Skip to content

Αρθρογραφία

Η Σύμβαση Χρονομεριστικής Μίσθωσης (Time Sharing)

Η Σύμβαση Χρονομεριστικής Μίσθωσης

Η σύμβαση της χρονομεριστικής μίσθωσης εισήχθη με τον νόμο 1652/1986 και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Π.Δ.182/1999 και την ΚΥΑ Ζ1-130/21.2.2011, καθώς η τελευταία ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2008/122/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλιου και Συμβουλίου

Ορισμοί

Με τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί κατ’ έτος στο μισθωτή, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, τη χρήση τουριστικού καταλύματος και να παρέχει σ’ αυτόν συναφείς υπηρεσίες για καθορισμένο από τη σύμβαση χρονικό διάστημα και ο μισθωτής να καταβάλλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.

Ως τουριστικά καταλύματα για την εφαρμογή του νόμου αυτού νοούνται ξενοδοχειακές μονάδες και γενικά τουριστικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν με άδεια του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ.

Ο ορισμός που δίνεται από την παραπάνω κοινοτική Οδηγία είναι ότι “σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης είναι η σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης του έτους με την οποία ο καταναλωτής αποκτά, έναντι τιμήματος, δικαίωμα χρήσης ενός ή περισσότερων καταλυμάτων προς διανυκτέρευση για περισσότερες από μία περιόδους χρήσης”.

Διάρκεια, Τύπος Και Γνωστοποιήσεις

Η χρονομεριστική μίσθωση συνομολογείται για χρονικό διάστημα από 1 έως 60 έτη. Επιπλέον, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα της υπομίσθωσης ή της παραχώρησης της χρήσης του καταλύματος που μίσθωσε, σε τρίτους για μια ή περισσότερες περιόδους.

Η χρονομεριστική μίσθωση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Ο εκμισθωτής υποχρεούται να γνωστοποιεί εγγράφως στον Ε.Ο.Τ. την κατάρτιση χρονομεριστικής μίσθωσης. Ο Ε.Ο.Τ. έχει δικαίωμα να ελέγχει και να παρακολουθεί την εκτέλεση των συμβάσεων χρονομεριστικής μίσθωσης.

Τυχόν παράβαση των διατάξεων του νόμου, αποτελεί λόγο ανάκλησης της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού για την υπαγωγή της επιχείρησης στις διατάξεις του.

Διαδοχή Μισθωτή

Οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση.

Σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής του μισθωτού εφαρμόζεται το άρθρο 612 Α.Κ., δηλαδή οι κληρονόμοι του έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται τουλάχιστον πριν από τρεις μήνες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 1652/1986 τυχόν προκαταβληθέντα μισθώματα δεν αναζητούνται.

Διαδοχή Εκμισθωτή – Πτώχευση

Οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του εκμισθωτή δεν έχουν αξίωση για μισθώματα που έχουν προκαταβληθεί στον δικαιοπάροχό τους. Το ίδιο ισχύει και για τα μισθώματα που έχουν κατασχεθεί από δανειστές του δικαιοπαρόχου τους.

Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση που ο εκμισθωτής πτωχευσει ή τεθεί σε ειδική εκκαθάριση οι χρονομεριστικές μισθώσεις θεωρούνται ως στοιχείο του παθητικού της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης της αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας και με τη μεταβίβαση του ενεργητικού αυτής, η διάδοχος δεν υπεισέρχεται στις χρονομεριστικές μισθώσεις στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας και δεν δεσμεύεται από αυτές και συνεπώς νομίμως προβαίνει στην ανάληψη της κατοχής των μισθίων διαμερισμάτων με αναγκαστική εκτέλεση κατά των μισθωτών (ΑΠ 8/2018).

Ερμηνεία

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, σαφώς προκύπτει, ότι η σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης είναι σύμβαση, με την οποία ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση, έναντι μισθώματος, να παραχωρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως και 60 έτη) κάθε χρόνο και για ορισμένο χρονικό διάστημα, στο μισθωτή, τη χρήση τουριστικού καταλύματος και συνάμα να παρέχει και συναφείς υπηρεσίες. Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση του νόμου, πρόκειται για ξενοδοχειακή σύμβαση, η οποία συνδυάζει μίσθωση πράγματος και συναφών υπηρεσιών. 

Το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο καταρτίζεται η χρονομεριστική σύμβαση και το οποίο υποβάλλεται σε μεταγραφή (Ολ.ΑΠ 16/2006) αποτελεί συστατικό τύπο και η μίσθωση αυτή είναι έγκυρη από τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου (Α.Π. 1480/2003). 

Τέλος, σύναψη συμβάσεων, παρόμοιων σε περιεχόμενο, με χρονομεριστική μίσθωση, με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, δεν είναι επιτρεπτή, εάν δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του Ν.1652/1986. (ΑΠ 1281/2009, 597/2020).

Κοινοτικό Δίκαιο

Σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη Οδηγία 2008/122/ΕΚ, εγκαίρως και προτού ο καταναλωτής δεσμευθεί από οποιαδήποτε σύμβαση ή προσφορά, ο έμπορος οφείλει να του παρέχει, κατά τρόπο έγγραφο, σαφή και κατανοητό, ακριβείς και επαρκείς πληροφορίες για τη χρονομεριστική μίσθωση, σύμφωνα με τυποποιημένο έγγραφο.

Επιπλέον, ορίζεται ότι δίνεται στον καταναλωτή προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης, χωρίς μνεία λόγου. Με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης εκ μέρους του καταναλωτή, παύει η υποχρέωση των μερών να εκτελέσουν τη σύμβαση.

Ταυτόχρονα, απαγορεύεται κάθε προκαταβολή, κατάθεση εγγύησης, κράτηση ποσού από λογαριασμό, ρητή αναγνώριση χρέους ή οποιοδήποτε άλλο τίμημα από τον καταναλωτή προς τον έμπορο ή άλλον τρίτο πριν τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο καταναλωτής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης (14 ημέρες).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την χρονομεριστική σύμβαση.