Skip to content
Αρθρογραφία

Διαφυγόντα Κέρδη Επιχείρησης: Πότε Τα Επιδικάζει Το Δικαστήριο

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιουλίου 2026

Πώς Διεκδικεί Μια Επιχείρηση Την Αποθετική Της Ζημία

Εν συντομία:

  • Η αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος, αποκαθίσταται μόνο όταν το κέρδος θα επερχόταν με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όχι όταν είναι απλώς ενδεχόμενο ή στηρίζεται σε αστάθμητους παράγοντες.
  • Ο συχνότερος λόγος απόρριψης μιας αξίωσης δεν είναι η ουσία της αλλά η αοριστία της αγωγής. Το δικόγραφο εκθέτει, ανά κονδύλι, τα συγκεκριμένα περιστατικά που καθιστούν πιθανό το κέρδος.
  • Το ύψος υπολογίζεται με συντελεστή κέρδους επί του κύκλου εργασιών ή του κόστους, τεκμηριωμένο από λογιστικά βιβλία, φορολογικές δηλώσεις και πραγματογνωμοσύνη.
  • Η απόδειξη ενισχύεται με επίδειξη εγγράφων του αντιδίκου και ηλεκτρονικά έγγραφα των συναλλαγών που ματαιώθηκαν.
  • Πριν προκύψει η διαφορά, μια ποινική ρήτρα προκαθορίζει την αποζημίωση χωρίς απόδειξη ζημίας, με τον κίνδυνο δικαστικής μείωσής της.

Πότε δικαιούται αποζημίωση μια επιχείρηση για διαφυγόντα κέρδη;

Μια επιχείρηση δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη όταν αποδεικνύει ότι, χωρίς το ζημιογόνο γεγονός, η περιουσία της θα είχε αυξηθεί με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή σύμφωνα με τις ειδικές περιστάσεις και, ιδίως, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει. Το απλώς ενδεχόμενο, τυχαίο ή αβέβαιο κέρδος δεν αποκαθίσταται.

Ο νόμος διακρίνει δύο μορφές ζημίας.

  • Η θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας, με μείωση του ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού.
  • Η αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος, είναι η ματαιωθείσα αύξηση της περιουσίας που θα είχε επέλθει αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

Και οι δύο καλύπτονται από την αποζημίωση, η οποία καταβάλλεται σε χρήμα κατά τα άρθρα 297 και 298 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ).

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η βάσιμη πιθανότητα. Το κέρδος πρέπει να μπορούσε να προβλεφθεί από έναν μέσο λογικό συναλλασσόμενο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, όχι εκ των υστέρων. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων, όπως συμβάσεις, παραγγελίες ή επενδύσεις ήδη σε εξέλιξη, καθιστά ασφαλέστερη αυτή την πιθανότητα.

Ο απαιτούμενος βαθμός πιθανότητας διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν φθάνει όμως μέχρι τον «φαντασιώδη υπολογισμό».

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν αποκαθίσταται απώλεια κερδών από εκμετάλλευση που εξαρτάται από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ούτε αξίωση για διαφυγόν κέρδος από περιουσιακό στοιχείο ή επιχείρηση που δεν ανήκει στον ενάγοντα (ΑΠ 1258/2023).

Η ρύθμιση εφαρμόζεται τόσο στην ενδοσυμβατική ευθύνη, δηλαδή στην παράβαση σύμβασης, όσο και στην αδικοπρακτική, καθώς το άρθρο 298 ΑΚ τίθεται στις γενικές διατάξεις των ενοχών χωρίς διάκριση.

Έτσι η ίδια βάση καλύπτει, για παράδειγμα, τον προμηθευτή που δεν παρέλαβε τα εμπορεύματά του, τον εκμισθωτή που έχασε μισθώματα και τον επιχειρηματία που ζημιώθηκε από αδικοπραξία τρίτου.

Ποια πραγματικά περιστατικά πρέπει να εκτεθούν στην αγωγή;

Ο συχνότερος λόγος για τον οποίο απορρίπτεται μια αξίωση διαφυγόντος κέρδους δεν είναι η ουσία αλλά η αοριστία της αγωγής. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), το δικόγραφο πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση. Δεν αρκεί η επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ ούτε η αναφορά ενός συνολικού ποσού.

Απαιτείται εξειδικευμένη μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς κάθε επιμέρους κονδύλι, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης. Με θεμέλιο την ΟλΑΠ 22/1995, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει σταθερά την αρχή αυτή και ελέγχει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο κάθε κονδυλίου (ΑΠ 594/2025).

