Skip to content
Αρθρογραφία

Ξέπλυμα Χρήματος: Υποχρεώσεις & Πρόστιμα (ν. 4557/2018)

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 9 Ιουλίου 2026

Ξέπλυμα Χρήματος: Ποιες Επιχειρήσεις Είναι Υπόχρεες & Τι Οφείλουν

Εν συντομία:

  • Η νομοθεσία κατά του ξεπλύματος δεν αφορά μόνο τράπεζες. Ο ν. 4557/2018 ορίζει ως «υπόχρεα πρόσωπα» και λογιστές, ελεγκτές, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, μεσίτες ακινήτων, εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας και παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
  • Η υπαγωγή κρίνεται από τη δραστηριότητα, όχι από το μέγεθος. Μια μικρή επιχείρηση σε ρυθμιζόμενο κλάδο δεσμεύεται με τις ίδιες υποχρεώσεις όπως ένα πιστωτικό ίδρυμα.
  • Οι πέντε πυλώνες συμμόρφωσης: δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, ταυτοποίηση πραγματικού δικαιούχου και εγγραφή στο Κεντρικό Μητρώο, αναφορά ύποπτων συναλλαγών στην Αρχή, τήρηση αρχείων και εσωτερικές διαδικασίες με υπεύθυνο συμμόρφωσης.
  • Η μη συμμόρφωση επισύρει διοικητικά πρόστιμα έως 1.000.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα, δέσμευση φορολογικής ενημερότητας και ποινική ευθύνη σε ορισμένες περιπτώσεις.
  • Από 10 Ιουλίου 2027 εφαρμόζεται άμεσα ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624, που ενοποιεί τους κανόνες σε όλη την ΕΕ και μεταβάλλει το όριο του πραγματικού δικαιούχου καθώς και το όριο των πληρωμών με μετρητά.

Ποιες επιχειρήσεις είναι υπόχρεα πρόσωπα κατά του ξεπλύματος;

Υπόχρεα πρόσωπα είναι όσα ασκούν δραστηριότητα που ο νομοθέτης θεωρεί ευάλωτη στη νομιμοποίηση εσόδων. Το άρθρο 5 του ν. 4557/2018 απαριθμεί:

  • πιστωτικά ιδρύματα,
  • χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς,
  • ορκωτούς και εξωτερικούς λογιστές-φοροτεχνικούς,
  • ελεγκτές,
  • συμβολαιογράφους και δικηγόρους σε ορισμένες συναλλαγές,
  • μεσίτες ακινήτων,
  • εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας και
  • παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Η υπαγωγή προκύπτει από τη δραστηριότητα, όχι από τον κύκλο εργασιών.

Ο νόμος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και αντικατέστησε ολόκληρο το προϊσχύον καθεστώς. Το πεδίο εφαρμογής είναι ευρύ και περιλαμβάνει επαγγέλματα που παραδοσιακά δεν θεωρούνται «χρηματοπιστωτικά».

Ορισμένες κατηγορίες υπάγονται μόνο πάνω από συγκεκριμένο όριο συναλλαγής:

  • οι μεσίτες ακινήτων για συναλλαγές αξίας τουλάχιστον 10.000 ευρώ και
  • οι έμποροι ή εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας για συναλλαγές του ίδιου ύψους.

Οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι υπάγονται όταν συμμετέχουν, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό πελάτη τους, σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή συναλλαγές επί ακινήτων.

Το αντικείμενο της προστασίας είναι η αποτροπή εισόδου στο νόμιμο κύκλωμα εσόδων που προέρχονται από τα βασικά αδικήματα του άρθρου 4, όπως η φοροδιαφυγή μέσω εικονικών τιμολογίων, η λαθρεμπορία, η δωροδοκία και η απάτη. Η κατανόηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η υποχρέωση δεν εξαντλείται σε μια τυπική διαδικασία αλλά συνδέεται με την πρόληψη συγκεκριμένων εγκλημάτων.

