Δέσμευση Περιουσιακών Στοιχείων από την Αρχή Καταπολέμησης: Άμυνα και Άρση
Σε συντομία:
- Τη δέσμευση μπορεί να διατάξει ο Πρόεδρος της Αρχής Καταπολέμησης σε επείγουσες περιπτώσεις, ο ανακριτής, το δικαστικό συμβούλιο ή ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος. Η εκδίδουσα αρχή καθορίζει τη θεραπεία και την προθεσμία.
- Καλύπτει λογαριασμούς, τίτλους, χρηματοπιστωτικά προϊόντα, θυρίδες και την απαγόρευση εκποίησης ακινήτου. Ισχύει από τη γνωστοποίηση στην τράπεζα.
- Ο θιγόμενος έχει είκοσι ημέρες από την επίδοση για αίτηση άρσης ή ανάκλησης. Η υποβολή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση.
- Αποδεσμεύονται ποσά για διαβίωση, λειτουργία της επιχείρησης και νομική υπεράσπιση.
- Η ένσταση αναρμοδιότητας της Αρχής μετά την έναρξη της ανάκρισης δεν αρκεί από μόνη της (ΟλΑΠ 1/2022). Ελέγχεται όμως αναιρετικά η υπέρβαση εξουσίας.

Ποιος μπορεί να δεσμεύσει την περιουσία και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας;
Τη δέσμευση διατάσσει, ανάλογα με το στάδιο, ο Πρόεδρος της Αρχής Καταπολέμησης σε επείγουσες περιπτώσεις, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα κατά την τακτική ανάκριση, το δικαστικό συμβούλιο στην προκαταρκτική εξέταση ή ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος.
Το ποια αρχή εξέδωσε τη συγκεκριμένη διάταξη καθορίζει σε ποιο όργανο απευθύνεται η προσβολή και ποια προθεσμία τρέχει. Γι’ αυτό το πρώτο βήμα της άμυνας είναι η ανάγνωση της ίδιας της διάταξης.
Οι μορφές δέσμευσης περιγράφονται στο άρθρο 42 του Ν. 4557/2018 για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2015/849/ΕΕ και ο οποίος έχει έκτοτε τροποποιηθεί, μεταξύ άλλων με τον Ν. 4816/2021.
Προϋπόθεση είναι να υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι λογαριασμοί, τίτλοι ή θυρίδες περιέχουν προϊόντα του αδικήματος ή των βασικών αδικημάτων, όπως η φοροδιαφυγή μέσω εικονικών τιμολογίων, ή ότι υπόκεινται σε δήμευση.
Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι εν ενεργεία ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός. Όταν η Αρχή διενεργεί έρευνα, μπορεί να διατάξει τη δέσμευση σε επείγουσα περίπτωση, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον ανακριτή και το δικαστικό συμβούλιο (ΑΠ 901/2023).
Κατά την προκαταρκτική εξέταση το μέτρο μπορεί να επιβληθεί και από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, βάσει του άρθρου 36 παρ. 2 ΚΠΔ που παραπέμπει στο άρθρο 42, ενώ για τα αδικήματα της αρμοδιότητάς του ενεργεί και ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας.
| Αρχή που διατάσσει | Στάδιο | Νομική βάση | Πώς προσβάλλεται |
|---|---|---|---|
| Πρόεδρος της Αρχής | Έρευνα της Αρχής, επείγουσα περίπτωση | Άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 4557/2018 | Αίτηση άρσης στο δικαστικό συμβούλιο, 20 ημέρες |
| Ανακριτής (με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα) | Τακτική ανάκριση | Άρθρο 42 παρ. 1 και 3 | Αίτηση άρσης στο δικαστικό συμβούλιο, 20 ημέρες |
| Δικαστικό συμβούλιο | Προκαταρκτική εξέταση / προανάκριση, ακίνητα | Άρθρο 42 παρ. 1 και 3 | Αίτηση ανάκλησης βουλεύματος, 20 ημέρες |
| Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος | Προκαταρκτική εξέταση | Άρθρο 36 παρ. 2 ΚΠΔ και άρθρο 42 | Προσφυγή κατά της διάταξης |
Τι ακριβώς δεσμεύεται και ποιού η περιουσία θίγεται;
Η δέσμευση καλύπτει λογαριασμούς, τίτλους, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και θυρίδες, καθώς και την απαγόρευση εκποίησης ή μεταβίβασης συγκεκριμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου.
