκλίου 441915/2023 της Επιθεώρησης Εργασίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

Το Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο Ως Φορολογικό Στοιχείο

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης.

Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο το οποίο έχει κριθεί επανειλημμένα ότι αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 848/2025, 167/2024, 383/2022, 1365/2017 κ.ά.).

Νομικό Πλαίσιο & Ζητήματα Που Ανακύπτουν

Στο εξεταζόμενο ζήττημα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α’ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. από τις οποίες συνάγεται το παραπάνω συμπέρασμα, περί νόμιμου φορολογικού παραστατικού του συμβολαιογραφικού εγγράφου για real estate εταιρείες και επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, εφαρμόζονται του οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς και του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

Τέλος, τα νομικά ζητήματα που έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία, μέχρι σήμερα, είναι τα εξής:

  • αν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητεί το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα,
  • σε ποια αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να ερείδεται η κρίση της περί εικονικότητας και η νομιμότητα των στοιχείων αυτών.

Ειδικότερα:

Προσδιορισμός Αξίας Πώλησης

Για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ο οποίος εισήγαγε το σύστημα αυτό.

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού.

Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής.

Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (ΣτΕ 346/2021).

Βάρος Απόδειξης

Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις («τεκμήρια»).

Ως τεκμήρια, δε, νοούνται οι αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.

Το παραπάνω, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα.

Τούτο, δε, είτε το ποσό αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει.

Εξάλλου, τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού (δλδ του πωλητή) τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021).

Δικαίωμα Αμφισβήτηση Τιμήματος

Ζήτημα τίθεται στο εάν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές ή εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Πολύ περισσότερο όταν η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών.

Τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η αντικειμενική αξία ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό (εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία), ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος.

Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις ή και τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου.

Κυρώσεις

Με το προϊσχύον δίκαιο του Ν. 4174/2013 (άρθρο 55 παρ. 2 περ. α) προβλέπονταν πως σε παράβαση για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με το 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ.

Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 4337/2015.

Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.

Με την πρόσφατη απόφαση 848/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ., “άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση“, δηλαδή σε κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου, κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο παρελθόν χρονικό διάστημα μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης από το ΣτΕ (2025).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως φορολογικό στοιχείο και τις έννομες συνέπειες αυτού.

ΣτΕ: Αντισυνταγματική Η Απενεργοποίησης ΑΦΜ Για Φοροδιαφυγή

Με την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (Ολομ.) 869/2025, το ανώτατο ακυρωτικό, έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η αναστολή (απενεργοποίηση) ΑΦΜ σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Ειδικότερα, η Φορολογική Διοίκηση, το έτος 2015, αποφάσισε την αναστολή χρήσης ΑΦΜ Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. α΄ υποπερ. iv της Πολ. 1200/ 2015 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, ήτοι λόγω διαπιστώσεως φοροδιαφυγής όσον αφορά τον Φ.Π.Α., κατά το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013).

Η ανωτέρω ΙΚΕ προσέφυγε στο ΣτΕ, το οποίο έκρινε τα παρακάτω.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το νομοθετικό πλέγμα της συγκεκριμένης υπόθεσης, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, είναι:

  • Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, και ειδικότερα τα άρθρα 10 και 11 στα οποία ρυθμίζονται, αντίστοιχα, η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου.
  • Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) 904/2010 του Συμβουλίου, ο οποίος ενσωματώθηκε στον ΚΦΔ.
  • Η Πολ. 1200/2.9.2015 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Καθορισμός διαδικασίας αναστολής του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών» στην οποία, ορίζονται μεταξύ άλλων, ότι:

«Η Φορολογική Διοίκηση αναστέλλει τη χρήση Α.Φ.Μ. για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών στις περιπτώσεις που: α) υφίστανται στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος έχει παύσει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή ότι διαπράττει φοροδιαφυγή. Ως στοιχεία τέτοια νοούνται: i … iv. η διαπίστωση φοροδιαφυγής όσον αφορά το Φ.Π.Α., κατά την έννοια και τα όρια του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. όπως ισχύει … β) Α.Φ.Μ. για οποιοδήποτε λόγο καθίσταται από τη Φορολογική Διοίκηση “απενεργοποιημένος” και φέρει τη σχετική ένδειξη στο Υποσύστημα Μητρώου των Φορολογουμένων στο ΤΑΧIS»

  • Το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό».
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΕ

Το ΣτΕ, στην απόφασή του, έκρινε ότι με την παραπάνω συνταγματική διάταξη παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία.

Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή, αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Περαιτέρω, επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως.

Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Η αναφερθείσα ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Προϋποθέσεις Νομοθετικής Εξουσιοδότησης

Ωστόσο, όταν το αντικείμενο της ρύθμισης αφορά την οργάνωση επαγγέλματος ή την άσκηση οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος, προκειμένου να είναι ανεκτή η ρύθμισή τους με υπουργική απόφαση (ή πράξη άλλου οργάνου της διοίκησης), πρέπει, πάντως, η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος να διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη διάταξη.

H απαίτηση αυτή επιβάλλεται λόγω της ανάγκης διασφάλισης της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου και περαιτέρω συμβάλλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και ειδικότερα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, λόγω της οριοθέτησης του πλαισίου εντός του οποίου δύναται να κινείται η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση.

Η προβλεπόμενη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να αναστέλλει την χρήση αριθμού φορολογικού μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του, μεταξύ άλλων, εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος διαπράττει φοροδιαφυγή, συνιστά βαθιά επέμβαση στην οικονομική ζωή του εν λόγω φορολογούμενου, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με απαγόρευση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας.