Ο προσδιορισμός της υπαγωγής δεν είναι πάντοτε προφανής. Οριακές περιπτώσεις, όπως ο πάροχος υπηρεσιών σε εταιρείες, ο διαμεσολαβητής σε μεικτή συναλλαγή ή η επιχείρηση που πραγματοποιεί περιστασιακές συναλλαγές κοντά στο όριο, απαιτούν κατά περίπτωση νομική κρίση.

Η εσφαλμένη παραδοχή ότι μια δραστηριότητα βρίσκεται εκτός πεδίου ενεργοποιεί, σε περίπτωση ελέγχου, το σύνολο του κυρωτικού μηχανισμού.

Ποιες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη (KYC) επιβάλλει ο ν. 4557/2018;

Η δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη (KYC – Know Your Customer) απαιτεί από το υπόχρεο πρόσωπο να ταυτοποιεί και να επαληθεύει τον πελάτη, να διακριβώνει τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης και να παρακολουθεί συνεχώς τις συναλλαγές.

Η ένταση των μέτρων προσαρμόζεται στον κίνδυνο κάθε σχέσης, από απλή έως ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια. Τα μέτρα εφαρμόζονται πριν από τη σύναψη της σχέσης.

Ο όρος αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέουσα επιμέλεια σε εξαγορά επιχείρησης (due diligence), η οποία αφορά τον έλεγχο μιας εταιρείας-στόχου πριν από μια συναλλαγή και αποτελεί εντελώς διαφορετική νομική έννοια. Στο πλαίσιο του ν. 4557/2018, η δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη είναι διαρκής κανονιστική υποχρέωση πρόληψης, όχι εφάπαξ διερεύνηση.

Πρακτικά, το υπόχρεο πρόσωπο οφείλει να συλλέγει και να τηρεί έγγραφα ταυτοποίησης, να αξιολογεί το προφίλ κινδύνου του πελάτη και να εντείνει τους ελέγχους όταν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως συναλλαγές με τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου ή σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα (PEP – politically exposed persons).

Η εφαρμογή ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας δεν είναι διακριτική ευχέρεια αλλά υποχρέωση όταν ο κίνδυνος το επιβάλλει.

Η στάθμιση του κινδύνου είναι το σημείο όπου η συμμόρφωση παύει να είναι μηχανική. Η εμπειρία από υποθέσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δείχνει ότι η γραμμή μεταξύ επαρκούς και ελλιπούς ελέγχου κρίνεται εκ των υστέρων, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Ο σχεδιασμός μιας πολιτικής που ορίζει ποιοι δείκτες ενεργοποιούν ενισχυμένους ελέγχους απαιτεί νομική διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, καθώς μια γενική διατύπωση αφήνει την επιχείρηση εκτεθειμένη σε αμφισβήτηση.

Πότε δηλώνεται ο πραγματικός δικαιούχος στο ΚΜΠΔ και ποιος έχει πρόσβαση;

Κάθε εταιρική και νομική οντότητα με έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα υποχρεούται να συλλέγει τα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων της, να τα τηρεί σε ειδικό μητρώο στην έδρα της και να τα καταχωρίζει στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (ΚΜΠΔ) μέσω taxisnet.

Η αρχική καταχώριση και κάθε μεταβολή γίνονται εντός εξήντα ημερών. Ένδειξη πραγματικού δικαιούχου αποτελεί η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστού άνω του 25%.

Η υποχρέωση αυτή, που ρυθμίζεται στα άρθρα 20 και 21 του νόμου και εξειδικεύεται στις υποχρεώσεις των εταιρειών για το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, έχει άμεση επίπτωση στη λειτουργία της επιχείρησης.

Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας και πρόστιμο 10.000 ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή υποτροπής. Η επιχείρηση χορηγεί τα στοιχεία στα υπόχρεα πρόσωπα όταν αυτά λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας, καθώς και στην Αρχή και τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές.