Θίγει όχι μόνο τον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο, αλλά και τον τρίτο συγκύριο, τυπικά τον συνδικαιούχο κοινού λογαριασμού ή τον δικαιούχο δικαιώματος επί δεσμευμένου στοιχείου, στον οποίο επιδίδεται και η διάταξη.
Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης και εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου. Για τα ακίνητα, εγγράφεται την ίδια ημέρα στον υποθηκοφύλακα ή στο κτηματολογικό γραφείο.
Κάθε μεταγενέστερη δικαιοπραξία, υποθήκη ή κατάσχεση είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Προγενέστερα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων δεν θίγονται και ασκούνται κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.
Όταν η έρευνα στρέφεται κατά εταιρείας, η ευθύνη των διοικούντων ανοίγει τον δρόμο και προς την προσωπική περιουσία των νομίμων εκπροσώπων, εφόσον αυτοί φέρονται ως εμπλεκόμενοι στο βασικό ή στο κύριο αδίκημα.
Η ίδια η επιχείρηση ως σύνολο μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων, κατά τρόπο διακριτό από την κατάσχεση της επιχείρησης ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου της πολιτικής δίκης. Στέλεχος ή υπάλληλος πιστωτικού ιδρύματος που παραβαίνει με πρόθεση τη δέσμευση τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Από πότε ισχύει η δέσμευση και ποια η προθεσμία για προσβολή;
Η δέσμευση παράγει αποτέλεσμα από τη στιγμή που γνωστοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα. Από τότε κάθε ανάληψη, εκταμίευση ή μεταβίβαση είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Ο θιγόμενος έχει είκοσι ημέρες από την επίδοση της διάταξης ή του βουλεύματος για να ζητήσει την άρση ή την ανάκληση, με αίτηση προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο που κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα.
Στη σύνθεση του συμβουλίου που κρίνει την αίτηση δεν μετέχει ο ανακριτής. Κρίσιμο είναι ότι η υποβολή της αίτησης και η σχετική προθεσμία δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της δέσμευσης.
Τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν παγωμένα όσο εκκρεμεί η κρίση, ενώ η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. Πέρα από την πλήρη άρση, ο θιγόμενος μπορεί να ζητήσει μεταρρύθμιση, δηλαδή περιορισμό της δέσμευσης σε στοιχεία μικρότερης αξίας από τα δεσμευθέντα.
Το μέτρο αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι, σε περίπτωση καταδίκης, θα είναι δυνατή η δήμευση ή η ικανοποίηση του παθόντος, εμποδίζοντας κάθε διάθεση του στοιχείου κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 928/2024). Τα ίδια δικαιώματα προσβολής έχουν και τα πρόσωπα που βλάπτονται από δέσμευση την οποία διέταξε ο Πρόεδρος της Αρχής. Η τήρηση της εικοσαήμερης προθεσμίας και η κατάθεση στο σωστό όργανο είναι διαδικαστικά σημεία όπου το λάθος κοστίζει το ίδιο το παραδεκτό της προσβολής.
Πώς αποδεσμεύονται χρήματα για διαβίωση, λειτουργία της επιχείρησης ή υπεράσπιση;
Ο νόμος επιτρέπει την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών αναγκαίων για τις δαπάνες διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας του θιγομένου, για τα έξοδα της νομικής του υποστήριξης και για τα βασικά έξοδα διατήρησης των ίδιων των δεσμευμένων στοιχείων. Η αποδέσμευση ζητείται με αίτηση που απευθύνεται στην αρχή που αποφάσισε τη δέσμευση ή με την ίδια προσφυγή προς το δικαστικό συμβούλιο.
