Πότε μια εταιρεία θεωρείται εικονική και τι κινδυνεύει ο πραγματικός δικαιούχος
Εν συντομία:
- Εικονική είναι η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της (άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα).
- Μια εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ δεν κηρύσσεται ανύπαρκτη λόγω εικονικότητας. Αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι, ενώ η τυχόν ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον και προστατεύει τους καλόπιστους τρίτους.
- Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η εξαφάνιση της εταιρείας, αλλά η μερική ακυρότητα μιας συγκεκριμένης συμμετοχής ή δικαιοπραξίας και η προσωπική, εις ολόκληρον ευθύνη του υποκρυπτόμενου φορέα.
- Φορολογικά και ασφαλιστικά, η ΑΑΔΕ και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους πίσω από φαινόμενη επιχείρηση.
- Την εικονικότητα επικαλούνται και οι θιγόμενοι δανειστές, με αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ή με αγωγή διάρρηξης.
Πότε μια εταιρεία κρίνεται εικονική;
Εικονική κρίνεται η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου στηρίζεται σε εικονική δήλωση βούλησης κατά το άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), δηλαδή δήλωση που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της. Προϋπόθεση είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των συμβαλλομένων ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 858/2022).
Ο νόμος διακρίνει την εικονικότητα σε δύο μορφές:
- Απόλυτη είναι όταν η δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη και δεν επιδιώκεται καμία έννομη μεταβολή.
- Σχετική είναι όταν κάτω από τη φαινομενική κρύβεται άλλη, έγκυρη δικαιοπραξία που τα μέρη πράγματι ήθελαν.
Τα κίνητρα των δικαιοπρακτούντων δεν αποτελούν στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για να κριθεί μια δήλωση εικονική.
Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός μιας εταιρείας ως εικονικής δεν προκύπτει από τη μορφή της αλλά από την απουσία πραγματικού υποστρώματος: εταιρεία χωρίς ουσιαστική συναλλακτική οργάνωση και δράση, με πρόσωπα που εμφανίζονται ως εταίροι ή φορείς ενώ την επιχείρηση ασκεί στην πραγματικότητα άλλος. Η εικονικότητα μπορεί να αφορά ολόκληρη την εταιρεία, τη συμμετοχή ενός μόνο εταίρου, ή το πρόσωπο του φερόμενου φορέα.
Η μυστικότητα, όμως, της συμμετοχής δεν συνιστά από μόνη της εικονικότητα. Η επιθυμία κάποιου να συμμετέχει χωρίς να εμφανίζεται εξυπηρετείται νόμιμα από την αφανή εταιρεία, όπου ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους.
Η οριοθέτηση ανάμεσα σε νόμιμη αφανή συμμετοχή και σε εικονικό σχήμα κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποτελεί το πρώτο κρίσιμο σημείο νομικής αξιολόγησης.
Ακυρώνεται μια εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ εταιρεία λόγω εικονικότητας;
Κατά κανόνα όχι. Όταν η εταιρεία έχει καταχωριστεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), το κύρος της κρίνεται από το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα, όχι από τη γενική ρύθμιση της εικονικότητας. Ακόμη και αν διαπιστωθεί εικονικότητα, η εταιρεία που λειτούργησε αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι (de facto) και η ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον.
Η λογική αυτή στηρίζεται στην αρχή της εν τοις πράγμασι εταιρείας, την οποία αποτυπώνει το άρθρο 251 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, το οποίο προβλέπει ότι οι εταιρικές ακυρότητες αντιμετωπίζονται κατ’ αρχήν ως μερικές και δεν ανατρέπουν αναδρομικά όσα δικαιώματα και υποχρεώσεις γεννήθηκαν κατά τη λειτουργία της.
Ειδικά για την προσωπική εταιρεία που έχει δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ, ισχύει ο κανόνας της εγκυρότητας των συναλλαγών έναντι των καλόπιστων τρίτων, ενώ η σχετική ακυρότητα αντιτάσσεται μόνο κατά του τρίτου που γνώριζε την εικονικότητα (άρθρο 139 ΑΚ, ΜΠρΠειρ 478/2018).