Το ζήτημα της πρόσβασης τρίτων στο μητρώο άλλαξε ριζικά μετά το 2022. Με την απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/20 και C-601/20 της 22ας Νοεμβρίου 2022, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ανίσχυρη τη διάταξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 που παρείχε σε κάθε μέλος του ευρύτερου κοινού πρόσβαση στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων, ως σοβαρή επέμβαση στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας εφάρμοσε την κρίση αυτή στην ελληνική έννομη τάξη. Με την ΣτΕ 924/2025 ακυρώθηκαν οι διατάξεις υπουργικής απόφασης που επέτρεπαν την πρόσβαση φυσικών προσώπων ως «μελών του ευρύτερου κοινού» στα στοιχεία του ΚΜΠΔ, διότι το άρθρο 20 παρ. 7 του ν. 4557/2018 μετέφερε την ανίσχυρη ενωσιακή διάταξη.

Πρόσβαση διατηρούν πλέον η Αρχή και οι ελεγκτικές αρχές χωρίς περιορισμό, τα υπόχρεα πρόσωπα αποκλειστικά για μέτρα δέουσας επιμέλειας, ενώ κάθε άλλο πρόσωπο μόνο εφόσον αποδείξει ειδικό έννομο συμφέρον.

Πότε ενεργοποιείται η υποχρέωση αναφοράς ύποπτης συναλλαγής στην Αρχή;

Το υπόχρεο πρόσωπο οφείλει να αναφέρει αμελλητί στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων κάθε συναλλαγή για την οποία γνωρίζει ή έχει σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι σχετίζεται με έσοδα από εγκληματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως ποσού. Η υποχρέωση καλύπτει και την απόπειρα ύποπτης συναλλαγής. Το άρθρο 22 απαγορεύει ταυτόχρονα τη γνωστοποίηση της αναφοράς στον πελάτη.

Η απαγόρευση γνωστοποίησης, γνωστή διεθνώς ως tipping-off, είναι εξίσου δεσμευτική με την ίδια την υποχρέωση αναφοράς. Το υπόχρεο πρόσωπο δεν επιτρέπεται να ενημερώσει τον πελάτη ή τρίτο ότι υποβλήθηκε ή πρόκειται να υποβληθεί αναφορά, ούτε ότι διεξάγεται σχετική έρευνα. Η αρμόδια Αρχή, με τη σειρά της, διαθέτει εξουσία δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων όταν προκύπτουν βάσιμες ενδείξεις.

Το κρίσιμο ερώτημα στην πράξη είναι πότε μια απλή ασυνήθιστη κίνηση μετατρέπεται σε υποχρέωση αναφοράς. Ο νόμος δεν απαιτεί βεβαιότητα για την τέλεση αδικήματος αλλά σοβαρή ένδειξη ή υποψία. Η υποκειμενική αυτή στάθμιση συνδέεται στενά με την ποινική διάσταση.

Το άρθρο 39 θεσπίζει ποινικές κυρώσεις, καθώς η ίδια η νομιμοποίηση εσόδων τιμωρείται, ενώ η από πρόθεση παράλειψη αναφοράς ύποπτων συναλλαγών από υπόχρεο πρόσωπο επισύρει επίσης ποινική ευθύνη. Η οριοθέτηση του δόλου και του χρόνου γένεσης της υποχρέωσης είναι σημείο όπου η λανθασμένη εκτίμηση παράγει ευθύνη προς δύο κατευθύνσεις, διοικητική και ποινική.