Τα στοιχεία που πρέπει να εκτεθούν μεταβάλλονται ανάλογα με τη μορφή της ζημίας.

ΠερίπτωσηΣτοιχεία που εκτίθενται ανά κονδύλι
Διακοπή ή μείωση επιχειρηματικής δραστηριότηταςΕίδος δραστηριότητας, έσοδα και κύκλος εργασιών προηγούμενης περιόδου, συντελεστής κέρδους, διάρκεια της διακοπής
Ματαιωμένη σύμβαση προμήθειας ή διανομήςΠοσότητες και τιμές εμπορευμάτων, ποσοστό κέρδους επί του κόστους ή του κύκλου εργασιών, εξασφαλισμένη πελατεία
Απώλεια μισθωμάτωνΜηνιαίο μίσθωμα, υπόλοιπη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης
Προσβολή από αθέμιτο ανταγωνισμόΜείωση πωλήσεων, πελατεία που αποσπάστηκε, συντελεστής κέρδους της επιχείρησης

Η διαφορά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη νομολογία. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως αόριστη αξίωση εισαγωγικής εταιρείας για διαφυγόντα κέρδη από ακυρωθείσες παραγγελίες, επειδή το δικόγραφο δεν ανέφερε τον αριθμό, τον τύπο και την αξία κάθε μηχανήματος που περιλαμβανόταν στις παραγγελίες (ΑΠ 594/2025).

Αντίθετα, έκρινε ορισμένο το κονδύλιο εταιρείας που, εκτός από τον λόγο της ζημίας, εξιστορούσε αναλυτικά τα διαφυγόντα κέρδη και τα «πριμ» που έχασε λόγω μη επίτευξης ποσοτικών στόχων από αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης (ΑΠ 1596/2017).

Η εμπειρία από υποθέσεις αποζημίωσης δείχνει ότι οι αξιώσεις διαφυγόντων κερδών απορρίπτονται συχνότερα λόγω αοριστίας παρά λόγω ουσίας. Η διατύπωση κάθε κονδυλίου απαιτεί ad hoc προσαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, γιατί η ίδια παράλειψη που καθιστά αόριστη μια αγωγή μπορεί να είναι αδιάφορη σε μια άλλη, ανάλογα με τη φύση της δραστηριότητας.

Πώς υπολογίζεται το ύψος των διαφυγόντων κερδών;

Το ύψος των διαφυγόντων κερδών προκύπτει από τη σύγκριση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης της επιχείρησης με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Στην πράξη, ο υπολογισμός στηρίζεται σε έναν συντελεστή κέρδους, δηλαδή σε ποσοστό επί του κύκλου εργασιών ή επί του κόστους των εμπορευμάτων, που εφαρμόζεται στην περίοδο της ζημίας.

Η νομολογία δέχεται τέτοιες μεθόδους όταν στηρίζονται σε συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ορισμένη αγωγή που υπολόγιζε τα διαφυγόντα κέρδη με ποσοστό 43% επί του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων, με επικουρικό υπολογισμό 21% επί του συνολικού κύκλου εργασιών, αφαιρώντας μάλιστα ποσοστό για την επίδραση της οικονομικής κρίσης στην κερδοφορία (ΑΠ 504/2023).

Η προσαρμογή αυτή δείχνει ότι ο συντελεστής δεν εφαρμόζεται αυτόματα αλλά λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες της αγοράς.

Υπάρχει όμως όριο στην απαιτούμενη εξειδίκευση. Δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύονται μεμονωμένες συναλλαγές, πρόσωπα και παραστατικά, ούτε να αναγράφεται στην αγωγή ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα.

Τα στοιχεία αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 419/2018).

Η τεκμηρίωση αντλείται από τα λογιστικά βιβλία, τις φορολογικές δηλώσεις και τους ισολογισμούς της προηγούμενης περιόδου. Σε σύνθετες υποθέσεις, η πραγματογνωμοσύνη προσδιορίζει την υποθετική κερδοφορία με οικονομικές μεθόδους, όπως η παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών.

Η επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και των παραδοχών της είναι στρατηγική απόφαση, καθώς κάθε μέθοδος οδηγεί σε διαφορετικό ποσό και αντέχει διαφορετικά στην αμφισβήτηση του αντιδίκου.

