Πότε ένας Συμβατικός Όρος Μεταξύ Επιχειρήσεων είναι Άκυρος ως Καταχρηστικός;
Εν συντομία
- Από 17/1/2018 ο Ν. 4512/2018 περιόρισε τον «καταναλωτή» σε φυσικά πρόσωπα εκτός εμπορικής δραστηριότητας, αλλά παράλληλα εισήγαγε το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 2251/1994 που επεκτείνει την προστασία των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) σε κάθε σύμβαση όπου ο αντισυμβαλλόμενος είναι «πολύ μικρή επιχείρηση».
- Πρακτικά, η έκδοση τιμολογίου δεν αποκλείει πλέον την προστασία. Κρίσιμα είναι τρία σωρευτικά κριτήρια: α) όροι χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, β) πολύ μικρή επιχείρηση κατά τα κριτήρια του Ν. 4308/2014, γ) θέση ως τελικού αποδέκτη.
- Ο έλεγχος γίνεται σε τρία στάδια α) ένταξης, β) ερμηνείας και γ) καταχρηστικότητας. Στο τρίτο στάδιο, η παρ. 7 περιλαμβάνει 31 περιπτώσεις per se άκυρων όρων, ενώ η παρ. 6 λειτουργεί ως γενική ρήτρα.
- Όταν ακυρότητα είναι μερική, ο όρος δεν λαμβάνεται υπόψη, η σύμβαση επιβιώνει και το κενό συμπληρώνεται από το ενδοτικό δίκαιο ή τη συμπληρωματική ερμηνεία κατά ΑΚ 200.
Γιατί το «δίκαιο του καταναλωτή» ισχύει και στις μικρές επιχειρήσεις;
Με τη δημοσίευση του Ν. 4512/2018, η προστασία των ΓΟΣ δεν περιορίζεται σε φυσικά πρόσωπα. Το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 2251/1994 επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής σε κάθε σύμβαση όπου ο αντισυμβαλλόμενος είναι πολύ μικρή επιχείρηση και τελικός αποδέκτης, ανεξάρτητα από την εμπορική ιδιότητα ή και την έκδοση τιμολογίου.
Η ρύθμιση αυτή ανατρέπει την παγιωμένη συναλλακτική αντίληψη ότι το τιμολόγιο αυτομάτως αποκλείει την προστασία του δικαίου των καταναλωτών. Ο μικρός επαγγελματίας που υπογράφει με κλικ τους όρους ενός παρόχου SaaS, που προσχωρεί σε τυποποιημένη σύμβαση leasing ή αποδέχεται τους όρους ενός franchise δικτύου, διατηρεί δικαίωμα ελέγχου των μη διαπραγματεύσιμων όρων, παρότι η συναλλαγή θεωρείται ως Β2Β.
Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικά;
Η εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 9 προϋποθέτει τρία στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν ταυτόχρονα:
- η σύμβαση να περιλαμβάνει όρους που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης,
- ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή να πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής επιχείρησης, όπως αυτά εξειδικεύονται μέσω της «πολύ μικρής οντότητας» του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 4308/2014 και
- να συμβάλλεται ως τελικός αποδέκτης.
Η απουσία έστω και μιας προϋπόθεσης ακυρώνει την εφαρμογή.
Σύμφωνα με τον Ν. 4308/2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα), μια οντότητα χαρακτηρίζεται «πολύ μικρή» όταν, κατά την ημερομηνία ισολογισμού, δεν υπερβαίνει τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
| Κριτήριο | Ανώτατο όριο |
|---|---|
| Σύνολο ενεργητικού | 350.000 ευρώ |
| Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών | 700.000 ευρώ |
| Μέσος όρος απασχολουμένων | 10 άτομα |
Ειδική ρύθμιση ισχύει για ομόρρυθμες εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες και ατομικές επιχειρήσεις. Αυτές εντάσσονται στις «πολύ μικρές οντότητες» με μοναδικό κριτήριο τον κύκλο εργασιών (έως 1.500.000 ευρώ), χωρίς χρήση δεύτερου κριτηρίου (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4308/2014). Δεδομένων των ορίων αυτών, σημαντικό μέρος των ελληνικών startups, ατομικών επιχειρήσεων και μικρών εμπορικών εταιρειών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης.
