Πότε το δικαστήριο κρίνει υπέρμετρη μια ποινική ρήτρα;
Σε συντομία:
- Το άρθρο 409 ΑΚ επιτρέπει στο δικαστήριο να μειώσει μια δυσανάλογα μεγάλη ποινική ρήτρα, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει.
- Η διάταξη είναι δημοσίας τάξεως: όρος που αποκλείει εκ των προτέρων τη μείωση είναι άκυρος, ακόμη και σε σύμβαση μεταξύ επιχειρήσεων.
- Η δυσαναλογία κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση την αρχή της αναλογικότητας και την καλή πίστη, σταθμίζοντας ποινή, ζημία, βαθμό πταίσματος και οικονομική κατάσταση των μερών.
- Η μείωση δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως. Απαιτεί ορισμένο αίτημα του οφειλέτη με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή λόγο ανακοπής, που πρέπει να προβληθεί εγκαίρως.
Πότε μπορεί να μειωθεί μια υπέρμετρη ποινική ρήτρα;
Κατά το άρθρο 409 ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Η διάταξη είναι δημοσίας τάξεως, ώστε τυχόν αντίθετη συμφωνία των μερών δεν ισχύει. Το ύψος της ποινικής ρήτρας, επομένως, δεν είναι ποτέ οριστικό όταν αμφισβητηθεί δικαστικά, όσο σαφής και αν είναι η διατύπωσή της στη σύμβαση.
Η ποινική ρήτρα είναι, κατά το άρθρο 404 ΑΚ, η υπόσχεση του οφειλέτη να καταβάλει στον δανειστή χρηματικό ποσό ή άλλη παροχή για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη παροχή. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο πίεσης για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης και ως προκαθορισμένος τρόπος αποζημίωσης, χωρίς ο δανειστής να χρειάζεται να αποδείξει τη ζημία του (ΑΠ 836/2022).
Πρόκειται για παρεπόμενη συμφωνία, στενά συνδεδεμένη με την κύρια ενοχή του δικαίου των συμβάσεων. Σε αντίθεση με την ευθύνη που γεννάται ήδη κατά τις διαπραγματεύσεις, η ποινική ρήτρα προϋποθέτει καταρτισμένη σύμβαση και έγκυρη κύρια υπόσχεση. Η κατάπτωσή της προϋποθέτει, κατά κανόνα, υπαίτια αδυναμία ή υπερημερία του οφειλέτη. Όταν η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο οφειλέτης δεν ευθύνεται, όπως σε περίπτωση ανωτέρας βίας, η ποινή δεν καταπίπτει.
Πότε θεωρείται δυσανάλογα μεγάλη η ποινή;
Δυσανάλογα μεγάλη θεωρείται η ποινή όταν είναι υπέρογκη σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί, δηλαδή την εξασφάλιση της εκπλήρωσης και την αποκατάσταση της ζημίας του δανειστή. Η κρίση αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και διαμορφώνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης (ΑΠ 1080/2025).
Για τη στάθμιση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη ιδίως:
- το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή,
- την έκταση της συμβατικής παράβασης και τον βαθμό του πταίσματος του οφειλέτη,
- την ωφέλεια που αποκόμισε ο οφειλέτης ή ο δανειστής από την αθέτηση,
- τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν και τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα,
- την οικονομική κατάσταση των μερών.
Μια μικρή ή ακόμη και ανύπαρκτη ζημία του δανειστή δεν αρκεί, από μόνη της, για τον χαρακτηρισμό της ποινής ως υπέρμετρης, λαμβάνεται όμως υπόψη στη συνολική στάθμιση. Η εμπειρία από συμβάσεις προμήθειας και έργου δείχνει ότι ποινές κλιμακούμενες ανά ημέρα καθυστέρησης φτάνουν σε δυσανάλογα ποσά και κρίνονται υπερβολικές, όταν η τελική παράβαση είναι επουσιώδης, για παράδειγμα όταν καθυστερεί μόνο το τελευταίο τμήμα μιας τμηματικής παράδοσης ενώ το μεγαλύτερο μέρος της σύμβασης έχει ήδη εκτελεστεί.