Απόφαση Περί Αντισυνταγματικότητας

Η ρύθμιση αυτή του νόμου, για την οποία, παρέχεται εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να ορίζει με απόφασή του «περιπτώσεις αναστολής ή απενεργοποίησης αριθμού φορολογικού μητρώου, τις συνέπειες της αναστολής και της απενεργοποίησης» δεν περιέχει την αναγκαία, λόγω της σημασίας του ρυθμιζόμενου ζητήματος, ουσιαστική ρύθμιση, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, με την πρόβλεψη των αναγκαίων εγγυήσεων και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά συνιστά κατ’ ουσίαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για την ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων σε περίπτωση φοροδιαφυγής, εφόσον δεν τίθενται όρια στην αρμοδιότητά του.

Περαιτέρω, η ουσιαστική ρύθμιση δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του ίδιου ή άλλου νόμου, διότι καμία διάταξη δεν περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις.

Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε το ΣτΕ, οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4174/2013, κατά το μέρος που προβλέπουν την δυνατότητα αναστολής της χρήσης του Α.Φ.Μ. ή απενεργοποίησης αυτού σε περίπτωση φοροδιαφυγής και παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τον ορισμό περιπτώσεων αναστολής ή απενεργοποίησης του Α.Φ.Μ. και των συνεπειών της αναστολής και της απενεργοποίησης (σε περίπτωση φοροδιαφυγής), αντίκεινται στο άρθρο 43 παρ. 2 περ. β του Συντάγματος.

Κατόπιν τούτων, οι διατάξεις της Πολ. 1200/2015 απόφασης της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκαν με την Πολ. 1088/2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθ’ ο μέρος αναφέρονται στην αναστολή χρήσης και στην απενεργοποίηση Α.Φ.Μ. λόγω φοροδιαφυγής, βασιζόμενες σε αντισυνταγματικές διατάξεις, είναι μη νόμιμες και ανίσχυρες.

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

Κατά την αντίληψη του νομοθέτη, η αναστολή χρήσης του αριθμού φορολογικού μητρώου δεν συνιστά επιβολή κύρωσης για παράβαση διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά έχει προεχόντως τον χαρακτήρα διοικητικού μέτρου και περαιτέρω δεν συνδέεται αμέσως με συγκεκριμένο φορολογικό βάρος, κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.

Συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει από την προσβολή τέτοιας πράξης υπάγεται, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, η κατ’ άρθρο 63 του ν. 4174/2013 ενδικοφανής προσφυγή προβλέπεται για την περίπτωση άσκησης προσφυγής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι για την περίπτωση άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως.

Επομένως, αίτηση ακυρώσεως, για την οποία δεν έχει προηγηθεί η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, ασκείται παραδεκτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την απενεργοποίησης ΑΦΜ λόγω φοροδιαφυγής.

Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών

Η Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής συνεστήθη με το άρθρο 16 του Ν. 4714/2020.

Σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση «επιδιώχθηκε η σύσταση Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης των εκκρεμών φορολογικών διαφορών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με στόχο την ταχεία επίλυση των διαφορών αυτών, την αποσυμφόρηση της διοικητικής δικαιοσύνης, και την τόνωση των φορολογικών εσόδων».

Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε ότι διάδικος φορολογούμενος σε εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (ΤΔΔ) διαφορές από πράξη επιβολής φόρου ή προστίμων κατά τη φορολογική νομοθεσία μπορεί να υποβάλει αίτηση ενώπιον της Επιτροπής, με αίτημα την εξώδικη επίλυση της διαφοράς.

Τελωνειακές διαφορές δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου.

Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, ενώ το αίτημα μπορεί να αφορά μόνο σε υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί, ενώπιον του ΣτΕ και των ΤΔΔ.

Τέλος, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο 5222/2025 (άρθρο 255) παρατάθηκε η λειτουργία της Επιτροπής, έως τις 24 Ιουλίου 2026.

Δομή Επιτροπής

Περαιτέρω, η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελείς συνθέσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και συγκροτείται από πρόσωπα με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία που θα εξασφαλίζουν τη δίκαιη και αμερόληπτη διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Έργο της Επιτροπής είναι η εξώδικη επίλυση των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων φορολογικών διαφορών.

Έδρα της Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα και παράρτημα της Επιτροπής λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη. Η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελή τμήματα, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβεί τα 10.

Τα τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Αθήνα είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Διοικητικών Εφετείων Αθήνας, Πειραιά, Πατρών, Τρίπολης και Χανίων και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών.

Τα Τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Θεσσαλονίκη είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον, των Διοικητικών Εφετείων Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Ιωαννίνων και Κομοτηνής και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών. Πρόεδρος εκάστου Τμήματος ορίζεται πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Πρόεδρου Εφετών.

Μέλη εκάστου Τμήματος ορίζεται ένας πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Εφέτη και ένα μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στα Τμήματα εισηγούνται χωρίς δικαίωμα ψήφου εφοριακοί υπάλληλοι. Της Επιτροπής προΐσταται Γενικός Προϊστάμενος.

Ως Γενικός Προϊστάμενος ορίζεται πρώην μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Προέδρου Εφετών, ο οποίος επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες των Τμημάτων της Επιτροπής χωρίς να συμμετέχει σε αυτές και κατανέμει στα Τμήματα τις ασκηθείσες αιτήσεις.