Πότε θεωρείται ότι όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης;
Ο νόμος καθιερώνει σαφές τεκμήριο: ένας όρος δεν θεωρείται ότι αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί η τυπική ύπαρξη διαπραγμάτευσης. Απαιτείται πραγματική δυνατότητα διαμόρφωσης του περιεχομένου από την πλευρά του ασθενέστερου μέρους.
Επομένως, ο μικρός επιχειρηματίας που ζήτησε τροποποιήσεις σε επιμέρους ρήτρες αλλά απορρίφθηκε από τον προμηθευτή, που αρνήθηκε κάθε παρέκκλιση από το τυποποιημένο κείμενο, εξακολουθεί να πληροί την προϋπόθεση. Δεν χρειάζεται η σύμβαση να τιτλοφορείται ως σύμβαση προσχωρήσεως. Αρκεί η αδυναμία ουσιαστικής επιρροής.
Η ΜονΕφΠειρ 40/2022 έκρινε, εξάλλου, ότι η προστασία της παρ. 9 εφαρμόζεται μόνο όταν η πολύ μικρή επιχείρηση κατέχει στη σύμβαση τη θέση του αντισυμβαλλομένου του προμηθευτή, όχι τη θέση του ίδιου του προμηθευτή. Στην υπόθεση, η ομόρρυθμη εταιρία είχε συμβληθεί ως πάροχος υπηρεσιών προς μεγαλύτερη εταιρία. Το Εφετείο έκρινε ότι, αφού η ίδια ήταν προμηθευτής και όχι τελικός αποδέκτης, η παρ. 9 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Η επίκληση απαιτεί θέση «πελάτη» στη συγκεκριμένη συμβατική σχέση.
Σύμφωνα με την ΟλΑΠ 13/2015 και την ΟλΑΠ 15/2007, ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός ΓΟΣ κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο που γίνεται η χρήση ή επίκληση του όρου, όχι κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Πρακτικά, η προστασία του άρθρου 2 παρ. 9 μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για συμβάσεις προγενέστερες, εφόσον τα γεγονότα από τα οποία γεννάται η διαφορά αναδύονται μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4512/2018.
Τι είναι ΓΟΣ και πώς διακρίνονται από τους ειδικούς όρους;
Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) είναι όροι προδιατυπωμένοι από τον προμηθευτή για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, χωρίς ατομική συμμετοχή του αντισυμβαλλομένου στη διαμόρφωσή τους. Διακρίνονται από τους ειδικούς όρους, που προκύπτουν από πραγματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και ενσωματώνονται μετά από αμοιβαία διαμόρφωση του περιεχομένου. Σε σύγκρουση, οι ειδικοί όροι υπερισχύουν.
Η ΑΠ 788/2018 έκρινε ότι όροι που τέθηκαν μετά από διαπραγμάτευση και αμοιβαίες υποχωρήσεις, ακόμη και αν συμπεριλαμβάνονται σε παράρτημα τυποποιημένης σύμβασης, δεν χαρακτηρίζονται ως ΓΟΣ και δεν υπόκεινται στον έλεγχο της παρ. 6. Η διαπραγμάτευση πρέπει να είναι πραγματική και να καταγράφεται.
Η σύμβαση προσχώρησης αποτελεί την τυπική εμφάνιση του φαινομένου, όπου ο αντισυμβαλλόμενος προσχωρεί χωρίς πραγματική δυνατότητα τροποποίησης. Στο πλαίσιο του γενικότερου δικαίου των συμβάσεων, η ιδιωτική αυτονομία (ΑΚ 361) περιορίζεται όταν η ασύμμετρη διαπραγματευτική ισχύς οδηγεί σε δομική έλλειψη ισορροπίας.
Ποια είναι τα τρία στάδια του δικαστικού ελέγχου των ΓΟΣ;
Ο έλεγχος ενός ΓΟΣ γίνεται διαδοχικά σε τρία στάδια:
- έλεγχος ένταξης στη σύμβαση κατά τις παρ. 1-2,
- έλεγχος ερμηνείας υπέρ του ασθενέστερου μέρους κατά τις παρ. 3-5,
- έλεγχος καταχρηστικότητας με τη γενική ρήτρα της παρ. 6 και την per se λίστα της παρ. 7.
Η ΟλΑΠ 6/2006 αποτελεί τον ιστορικό νομολογιακό σταθμό στον έλεγχο καταχρηστικότητας ΓΟΣ.
