Skip to content
Αρθρογραφία

Η Εγγύηση στις Επαγγελματικές & Εμπορικές Μισθώσεις

Εμπορικές Μισθώσεις

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 4 Μαΐου 2026

Εγγύηση σε Επαγγελματική & Εμπορική Μίσθωση: Τύποι, Επιστροφή, Νομολογία

Περιληπτικά:

Η εγγύηση στις επαγγελματικές και εμπορικές μισθώσεις διέπεται αποκλειστικά από τη συμφωνία των μερών (361 ΑΚ) και όχι από νομοθετική ρύθμιση. Η νομική της φύση δεν είναι ενιαία και αυτό καθορίζει την νομική της αντιμετώπιση:

  • Πέντε διακριτοί τύποι εγγύησης (χρηματική προκαταβολή, εγγυητής, τραπεζική εγγυητική επιστολή, ενέχυρο, αρραβώνας) με διαφορετικές νομικές συνέπειες ο καθένας.
  • Η αξίωση επιστροφής γίνεται ληξιπρόθεσμη μόνο μετά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτή.
  • Όταν το ποσό λειτουργεί ως ποινική ρήτρα, η κατάπτωση είναι ανεξάρτητη από ζημιά του εκμισθωτή και ο συμψηφισμός αποκλείεται (ΑΠ 422/2024).
  • Καταχρηστικά υψηλό ποσό μπορεί να περιοριστεί κατά 281 ΑΚ, ενώ καταχρηστικοί όροι κατάπτωσης ελέγχονται κατά 174 και 178 ΑΚ.

Τι είναι η εγγύηση σε επαγγελματική μίσθωση και ποια η νομική της φύση;

Στις επαγγελματικές και εμπορικές μισθώσεις, εγγύηση είναι το ποσό που καταβάλλει ο μισθωτής στον εκμισθωτή κατά τη σύναψη της σύμβασης, για την εξασφάλιση των υποχρεώσεών του. Η καταβολή, το ύψος και ο τρόπος επιστροφής δεν τυποποιούνται από τον νόμο, αλλά εκφράζουν ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων κατά 361 ΑΚ.

Η νομική φύση καθορίζεται από την ειδικότερη συμφωνία. Συνηθέστερα η εγγύηση καταβάλλεται ως εγγυοδοσία, δηλαδή ως προκαταβολή κατά 416 ΑΚ έναντι ενδεχόμενου μελλοντικού χρέους του μισθωτή που τυχόν θα παραμείνει ανεξόφλητο. Λιγότερο συχνά λειτουργεί ως αρραβώνας, ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοτική κατάθεση. Κάθε μία από αυτές τις λειτουργίες ενεργοποιεί διαφορετικό νομικό καθεστώς ως προς την κατάπτωση, τον συμψηφισμό και την επιστροφή.

Η μισθωτική εγγυοδοσία διακρίνεται από τη γενική εγγύηση κατά 847 επ. ΑΚ, η οποία αφορά τριμερή σχέση με τρίτο εγγυητή. Στη μίσθωση, το ποσό προέρχεται κατά κανόνα από τον ίδιο τον μισθωτή και δεσμεύεται στα χέρια του εκμισθωτή ως εξασφάλιση. Όταν εμπλέκεται τρίτος (π.χ. εγγυητής με υπογραφή στο μισθωτήριο), τότε ενεργοποιούνται παράλληλα οι κανόνες της 847 ΑΚ για την προσωπική εξασφάλιση.

Αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις από οφειλόμενα μισθώματα, ζημιές στο μίσθιο ή απλήρωτους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, η εγγύηση επιστρέφεται στον μισθωτή. Η επιστροφή γίνεται άτοκα, ακόμη και χωρίς ρητή πρόβλεψη. Τούτο διότι λόγω του εγγυοδοτικού χαρακτήρα της κατάθεσης δεν γεννάται αξίωση τόκων.