Η εμπειρία από υποθέσεις δέσμευσης δείχνει ότι η αποδέσμευση ποσών για τη νομική υποστήριξη και τη λειτουργία της επιχείρησης επιδιώκεται συχνά πρώτη, πριν από την ουσιαστική προσπάθεια άρσης, ώστε ο θιγόμενος να μην παραλύσει οικονομικά όσο εκκρεμεί η έρευνα. Το αίτημα αποδέσμευσης δεν συνιστά παραδοχή και δεν προδικάζει την έκβαση της κύριας προσβολής.
Δικαίωμα αποδέσμευσης έχουν ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος και ο τρίτος. Το ύψος των αποδεσμευόμενων ποσών εξαρτάται από τις τεκμηριωμένες ανάγκες και κρίνεται ad hoc, γεγονός που καθιστά την επαρκή απόδειξη των τρεχουσών δαπανών της επιχείρησης κρίσιμη για το αποτέλεσμα.
Γιατί συχνά απορρίπτεται η πρώτη αίτηση άρσης και πότε έχει ουσιαστικές πιθανότητες;
Στα αρχικά στάδια αρκούν απλές υπόνοιες και ο έλεγχος δεν έχει ολοκληρωθεί, οπότε το δικαστικό συμβούλιο τυπικά κρίνει ότι οι λόγοι που επέβαλαν τη δέσμευση εξακολουθούν να υφίστανται. Ουσιαστικές πιθανότητες άρσης υπάρχουν όταν προκύπτουν νέα στοιχεία ή όταν αποδεικνύεται η νόμιμη, φορολογημένη προέλευση των κεφαλαίων.
Η εμπειρία από υποθέσεις δέσμευσης δείχνει ότι η πρώτη αίτηση άρσης σπάνια ευδοκιμεί όσο εκκρεμεί ο έλεγχος και ο θιγόμενος δεν έχει ακόμη κληθεί σε εξηγήσεις, αφού στο στάδιο αυτό δεν γνωρίζει καν με ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης που του αποδίδονται. Η αντίκρουση γίνεται ουσιαστικότερη όταν αποκρυσταλλωθεί η κατηγορία.
Όταν αφετηρία της δέσμευσης είναι φορολογικός έλεγχος, η ουσιαστική αμφισβήτηση της βάσης μετατοπίζεται συχνά και στα διοικητικά δικαστήρια, όπου κρίνεται η νομιμότητα του καταλογισμού. Η σωστή ακολουθία και ο χρόνος των κινήσεων, ποιο επιχείρημα προβάλλεται πρώτο, σε ποιο όργανο και με ποια στοιχεία, αλλάζει το αποτέλεσμα ανά υπόθεση και αποτελεί στρατηγική επιλογή που απαιτεί νομική κρίση.
Παύει η αρμοδιότητα της Αρχής μόλις αρχίσει η ανάκριση και τι σημαίνει για την άμυνα;
Όχι. Κατά την ΟλΑΠ 1/2022, ο Πρόεδρος της Αρχής διατηρεί παράλληλη αρμοδιότητα με τον ανακριτή να εκδίδει διατάξεις δέσμευσης ακόμη και κατά την κύρια ανάκριση, σε επείγουσες περιπτώσεις. Συνεπώς, η ένσταση ότι η Αρχή έχασε την αρμοδιότητά της με την έναρξη της ανάκρισης δεν αρκεί από μόνη της για να ακυρώσει τη δέσμευση.
Η Ολομέλεια αναίρεσε την αντίθετη παραδοχή ότι, μόλις αρχίσει η τακτική ανάκριση, αρμόδιος καθίσταται αποκλειστικά ο ανακριτής. Το σκεπτικό στηρίζεται στη ρητή πρόβλεψη του νόμου για συνέχιση της έρευνας από την Αρχή και μετά τη διαβίβαση του φακέλου στον εισαγγελέα, που προϋποθέτει διατηρούμενη εξουσία λήψης περιοριστικών μέτρων.