Στον έλεγχο ένταξης, όροι που παραμένουν κρυφοί, δυσπρόσιτοι ή τίθενται μετά την κατάρτιση της σύμβασης δεν εντάσσονται και δεν δεσμεύουν. Στον έλεγχο ερμηνείας, οι αμφιβολίες ως προς το νόημα ερμηνεύονται εις βάρος εκείνου που διατύπωσε τον όρο. Ο έλεγχος καταχρηστικότητας είναι ο πιο απαιτητικός και αποτελεί τον πυρήνα της προστασίας.
Τι σημαίνει η αρχή της διαφάνειας στους ΓΟΣ;
Η αρχή της διαφάνειας, που απορρέει από το άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 για τη βασική σχέση παροχής-αντιπαροχής) και ενσωματώνεται στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2251/1994, απαιτεί οι ΓΟΣ να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό. Ο μέσος αντισυμβαλλόμενος πρέπει να μπορεί να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα μεγέθη της σύμβασης, ιδίως τη βασική σχέση παροχής-αντιπαροχής και τις προϋποθέσεις τυχόν μονομερών τροποποιήσεων.
Η ΣτΕ 2196/2025 όρισε τα κριτήρια διαφάνειας για τη μονομερή αναπροσαρμογή τιμήματος. Επικυρώνοντας πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων ευρώ που είχαν επιβληθεί από το 2011 σε ασφαλιστικές εταιρείες, η απόφαση δέχθηκε ότι η αναπροσαρμογή ασφαλίστρου επιτρέπεται κατ’ αρχήν, αλλά η σχετική ρήτρα δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «λευκή επιταγή» υπέρ του προμηθευτή.
Εφαρμόζοντας τις περ. ε και ια του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, το ΣτΕ απαίτησε σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αναπροσαρμογής και επαρκή προγενέστερη ενημέρωση. Η αρχή έχει εφαρμογή πέραν του ασφαλιστικού πεδίου, σε κάθε μακροχρόνια σύμβαση Β2Β με ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος.
Ποιοι όροι θεωρούνται per se καταχρηστικοί;
Η παράγραφος 7 του άρθρου 2 απαριθμεί 31 περιπτώσεις όρων που τεκμαίρονται αμάχητα καταχρηστικοί, χωρίς να ερευνάται κατά περίπτωση η διατάραξη ισορροπίας. Αρκεί η υπαγωγή σε μία περίπτωση και επέρχεται η ακυρότητα. Οι περιπτώσεις ομαδοποιούνται λειτουργικά σε έξι θεματικές κατηγορίες, καθεμία από τις οποίες εμφανίζεται τυπικά σε διαφορετικό είδος Β2Β σύμβασης:
| Κατηγορία per se | Τυπική εμφάνιση σε Β2Β |
|---|---|
| Απαλλακτικές ρήτρες ευθύνης | Συμβάσεις λογισμικού, υπηρεσιών cloud, μεταφορών |
| Μονομερής τροποποίηση ή υπαναχώρηση υπέρ προμηθευτή | Ασφαλιστήρια, leasing, συνδρομητικές υπηρεσίες |
| Καθορισμός ή αναπροσαρμογή τιμήματος (περ. ε, ια) | Μακροχρόνιες συμβάσεις με αόριστο τίμημα |
| Καταγγελία, προθεσμίες, ενιαία λύση | Συμβάσεις διανομής, αντιπροσωπείας, franchise |
| Δικονομικές ρήτρες (παρέκταση, διαιτησία) | Διεθνείς εμπορικές συμβάσεις, e-shop όροι |
| Υπέρμετρες ποινικές ρήτρες (περ. λ) | Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, διανομής |
Η ΠΠρΑθ 277/2021 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ελέγχου ποινικής ρήτρας υπό την περ. λ του άρθρου 2 παρ. 7. Το δικαστήριο εξέτασε ρήτρα διεθνούς αερομεταφορέα που επέβαλε πάγια χρέωση όταν επιβάτης δεν χρησιμοποιούσε όλα τα κουπόνια πτήσης (cross-ticketing) και κατέληξε σε δύο σημαντικά κρίσεις:
- Πρώτον, η ρήτρα χαρακτηρίστηκε ως ποινική, όχι ως «κατ’ αποκοπή αποζημίωση» (περ. λβ), καθώς δεν αποζημιώνει αλλά ασκεί πίεση συμμόρφωσης.
- Δεύτερον, παρά τον χαρακτηρισμό αυτό, το δικαστήριο απέρριψε την επίκληση καταχρηστικότητας στη συγκεκριμένη υπόθεση, κρίνοντας ότι δεν προκαλείται υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση.