Ποιοι τύποι εγγύησης χρησιμοποιούνται στις επαγγελματικές μισθώσεις και πώς διαφέρουν;

Στην πράξη απαντώνται πέντε διακριτοί τύποι εγγύησης. Η επιλογή δεν είναι ουδέτερη, αλλά επηρεάζει την ταχύτητα κατάπτωσης, τη δυνατότητα συμψηφισμού, το κόστος και τη φορολογική μεταχείριση. Ο πίνακας που ακολουθεί συνοψίζει τα κύρια χαρακτηριστικά:

ΤύποςΝομική φύσηΠλεονέκτημαΣημείο προσοχής
Χρηματική προκαταβολή (εγγυοδοσία)Προκαταβολή κατά 416 ΑΚΆμεση διαθεσιμότητα κεφαλαίου, απλότηταΔέσμευση ρευστότητας μισθωτή, κίνδυνος αυθαίρετης κατακράτησης
Προσωπική εγγύηση τρίτουΣύμβαση εγγύησης, 847 επ. ΑΚΔεν δεσμεύει ρευστότητα μισθωτή, χρήσιμο σε νεοσύστατες εταιρείεςΔιαπραγμάτευση παραίτησης από ένσταση διζήσεως, επάρκεια εγγυητή
Τραπεζική εγγυητική επιστολήΑυτεξούσια ενοχική εξασφάλιση, εκτάξιμη υπό όρουςΠληρωμή σε πρώτη ζήτηση («on first demand») με ταχύτητα, κατάλληλο για μεγάλα μισθώματαΚόστος προμήθειας, δέσμευση πιστωτικού ορίου στην τράπεζα
Ενέχυρο επί κινητού ή απαιτήσεωςΕμπράγματη ασφάλεια κατά 1209 επ. ΑΚΔιατηρεί την κυριότητα του μισθωτή στο πράγμα, προτίμηση σε πτώχευσηΣπάνια χρήση στις μισθώσεις, διαδικαστική πολυπλοκότητα
ΑρραβώναςΕπιβεβαιωτικός ή για κάλυψη ζημιάς (402 επ. ΑΚ)Ισχυρή λειτουργία ως «πειθαναγκασμός» για την τήρηση της σύμβασηςΚαταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή σε περίπτωση υπαναχώρησης μισθωτή

Στις εμπορικές μισθώσεις καταστημάτων η συνηθέστερη πρακτική είναι η χρηματική προκαταβολή ίση με δύο έως τρία μισθώματα. Σε μισθώσεις γραφείων ή logistics, η τραπεζική εγγυητική επιστολή κερδίζει έδαφος γιατί απελευθερώνει τη ρευστότητα του μισθωτή και προσφέρει ταχύτητα κατάπτωσης για τον εκμισθωτή.

Πότε επιστρέφεται η εγγύηση και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Η αξίωση του μισθωτή για επιστροφή της εγγυοδοσίας γίνεται ληξιπρόθεσμη μόνο μετά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης και την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Πριν από αυτό το χρονικό σημείο η αξίωση είναι ανύπαρκτη. Δεν μπορεί ούτε να αναζητηθεί δικαστικά ούτε να προταθεί σε συμψηφισμό έναντι μισθωμάτων που οφείλονται κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.

Σε αναιρετικά κρινόμενη υπόθεση εμπορικής μίσθωσης καταστημάτων, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την κρίση ότι η άτοκη επιστροφή κατά τη λήξη γίνεται εφόσον έχουν εξοφληθεί τα μισθώματα και κάθε λογαριασμός κοινής ωφελείας που αφορά το μίσθιο, με συγκεκριμένη αναφορά σε εξοφλημένο τελικό λογαριασμό ρεύματος και ύδατος (ΑΠ 971/2022).