Κρίσιμο σημείο είναι ότι ο προσδιορισμός του τελικού ποσού, στο οποίο μειώνεται η ποινή, ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ορθή υπαγωγή των περιστατικών στα κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ, όχι το ίδιο το ποσό της μείωσης (ΑΠ 147/2024). Αυτό σημαίνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται ουσιαστικά στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, γεγονός που καθιστά την πρωτόδικη τεκμηρίωση καθοριστική.
Πώς και πότε ζητείται η μείωση της ποινής;
Η μείωση δεν επέρχεται αυτεπαγγέλτως. Προϋποθέτει αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή ή λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Το αίτημα πρέπει να είναι ορισμένο και να επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και να προβληθεί εγκαίρως.
Το βάρος επίκλησης και απόδειξης των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δυσαναλογία φέρει ο οφειλέτης. Δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι η ζημία του δανειστή υπήρξε μικρότερη από τη συμφωνημένη ποινή. Απαιτείται παράθεση των στοιχείων που καθιστούν την ποινή υπέρμετρη σε σχέση με τη συνολική ενοχική σχέση, χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά στην «υπερβολή» της ρήτρας, διαφορετικά το αίτημα απορρίπτεται ως αόριστο, ανεξάρτητα από το πραγματικό ύψος της ποινής (ΑΠ 464/2019). Η ένσταση μείωσης συνιστά ειδική εκδήλωση της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Η ένσταση ή αίτηση μείωσης της ποινικής ρήτρας, μολονότι ερείδεται στο άρθρο 409 ΑΚ, δεν λειτουργεί ως «προνομιακός» ισχυρισμός που μπορεί να προβάλλεται ανεμπόδιστα σε κάθε στάση της δίκης, αλλά υπόκειται στους δικονομικούς περιορισμούς περί συγκέντρωσης και περί απαραδέκτου νέων ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη. Η νομολογία έχει διατυπώσει καθαρά ότι η σχετική ένσταση δεν εξαιρείται από τους κανόνες περί προτάσεως μέσων άμυνας, με συνέπεια να μην μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλεται για πρώτη φορά στο Εφετείο εκτός των ειδικών περιπτώσεων που επιτρέπει η δικονομία.
Ενδεικτικά, έχει κριθεί ότι η ένσταση μειώσεως υπερμέτρου ποινής δεν προτείνεται ελεύθερα «λόγω δημοσίας τάξεως», αλλά ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ειδικός κανόνας που να αίρει τους δικονομικούς περιορισμούς, δεσμεύεται από αυτούς (ΑΠ 1278/2017). Η εμπειρία από ανάλογες περιπτώσεις αναδεικνύει μια πρακτική «παγίδα» στην οποία είναι εύκολο να υποπέσει κανείς, αφού μπορεί να διαβάσει αποφάσεις που δέχονται παραδεκτή την προβολή στο Εφετείο και να συμπεράνει ότι «επιτρέπεται πάντα», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για εφαρμογή των εξαιρέσεων του κανόνα.
Χαρακτηριστικά, η ΑΠ 901/2019 δεν ανατρέπει την πάγια θέση, αλλά δείχνει ότι η ένσταση μπορεί να προβληθεί στην έφεση μόνον όταν συντρέχει ειδικός λόγος παραδεκτού. Ενδεικτικά αναφέρει, ότι η ένσταση μειώσεως της συμφωνηθείσης δυσαναλόγως μεγάλης ποινής και τα θεμελιωτικά αυτής (συγκεκριμένα) πραγματικά περιστατικά μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη:
- από τον εφεσίβλητο – εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης,
- από τον εκκαλούντα – εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και
- αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων (όπως, ενδεικτικά, όταν ο ισχυρισμός τεκμηριώνεται κατά τρόπο που εντάσσεται στις επιτρεπτές εξαιρέσεις).