Λόγοι Αιτήσεως Εξώδικης Επίλυσης

Με την αίτηση εξώδικης επίλυσης μπορεί να προβληθούν παραδεκτά οι κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενοι ισχυρισμοί: 

  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω παρόδου του χρόνου εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση είχε δικαίωμα προς καταλογισμό αυτών.
  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω λήψης φορολογικού πιστοποιητικού χωρίς επιφύλαξη.
  • Εσφαλμένο καταλογισμό του φόρου ή προστίμου λόγω πρόδηλης έλλειψης φορολογικής υποχρέωσης ή αριθμητικού σφάλματος. 
  • Αναδρομική εφαρμογή της ευμενέστερης φορολογικής κύρωσης σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία του ΣτΕ. 
  • Μείωση του πρόσθετου φόρου, του τόκου, των προσαυξήσεων και των προστίμων.

Οι ισχυρισμοί πρέπει να περιλαμβάνονται στα κατατεθέντα για τη διαφορά δικόγραφα, τα οποία προσκομίζονται με επιμέλεια του φορολογούμενου.

Το αίτημα εξώδικης επίλυσης είναι απαράδεκτο όταν το εκκρεμές ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, είναι, κατά την κρίση της επιτροπής, εκπρόθεσμο.

Αξιολόγηση Από Την Επιτροπή

Περαιτέρω, η Επιτροπή ελέγχει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς με βάση τη νομολογία και την πάγια πρακτική της Φορολογικής Διοίκησης. Μπορεί να προτείνει την εν όλω ή εν μέρει αποδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος, υποβάλλει δε, σε κάθε περίπτωση, συγκεκριμένη πρόταση στον αιτούντα.

Η πρόταση της Επιτροπής περιέχει επαρκή αιτιολογία και κοινοποιείται στον αιτούντα.

Αποδοχή

Εάν ο αιτών αποδεχθεί την πρόταση της Επιτροπής εντός 5 εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση αυτής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό εξώδικης επίλυσης, το οποίο δημοσιεύεται στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Η αποδοχή επιβεβαιώνεται με την υπογραφή της πρότασης από τον αιτούντα.

Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης είναι εκτελεστός τίτλος και το αναγραφόμενο σε αυτό ποσό βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Το ως άνω πρακτικό επιλύει αμετάκλητα την εκκρεμή διαφορά και δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφόσον επί του συνολικού ποσού που προκύπτει για τον φορολογούμενο, καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον 30% του κυρίου φόρου που οφείλεται, εντός 5 εργασίμων ημερών από την υπογραφή του και χωρήσει νομίμως η εξόφληση του συνόλου αυτού.

Τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί έναντι του κύριου φόρου συνυπολογίζονται.

Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω όροι, καθώς και εάν δεν καταβληθούν 2 συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει η καταβολή των 2 τελευταίων δόσεων για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ο συμβιβασμός ανατρέπεται αναδρομικά, θεωρείται ότι δεν επήλθε ποτέ και τυχόν καταβληθέντα ποσά θεωρούνται ότι καταβλήθηκαν έναντι της αρχικής οφειλής, η οποία βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Μη Αποδοχή

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής, συντάσσεται πρακτικό ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης. Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης ή το πρακτικό ματαίωσης αυτής κοινοποιούνται άμεσα, με επιμέλεια της γραμματείας των Επιτροπών, στο Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Με την κοινοποίηση του πρακτικού εξώδικης επίλυσης η υπόθεση τίθεται αυτοδίκαια στο αρχείο με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής και σύνταξης πρακτικού ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης η ανασταλείσα δίκη συνεχίζεται. 

Τέλος, μερική αποδοχή της πρότασης της Επιτροπής δεν επιτρέπεται.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών.

ΔΕΔ – Δεκαετής Η Παραγραφή Σε Περιπτώσεις Φοροδιαφυγής

Με την πρόσφατη απόφαση 1267/2025 (Αθήνα), η ΔΕΔ ασχολήθηκε με το θέμα της 10ετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων, προστίμων κλπ, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014, η οποία κοινοποιήθηκε την 11-12-2024, καταλογίστηκε σε βάρος φορολογούμενου διαφορά φόρου ποσού 266.732,48 Ευρώ, πλέον προστίμου φόρου άρθρου 54 του Ν. 5104/2024 ποσού 133.510,18 Ευρώ, ήτοι σύνολο φόρων, τελών και εισφορών για καταβολή, ύψους 401.029,89 Ευρώ.

Η ανωτέρω Πράξη στηρίχθηκε στην από 11/12/2024 θεωρηθείσα Έκθεση Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., η οποία συντάχθηκε κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στα εισοδήματα του φορολογούμενου του έτους 2014, δυνάμει σχετικής Εντολής Ελέγχου του Προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας. 

Αιτία του ελέγχου αποτέλεσε η από 07/10/2024 Πορισματική Έκθεση της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (Δ.Ε.Ο.Ε.), η οποία διαβιβάστηκε στην ελεγκτική αρχή την 10-10-2024.

Σύμφωνα με την πορισματική έκθεση της Δ.Ε.Ο.Ε., μετά από διερεύνηση των τραπεζικών λογαριασμών του προσφεύγοντος, διαπιστώθηκε η παράλειψη δήλωσης, στο φορολογικό έτος 2014, αγοράς χρεογράφων (Α/Κ) ποσών 125.779,97 Ευρώ και 965.821,92 Ευρώ.

Για τα ανωτέρω δύο ποσά, ζητήθηκαν από τον φορολογούμενο, αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τον σχηματισμό του κεφαλαίου για τις παραπάνω συναλλαγές, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν οι ανωτέρω αγορές προήλθαν από εισοδήματά του (και της συζύγου του), τα οποία είτε είχαν φορολογηθεί, είτε είχαν νόμιμα απαλλαγεί του φόρου («Πίνακας Ανάλωσης»).