Κρίσιμη παράμετρος, που συχνά αγνοείται από τους μισθωτές, είναι η δικονομική πληρότητα του αιτήματος επιστροφής. Όποιος ζητεί επιστροφή της εγγυοδοσίας με αγωγή, ανταγωγή ή με ένσταση συμψηφισμού οφείλει να εκθέτει συγκεκριμένα τον λόγο για τον οποίο η εγγύηση δόθηκε, τον σκοπό που εξυπηρετούσε και την αιτία που γεννά υποχρέωση επιστροφής. Σε αντίθετη περίπτωση το αίτημα κρίνεται αόριστο και απορρίπτεται (ΑΠ 422/2024). Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο μισθωτής χρειάζεται γραπτή τεκμηρίωση από την υπογραφή του μισθωτηρίου, ρητή αναφορά στον λόγο της κατάθεσης, στον τρόπο επιστροφής και στις προϋποθέσεις της.

Συμπληρωματικά, η συνήθης συμβατική ρήτρα για άτοκη επιστροφή έχει δηλωτικό χαρακτήρα, δηλαδή ακόμη και αν παραλειφθεί, οι τόκοι δεν οφείλονται λόγω του εγγυοδοτικού χαρακτήρα της κατάθεσης.

Τι ισχύει όταν η εγγύηση έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας;

Όταν τα μέρη συμφωνούν ρητά, ή προκύπτει από τη γραμματική και λογική ερμηνεία της σύμβασης, ότι το ποσό της εγγύησης λειτουργεί ως ποινική ρήτρα κατά 404, 405 και 407 ΑΚ, οι κανόνες ανατρέπονται. Η κατάπτωση μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε παράβαση των όρων της μίσθωσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το ύψος ζημιάς του εκμισθωτή. Ο μισθωτής δεν μπορεί να αντιτάξει συμψηφισμό προς το ποσό αυτό, γιατί η ποινική ρήτρα διατηρεί τον αυτοτελή της χαρακτήρα έναντι τυχόν αξίωσης του εκμισθωτή για αποζημίωση από την ίδια παράβαση. Αυτή η διπλή θέση επικυρώθηκε από την ΑΠ 422/2024, η οποία παρέπεμψε ως προς τον αποκλεισμό συμψηφισμού στην προγενέστερη ΑΠ 836/2021.

Πρακτικά, η διάκριση εγγυοδοσίας από ποινική ρήτρα κρίνεται ανά υπόθεση με βάση τη διατύπωση του μισθωτηρίου, την οικονομία της σύμβασης και τη βούληση των μερών. Ένας όρος που προβλέπει πχ ότι «το ποσό της εγγύησης καταπίπτει αυτόματα υπέρ του εκμισθωτή για κάθε παράβαση των όρων της παρούσας, ανεξαρτήτως ζημιάς», συγκλίνει σε ποινική ρήτρα. Αντίθετα, όρος που προβλέπει «επιστροφή στη λήξη εφόσον δεν υπάρχουν οφειλές», προσομοιάζει σε εγγυοδοσία. Η αμφισημία επιλύεται κατά 173 και 200 ΑΚ.

Η νομική επιλογή έχει σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Σε σύμβαση όπου η ίδια εγγύηση μπορεί να ερμηνευθεί διπλά, ο εκμισθωτής έχει συμφέρον να επικαλεστεί την ποινική ρήτρα ώστε να αποφύγει συμψηφισμό ενώ ο μισθωτής έχει συμφέρον για το αντίθετο. Από αυτό προκύπτει και η σημασία της σαφούς διατύπωσης κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου.