Η απόφαση δείχνει ότι ο per se χαρακτηρισμός ενός όρου ως «ποινικής ρήτρας» δεν αρκεί από μόνος του για να κριθεί καταχρηστικός. Απαιτείται και αξιολόγηση της επιβάρυνσης.
Πότε ένας όρος είναι καταχρηστικός βάσει της γενικής ρήτρας;
Όταν ένας ΓΟΣ δεν εμπίπτει στις per se περιπτώσεις της παρ. 7, ελέγχεται με βάση τη γενική ρήτρα της παρ. 6. Άκυρος είναι ο όρος που διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος του ασθενέστερου μέρους, με κριτήριο την απόκλιση από τις καθοδηγητικές διατάξεις του ενδοτικού δικαίου.
Η ΑΠ 413/2019 διατύπωσε το κρίσιμο κριτήριο: το ενδοτικό δίκαιο επιτελεί καθοδηγητική λειτουργία, καθώς αποτυπώνει τις τυπικές δίκαιες προσδοκίες των συμβαλλομένων σε κάθε είδος σύμβασης. Όροι που αποκλίνουν χωρίς εύλογη αιτία από τις ενδοτικού δικαίου ρυθμίσεις, εφόσον η απόκλιση είναι σημαντική και επιβαρυντική, χαρακτηρίζονται καταχρηστικοί.
Η σχέση της παρ. 6 με τη γενική αρχή του ΑΚ 281 (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος) είναι σχέση εξειδίκευσης. Η αξιολόγηση γίνεται με στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων. Εξετάζεται όχι μόνο το βάρος που υφίσταται ο υπόχρεος αλλά και οι συνέπειες για τον δικαιούχο. Ένας όρος δεν είναι καταχρηστικός αν εξυπηρετεί εύλογο και αναγνωρισμένο συμφέρον του προμηθευτή και η σχετική επιβάρυνση είναι ανάλογη του εξυπηρετούμενου σκοπού.
Σε σύγκριση με συγγενείς θεσμούς όπως οι αισχροκερδείς συμβάσεις (ΑΚ 179), ο έλεγχος των ΓΟΣ δεν απαιτεί απόδειξη υποκειμενικής εκμετάλλευσης. Αρκεί η αντικειμενική διατάραξη της ισορροπίας μέσω προδιατυπωμένου, μη διαπραγματεύσιμου, όρου.
Πώς αμύνεται μια μικρή επιχείρηση έναντι καταχρηστικών ΓΟΣ;
Η άμυνα οργανώνεται σε τρία διαδοχικά βήματα:
- επαλήθευση της κάλυψης του άρθρου 2 παρ. 9 με βάση τα κριτήρια του Ν. 4308/2014 και τη θέση τελικού αποδέκτη,
- εντοπισμός του όρου είτε στις per se περιπτώσεις της παρ. 7 είτε στη γενική ρήτρα της παρ. 6,
- δικονομική επίκληση μέσω αγωγής, ανακοπής ή ένστασης.
Το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα.
Η νομολογία του ΔΕΕ (ενδεικτικά Pannon GSM, C-243/08, και Banco Español de Crédito, C-618/10) επιβεβαίωσε ότι ο εθνικός δικαστής έχει υποχρέωση αυτεπαγγέλτου ελέγχου της καταχρηστικότητας μιας προδιατυπωμένης ρήτρας που εμπίπτει στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, εφόσον διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία.
Η εμπειρία από υποθέσεις διαφορών με ΓΟΣ ασφαλιστηρίων και leasing δείχνει ότι η επιτυχία εξαρτάται από την προηγούμενη τεκμηρίωση: φάκελοι αλληλογραφίας από τη φάση των διαπραγματεύσεων, ηλεκτρονικά μηνύματα που αποδεικνύουν την αδυναμία επιρροής στο περιεχόμενο και ιστορικό της σύναψης, λειτουργούν ως καίρια αποδεικτικά στοιχεία στην επιγενόμενη δίκη.
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε ενεργητικά μέσω αναγνωριστικής αγωγής, είτε αμυντικά ως αντένσταση όταν ο προμηθευτής επιδιώκει την εφαρμογή. Σε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, πρέπει να ορίζονται συγκεκριμένα ο προσβαλλόμενος όρος, τα κονδύλια και οι λόγοι καταχρηστικότητας. Η γενικόλογη αμφισβήτηση οδηγεί σε απόρριψη λόγω αοριστίας.