Ο φορολογούμενος, δεν προσκόμισε τον αιτηθέντα Πίνακα Ανάλωσης, αλλά με υπόμνημά του, προσκόμισε στοιχεία σχετικά με το πρώτο ποσό, ύψους 125.779,97 ευρώ, σύμφωνα με τα οποία αφορά προθεσμιακή κατάθεση την οποία δεν όφειλε να δηλώσει.

Ωστόσο, δεν δόθηκαν στοιχεία για το υπόλοιπο ποσό των 965.821,92 ευρώ, το οποίο αφορούσε αγορά ΟΣΕΚΑ με χώρα έκδοσης το Λουξεμβούργο.

Στη συνέχεια συντάχθηκε Πίνακας Ανάλωσης κεφαλαίου από τη Δ.Ε.Ο.Ε., βάσει των υποβληθεισών δηλώσεων εισοδήματος του φορολογούμενου, για τις χρήσεις 1996 έως 2014, από τον οποίο προέκυψε ότι το μη αναλωθέν υπόλοιπο που είχε στη διάθεση του ο φορολογούμενος στο τέλος του έτους 2014 ανέρχεται στο ποσό των 56.935,11 Ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω, προέκυψε η αγορά του ομολόγου ποσού 965.821,92 Ευρώ που πραγματοποίησε ο φορολογούμενος, δικαιολογείται μόνο κατά το ποσό των 56.935,11 Ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ύψους 908.886,81 Ευρώ αποτελεί προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτα εισοδήματα.

Ακολούθως ο έλεγχος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., λαμβάνοντας υπόψη τον πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου, όπως προσδιορίστηκε από τη Δ.Ε.Ο.Ε., τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου την χρήση 2014 και την διαπίστωση της παράλειψης δήλωσης της αγοράς του ομολόγου αξίας 965.821,92 Ευρώ, προσδιόρισε πρόσθετη διαφορά μεταξύ τεκμαρτού και συνολικού εισοδήματος ποσού 820.064,45 Ευρώ.

Στη συνέχεια, κοινοποιήθηκε στον φορολογούμενο ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, και αντίγραφο της πορισματικής έκθεσης της Δ.Ε.Ο.Ε.

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ

Ο φορολογούμενος δεν κατέθεσε τις απόψεις του επί του κοινοποιηθέντος Σ.Δ.Ε. αλλά κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ισχυριζόμενος -μεταξύ άλλων- ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, φόρους, πρόστιμα κ.λπ., του φορολογικού έτους 2014 έχει παραγραφεί.

Ειδικότερα, ο φορολογούμενος ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει φόρο εισοδήματος και πρόστιμο, για το φορολογικό έτος 2014, έληξε στις 31/12/2020, βάσει των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024.

Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του οι διατάξεις της παραγράφου 3α του ίδιου άρθρου, περί κοινοποίησης πράξης εντός 10 ετών, δεδομένου ότι δεν νοούνται ως συμπληρωματικά στοιχεία ή νέα στοιχεία η υποβολή μιας ποινικής δικογραφίας από τον Οικονομικό Εισαγγελέα καθώς όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Οικονομικός Εισαγγελέας ήταν προσβάσιμα στο Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. και σε κάθε φορολογική αρχή. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ο Ν. 5104/2024

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024):

«Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων:

αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. (…)

αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν.

β) … Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος.».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ίδιου νόμου:

«Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: … προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές…»

Ο Ν. 4646/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 66, παρ. 27α του Ν. 4646/2019:

«27.α. … Ειδικά για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, μπορεί να εκδοθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.»

Η Εγκύκλιος 2057/2023 ΑΑΔΕ

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 2057/2023 της ΑΑΔΕ με θέμα “Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για την έκδοση και κοινοποίηση πράξεων προσδιορισμού φόρων και επιβολής προστίμων”:

«…Για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων επισημαίνονται τα εξής:

4.1. Για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014-2017, πράξεις προσδιορισμού φόρου μπορούν να εκδοθούν εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 66 του ΚΦΔ. Συνεπώς, για πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση οποιασδήποτε Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης και αφορούν σε φοροδιαφυγή, πράξεις προσδιορισμού φόρου εκδίδονται μόνο εφόσον πρόκειται για ποσά φόρων που υπερβαίνουν τα τιθέμενα στην παρ. 3 του άρθρου 66 όρια.

Στην περίπτωση που οι πληροφορίες περί φοροδιαφυγής περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης μετά την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 36 του ΚΦΔ περίοδο (πενταετία), οι πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου εκδίδονται αποκλειστικά για τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τις πληροφορίες αυτές και για το έτος στο οποίο αφορούν».

Ο Ν. 4172/2013

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 4172/2013:

«Ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:

… β) Αγορά επιχειρήσεων ή σύσταση ή αύξηση του κεφαλαίου επιχειρήσεων που λειτουργούν ατομικώς ή με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ανώνυμης εταιρείας ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίας ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας ή αστικής εταιρίας ή αγορά εταιρικών μερίδων και χρεογράφων γενικώς, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται για τα ασφαλιστικά επενδυτικά συμβόλαια, κατά το μέρος που αποτελούν επενδυτικό προϊόν».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΔΕΔ

Η ΔΕΔ αποφάσισε ότι, με την προσβαλλόμενη πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, προσδιορίστηκε διαφορά φορολογητέου εισοδήματος ποσού 820.064,45 € και καταλογίστηκε φόρος ποσού 266.732,48 €, το οποίο υπερβαίνει τα τιθέμενα όρια με την παρ. 3 του άρθρου 66 του Ν. 4987/2022 (πλέον παρ. 2 του άρθρου 79 του ν. 5104/2024), δηλαδή εμπίπτει στις διατάξεις πε΄ρι φοροδιαφυγής.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την υφιστάμενη φοροδιαφυγή για την χρήση 2014, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους, τόκους και πρόστιμα παραγράφηκε στις 31/12/2024, βάσει των διατάξεων της παρ. 27α του άρθρου 66 του Ν. 4646/2019.