Αυτό δεν αφήνει τον θιγόμενο χωρίς όπλα. Η υπέρβαση εξουσίας από το δικαστικό συμβούλιο, δηλαδή η άσκηση ή η παράλειψη άσκησης δικαιοδοσίας χωρίς τις κατά νόμο προϋποθέσεις, θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ’ ΚΠΔ. Ο έλεγχος ανήκει στον Άρειο Πάγο. Η σύνθεση των διατάξεων για την αρμοδιότητα, το στάδιο και τις προϋποθέσεις του μέτρου είναι το πεδίο όπου κρίνεται αν η δέσμευση πάσχει.
Συχνές Ερωτήσεις
Πόσο διαρκεί η δέσμευση από την Αρχή;
Το άρθρο 42 του Ν. 4557/2018 δεν ορίζει σταθερό ανώτατο όριο διάρκειας για τη δέσμευση που διατάσσεται στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Διαρκεί όσο συντρέχουν οι λόγοι της, αίρεται με ανάκληση όταν προκύψουν νέα στοιχεία ή με αποδοχή της αίτησης άρσης. Κατά κανόνα κλείνει με την περάτωση της διαδικασίας, είτε με δήμευση είτε με απόδοση των στοιχείων.
Αναστέλλει η προσφυγή τη δέσμευση;
Όχι. Η υποβολή της αίτησης άρσης ή ανάκλησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση. Τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν δεσμευμένα έως ότου αποφανθεί το δικαστικό συμβούλιο ή έως ότου προκύψουν νέα στοιχεία που οδηγούν σε ανάκληση. Αυτός είναι και ο λόγος που η αίτηση αποδέσμευσης ποσών για διαβίωση και λειτουργία έχει αυτοτελή πρακτική σημασία.
Δεσμεύτηκε κοινός λογαριασμός ενώ δεν υπάρχει κατηγορία σε βάρος μου. Υπάρχει δικαίωμα;
Ναι. Ο τρίτος συγκύριος ή συνδικαιούχος του δεσμευμένου στοιχείου έχει το ίδιο δικαίωμα να ζητήσει την άρση ή την ανάκληση εντός της προθεσμίας, καθώς και να διεκδικήσει την κυριότητα ή άλλο δικαίωμά του. Η διάταξη επιδίδεται και στον συνδικαιούχο, ώστε να μπορεί να ασκήσει τα δικονομικά του δικαιώματα.
Διαφέρει η δέσμευση της Αρχής από τη συντηρητική κατάσχεση;
Ναι, ουσιωδώς. Η δέσμευση του Ν. 4557/2018 είναι ποινικό, δικονομικό μέτρο καταναγκασμού που εξυπηρετεί τη συλλογή αποδείξεων και τη μελλοντική δήμευση. Η συντηρητική κατάσχεση είναι αστικό ασφαλιστικό μέτρο που διατάσσει δικαστήριο για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων δανειστή, με διαφορετική διαδικασία, αρμοδιότητα και προϋποθέσεις.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ανάγνωση της διάταξης: Η ταυτότητα της εκδίδουσας αρχής, Πρόεδρος της Αρχής, ανακριτής, δικαστικό συμβούλιο ή Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, καθορίζει το όργανο στο οποίο απευθύνεται η προσβολή και την προθεσμία της.
Προθεσμία είκοσι ημερών: Η αίτηση άρσης ή ανάκλησης ασκείται εντός είκοσι ημερών από την επίδοση και δεν αναστέλλει την εκτέλεση. Η εκπρόθεσμη ή λανθασμένα κατατεθείσα προσβολή θέτει σε κίνδυνο το παραδεκτό.
Αποδέσμευση για λειτουργία και υπεράσπιση: Ζητείται αυτοτελώς, με τεκμηρίωση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης, λειτουργίας και νομικής υποστήριξης. Δεν προδικάζει την κύρια προσβολή.
Τρίτοι και κοινοί λογαριασμοί: Ο συνδικαιούχος και ο τρίτος δικαιούχος έχουν αυτοτελή δικαιώματα προσβολής και διεκδίκησης επί του δεσμευμένου στοιχείου.
Έλεγχος υπέρβασης εξουσίας: Όταν το δικαστικό συμβούλιο υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του, η δέσμευση ελέγχεται αναιρετικά ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.