Ποιες εσωτερικές διαδικασίες και υπεύθυνο συμμόρφωσης απαιτεί ο νόμος;

Ο νόμος επιβάλλει στα υπόχρεα πρόσωπα να θεσπίζουν γραπτές εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες, να ορίζουν υπεύθυνο συμμόρφωσης, να εκπαιδεύουν το προσωπικό τους και να τηρούν αρχεία για πέντε τουλάχιστον έτη. Οι υποχρεώσεις αυτές, στα άρθρα 35 έως 38, εξειδικεύονται ανάλογα με το μέγεθος και τον κίνδυνο της δραστηριότητας. Δεν αρκεί η τυπική ύπαρξη πολιτικής, απαιτείται πραγματική εφαρμογή.

Οι εσωτερικές διαδικασίες περιλαμβάνουν την εκτίμηση κινδύνου της επιχείρησης, τους κανόνες αποδοχής πελατών, τα κριτήρια εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών και τον μηχανισμό εσωτερικής αναφοράς προς τον υπεύθυνο συμμόρφωσης.

Ο υπεύθυνος αυτός αποτελεί τον κόμβο επικοινωνίας με την Αρχή και φέρει καθορισμένη ευθύνη για την εφαρμογή του συστήματος. Η οργάνωση αυτή λειτουργεί αποτελεσματικότερα όταν εντάσσεται σε έναν ετήσιο νομικό έλεγχο συμμόρφωσης της επιχείρησης, σε συνδυασμό με τους διαύλους εσωτερικής αναφοράς που θεσπίζει η νομοθεσία για την προστασία μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

Η διάρθρωση των εσωτερικών διαδικασιών δεν είναι τυποποιημένη. Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ διοίκησης και υπευθύνου συμμόρφωσης, ο βαθμός ανεξαρτησίας του τελευταίου και η τεκμηρίωση των αποφάσεων αποδοχής ή απόρριψης πελατών είναι επιμέρους όροι που καθορίζουν αν το σύστημα θα κριθεί επαρκές σε έλεγχο.

Μια πολιτική αντιγραμμένη από πρότυπο άλλου κλάδου συχνά αποτυγχάνει ακριβώς εκεί, στη σύνδεση των γενικών απαιτήσεων με τα πραγματικά χαρακτηριστικά της δραστηριότητας.

Με τι κυρώσεις κινδυνεύει η επιχείρηση σε μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση επισύρει διοικητικές κυρώσεις που, για τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα, φτάνουν σε πρόστιμο έως 1.000.000 ευρώ, επιβαλλόμενο από την αρμόδια εποπτική αρχή. Παράλληλα προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για συγκεκριμένες παραβάσεις και ειδικότερα μέτρα, όπως η δέσμευση φορολογικής ενημερότητας για παράλειψη καταχώρισης στο ΚΜΠΔ. Οι κυρώσεις σωρεύονται ανάλογα με τη φύση της παράβασης.

Η εποπτεία δεν ασκείται από έναν φορέα. Αρμόδιες αρχές ορίζονται, ανάλογα με την κατηγορία του υπόχρεου, η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Για τα εποπτευόμενα από την ΑΑΔΕ υπόχρεα πρόσωπα προβλέπεται, πριν από την επιβολή κύρωσης, δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων εντός προθεσμίας έξι μηνών.

Η εμπειρία από υποθέσεις εποπτικών ελέγχων δείχνει ότι το ύψος της κύρωσης δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη παράβασης αλλά από τη βαρύτητα, τη διάρκεια και τη συνεργασία της επιχείρησης. Η στρατηγική απόκρισης σε έναν έλεγχο, από την τεκμηρίωση της καλής πίστης έως την αξιοποίηση της προθεσμίας διορθωτικών μέτρων, μεταβάλλει ουσιωδώς το αποτέλεσμα και απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση.