Δηλαδή η ΔΕΔ, δεν στοιχειοθέτησε την 10ετή παραγραφή στη νομική βάση του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024 («νέα στοιχεία»), αλλά στην παρ. 27α του άρθρου 66, του Ν. 4646/2019 («φοροδιαφυγή»)

Επομένως, επειδή η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε εντός του έτους 2024, ήτοι πριν από την λήξη της δεκαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο σχετικός ισχυρισμός του φορολογούμενου απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος. 

Συνεπώς, απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος, με οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, ποσού 401.029,89 Ευρώ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή φορολογικών υποθέσεων.

Ο Ν. 5193/2025 Για Τα Κρυπτονομίσματα & Κρυπτοστοιχεία

Τα κρυπτοστοιχεία αποτελούν μία από τις κύριες εφαρμογές της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού. Εντάσσονται στις νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προσαρμοσμένες στην ψηφιακή εποχή, και συμβάλλουν στη δημιουργία μιας οικονομίας ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις, μεταξύ άλλων καθιστώντας δυνατή τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών.

Με το Ν. 5193/2025 εισάγονται οι απαραίτητοι σε εθνικό επίπεδο κανόνες για την εφαρμογή στην Ελλάδα των κανόνων του Κανονισμού.

Ορισμένα κρυπτοστοιχεία, ιδίως εκείνα που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II), εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Κατά συνέπεια, ένα πλήρες σύνολο κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει ήδη για τους εκδότες των εν λόγω κρυπτοστοιχείων και για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες που σχετίζονται με τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία.

Ενσωμάτωση Κανονισμού MiCAR

Mε τον Κανονισμό MiCAR (EE) 2023/1114 δημιουργείται πλήρες πλαίσιο για τις αγορές κρυπτοστοιχείων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και υιοθετούνται ειδικοί κανόνες για τα κρυπτοστοιχεία και τις συναφείς υπηρεσίες και δραστηριότητες που δεν καλύπτονται ακόμη από νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προς υποστήριξη της καινοτομίας και του θεμιτού ανταγωνισμού και παράλληλα προς διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων και της ακεραιότητας των αγορών κρυπτοστοιχείων.

Λαμβανομένου υπόψη ότι τα κρυπτοστοιχεία υπό τη μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων, που εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμπίπτουν στο ρυθμιστικό και εποπτικό πεδίο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για θέματα προστασίας των επενδυτών, έπεται ότι η αρχή αυτή θα πρέπει να διέπει και το ρυθμιστικό πλαίσιο των νέων προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας που καλύπτει ο Κανονισμός MiCAR και υπάγονται στο ρυθμιστικό του πεδίο και όχι σε αυτό της MiFID II.

Εποπτικές Αρχές

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η εποπτική αρχή που θα επωμιστεί, επομένως, το βάρος της προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων, θα πρέπει να είναι εξοικειωμένη με τα μέτρα και τους κανόνες προστασίας των επενδυτών που επενδύουν σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

Η αρχή αυτή στην Ελλάδα είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία εποπτεύει την τήρηση των κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς, τους όρους δημόσιων εγγραφών και προσκλήσεων στο κοινό, τους κανόνες εισαγωγής χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση στις αγορές (εν προκειμένω εισαγωγής κρυπτοστοιχείων σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες), καθώς και τους κανόνες για την κατάχρηση αγοράς, θεματικές που απαντώνται και στον Κανονισμό MiCAR.

Η αρμόδια εποπτική αρχή που θα επωμιστεί με τον ρόλο αυτό πρέπει να διαθέτει την δέουσα εξειδίκευση και τεχνογνωσία, έτσι ώστε να εποπτεύει αποτελεσματικά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και εν γένει τις οντότητες που υπόκεινται σε καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας κατά τον Κανονισμό MiCAR και να προστατεύει αποτελεσματικά τους ιδιώτες κατόχους κρυπτοστοιχείων, διασφαλίζοντας ότι αυτοί θα ενημερώνονται σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες και τους κινδύνους των κρυπτοστοιχείων στα οποία προτίθενται να επενδύσουν.

Συναφώς, είναι προφανής η ομοιότητα του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων που προβλέπει ο Κανονισμός MiCAR και θα πρέπει να περιέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τον εκδότη, τον προσφέροντα ή τον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοιχείων, για το σχέδιο που πρόκειται να υλοποιηθεί με τα κεφάλαια που θα αντλούνται με δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τα κρυπτοστοιχεία, για την υποκείμενη τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία και για τους σχετικούς κινδύνους, με το ενημερωτικό δελτίο που δημοσιεύεται όταν διενεργείται πρόσκληση στο κοινό προς επένδυση σε κινητές αξίες και όταν εισάγονται χρηματοπιστωτικά μέσα στις αγορές.