Πώς αποδεικνύεται το διαφυγόν κέρδος στο δικαστήριο;

Το βάρος απόδειξης του διαφυγόντος κέρδους φέρει η επιχείρηση που το διεκδικεί. Επειδή το κέρδος είναι εξ ορισμού υποθετικό, ο νόμος αρκείται σε βάσιμη πιθανότητα και όχι σε βεβαιότητα. Η πιθανότητα αυτή πρέπει όμως να στηρίζεται σε αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς.

Τα βασικά αποδεικτικά μέσα είναι τα λογιστικά βιβλία, οι φορολογικές δηλώσεις και οι συμβάσεις ή παραγγελίες που στοιχειοθετούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα. Όταν κρίσιμα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου ή τρίτου, η επιχείρηση μπορεί να ζητήσει την επίδειξη εγγράφων, ώστε να αποδείξει, για παράδειγμα, τον όγκο των συναλλαγών ή την πορεία των πωλήσεων.

Η αλληλογραφία που τεκμηριώνει τη ματαιωθείσα συναλλαγή έχει επίσης αποδεικτική αξία. Τα ηλεκτρονικά έγγραφα, όπως μηνύματα email και SMS, εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα και μπορούν να αποδείξουν ότι μια παραγγελία ή συμφωνία βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο πριν διακοπεί.

Η δυσκολία της απόδειξης εντείνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων τεκμηριώνεται δυσκολότερα όσο απομακρύνεται ο χρόνος του ζημιογόνου γεγονότος.

Ποιες εμπορικές περιπτώσεις γεννούν αξίωση διαφυγόντος κέρδους;

Η αξίωση διαφυγόντος κέρδους ανακύπτει σε τυπικές μορφές εμπορικών διαφορών, καθεμία με διαφορετική νομική βάση αλλά κοινό πυρήνα την απόδειξη πιθανότητας. Η αναγνώρισή τους εκ των προτέρων επιτρέπει στην επιχείρηση να συλλέξει έγκαιρα το κατάλληλο αποδεικτικό υλικό.

Στην παράβαση σύμβασης προμήθειας, διανομής ή δικαιόχρησης, η επιχείρηση διεκδικεί το κέρδος που θα αποκόμιζε έως τη συμβατική λήξη, εφόσον η λύση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 504/2023).

Στον αθέμιτο ανταγωνισμό, η απώλεια πελατείας και εσόδων θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός με απόσπαση πελατείας ή εκμετάλλευση ξένης φήμης οδηγεί σε διεκδίκηση των διαφυγόντων κερδών, παράλληλα με αίτημα παύσης της πράξης.

Στην αδικοπραξία, ακόμη και μια πράξη που πλήττει τη ρευστότητα μπορεί να προκαλέσει διαφυγόν κέρδος. Η αγωγή αποζημίωσης από ακάλυπτη επιταγή είναι χαρακτηριστική, όταν η μη πληρωμή ανατρέπει τον προγραμματισμό της επιχείρησης.

Τέλος, η στέρηση της χρήσης ή η καταστροφή ενός παραγωγικού περιουσιακού στοιχείου γεννά αξίωση για το κέρδος που θα απέφερε η εκμετάλλευσή του έως την αποκατάσταση.

Ποινική ρήτρα ή δικαστική διεκδίκηση: τι επιλέγει η επιχείρηση;

Η επιχείρηση που θέλει να προστατευθεί από μελλοντική απώλεια κερδών έχει δύο επιλογές, με διαφορετικό κόστος και κίνδυνο η κάθε μία. Η πρώτη είναι η πρόβλεψη ποινικής ρήτρας στη σύμβαση και η δεύτερη η δικαστική διεκδίκηση του πραγματικού διαφυγόντος κέρδους, μετά τη ζημία.

Η ποινική ρήτρα προκαθορίζει το ποσό της αποζημίωσης χωρίς να απαιτείται απόδειξη της πραγματικής ζημίας, καθώς η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν υπέστη ζημία. Το πλεονέκτημα αυτό έχει όμως ένα όριο. Αν το συμφωνημένο ποσό είναι δυσανάλογα μεγάλο, το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτημα του οφειλέτη, να το μειώσει στο προσήκον μέτρο κατά το άρθρο 409 ΑΚ.