Αντίστοιχα, η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας δεν αναγνωρίζεται άκυρη λόγω εικονικότητας, καθώς το κύρος και οι ακυρότητές της ρυθμίζονται από το ειδικό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών (Ν. 4548/2018) σε συνδυασμό με τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ (Ν. 4635/2019).
Το ζήτημα, επομένως, μετατοπίζεται, αφού η εικονικότητα σπάνια πλήττει την ίδια την ύπαρξη μιας εγγεγραμμένης εταιρείας, αλλά αφορά συχνά στη συμμετοχή ενός εταίρου.
Όταν κάποιος συμμετέχει εικονικά, η εταιρεία αντιμετωπίζεται ως μερικώς άκυρη κατά το μέρος αυτό, χωρίς η μερική ακυρότητα να επιφέρει ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική συμμετοχή.
Τα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές που απέκτησε το παρένθετο πρόσωπο περιέρχονται στον υποκρυπτόμενο, ο οποίος είναι ο αληθής εταίρος και δικαιούται τη δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του (ΠΠρΓιαννιτσών 6/2025). Το αν συντρέχει ακυρότητα του συνόλου ή μερική ακυρότητα εξαρτάται από τη βούληση των μερών κατά τη σύσταση και απαιτεί κατά περίπτωση νομική κρίση.
Πότε ευθύνεται προσωπικά ο πραγματικός δικαιούχος πίσω από την εταιρεία;
Ο πραγματικός φορέας ευθύνεται προσωπικά όταν χρησιμοποιεί την εταιρεία ως παρένθετο πρόσωπο, δηλαδή ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου.
Τότε ο υποκρυπτόμενος αποκτά και ο ίδιος εμπορική ιδιότητα και ευθύνεται εις ολόκληρον, για το σύνολο της οφειλής, για τις υποχρεώσεις που δημιουργεί η φαινόμενη δράση, χωρίς αυτό να συνιστά άρση της νομικής αυτοτέλειας.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και συχνά συγχέεται. Η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας δεν ταυτίζεται με την άρση της νομικής αυτοτέλειας. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη πράξη ήταν φαινομενική, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο διαχωρισμός εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας ( πχ κυρίαρχος μέτοχος, χρήση της εταιρείας ως alter ego, ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση προς βλάβη τρίτων κλπ).
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι, εαν δεχτεί την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας, το δικαστήριο δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, ούτε αίρει την περιουσιακή αυτοτέλειά της, αφού η κρίση αφορά τη συγκεκριμένη πράξη και όχι το σύνολο των σχέσεων της εταιρείας (ΑΠ 858/2022).
Η εμπειρία από υποθέσεις όπου η φορολογική αρχή αναζήτησε τους πραγματικούς φορείς πίσω από φαινόμενη επιχείρηση δείχνει ότι το αποδεικτικό βάρος πέφτει στην έλλειψη πραγματικής οργάνωσης και δράσης, όχι στα κίνητρα των μερών. Ο ακόλουθος πίνακας αποσαφηνίζει τρεις έννοιες που στην πράξη συγχέονται.
| Εικονική συμμετοχή ή δικαιοπραξία | Αφανής εταιρεία | Άρση νομικής αυτοτέλειας | |
|---|---|---|---|
| Έννοια | Φαινομενική κατάρτιση χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων | Γνήσια εσωτερική εταιρεία, ο αφανής εταίρος δεν εμφανίζεται προς τρίτους | Κάμψη του χωρισμού εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης |
| Νομική βάση | Άρθρο 138 ΑΚ | Άρθρα 285 επ. Ν. 4072/2012 | Άρθρα 281, 288, 200 ΑΚ (καλή πίστη) |
| Επίδραση στην ύπαρξη της εταιρείας | Η εγγεγραμμένη εταιρεία δεν εξαφανίζεται, δυνατή μερική ακυρότητα | Δεν θίγεται, η εξωτερική εταιρεία λειτουργεί κανονικά | Δεν θίγεται, μετακυλίονται μόνο συνέπειες |
| Ποιος ευθύνεται | Ο υποκρυπτόμενος αληθής φορέας, εις ολόκληρον | Μόνο ο εμφανής εταίρος έναντι τρίτων | Ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος |
| Νομιμότητα | Άκυρη ως προς το φαινομενικό σκέλος | Νόμιμη μορφή του επιχειρείν | Κύρωση κατάχρησης, όχι νόμιμο σχήμα |
Ποιες φορολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες επιφέρει η εικονικότητα;
Η φορολογική διοίκηση (ΑΑΔΕ) και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους που υποκρύπτονται πίσω από φαινόμενη επιχείρηση, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα πρόσωπα, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου που αιτιολογεί την εικονικότητα. Τα φαινόμενα πρόσωπα δεν καλύπτουν και δεν απαλλάσσουν τους πραγματικούς φορείς από την ευθύνη.