Επειδή όμως φορείς που δραστηριοποιούνται σε ορισμένα πεδία του Κανονισμού MiCAR μπορεί να είναι και πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος , την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών εξακολουθεί να διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος και, κατά τα λοιπά, γίνεται κατανομή εποπτικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο αρχών, με βάση λειτουργικά κριτήρια. Ειδική διάταξη λαμβάνει μέριμνα για την ενίσχυση της αποτελεσματικής συνεργασίας της Τράπεζας της Ελλάδος με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Κρυπτονομίσματα Και «Ξέπλυμα Χρήματος»

Περαιτέρω, προστίθενται στον νόμο περί «πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» βασικοί ορισμοί εννοιών που χρησιμοποιούνται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Ειδικότερα, προστίθενται οι ορισμοί των «κρυπτοστοιχείων» και των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» για να διασφαλισθεί η συνοχή του εθνικού νομικού πλαισίου με το νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εισάγονται πλέον στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Επισημαίνεται ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), ο ορισμός των «κρυπτοστοιχείων» του Κανονισμού καλύπτει και τον ορισμό των «εικονικών περιουσιακών στοιχείων» και αντίστοιχα ο ορισμός των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» καταλαμβάνει και τον ορισμό των «παρόχων υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων».

Ο κύριος σκοπός της ως άνω ρύθμισης είναι να εξασφαλιστούν για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων οι ίδιες απαιτήσεις και το ίδιο επίπεδο εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού επικαιροποιείται ο κατάλογος των υπόχρεων οντοτήτων, ώστε να συμπεριλαμβάνει τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην κατηγορία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τους σκοπούς της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Ως προς τον ορισμό της αυτοφιλοξενούμενης διεύθυνσης γίνεται παραπομπή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Επισημαίνεται δε ότι η μνεία στην αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση γίνεται, διότι αποτελεί δυνητικά υψηλό κίνδυνο που συνδέεται με την τεχνολογική και ρυθμιστική πολυπλοκότητα που αυτή συνεπάγεται σε σχέση με την επαλήθευση των στοιχείων κυριότητας.

Τέλος, τροποποιείται και η έννοια της «σχέσης ανταπόκρισης». Ο σκοπός της ρύθμισης συναρτάται με την απαίτηση που υπάρχει από τα κράτη μέλη να επικαιροποιήσουν τον ορισμό της «σχέσης ανταποκριτή», ώστε να διασφαλίσουν ότι περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οντοτήτων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες με σκοπό την εκτέλεση μεταβιβάσεων κρυπτοστοιχείων ή την παροχή παρόμοιων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του νέου άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113, με ειδικές υποχρεώσεις για τις σχέσεις ανταποκριτή που δημιουργούνται από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα κρυπτονομίσματα και κρυπτοστοιχεία.

Μηνιαία Υποχρέωση Δηλώσεων ΦΠΑ Για Νέες Επιχειρήσεις

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση Α. 1049/28-03-2025 του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίστηκε ότι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 43 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 5144/2024), οι υπόχρεοι στον φόρο, οι οποίοι χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και ενεργούν φορολογητέες πράξεις ή πράξεις απαλλασσόμενες του φόρου για τις οποίες έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών (με βάση το άρθρο 35 του Κώδικα ΦΠΑ), με έναρξη εργασιών από 1.1.2024 και εφεξής, υποχρεούται να υποβάλλουν δήλωση ΦΠΑ για κάθε μηνιαία φορολογική περίοδο.

Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί το χρονικό διάστημα εργασιών υπό ίδρυση επιχείρησης φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, για στην ανωτέρω απόφαση ελήφθη υπόψη η ανάγκη ορισμού μηνιαίας φορολογικής περιόδου για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ από υπόχρεους σε υποβολή δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για κάθε φορολογική περίοδο, οι οποίοι χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα, προκειμένου να υφίσταται όμοια φορολογική περίοδος για τις δηλωτικές υποχρεώσεις του ΦΠΑ για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και για εκείνες που τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα.

Στην πραγματικότητα, η βασική επιδίωξη της ΑΑΔΕ, είναι η καταπολέμηση των εικονικών συναλλαγών και της μη απόδοσης ΦΠΑ, μέσω νέο-ιδρυθέντων επιχειρήσεων οι οποίες λειτουργούν για μικρό χρονικό διάστημα, εκδίδουν παραστατικά και κατόπιν διακόπτουν τη δραστηριότητά τους.

Επιστροφή Σε Τριμηνιαίες Καταστάσεις

Περαιτέρω, οι παραπάνω υπόχρεοι έχουν την δυνατότητα επιλογής υποβολής δήλωσης ΦΠΑ ανά τρίμηνη φορολογική περίοδο.

Ειδικότερα, η δήλωση επιλογής φορολογικής περιόδου δύναται να γίνει μέχρι την προτελευταία εργάσιμη του 1ου  ή 4ου  ή 7ου  ή 10ου  μήνα, κατά περίπτωση, εφόσον έως τον αμέσως προηγούμενο μήνα από την δήλωση επιλογής έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 24 μήνες από τον χρόνο έναρξης εργασιών της επιχείρησης.

Η ισχύς της επιλογής φορολογικής περιόδου εκκινεί από την 1η  ημέρα του μήνα υποβολής της δήλωσης επιλογής, μέσα από την ψηφιακή πύλη myAADE της ΑΑΔΕ.

Τέλος, η δήλωση επιλογής τρίμηνης φορολογικής περιόδου δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την παρέλευση 12 μηνών από την έναρξη ισχύος της επιλογής.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με το νομικό πλαίσιο των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.

Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ – Προϋποθέσεις Απαλλαγής

Η ευθύνη διαχειριστή ΙΚΕ προσδιορίστηκε περαιτέρω με την πρόσφατη με αριθμό 4309/2024 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απάλλαξε τον διαχειριστή για τα χρέη της ΙΚΕ.

Σχετικά με την ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας, έχουμε αναφερθεί ξανά σε προηγούμενη αρθρογραφία (εδώ, εδώ και εδώ).

Περιληπτικά, εφαρμόζεται το άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – Ν. 4174/2013), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4646/2019 και εξειδικεύεται από την Α.1082/7-4-2021 ΚΥΑ.