Συνεπώς, η ασφαλής δικονομική στρατηγική είναι η έγκαιρη και ορισμένη προβολή της ένστασης ήδη πρωτοδίκως, ώστε να μη στηρίζεται κανείς σε μια παρεξηγήσιμη «εξαίρεση» της εφετειακής διαδικασίας, η οποία μπορεί να μην χωρεί στο συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο.
Ισχύει ρήτρα που αποκλείει τη μείωση της ποινής;
Όχι. Επειδή το άρθρο 409 ΑΚ είναι διάταξη δημοσίας τάξεως, κάθε συμβατικός όρος που αποκλείει ή περιορίζει εκ των προτέρων το δικαίωμα μείωσης είναι άκυρος. Ο κανόνας ισχύει σε κάθε σύμβαση, ανεξάρτητα από την εμπορική ιδιότητα των μερών και δεν παρακάμπτεται με διατυπώσεις περί «απόλυτης δεσμευτικότητας» της ποινής ή «παραίτησης» του οφειλέτη από το δικαίωμα μείωσης.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για επιχειρήσεις που συντάσσουν τυποποιημένες συμβάσεις. Όροι που εμφανίζονται ως «κατ’ αποκοπή αποζημίωση» χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης, με σκοπό να αποτραπεί η δικαστική μείωση, αντιμετωπίζονται από τη νομολογία ως ποινική ρήτρα και υπάγονται στο άρθρο 409 ΑΚ. Η ονομασία του όρου στο κείμενο της σύμβασης δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο κρίνει με βάση το ουσιαστικό περιεχόμενο και τον σκοπό του.
Πρέπει να σημειωθεί μια διάκριση που εύκολα συγχέεται. Η υπέρμετρη ποινική ρήτρα δεν είναι άκυρη, αλλά μειώνεται. Αντίθετα, μια αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική ρήτρα κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, που προϋποθέτει εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του αντισυμβαλλομένου, είναι εξ ολοκλήρου άκυρη. Η επιλογή της ορθής νομικής βάσης, μείωση ή ακυρότητα, εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης και οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Από την οπτική της επιχείρησης που επιδιώκει πραγματική εξασφάλιση, το συμπέρασμα είναι πρακτικό: μια υπερβολικά υψηλή ποινή δεν προσφέρει την ασφάλεια που φαίνεται να δίνει, αφού μπορεί να μειωθεί δικαστικά. Ποινή ρεαλιστικού ύψους, συνδεδεμένη με τη μετρήσιμη ζημία από την αθέτηση, αντέχει καλύτερα στον δικαστικό έλεγχο. Η ποινική ρήτρα μπορεί επίσης να συνδυαστεί με άλλα μέσα εξασφάλισης, ώστε η προστασία του δανειστή να μην εξαρτάται αποκλειστικά από έναν όρο που υπόκειται σε μείωση.
Μπορεί ο δανειστής να αξιώσει ποινή και αποζημίωση μαζί;
Εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε η ποινή. Αν αφορά τη μη εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 406 ΑΚ), ο δανειστής επιλέγει ανάμεσα στην ποινή και στην παροχή. Αν αφορά την πλημμελή εκπλήρωση ή την υπερημερία (άρθρο 407 ΑΚ), δικαιούται σωρευτικά την ποινή και την παροχή, καθώς και την τυχόν επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία.