ΚριτήριοΠοινική ρήτραΔικαστική διεκδίκηση διαφυγόντος κέρδους
Απόδειξη ζημίαςΔεν απαιτείταιΑπαιτείται πλήρης τεκμηρίωση ανά κονδύλι
Κύριος κίνδυνοςΔικαστική μείωση αν κριθεί δυσανάλογη (409 ΑΚ)Απόρριψη ως αόριστης ή αναπόδεικτης
Προβλεψιμότητα ποσούΥψηλή, προκαθορισμένο ποσόΧαμηλή, εξαρτάται από την εκτίμηση του δικαστηρίου
Χρόνος καθορισμούΕκ των προτέρων, στη σύναψηΕκ των υστέρων, στη δίκη

Η εμπειρία από εμπορικές διαφορές δείχνει ότι μια προσεκτικά διατυπωμένη ποινική ρήτρα μειώνει δραστικά την αβεβαιότητα, αρκεί το ύψος της να συνδέεται λογικά με την πιθανή ζημία ώστε να αντέχει σε αίτημα μείωσης.

Η επιλογή ανάμεσα στις δύο εναλλακτικές εξαρτάται από τη διαπραγματευτική ισχύ των μερών, την προβλεψιμότητα της κερδοφορίας και τη διαθεσιμότητα αποδεικτικού υλικού. Κάθε επιλογή δίνει διαφορετική σωστή απάντηση.

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται να αποδειχθεί το ακριβές ποσό ή αρκεί η πιθανολόγηση;

Για το ορισμένο της αγωγής αρκεί η έκθεση των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος, όχι η απόδειξη του ακριβούς ποσού από την αρχή. Ο ακριβής καθορισμός του ύψους γίνεται βάσει των αποδείξεων και μπορεί να διενεργηθεί ακόμη και από το εφετείο. Δεν απαιτείται να αναφέρεται ή να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα δαπάνη στο δικόγραφο (ΑΠ 419/2018).

Δικαιούται η επιχείρηση τόκους στα διαφυγόντα κέρδη;

Ναι. Ο τόκος αποτελεί ποσό διαφυγόντος κέρδους που οφείλεται κατ’ αποκοπή εκ του νόμου επί καθυστέρησης χρηματικής οφειλής. Ο ζημιωθείς δικαιούται τόκους επί των διαφυγόντων κερδών από την επίδοση της αγωγής για το προγενέστερο διάστημα και από την ημέρα που ανακύπτουν για το επόμενο (ΑΠ 909/2009).

Μπορεί εταιρεία να ζητήσει και ηθική βλάβη μαζί με τα διαφυγόντα κέρδη;

Ναι. Το νομικό πρόσωπο δικαιούται χρηματική ικανοποίηση όταν προσβάλλεται η εμπορική του πίστη, η επαγγελματική του υπόληψη ή η φήμη του. Τα κριτήρια προσδιορισμού είναι το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης στη φήμη, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και η οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 594/2025).

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση;

Επί αδικοπραξίας, η αξίωση αποζημίωσης παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο. Σε κάθε περίπτωση παραγράφεται σε είκοσι έτη από την πράξη (άρθρο 937 ΑΚ). Όταν η αξίωση πηγάζει από σύμβαση, ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή ή οι ειδικότερες προθεσμίες που προβλέπονται κατά περίπτωση.

Τι γίνεται αν το κέρδος ήταν απλώς ενδεχόμενο;

Δεν αποκαθίσταται. Ο νόμος απαιτεί βάσιμη πιθανότητα και όχι απλή δυνατότητα. Το τυχαίο, απροσδόκητο ή αβέβαιο κέρδος, καθώς και εκείνο που εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, απορρίπτεται (ΑΠ 1258/2023).

Πρακτικές Επισημάνσεις

Τεκμηρίωση εκ των προτέρων: διατήρηση λογιστικών βιβλίων, συμβάσεων, παραγγελιών και αλληλογραφίας που στοιχειοθετούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα, πριν ανακύψει η διαφορά.

Ανάλυση ανά κονδύλι: κάθε κονδύλι διαφυγόντος κέρδους εκτίθεται χωριστά, με τον συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού του και όχι ως ενιαίο συνολικό ποσό.

Εξασφάλιση της αξίωσης: όταν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από την περιουσία του, η συντηρητική κατάσχεση ως ασφαλιστικό μέτρο δεσμεύει περιουσιακά στοιχεία μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

Χρόνος αντίδρασης: η καθυστέρηση στη συλλογή αποδεικτικού υλικού μειώνει την πιθανότητα επιτυχίας, καθώς η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων τεκμηριώνεται δυσκολότερα με την πάροδο του χρόνου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το διαφυγόν κέρδος και την αποθετική ζημία επιχείρησης.