Επιπλέον, πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπό των διοικούντων σωρευτικώς (Ολ ΣτΕ 355/2023) όλες οι αναφερόμενες προϋποθέσεις . 

Περαιτέρω, η ανωτέρω εγκύκλιος ορίζει ότι τα πρόσωπα που φέρουν τις ιδιότητες που ορίζονται στον ΚΦΔ θεωρούνται καταρχήν υπαίτια για τη μη καταβολή ή μη απόδοση των οριζόμενων στις ως άνω διατάξεις οφειλών των νομικών προσώπων και των νομικών οντοτήτων, εκτός αν στα πρόσωπα αυτά συντρέχει περίπτωση έλλειψης υπαιτιότητας.

Έλλειψη Υπαιτιότητας

Η Εγκύκλιος ορίζει ενδεικτικά περιπτώσεις έλλειψης υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων και των διαχειριστών, ανάμεσα σε άλλες, ως εξής:

  • Αποδεδειγμένη και παρατεταμένη αδυναμία ασκήσεως καθηκόντων διοίκησης λόγω βαριάς ασθένειας.
  • Εκκαθάριση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας.
  • Αποδεδειγμένη, με βάση έγγραφα (π.χ. σύμβαση εργασίας, βεβαίωση εταιρίας), αποκλειστική ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων διοίκησης και εκπροσώπησης που δεν άπτονται των φορολογικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας (όπως π.χ. διευθυντής μάρκετινγκ, δ/ντής ανθρωπίνου δυναμικού, δ/ντής πληροφορικής, δ/ντής τεχνικών – υποστηρικτικών υπηρεσιών, δ/ντής αποθήκης, δ/ντής πωλήσεων) , εφόσον τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν έχουν αρμοδιότητα αποκλειστικής γενικής εκπροσώπησης και διαχείρισης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, σύμφωνα με δημοσιευμένα έγγραφα.
  • Ύπαρξη αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος τελεσίδικη ή απόφαση δικαστηρίου.
  • Παραίτηση προγενέστερη της κρίσιμης περιόδου, για την οποία τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας.
  • Ορισμός ως νομίμου εκπροσώπου αλλοδαπού νομικού προσώπου / νομικής οντότητας, το οποίο δεν έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.
  • Στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπα που αν και φέρουν μία από τις ιδιότητες που προβλέπονται δεν έχουν πραγματική ανάμειξη στη διοίκηση/διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας..
  • Έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας κατά τον επίμαχο χρόνο.
Ειδικά Για Την Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ

Στο Ν. 4072/2012 για τις ΙΚΕ ορίζεται ότι «Το καταστατικό μπορεί να ορίζει τον τρόπο διαχείρισης και εκπροσώπησης της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (καταστατική διαχείριση)».

Ωστόσο, ο διαχειριστής της ΙΚΕ απαλλάσσεται από την αλληλέγγυα ευθύνη του για τις φορολογικές οφειλές της τελευταίας, εφόσον πληρούται μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις έλλειψης υπαιτιότητας, τις οποίες αναφέρει η Εγκύκλιος.

Στην περίπτωση που εξέτασε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ο διαχειριστής:

  • δεν κατείχε εταιρικό μερίδιο στην ΙΚΕ, 
  • ορίστηκε διαχειριστής της για χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών,
  • δεν προβλέφθηκε στο καταστατικό της ΙΚΕ αμοιβή για την ανατεθείσα σε αυτόν διαχείριση, και 
  • δεν είχε εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της ως άνω εταιρίας για συναλλαγές που υπερέβαιναν το ποσό των 250 ευρώ, καθώς και για το σύνολο, τελικώς, σχεδόν των ουσιωδών εταιρικών ζητημάτων, για τις οποίες απαιτούνταν και συνυπογραφή εταίρου. 

Κατά συνέπεια, η όποια ανάθεση σε αυτόν εξουσίας διαχείρισης και εκπροσώπησης ήταν τυπική, αφού στη συνέχεια του κειμένου του καταστατικού αναιρέθηκε κατ’ ουσίαν η αρχικώς βάσει του ίδιου κειμένου ανάθεση σε αυτόν της εταιρικής διαχείρισης και εκπροσώπησης. Τούτο διότι συμπεριλήφθηκε ρητός όρος συνυπογραφής του βασικού εταίρου για κάθε θέμα που εξυπηρετεί τον εταιρικό σκοπό, δηλαδή όχι μόνο για τη διενέργεια συναλλαγών άνω των 250 ευρώ αλλά, πρακτικώς, για το οτιδήποτε. 

Επομένως, ο διαχειριστής της ΙΚΕ δεν είχε πραγματική ανάμειξη στη διαχείριση των υποθέσεών της, γεγονός που αποδεικνύεται με τη λήψη υπόψη στοιχείων, όπως:
  • η έλλειψη εταιρικής σχέσης με το ανωτέρω νομικό πρόσωπο και 
  • η έλλειψη αμοιβής προς το παραπάνω φυσικό πρόσωπο, 
  • σε συνδυασμό με στοιχεία που αποδεικνύουν το (φυσικό) πρόσωπο που πραγματικά διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις. 

Τέλος, από τα ως άνω στοιχεία, σε συνδυασμό και με έγγραφα, στα οποία ο εταίρος (και όχι ο Διαχειριστής) υπογράφει ως εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, συνήχθη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι ο εταίρος ήταν αυτός που ασκούσε εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων της ΙΚΕ και όχι ο τυπικά ορισθείς ως διαχειριστής αυτής, ο οποίος δεν είχε καμία εν τοις πράγμασι ουσιαστική διαχειριστική εξουσία. 

