Skip to content

Αρθρογραφία

Νομολογιακή Αντιμετώπιση Βασικών Κατηγοριών Ομολόγων

Νομολογιακή Αντιμετώπιση Βασικών Κατηγοριών Ομολόγων
Έννοια Ομολόγου

Το ομόλογο αντιμετωπίζεται νομικά ως ένα είδος δανείου. Με το ομόλογο ο δανειζόμενος “ομολογεί” ότι οφείλει στον δανειστή (τον αγοραστή του ομολόγου) το κεφάλαιο που δανείστηκε (αξία κτήσης του ομολόγου). Ταυτόχρονα ο καταβαλλόμενος τόκος (“κουπόνι”), αντιπροσωπευει το κόστος του δανείου για τον οφειλέτη. 

Ο τόκος καταβάλλεται είτε περιοδικά, είτε στη λήξη του ομολόγου, δηλαδή στη λήξη της περιόδου δανεισμού.

Είδη Ομολόγων Που Απασχόλησαν Τη Νομολογία

Ομόλογο με κυμαινόμενο τοκομερίδιο (Floating Rate Bond ή Floating Rate Note – FRN), είναι ένα ομόλογο με τοκομερίδιο, το οποίο κυμαίνεται σύμφωνα με κάποιο καθορισμένο επιτόκιο αναφοράς. Επιτόκιο ενός ομολόγου με κυμαινόμενο τοκομερίδιο, καθορίζεται ως ένα ποσοστό επί ενός δείκτη της διατραπεζικής αγοράς (πχ +0,5% επί του Euribor).

Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές στο χρηματοοικονομικό σύστημα ως προς τα ανωτέρω. Ενδεικτικά το Inverse Floater (αντιστρόφως κυμαινόμενο επιτόκιο), ή το Floating Rate CMO (εγγυημένο ενυπόθηκο ομόλογο) κλπ. Ομοίως, τα ομόλογα αυτά αντιμετωπίζονται ως δάνεια, λαμβανομένης υπόψιν της ιδιαιτερότητάς τους ως προς τον καταβαλλόμενο τόκο, δηλαδή το κόστος δανεισμού για τον εκδότη.

Τα δομημένα ομόλογα (structured bonds) αποτελούν μια ειδική παραλλαγή των ομολόγων κυμαινόμενου εισοδήματος. Το δομημένο ομόλογο αποτελεί κατ’ ουσία μία διασταύρωση μεταξύ του απλόυ, παραδοσιακού, χρηματοοικονομικού προϊόντος “ομόλογο” και ενός ενσωματωμένου στοιχείου παραγώγου, του οποίου η εξέλιξη εξαρτάται, από το προφίλ απόδοσης κινδύνου του (συνήθως υψηλής απόδοσης) χρηματοοικονομικού προϊόντος. Τα παράγωγα είναι χρηματοπιστωτικά μέσα που “παράγονται” από την αξία ενός υποκείμενου στοιχείου ενεργητικού.

Το κεφάλαιό του δομημένου ομολόγου είναι συνήθως εγγυημένο και καταβλητέο πάντα στην λήξη του. Η απόδοση ενός δομημένου ομολόγου ακολουθεί την απόδοση του υποκείμενου ομολόγου χρέους, και του ενσωματωμένου παραγώγου.

Πρόκειται, λοιπόν, για υβριδικά χρηματοοικονομικά προϊόντα, που συνδυάζουν στοιχεία άλλων προϊόντων, δηλαδή, ομολόγων και “παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων” (ΕφΑΘ. 3253/2016). 

Ειδικά για τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας

Περαιτέρω, τα λεγόμενα “perpetual bonds”, δηλαδή “ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας” (ή αλλιώς “διηνεκή” ή “αιώνια” ή “αόριστης διάρκειας” ομόλογα), κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, δηλαδή τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Στους τίτλους αυτούς, δηλαδή, ο δανειστής (ομολογιούχος) καταβάλει στον εκδότη, κατά τη στιγμή της κτήσης (αγοράς) τους την ονομαστική αξία της έκδοσής τους και λαμβάνει περιοδικά τους συμφωνηθέντες τόκους.

Και, ναι μεν η άληκτη αυτή υβριδική ομολογία παρέχει στον κομιστή της δικαιώματα απόληψης των συμφωνημένων τόκων, δεν του παρέχει όμως και το δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της ονομαστικής της αξίας σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται την παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας, μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Τούτο διότι το συγκεκριμένο είδος ομολόγων δεν έχει λήξη (“αέναο”).

Αντίθετα ο εκδότης -και μόνο αυτός- διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου. Ο εκδότης, φυσικά, προβαίνει στην ανάκληση του αέναου ομολόγου μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, η υποχρέωση καταβολής τόκων στον κομιστή καθίσταται οικονομικά επαχθέστερη σε σύγκριση με άλλες συνήθεις μεθόδους χρηματοδότησης του.

Οι τίτλοι αυτοί “χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο” (ΑΠ 536/2019).

Τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας εμφανίστηκαν πρώτη φορά, μαζικά στην Ελλάδα, μετά το έτος 2002 όταν, με Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, επετράπη σε Τραπεζικά Ιδρύματα να προβούν σε έκδοση τέτοιων τίτλων για να ενισχύσουν τα ίδια κεφάλαιά τους.

Με βάση τα παραπάνω, έχει νομολογηθεί ότι το προϊόν αυτό δεν αποτελεί ομόλογο κατά το ελληνικό δίκαιο, αλλά μία ιδιάζουσα αμφοτεροβαρή σύμβαση, που προσομοιάζει στην ισόβια πρόσοδο. “Ισόβια Πρόσοδος”, σύμφωνα με τον ΑΚ, είναι η υποχρέωση για ισόβια παροχή χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων σε περιοδικές δόσεις. Επομένως και το ομόλογο ατελεύτητης διάρκειας διέπεται ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων περί προσόδου (840 επ. ΑΚ). 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις επενδύσεις και το χρηματιστηριακό δίκαιο.