Skip to content

Καταχρηστικοί Όροι Σύμβασης

Καταχρηστικοί Όροι Σύμβασης
Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ)

Οι γενικοί όροι σε μια σύμβαση τυποποιούνται υπό τον τίτλο “Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ)”, και ορίζονται ως τέτοιοι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων

Ως ΓΟΣ, δηλαδή, νοούνται οι συμβατικοί όροι εκείνοι στους οποίους, ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη τους καθορίζει εκ των προτέρων κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσουν το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού συμβάσεων. Κύριο χαρακτηριστικό των ΓΟΣ είναι η μονομερής προδιατύπωση, με την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου που τις προδιατύπωσε δεν μετείχε στη διαμόρφωσή τους. 

Αυτό το χαρακτηριστικό όμως δεν αρκεί. 

Απαιτείται, περαιτέρω, να μην υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης ως προς το περιεχόμενο των όρων. Αντίποδας των ΓΟΣ είναι οι ειδικοί όροι, που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις.

Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ σε τραπεζικές συμβάσεις, ασφαλιστήρια και γενικότερα σε συμβάσεις όπου η διαπραγματευτική θέση του πωλητή είναι σαφώς υπέρτερη του καταναλωτή. Έτσι περιέχουν όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο πωλητής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του και δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενο αυτών με τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο τελευταίος ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Πρόκειται, λοιπόν, για Σύμβαση Προσχωρήσεως (“take it or leave it”). 

Εκ Του Νόμου Καταχρηστικοί Όροι

Οι καταχρηστικοί όροι σε μια σύμβαση προσδιορίζονται στον Νόμο 2251/1994 για την Προστασία των Καταναλωτών. Ενδεικτική και αναλυτική απαρίθμηση δε, προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 7 του Νόμου ως εξής:

Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:

  1. παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία, υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης,
  2. περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών,
  3. προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή,
  4. συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο,
  5. επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση.
  6. επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία,
  7. επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση,
  8. επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του,
  9. ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της,
  10. επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο,
  11. χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή,
  12. περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος,
  13. αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή,
  14. προβλέπουν τη μετακύλιση της ευθύνης του πωλητή, ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον,
  15. περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας.
  16. επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος,
  17. συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα,
  18. εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν,
  19. αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση,
  20. απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του,
  21. επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή,
  22. συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή,
  23. απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή,
  24. βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί,
  25. υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνιστάται σε υπηρεσίες με κράτηση,
  26. επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις,
  27. αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα,
  28. περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή,
  29. αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών,
  30. επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή
  31. αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας,
  32. προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη.

Οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενοι γενικοί όροι, θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, ενώ ορίζεται ότι ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Γενική Ρήτρα Καταχρηστικότητας

Με τις παραπάνω ενδεικτικές περιπτώσεις, συγκεκριμενοποιείται η νομοθετική βούληση, να απαγορεύονται και να κρίνονται άκυροι όλοι οι ΓΟΣ που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή

Για το λόγο αυτό προβλέπεται στο νόμο για την προστασία των καταναλωτών και γενική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Με τον τρόπο αυτό, ακόμα και όροι που δεν περιλαμβάνονται στην παραπάνω ενδεικτική απαρίθμηση μπορούν να κριθούν καταχρηστικοί και ως εκ τούτου απαγορευμένοι και μη εφαρμόσιμοι.

Ταυτόχρονα, κάθε σύμβαση περιέχει και όρους, που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με τον αντισυμβαλλόμενο – πελάτη. Τέτοιοι είναι οι όροι, που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και συνήθως περιέχονται σε παραρτήματα ή πρόσθετες πράξεις μια σύμβασης. Οι όροι αυτοί (καλούμενοι και “χειρόγραφοι“) περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη συμφωνία και όχι τους γενικούς όρους με αποτέλεσμα να έχει κριθεί  ότι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου περί προστασίας καταναλωτών (ΑΠ 788/2018).

Μηχανισμός Εξέτασης Καταχρηστικότητας

Κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν ο όρος αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του παραπάνω καταλόγου, ο οποίος περιέχει “per se” καταχρηστικές ρήτρες, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας. 

Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατόπιν κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από “ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου” (ΑΠ 413/2019).

Κατα τον έλεγχο αυτό, για να κριθεί η ακυρότητα ή μη λόγω καταχρηστικότητας ενός όρου, λαμβάνεται υπόψη ο γενικός κανόνας  του άρθρου 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), με τα αναφερόμενα εκεί κριτήρια.

Ειδικότερα, λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει, κάθε φορά, το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα πρέπει να είναι ουσιώδη, έτσι ώστε η διατάραξη της ισορροπίας τους σε βάρος του καταναλωτή να μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό. Η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ως υπέρμετρη

Υπέρμετρη διατάραξη υπάρχει, κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, “όταν υφίσταται απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το “ενδιάμεσο πρότυπο” του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών”. 

Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων, στη συγκεκριμένη σύμβαση, μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιό εκείνο του καταναλωτη προς κατάργησή του. 

Δηλαδή, ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει ν’ αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια. 

Για να ορισθεί ουσιώδης ή σημαντική η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει τη μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης, που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου, και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης

Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν θεωρείται υπέρμετρη. Ομοίως και αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια, που δεν διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους συμβατικούς όρους.