Η θέση αυτή αποτυπώθηκε στην ΠΟΛ 1008/2017, με την οποία έγινε δεκτή η γνωμοδότηση 275/2016 της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η τελευταία ανέφερε ότι, σε βεβαιωμένη ληξιπρόθεσμη οφειλή εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι ευθύνονται ανεξαρτήτως των φαινομένων προσώπων και σε βάρος τους λαμβάνονται όλα τα διοικητικά, ασφαλιστικά και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Τα μέτρα αυτά ασκούνται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ενώ η προσωπική ευθύνη των πραγματικών φορέων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευθύνης των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας.
Η εικονική εταιρεία αποτελεί συχνά το όχημα για την έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, όπου η εικονικότητα μεταφέρεται από την οντότητα στα ίδια τα παραστατικά και ενεργοποιεί ποινική ευθύνη για φοροδιαφυγή.
Πρόκειται για διακριτό, αν και συχνά συνυφασμένο, ζήτημα, καθώς το πρώτο αφορά τον χαρακτήρα της εταιρείας ως φορέα, ενώ το δεύτερο τη μη πραγματική συναλλαγή που καλύπτει ένα φορολογικό στοιχείο.
Η έκθεση ελέγχου οφείλει να τεκμηριώνει ειδικά την εικονικότητα και να προσδιορίζει τα πραγματικά υπόχρεα πρόσωπα, γι’ αυτό και τυχόν πλημμέλειες της αιτιολόγησης ή της ταυτοποίησης αποτελούν πεδίο άμυνας που κρίνεται κατά περίπτωση.
Ποιος μπορεί να επικαλεστεί την εικονικότητα και με ποιο ένδικο τρόπο;
Την εικονικότητα επικαλείται ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές και κάθε τρίτος με έννομο συμφέρον, υλικό ή ηθικό, όταν από την άκυρη σύμβαση δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτοδικαίως, οπότε δεν απαιτείται διαπλαστική αγωγή αλλά αναγνωριστική αγωγή για τη βεβαίωσή της (ΑΠ 1642/2025).
Για τον δανειστή που θίγεται από μεταβίβαση περιουσίας μέσω εικονικής εταιρείας ή εικονικής δικαιοπραξίας, ανοίγονται δύο διαφορετικές επιλογές:
- Η πρώτη είναι η επίκληση της εικονικότητας, οπότε η μεταβίβαση θεωρείται ανύπαρκτη εξαρχής.
- Η δεύτερη είναι η καταδολίευση των δανειστών και η αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ), η οποία προϋποθέτει έγκυρη μεν αλλά καταδολιευτική απαλλοτρίωση, πρόθεση βλάβης και ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας.
Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης μέσω εικονικών μεταβιβάσεων δείχνει ότι η επιλογή ανάμεσα στην επίκληση της εικονικότητας και στην αγωγή διάρρηξης καθορίζει τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιος φέρει το αποδεικτικό βάρος.