| Στοιχείο | Ποινή για μη εκπλήρωση (406 ΑΚ) | Ποινή για πλημμελή εκπλήρωση ή υπερημερία (407 ΑΚ) |
|---|---|---|
| Πεδίο εφαρμογής | Ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε καθόλου την παροχή | Ο οφειλέτης εκπλήρωσε ελαττωματικά ή καθυστερημένα |
| Σχέση με κύρια παροχή | Ο δανειστής επιλέγει: ποινή ή παροχή, όχι και τα δύο | Ο δανειστής δικαιούται σωρευτικά ποινή και παροχή |
| Επιπλέον ζημία | Αξιώσιμη, εφόσον αποδειχθεί, πέραν της ποινής | Αξιώσιμη, εφόσον αποδειχθεί, πέραν της ποινής |
Ο χαρακτηρισμός μιας ρήτρας ως υπαγόμενης στο άρθρο 406 ή στο άρθρο 407 ΑΚ εξαρτάται από τη διατύπωσή της και από το τι ακριβώς θέλησαν τα μέρη να εξασφαλίσουν. Μια ασαφής ρήτρα μπορεί να ερμηνευθεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με ριζικά διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα για κάθε πλευρά. Γι’ αυτό η ακριβής σύνταξη του όρου, ιδίως ο προσδιορισμός του αν η ποινή υποκαθιστά ή προστίθεται στην εκπλήρωση, είναι κρίσιμη ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Συχνές Ερωτήσεις
Καταπίπτει η ποινική ρήτρα αν ο δανειστής δεν υπέστη ζημία;
Ναι. Κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η ποινή καταπίπτει χωρίς ο δανειστής να χρειάζεται να επικαλεστεί ή να αποδείξει ζημία. Μια μικρή ή ακόμη και ανύπαρκτη ζημία δεν αποτρέπει την κατάπτωση, λαμβάνεται όμως υπόψη ως ένα από τα κριτήρια για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 409 ΑΚ.
Τι ισχύει αν η κύρια σύμβαση είναι άκυρη;
Κατά το άρθρο 408 ΑΚ, αν η κύρια υπόσχεση είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, ακόμη και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα κατά τη σύναψη. Ως παρεπόμενη συμφωνία, η ποινική ρήτρα ακολουθεί την τύχη της κύριας ενοχής και δεν μπορεί να σταθεί αυτοτελώς.
Μπορεί η μείωση να ζητηθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο;
Όχι, εκτός εξαιρέσεων. Η προβολή της υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ και πρέπει να προταθεί πρωτοδίκως, με τις περιορισμένες εξαιρέσεις που αναφέρει η ΑΠ 901/2019.
Σε τι διαφέρει η ποινική ρήτρα από τον αρραβώνα;
Ο αρραβώνας (άρθρα 402 επ. ΑΚ) λειτουργεί αμφίπλευρα: αν υπαναχωρήσει αυτός που τον έδωσε τον χάνει, ενώ αν υπαναχωρήσει ο λήπτης επιστρέφει το διπλάσιο (άρθρο 403 ΑΚ). Η ποινική ρήτρα βαρύνει μόνο τον οφειλέτη. Σε αμφιβολία για τον χαρακτηρισμό ενός ποσού που δόθηκε, η νομολογία δέχεται ότι πρόκειται για προκαταβολή.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ρητή πρόβλεψη για το αν η ποινή υποκαθιστά ή προστίθεται στην παροχή: η διατύπωση της ρήτρας καθορίζει αν εφαρμόζεται το άρθρο 406 ή το άρθρο 407 ΑΚ, άρα αν ο δανειστής μπορεί να αξιώσει σωρευτικά ποινή και εκπλήρωση. Ασαφής όρος αφήνει το ζήτημα ανοιχτό στην ερμηνεία του δικαστηρίου.
Έγκαιρη προβολή του αιτήματος μείωσης: ο οφειλέτης που θεωρεί την ποινή υπέρμετρη οφείλει να προβάλει το αίτημα μείωσης ήδη πρωτοδίκως, ορισμένα και τεκμηριωμένα, ώστε να μην το απολέσει.
Άκυρος ο όρος ότι η ποινή δεν μειώνεται: η πρόβλεψη ότι ο οφειλέτης παραιτείται από το δικαίωμα μείωσης ή ότι η ποινή είναι «απόλυτα δεσμευτική» δεν ισχύει, καθώς το άρθρο 409 ΑΚ είναι δημοσίας τάξεως. Η ένταξη τέτοιου όρου δημιουργεί ψευδή ασφάλεια στον δανειστή.
Τεκμηρίωση των περιστατικών δυσαναλογίας: δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι η ποινή είναι μεγάλη. Απαιτείται επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών που θεμελιώνουν τη δυσαναλογία σε σχέση με τον σκοπό της ποινής και την έκταση της παράβασης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά τη μείωση συμβατικής ποινικής ρήτρας.