Skip to content

Αρθρογραφία

Η Παρέκταση Αρμοδιότητας Στις Εμπορικές Συμβάσεις & Διαφορές

παρέκταση αρμοδιότητα
Νομική Φύση

Κατά τον ΚΠολΔ η τοπική αρμοδιότητα, δηλαδή το ποσοστό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας, που ασκεί καθένα συγκεκριμένο και γεωγραφικά εντοπισμένο δικαστήριο, συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της πολιτικής δίκης, που πρέπει να συντρέχει προκειμένου το δικαστήριο να εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. 

Από τη νομική της φύση συνάγεται:

  • πρώτον, ότι το βάρος αποδείξεως της κατά τόπον αρμοδιότητας φέρει ο ενάγων και
  • δεύτερον, ότι η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτησή της δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋπόθεσης (ΜΠρΗλείας 135/2022). 

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 επομ. και 42 – 44 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τοπική αρμοδιότητα καθορίζεται από το νόμο, όμως, επί διαφορών με περιουσιακό αντικείμενο, είναι δυνατή η παρέκτασή της με συμφωνία των διαδίκων, δυνάμει της οποίας ένα τοπικά αναρμόδιο κατά το νόμο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθίσταται αρμόδιο, η οποία, όταν πρόκειται για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη εφόσον καταρτίζεται εγγράφως, αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές αυτές και προσδιορίζει το ή τα δικαστήρια που καθίστανται αρμόδια. 

Η έγκυρη συμφωνία παρεκτάσεως, ως έκφραση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, παράγει δικονομική δέσμευση και, αν δεν περιέχει αντίθετη πρόβλεψη, δημιουργεί αποκλειστική αρμοδιότητα, η οποία υπερισχύει της νόμιμης γενικής δωσιδικίας του εναγομένου αλλά και των συντρεχουσών ειδικών δωσιδικιών, με αποτέλεσμα ο ενάγων να στερείται του κατά το άρθρο 41 ΚΠολΔ δικαιώματος επιλογής, σε περίπτωση δε που εισαγάγει τη διαφορά προς εκδίκαση στο δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο αν δεν υπήρχε η συμφωνία παρεκτάσεως, αποκρούεται με την επίκληση της σχετικής ρήτρας.

Δικονομική Πρακτική

Το δικαίωμα του εναγομένου στην προβολή της αναρμοδιότητας, που θεμελιώνεται σε έγκυρη δικονομική συμφωνία, είναι δικονομικής φύσεως και για το λόγο αυτό δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίον εμπίπτει η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου. 

Η  κατάφαση του κύρους της ρήτρας παρεκτάσεως οδηγεί το δικάζον δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 40 ΚΠολΔ, στην κήρυξη της τοπικής αναρμοδιότητάς του και στον προσδιορισμό ως αρμόδιου του επιλεγέντος  δικαστηρίου, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση με οριστική του απόφαση (ΕφΠειρ 446/2021).

Η αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου από τον εναγόμενο δεν αποτελεί ένσταση υπό δικονομική ή ουσιαστική έννοια, γιατί ο ενάγων βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων για την έρευνα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, αλλά αποτελεί οιονεί αρνητική απάντηση διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Η κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που προσδιορίζεται από τα άρθρα 22 έως 41 του ΚΠολΔ, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και ο ενάγων βαρύνεται με την επίκληση (άρθρο 216 παρ.2 εδαφ.β ΚΠολΔ) και απόδειξη των στοιχείων εκείνων, που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα αυτή, την οποία το Δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 46 ΚΠολΔ). 

Η αυτεπάγγελτη, όμως, έρευνα της κατά τόπο αρμοδιότητας περιορίζεται όταν ο εναγόμενος παραστεί κατά τη συζήτηση και δεν προτείνει εγκαίρως, κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία (άρθρο 263 του ΚΠολΔ), τη σχετική ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας. Και τούτο επειδή στην περίπτωση αυτή θεωρείται πως υπάρχει σιωπηρή συμφωνία παρέκτασης της αρμοδιότητας κατά το άρθρο 42 παρ.2 ΚΠολΔ. 

Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται μόνο αν υφίσταται αποκλειστική (και όχι συντρέχουσα) τοπική αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου, οπότε το κατά τόπο αναρμόδιο Δικαστήριο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την αρμοδιότητά του στην περίπτωση αυτή, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, παρά τη μη πρόταση ένστασης αναρμοδιότητας, καθόσον δεν αρκεί η θεωρούμενη ως υπάρχουσα σιωπηρή περί παρέκτασης συμφωνία, αφού, όταν πρόκειται για διαφορές για τις οποίες ισχύει αποκλειστική αρμοδιότητα, η συμφωνία περί παρέκτασης πρέπει να είναι ρητή κατά το άρθρο 42 παρ.1 εδ.2 του ΚΠολΔ (ΕφΘεσ/κη 227/2021).

Καταχρηστική Παρέκταση Αρμοδιότητας

H συμφωνία για την παρέκταση της κατά τόπο αρμοδιότητας είναι, όπως προεκτέθηκε, δικονομική σύμβαση και για τον λόγο αυτό δεν υπόκειται σε έλεγχο κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, διότι βάσει των αξιολογικών κριτηρίων που θεσπίζονται με το άρθρο αυτό ελέγχεται η άσκηση εκείνων μόνο των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ουσιαστικό και όχι όσων προέρχονται από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 639/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1823/2014 ό.π.), ως προς τα οποία, ωστόσο, εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 116 ΚΠολΔ, το οποίο επιβάλλει μεν και αυτό την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά ήθη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς, όμως, κατά τα λοιπά να προβλέπει ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης που ενεργήθηκε κατά παράβασή του (ΑΠ 563/2016, ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1414/2011).  

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, όπως είναι και εκείνη με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου. 

Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και η συμφωνία με την οποία αναρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 42, 43 και 44 ΚΠολΔ, γίνεται αποκλειστικώς αρμόδιο για την εκδίκαση διαφορών περιουσιακού αντικειμένου, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί ή πρόκειται να δημιουργηθούν στο μέλλον μεταξύ των ενδιαφερομένων (παρέκταση αρμοδιότητας). 

Ειδικότερα, μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη η συμφωνία με την οποία το ασθενέστερο από τα συμβαλλόμενα μέρη γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης λόγω ανάγκης ή απειρίας του και είναι υποχρεωμένο με ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας για να ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση, να υποβληθεί σε δικαστικούς αγώνες με ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες γι’ αυτό, είτε λόγω άγνοιας της γλώσσας αλλοδαπής χώρας, είτε λόγω δυσχέρειας παραμονής σε αλλοδαπή χώρα χωρίς εργασία, είτε λόγω ύπαρξης αδυναμίας να αναθέσει σε κατάλληλο νομικό παραστάτη την υπεράσπιση της υπόθεσής του, είτε λόγω διαδικαστικών ή άλλων εμποδίων ή μειονεκτημάτων με αποτέλεσμα να μην αποτολμά οποιαδήποτε ενέργεια και έτσι να στερείται τα νόμιμα δικαιώματά του (ΑΠ 977/1985, ΕφΠειρ 280/1995, ΕφΑθ 6716/1991, ΜονΠρΠειρ 66/2021).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις εμπορικές συμβάσεις.