Πώς αλλάζει τις υποχρεώσεις το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο AML (Κανονισμός 2024/1624);

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναδιαμορφώνεται πλήρως με τη δέσμη νόμων του 2024. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 (AMLR – Anti-Money Laundering Regulation) θεσπίζει ενιαίους, άμεσα εφαρμοστέους κανόνες σε όλη την ΕΕ από τις 10 Ιουλίου 2027, αντικαθιστώντας το κατακερματισμένο καθεστώς των Οδηγιών. Η επιχείρηση δεν καλείται να υποβάλει νέο έντυπο, αλλά να ανεβάσει τον πήχη σε ταυτοποίηση, πραγματικό δικαιούχο και αναφορές.

Δίπλα στον Κανονισμό λειτουργούν η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1640 (AMLD6, η έκτη Οδηγία), που ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο έως τις 10 Ιουλίου 2027 και ρυθμίζει τα εθνικά μητρώα και τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών, καθώς και ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1620, που ίδρυσε την ευρωπαϊκή Αρχή AMLA με έδρα τη Φρανκφούρτη, λειτουργική από την 1η Ιουλίου 2025.

Η AMLA θα εποπτεύει άμεσα περιορισμένο αριθμό φορέων υψηλού κινδύνου από την 1η Ιανουαρίου 2028 και διαθέτει εξουσία επιβολής προστίμων που μπορούν να φτάσουν το 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών.

Χρειάζεται προσοχή σε ένα σημείο που προκαλεί σύγχυση. Η AMLD6 δεν ταυτίζεται με την Οδηγία (ΕΕ) 2018/1673, η οποία αφορούσε αποκλειστικά την ποινικοποίηση του ξεπλύματος και εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα. Πρόκειται για διαφορετικά νομοθετήματα με διαφορετικό αντικείμενο.

ΣτοιχείοΙσχύον καθεστώς (ν. 4557/2018)Από 10 Ιουλίου 2027 (Καν. 2024/1624)
Νομική φύσηΟδηγία ενσωματωμένη σε εθνικό νόμοΚανονισμός άμεσης εφαρμογής, ίδιοι κανόνες σε όλη την ΕΕ
Υπόχρεα πρόσωπαΚατάλογος άρθρου 5Διευρυμένος, με ρητή ένταξη παρόχων κρυπτοστοιχείων, πλατφορμών crowdfunding, εμπόρων αγαθών πολύ υψηλής αξίας και, από το 2029, επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων και ατζέντηδων
Κατώφλι πραγματικού δικαιούχουΈνδειξη ελέγχου άνω του 25%25% ή περισσότερο ρητά, με δυνατότητα μείωσης σε 15% για κλάδους υψηλού κινδύνου
Πληρωμές με μετρητάΕθνικοί περιορισμοίΕνιαίο ενωσιακό όριο 10.000 ευρώ για αγαθά και υπηρεσίες, με δυνατότητα χαμηλότερων εθνικών ορίων
ΕποπτείαΕθνικές αρχές (ΤτΕ, Επ. Κεφαλαιαγοράς, ΑΑΔΕ κ.λπ.)Εθνικές αρχές και AMLA για φορείς υψηλού κινδύνου

Για τις επιχειρήσεις που ασκούν νέες ρυθμιζόμενες δραστηριότητες, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, οι οποίοι υπόκεινται και στο εθνικό πλαίσιο για τα κρυπτοστοιχεία, το ερώτημα δεν είναι αν αλλάζει ο νόμος αλλά αν η επιχείρηση εισέρχεται για πρώτη φορά στο πεδίο των υπόχρεων.

Η μετάβαση προς τον Κανονισμό απαιτεί έγκαιρη χαρτογράφηση της θέσης κάθε οντότητας, καθώς η ίδια δραστηριότητα μπορεί να είναι εκτός πεδίου σήμερα και εντός από το 2027.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι ο δικηγόρος υπόχρεο πρόσωπο κατά του ξεπλύματος;

Ο δικηγόρος υπάγεται στα υπόχρεα πρόσωπα, αλλά όχι για κάθε δραστηριότητά του. Η υποχρέωση γεννάται όταν συμμετέχει, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό πελάτη, σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή συναλλαγές επί ακινήτων. Εκτός αυτού του πλαισίου, καλύπτεται από το επαγγελματικό απόρρητο, με τις εξαιρέσεις που ορίζει ο νόμος.