Μπορεί ο μισθωτής να αμφισβητήσει το ύψος ή τους όρους της εγγύησης;

Ναι. Παρά την ελευθερία συμβάσεων, ο μισθωτής διαθέτει τρεις γραμμές άμυνας έναντι υπερβολικά υψηλής ή καταχρηστικά διατυπωμένης εγγύησης. Πρώτον, η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος κατά 281 ΑΚ επιτρέπει στο δικαστήριο να περιορίσει εγγύηση που υπερβαίνει προφανώς τον σκοπό εξασφάλισης. Δεύτερον, οι ρήτρες κατάπτωσης που έχουν φύση ποινικής ρήτρας υπόκεινται στον περιορισμό της 409 ΑΚ ως υπερβολικά υψηλές. Τρίτον, οι γενικοί όροι του μισθωτηρίου ελέγχονται για καταχρηστικότητα, ιδίως όταν προβλέπουν αυτόματη κατάπτωση χωρίς διαδικαστικές εγγυήσεις ή χωρίς πραγματική σύνδεση με την παράβαση.

Σχετικά με τον συμψηφισμό, διατηρείται η σημαντική νομική διάκριση που προαναφέρθηκε: το ποσό της εγγυοδοσίας δεν συμψηφίζεται μηχανικά με οφειλόμενα μισθώματα κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, γιατί η αξίωση επιστροφής δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Όταν όμως η μίσθωση λήξει και έχουν εκπληρωθεί οι υποχρεώσεις, μπορεί να προταθεί απόσβεση ενοχής με καταλογισμό. Συχνά τα ιδιωτικά συμφωνητικά αναγράφουν λανθασμένα «αποκλείεται ο συμψηφισμός της εγγύησης». Η ορολογία είναι ανακριβής γιατί η νομική κατασκευή είναι απόσβεση με καταλογισμό, και ο ρητός αποκλεισμός του «συμψηφισμού» δεν εμποδίζει αυτή την κατασκευή στο μετασυμβατικό στάδιο.

Στην πράξη, η αμφισβήτηση ασκείται είτε με αρνητική αναγνωριστική αγωγή πριν την κατάπτωση, είτε με αγωγή επιστροφής μετά τη λήξη. Η επιτυχία εξαρτάται από την τεκμηρίωση: συγκριτικά στοιχεία αγοράς για το εύλογο ύψος, αλληλογραφία που τεκμηριώνει διαπραγματευτική ανισότητα και προσεκτική ανάγνωση των ρητρών κατάπτωσης.

Συχνές Ερωτήσεις

Πότε δεν επιστρέφεται η εγγύηση επαγγελματικής μίσθωσης;

Η εγγύηση δεν επιστρέφεται όταν ο εκμισθωτής έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από οφειλόμενα μισθώματα, ζημιές στο μίσθιο πέραν της συνήθους χρήσης, απλήρωτους λογαριασμούς κοινής ωφελείας ή κοινόχρηστα. Επίσης, όταν η εγγύηση έχει συμφωνηθεί ως ποινική ρήτρα, καταπίπτει για παραβάσεις των όρων ανεξάρτητα από ζημιά. Σε κάθε περίπτωση κατακράτησης, ο εκμισθωτής φέρει το βάρος της απόδειξης της απαίτησής του.

Επιτρέπεται συμψηφισμός εγγύησης με οφειλόμενα μισθώματα κατά τη διάρκεια της μίσθωσης;

Όχι. Η αξίωση του μισθωτή για επιστροφή της εγγύησης γεννάται και γίνεται ληξιπρόθεσμη μόνο μετά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης και την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του. Πριν από αυτό το χρονικό σημείο δεν υπάρχει αμοιβαίο και ληξιπρόθεσμο, που είναι προϋπόθεση συμψηφισμού κατά 440 ΑΚ. Μετά τη λήξη, το ποσό λειτουργεί ως απόσβεση ενοχής με καταλογισμό, ακόμη και αν το συμφωνητικό προβλέπει «αποκλεισμό συμψηφισμού».

Πρέπει η εγγύηση να αναπροσαρμόζεται μαζί με το μίσθωμα;

Δεν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση. Η αναπροσαρμογή ισχύει μόνο εφόσον προβλέπεται ρητά στο μισθωτήριο. Σε μακροχρόνιες μισθώσεις, οι εκμισθωτές συχνά διαπραγματεύονται ρήτρα αναπροσαρμογής της εγγύησης ώστε να διατηρείται η αξία της εξασφάλισης σε σχέση με το τρέχον μίσθωμα. Αν η μίσθωση παραταθεί ή αναμισθωθεί, συνηθίζεται και ρήτρα συμπληρωματικής εγγύησης για το νέο διάστημα.