Συχνές ερωτήσεις
Είναι παράνομη η αφανής εταιρεία;
Όχι. Η αφανής εταιρεία είναι γνήσια, νόμιμη μορφή του επιχειρείν, προβλεπόμενη από τα άρθρα 285 επ. του Ν. 4072/2012: ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα μιας εμπορικής δραστηριότητας χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους, ενώ έναντι αυτών ευθύνεται μόνο ο εμφανής εταίρος. Διαφέρει από την εικονική συμμετοχή, όπου η εμφάνιση ενός προσώπου ως εταίρου είναι απλώς φαινομενική. Η οριοθέτηση κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Μπορεί να κριθεί εικονική μια ΑΕ ή μια ΙΚΕ;
Η ίδρυση μιας εγγεγραμμένης κεφαλαιουχικής εταιρείας δεν ανατρέπεται εύκολα ως εικονική, καθώς το κύρος της ρυθμίζεται από το ειδικό εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ. Εικονικότητα, όμως, μπορεί να αφορά τη συμμετοχή συγκεκριμένου εταίρου ή μετόχου, ή μια επιμέρους δικαιοπραξία, όπως μια μεταβίβαση μετοχών ή ένα δάνειο προς εταίρο, με συνέπεια τη μερική ακυρότητα.
Σε τι διαφέρει η εικονική εταιρεία από την άρση της νομικής προσωπικότητας;
Η εικονικότητα οδηγεί σε ακυρότητα μιας φαινομενικής δικαιοπραξίας ή συμμετοχής κατά το άρθρο 138 ΑΚ. Η άρση της νομικής προσωπικότητας είναι κύρωση της κατάχρησης, με την οποία κάμπτεται ο χωρισμός εταιρείας και μέλους και μετακυλίονται οι συνέπειες στον κυρίαρχο μέτοχο ή εταίρο. Ο Άρειος Πάγος διαχωρίζει τις δύο έννοιες: η διαπίστωση εικονικότητας μιας πράξης δεν συνεπάγεται άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας.
Εικονική εταιρεία και εικονικά τιμολόγια είναι το ίδιο;
Όχι. Η εικονική εταιρεία είναι η οντότητα χωρίς πραγματικό υπόστρωμα, ενώ το εικονικό τιμολόγιο είναι το φορολογικό στοιχείο που καλύπτει ανύπαρκτη ή μη πραγματική συναλλαγή. Οι δύο έννοιες συνδέονται, καθώς μια εικονική εταιρεία εκδίδει συχνά εικονικά παραστατικά, παραμένουν όμως διακριτές ως προς τις προϋποθέσεις και τις κυρώσεις, με το ζήτημα των τιμολογίων να έχει έντονη ποινική διάσταση.
Η μυστική συμμετοχή μέσω παρένθετου προσώπου είναι νόμιμη;
Η χρήση παρένθετου προσώπου για κάλυψη της πραγματικής συμμετοχής δεν είναι αυτομάτως άκυρη: η καλυπτόμενη σύμβαση μπορεί να ισχύει υπέρ του αληθούς φορέα, εφόσον τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος. Ενέχει όμως κινδύνους έναντι τρίτων που αγνοούσαν την κατάσταση, καθώς και έναντι της φορολογικής και της ασφαλιστικής διοίκησης, γι’ αυτό απαιτείται προσεκτική έγγραφη ρύθμιση των σχέσεων.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Πραγματική οργάνωση και δράση: Η ύπαρξη ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης, εγκαταστάσεων, προσωπικού και αυτοτελούς δραστηριότητας είναι το στοιχείο που διαχωρίζει μια πραγματική εταιρεία από φαινόμενο σχήμα και προστατεύει έναντι του χαρακτηρισμού της ως εικονικής.
Διάκριση από την αφανή εταιρεία: Η επιθυμία αφανούς συμμετοχής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε εικονικότητα. Η νόμιμη οδός είναι η αφανής εταιρεία, με έγγραφη ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου.
Έγγραφη τεκμηρίωση σε σχήματα παρένθετου προσώπου: Η ταυτότητα του αληθούς φορέα και η θέληση των μερών πρέπει να αποτυπώνονται εγγράφως, ώστε να είναι δυνατή η δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του υποκρυπτόμενου προσώπου έναντι του παρενθέτου.
Έλεγχος πριν από μεταβιβάσεις προς συνδεδεμένα πρόσωπα: Μεταβιβάσεις περιουσίας ή εταιρικών συμμετοχών προς οικείους σε περίοδο οικονομικής πίεσης κινδυνεύουν με προσβολή ως εικονικές ή καταδολιευτικές, με φορολογικές και αστικές συνέπειες που κρίνονται κατά περίπτωση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.