Ποιο είναι το όριο πληρωμής με μετρητά κατά της νομιμοποίησης εσόδων;

Σε εθνικό επίπεδο ισχύουν οι υφιστάμενοι περιορισμοί πληρωμών με μετρητά. Από τις 10 Ιουλίου 2027 ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 εισάγει ενιαίο ενωσιακό όριο 10.000 ευρώ για πληρωμές αγαθών και υπηρεσιών, με δυνατότητα των κρατών μελών να διατηρούν χαμηλότερα εθνικά όρια. Πάνω από το όριο, η συναλλαγή με μετρητά απαγορεύεται.

Τι θεωρείται ύποπτη συναλλαγή;

Ύποπτη είναι η συναλλαγή για την οποία υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι τα χρηματικά ποσά προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα ή σχετίζονται με χρηματοδότηση τρομοκρατίας, ανεξαρτήτως ύψους. Δεν απαιτείται βεβαιότητα. Η υποχρέωση αναφοράς καλύπτει και την απόπειρα συναλλαγής, ενώ η ενημέρωση του πελάτη για την αναφορά απαγορεύεται.

Ισχύει ήδη ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624;

Ο Κανονισμός τίθεται σε ισχύ από τις 10 Ιουλίου 2027. Μέχρι τότε ισχύει το καθεστώς του ν. 4557/2018. Η ευρωπαϊκή Αρχή AMLA λειτουργεί από την 1η Ιουλίου 2025 και η προετοιμασία των υπόχρεων προσώπων για τους νέους κανόνες κρίνεται σκόπιμο να ξεκινά πριν από την ημερομηνία εφαρμογής.

Πρακτικές επισημάνσεις

Ταξινόμηση πριν από τη διαδικασία: το πρώτο βήμα δεν είναι η θέσπιση πολιτικών αλλά η ορθή διάγνωση αν και για ποιες δραστηριότητες η επιχείρηση αποτελεί υπόχρεο πρόσωπο κατά το άρθρο 5. Η λανθασμένη ταξινόμηση ακυρώνει κάθε επόμενη ενέργεια.

Η δέουσα επιμέλεια είναι διαρκής, όχι εφάπαξ: η ταυτοποίηση του πελάτη δεν εξαντλείται στην έναρξη της σχέσης. Απαιτείται συνεχής παρακολούθηση και επικαιροποίηση, με ενισχυμένα μέτρα όποτε ο κίνδυνος το επιβάλλει.

Το ΚΜΠΔ συνδέεται με τη φορολογική ενημερότητα: η παράλειψη καταχώρισης πραγματικού δικαιούχου δεν είναι τυπικό ζήτημα. Επιφέρει δέσμευση χορήγησης φορολογικής ενημερότητας και πρόστιμο που διπλασιάζεται στην υποτροπή, με άμεση επίπτωση στη λειτουργία της επιχείρησης.

Η απαγόρευση γνωστοποίησης είναι εξίσου δεσμευτική με την αναφορά: η ενημέρωση του πελάτη ότι υποβλήθηκε ή πρόκειται να υποβληθεί αναφορά ύποπτης συναλλαγής συνιστά αυτοτελή παράβαση με ποινική διάσταση.

Ο ορίζοντας του 2027 απαιτεί έγκαιρη χαρτογράφηση: ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 μεταβάλλει το κατώφλι του πραγματικού δικαιούχου, το όριο μετρητών και τον κατάλογο υπόχρεων. Επιχειρήσεις που σήμερα βρίσκονται εκτός πεδίου ενδέχεται να υπαχθούν. Η προσαρμογή σχεδιάζεται πριν από την ημερομηνία εφαρμογής.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη νομοθεσία κατά του ξεπλύματος.