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων διαχειριστής ΙΚΕ δεν ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τις οφειλόμενες από την εταιρεία φορολογικές οφειλές.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το προμέρισμα και την ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ.

Προϋποθέσεις & Προδιαγραφές Ακινήτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης

Με τον νέο νόμο 5170/2025 θεσπίστηκαν οι νέες προδιαγραφές για τα ακίνητα τα οποία διατίθενται προς βεραχυχρόνια μίσθωση, μέσω ψηφιακών πλατφορμών (Airbnb, Booking κλπ) στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού.

Σκοπός του παραπάνω νόμου είναι η θέσπιση των λειτουργικών προδιαγραφών των ακινήτων που μισθώνονται βραχυχρόνια και του πλαισίου ελέγχου των ακινήτων αυτών.

Ορισμοί

Σύμφωνα με τον Ν. 4446/2016, ο οποίος εισήγαγε το νομοθετικό πλαίσιο των βραχυχρόνιων μισθώσεων, ως ακίνητο νοείται:

  • το διαμέρισμα,
  • η μονοκατοικία, εξαιρουμένων των μονοκατοικιών οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοιες λόγω της κατάργησης της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας,
  • οποιαδήποτε άλλη μορφή οικήματος με δομική και λειτουργική αυτοτέλεια,
  • τα δωμάτια εντός διαμερισμάτων ή μονοκατοικιών.

Ως οικονομία του διαμοιρασμού ορίζεται κάθε μοντέλο, όπου οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν μια ανοικτή αγορά για την προσωρινή χρήση αγαθών ή υπηρεσιών που συχνά παρέχουν ιδιώτες.

Ως ψηφιακές πλατφόρμες ορίζονται οι ηλεκτρονικές, διμερείς ή πολυμερείς αγορές, όπου δύο ή περισσότερες ομάδες χρηστών επικοινωνούν μέσω διαδικτύου με τη μεσολάβηση του διαχειριστή της πλατφόρμας προκειμένου να διευκολυνθεί μία συναλλαγή μεταξύ τους.

Ως βραχυχρόνια μίσθωση ορίζεται η μίσθωση ή υπεκμίσθωση ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι αναρτημένο σε ψηφιακή πλατφόρμα στο πλαίσιο της οικονομίας διαμοιρασμού ή όχι και ανεξάρτητα αν η σύμβαση συνάπτεται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας, για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, μικρότερη των 60 ημερών και εφόσον δεν παρέχονται άλλες υπηρεσίες πλην της διαμονής και της παροχής κλινοσκεπασμάτων.

Προϋποθέσεις

Ως προϋποθέσεις καταχώρησης ακινήτου σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης αρχικά ορίζονταν:

  • Ο διαχειριστής ακινήτου να έχει εγγραφεί στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής» που τηρείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).
  • O αριθμός εγγραφής στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής υποχρεωτικά να συνοδεύει την ανάρτηση του ακινήτου, σε εμφανές σημείο, στις ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και σε κάθε μέσο προβολής (Σημ: Στις περιπτώσεις που οι διαχειριστές ακινήτων διαθέτουν Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής, έχουν όμως την υποχρέωση να αναγράφουν σε εμφανές σημείο, τον αριθμό του Ε.Σ.Λ. ή της γνωστοποίησης, κατά την ανάρτηση του ακινήτου στις ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και σε κάθε μέσο προβολής).
  • Υποβολής Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.

Πλέον, μετά την ψήφιση του παραπάνω νόμου, απαιτείται τα ακίνητα που μισθώνονται βραχυχρόνια, να πληρούν επιπλέον τις κάτωθι προδιαγραφές :

  • Να αποτελούν χώρους κύριας χρήσης και διαθέτουν φυσικό φωτισμό, αερισμό και κλιματισμό,
  • Να διαθέτουν ασφάλιση έναντι αστικής ευθύνης για ζημιές ή ατυχήματα που μπορεί να προκληθούν,
  • Να διαθέτουν υπεύθυνη δήλωση ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη, πυροσβεστήρες και ανιχνευτές καπνού, ρελέ διαρροής ή ρελέ αντιηλεκτροπληξιακό και ενδείξεις σήμανσης διαφυγής, και
  • Να διαθέτουν πιστοποιητικό μυοκτονίας και απεντόμωσης, φαρμακείο με είδη πρώτων βοηθειών, καθώς και οδηγό με τηλέφωνα πρώτης ανάγκης.
Ειδικές Διατάξεις Για το Έτος 2025

Από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 δεν επιτρέπεται η εγγραφή για πρώτη φορά στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής για ακίνητα που βρίσκονται στο 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων.
Σε κύριο, νομέα, επικαρπωτή, υπεκμισθωτή ή τρίτο διαχειριστή, ο οποίος προβαίνει σε βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτου του πρώτου εδαφίου, ανεξαρτήτως αν η βραχυχρόνια μίσθωση καταρτίζεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ή με άλλον τρόπο, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ίσο με το 50% του εισοδήματος που αποκτάται από βραχυχρόνια μίσθωση μετά από την 1η Ιανουαρίου 2025 μέχρι τον έλεγχο και πάντως όχι πέραν του παραπάνω χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν είναι κατώτερο από 20.000 ευρώ.
Αν, μετά την επιβολή της προηγούμενης κύρωσης , διαπιστωθεί νέα παράβαση εντός του ίδιου φορολογικού έτους, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό των εισπραχθέντων μισθωμάτων από τον προηγούμενο έως τον νέο έλεγχο και όχι πέραν του παραπάνω χρονικού διαστήματος, που δεν είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην βραχυχρόνια μίσθωση.