Πώς διαμορφώνει μια επιχείρηση ΓΟΣ που αντέχουν δικαστικό έλεγχο;
Όροι που αντέχουν τον δικαστικό έλεγχο πληρούν τρία κριτήρια:
- σαφή και κατανοητή διατύπωση κατά την παρ. 2,
- αποφυγή των per se καταχρηστικών της παρ. 7 και
- ισόρροπη κατανομή κινδύνων αντί μονομερών απαλλαγών.
Στις Β2Β συμβάσεις προστίθεται το ζήτημα της «battle of forms», όταν κάθε μέρος αναφέρεται σε δικούς του προδιατυπωμένους όρους.
Από πλευράς σύνταξης, η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης ΓΟΣ για παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών δείχνει ότι ορισμένες ρήτρες πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι ρήτρες μονομερούς τροποποίησης πρέπει να συνοδεύονται από αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησης και προθεσμίες προειδοποίησης, σύμφωνα με τη ΣτΕ 2196/2025. Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης πρέπει να αποκλείουν μόνο ελαφρά αμέλεια, ποτέ δόλο ή βαριά αμέλεια. Οι δικονομικές ρήτρες πρέπει να σέβονται τη φυσική δωσιδικία. Στις διεθνείς συμβάσεις, ρήτρες εφαρμοστέου δικαίου ελέγχονται με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη I).
Τα ζητήματα ευθύνης από διαπραγματεύσεις (ΑΚ 197-198) λειτουργούν συμπληρωματικά. Ο προμηθευτής που επιβάλλει ασύμμετρους όρους μπορεί να ευθύνεται και προσυμβατικά αν η συμπεριφορά του παραβιάζει την καλή πίστη.
Ποιες είναι οι νομικές συνέπειες της ακυρότητας ενός ΓΟΣ;
Η ακυρότητα ενός καταχρηστικού ΓΟΣ είναι μερική, δηλαδή ο όρος δεν λαμβάνεται υπόψη, αλλά η σύμβαση επιβιώνει για τους υπόλοιπους όρους, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994. Η ρύθμιση αυτή παρεκκλίνει υπέρ του αντισυμβαλλομένου από τον γενικό κανόνα του ΑΚ 181, καθώς ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης λόγω της ακυρότητας ενός ΓΟΣ.
Το κενό συμπληρώνεται διαδοχικά, πρώτα από τις διατάξεις του ενδοτικού δικαίου που ισχύει για τη συγκεκριμένη μορφή σύμβασης και, επικουρικά, από συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 ΑΚ.
Πρακτικά, σε μια σύμβαση SaaS, για παράδειγμα, με άκυρη ρήτρα αυτόματης ανανέωσης, η σύμβαση δεν λύεται. Η ανανέωση εξαρτάται από ρητή νέα δήλωση βούλησης, σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή του ενδοτικού δικαίου των διαρκών συμβάσεων. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος έχει ήδη πληρώσει βάσει του άκυρου όρου, δικαιούται να αναζητήσει το ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904). Η σύμβαση που πάσχει από μερική ακυρότητα συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα.
Συχνές Ερωτήσεις
Πώς διαπιστώνεται αν η εταιρεία πληροί τα κριτήρια «πολύ μικρής επιχείρησης»;
Ο έλεγχος γίνεται με βάση τα τρία κριτήρια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 4308/2014: σύνολο ενεργητικού, καθαρό ύψος κύκλου εργασιών και μέσος όρος απασχολουμένων. Η οντότητα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια σε δύο τουλάχιστον από τα τρία κριτήρια κατά την ημερομηνία ισολογισμού. Για ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες και ατομικές επιχειρήσεις, αρκεί ο κύκλος εργασιών να μην υπερβαίνει τα 1.500.000 ευρώ. Λαμβάνεται υπόψη ο τελευταίος εγκεκριμένος ισολογισμός πριν την κατάρτιση της σύμβασης. Για νέες επιχειρήσεις χωρίς ισολογισμό, η αξιολόγηση γίνεται με τα προβλεπόμενα στοιχεία της πρώτης ετήσιας περιόδου.
Ισχύει η προστασία σε Β2Β συμβάσεις με όρους που διαπραγματεύτηκαν προσυμβατικά;
Όχι. Το άρθρο 2 παρ. 9 εφαρμόζεται μόνο όταν συντρέχει η προϋπόθεση της απουσίας ατομικής διαπραγμάτευσης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο θιγόμενος μπορεί να επικαλεστεί τη γενική αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288), την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281), τις διατάξεις περί αισχροκερδών συμβάσεων (ΑΚ 179) ή την ευθύνη από διαπραγματεύσεις (ΑΚ 197-198), αλλά όχι το ειδικό προστατευτικό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.
Μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αυτεπαγγέλτως έναν όρο ως καταχρηστικό;
Ναι. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (ενδεικτικά Pannon GSM, C-243/08, και Banco Español de Crédito, C-618/10), ο εθνικός δικαστής έχει υποχρέωση αυτεπαγγέλτου ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένης ρήτρας που εμπίπτει στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, εφόσον διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία. Η υποχρέωση εκτείνεται και στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 9.
Τι συμβαίνει αν έχουν ήδη καταβληθεί ποσά βάσει καταχρηστικού όρου;
Η επιστροφή ζητείται βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904). Η αξίωση γεννάται από τη στιγμή της καταβολής και υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η αναγνωριστική αγωγή για την ακυρότητα του όρου μπορεί να συνδυαστεί με καταψηφιστικό αίτημα επιστροφής. Η αξίωση πρέπει να εξειδικεύεται κατά κονδύλιο και ποσό. Η γενικόλογη επίκληση οδηγεί σε απόρριψη λόγω αοριστίας.
Παρέχει ρήτρα αλλοδαπού εφαρμοστέου δικαίου παράκαμψη της προστασίας;
Όχι αυτομάτως. Σε διεθνείς συμβάσεις, η ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου ελέγχεται με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη I). Το άρθρο 9 αναγνωρίζει τις «διατάξεις αμέσου εφαρμογής» (overriding mandatory provisions). Οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 περί προστασίας από καταχρηστικούς ΓΟΣ έχουν χαρακτήρα κανόνων αμέσου εφαρμογής, και ο ελληνικός δικαστής υποχρεούται να τις εφαρμόσει ανεξάρτητα από τη ρήτρα επιλογής δικαίου, εφόσον η σύμβαση παρουσιάζει στενούς δεσμούς με την ελληνική έννομη τάξη.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Audit εταιρικής ιδιότητας πριν την επίκληση της παρ. 9 : Πριν την επίκληση της προστασίας, χρειάζεται διασταύρωση ότι κατά την ημερομηνία ισολογισμού η εταιρεία πληρούσε δύο τουλάχιστον από τα τρία κριτήρια του Ν. 4308/2014 (ή το όριο των 1.500.000 ευρώ για ΟΕ/ΕΕ/ατομικές), και ότι στη συγκεκριμένη συμβατική σχέση κατείχε θέση τελικού αποδέκτη, όχι προμηθευτή.
Ειδικοί όροι μετά πραγματική διαπραγμάτευση εξαιρούνται: Η ΑΠ 788/2018 διέκρινε σαφώς τους ΓΟΣ από τους ειδικούς όρους που προέκυψαν από αμοιβαία διαπραγμάτευση. Σε σύνταξη σύμβασης, η καταγραφή της διαπραγματευτικής διαδικασίας σε πρακτικά, τα ηλεκτρονικά μηνύματα ή τα προσχέδια σύμβασης λειτουργούν ως απόδειξη ότι συγκεκριμένοι όροι έχουν χαρακτήρα ειδικών και δεν υπόκεινται στον έλεγχο της παρ. 6.
Διαφάνεια ως αυτοτελής βάση ακυρότητας : Η ΣτΕ 2196/2025 αναγνώρισε ότι ακόμη και μια καταρχήν νόμιμη μονομερής τροποποίηση μπορεί να ακυρωθεί, αν η σχετική ρήτρα είναι ασαφής, λειτουργεί ως «λευκή επιταγή» ή στερείται αντικειμενικών κριτηρίων. Η αρχή εκτείνεται σε κάθε μακροχρόνια σύμβαση Β2Β με ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος.
Μερική, όχι ολική ακυρότητα: Η αναγνώριση καταχρηστικότητας δεν ακυρώνει τη σύμβαση. Ο όρος απαλείπεται και το κενό συμπληρώνεται από το ενδοτικό δίκαιο ή, επικουρικά, από συμπληρωματική ερμηνεία κατά ΑΚ 200. Μια εμπορική σχέση μπορεί να διορθωθεί στους όρους που στρέφονταν εις βάρος του ασθενέστερου, χωρίς να ανατραπεί συνολικά.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με καταχρηστικούς ΓΟΣ μεταξύ επιχειρήσεων.