Τι γίνεται με την εγγύηση σε περίπτωση πρόωρης λύσης από τον μισθωτή;

Εξαρτάται από τον λόγο και τη συμβατική πρόβλεψη. Αν η πρόωρη αποχώρηση γίνει χωρίς νόμιμο λόγο, η εγγύηση συνήθως καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή ως κάλυψη απολεσθέντων μισθωμάτων ή ως ποινική ρήτρα, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά. Αν η αποχώρηση στηρίζεται σε νόμιμο λόγο (παράβαση εκμισθωτή, αδυναμία χρήσης μισθίου), η εγγύηση επιστρέφεται μετά την εκκαθάριση τυχόν αμοιβαίων αξιώσεων.

Φορολογείται η εγγύηση ως εισόδημα του εκμισθωτή;

Όχι, εφόσον λειτουργεί ως εγγυοδοσία. Το ποσό δεν αποτελεί μίσθωμα και δεν φορολογείται κατά την είσπραξη ως εισόδημα από ακίνητη περιουσία. Λογιστικά καταχωρίζεται ως υποχρέωση επιστροφής στον εκμισθωτή και ως απαίτηση από εγγύηση στον μισθωτή. Φορολογική υποχρέωση γεννάται μόνο αν η εγγύηση καταπέσει οριστικά υπέρ του εκμισθωτή, οπότε το ποσό μετατρέπεται σε εισόδημα ή σε αποζημίωση και υπάγεται στο φορολογικό καθεστώς της σχετικής αιτίας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διατύπωση όρου επιστροφής με «λόγο, σκοπό, αιτία»: Αντί για γενικό «η εγγύηση επιστρέφεται με τη λήξη», προτιμάται διατύπωση που αναφέρει ρητά τον λόγο της κατάθεσης (π.χ. «εξασφάλιση πιστής τήρησης των όρων»), τον σκοπό (π.χ. «κάλυψη οφειλόμενων μισθωμάτων ή ζημιών στο μίσθιο»), και την αιτία επιστροφής (π.χ. «ολοκλήρωση εκκαθάρισης κάθε αμοιβαίας αξίωσης μετά τη λήξη»). Αυτή η διατύπωση εξοπλίζει τον μισθωτή με τα στοιχεία που απαιτεί η νομολογία ως προϋπόθεση πληρότητας του αιτήματος επιστροφής.

Κατακράτηση χωρίς δικαστική απόφαση: Η κατάπτωση της εγγύησης με μόνη τη βούληση του εκμισθωτή είναι επικίνδυνη όταν αμφισβητείται η νόμιμη βάση της. Ο μισθωτής μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ή ασφαλιστικά μέτρα προληπτικά, ιδίως όταν προβλέπεται κατάπτωση χωρίς ειδοποίηση και αιτιολόγηση. Σε περίπτωση καταγγελίας, η τύχη της εγγύησης θα κριθεί συνολικά με τις αμοιβαίες αξιώσεις των μερών.

Υπεκμίσθωση και εγγύηση: Όταν επιτρέπεται υπεκμίσθωση ή υπομίσθωση επαγγελματικής στέγης, η εγγύηση που έχει καταβάλει ο αρχικός μισθωτής δεν μεταβιβάζεται αυτόματα στον υπομισθωτή αλλά εξακολουθεί να εξασφαλίζει τη σχέση εκμισθωτή – μισθωτή και ο τρίτος συνάπτει αυτοτελή σύμβαση με δική του εγγύηση προς τον υπεκμισθωτή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που άπτεται της εμπορικής / επαγγελματικής σας μίσθωσης.