Skip to content
Αρθρογραφία

Ποινική Ευθύνη Εκπροσώπου για Δεδουλευμένα (Π.Δ. 62/2025)

εργατικό δίκαιο

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 14 Ιουλίου 2026

Πότε Κινδυνεύει Ποινικά ο Εκπρόσωπος για Μη Καταβολή Μισθών

Εν συντομία:

  • Η ποινική ευθύνη για μη καταβολή αποδοχών βαρύνει προσωπικά όποιον ασκεί πραγματικά τη διοίκηση της επιχείρησης, δηλαδή τον εργοδότη, τον διευθυντή ή τον εκπρόσωπο και όχι όποιον απλώς φέρει τυπικό τίτλο.
  • Η διάταξη βρίσκεται πλέον στο άρθρο 156 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025), που ενοποίησε τις προϊσχύουσες διάσπαρτες ρυθμίσεις.
  • Η ποινή φτάνει σε φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και χρηματική ποινή από 25% έως 50% του καθυστερούμενου ποσού, με εκδίκαση κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου.
  • Κρίσιμο κριτήριο είναι η εν τοις πράγμασι άσκηση διοίκησης: η σκέτη ιδιότητα δεν αρκεί για καταδίκη (ΑΠ 249/2021) ούτε προστατεύει τον πραγματικό διοικούντα (ΑΠ 1045/2022).
  • Η παραίτηση και η ρητή κατανομή αρμοδιοτήτων περιορίζουν την ευθύνη, όμως μόνο για αποδοχές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την αποχώρηση.

Πότε θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του εκπροσώπου για μη καταβολή αποδοχών;

Ποινική ευθύνη θεμελιώνεται όταν το πρόσωπο που πράγματι διοικεί την επιχείρηση, ως εργοδότης, διευθυντής ή εκπρόσωπος, δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες αποδοχές εργαζόμενου.

Το άρθρο 156 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025) προβλέπει φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και χρηματική ποινή από 25% έως 50% του καθυστερούμενου ποσού. Η δίωξη ασκείται μόνο κατόπιν μηνύσεως και η υπόθεση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου.

Η μήνυση δεν κατατίθεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον εργαζόμενο. Δικαίωμα υποβολής έχουν και τα όργανα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, τα εντεταλμένα όργανα της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, η οικεία Αστυνομική Αρχή, καθώς και η επαγγελματική οργάνωση των εργαζομένων.

Στην πράξη η μήνυση ακολουθεί συχνά την καταγγελία και τον έλεγχο της Επιθεώρησης Εργασίας, οπότε η ποινική ευθύνη γεννιέται ανεξάρτητα από τη βούληση του συγκεκριμένου εργαζομένου.

Η εκδίκαση κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρα 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) σημαίνει ότι η υπόθεση οδηγείται ταχύτατα στο ακροατήριο.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ανεξάρτητα από το αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, ενώ έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται. Πρόκειται για αδίκημα που ενεργοποιείται εύκολα και ασκεί άμεση δικονομική πίεση στον διοικούντα.

Το άρθρο 156 προβλέπει στενή εξαίρεση για φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα με τακτική κρατική χρηματοδότηση και καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς ή περιβαλλοντικούς σκοπούς. Η εξαίρεση αυτή δεν καλύπτει την τυπική εμπορική επιχείρηση, οπότε ο εκπρόσωπος εταιρείας κερδοσκοπικού χαρακτήρα παραμένει εκτεθειμένος.

Ευθύνεται ο τυπικός εκπρόσωπος ή ο εν τοις πράγμασι διοικών;

Κρίσιμη δεν είναι η τυπική ιδιότητα αλλά η πραγματική άσκηση διοίκησης. Η σκέτη ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου δεν αρκεί για καταδίκη, αν δεν αποδειχθεί η προέλευση της εξουσίας εκπροσώπησης και η αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής (ΑΠ 249/2021). Αντίστροφα, ο τυπικός τίτλος δεν προστατεύει όποιον πράγματι διευθύνει την επιχείρηση (ΑΠ 1045/2022).

Στην ΑΠ 249/2021 η καταδίκη μέλους διοικητικού συμβουλίου αναιρέθηκε, επειδή η απόφαση δεν προσδιόριζε πώς προέκυπτε η εξουσία εκπροσώπησης, το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους.

Η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται κατά νόμο συλλογικά από το διοικητικό της συμβούλιο, οπότε η δίωξη οφείλει να τεκμηριώσει τη συγκεκριμένη προσωπική εμπλοκή και όχι απλώς την ιδιότητα του μέλους.

Στον αντίποδα, η ΑΠ 1045/2022 επικύρωσε καταδίκη προσώπου που ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διοίκηση, αποφάσιζε για προσλήψεις και απολύσεις και γνώριζε τις εργατικές οφειλές, ανεξάρτητα από την τυπική του θέση. Η εμπειρία από ποινικές υποθέσεις εκπροσώπων δείχνει ότι το δικαστήριο ανατρέχει στην πραγματική λήψη αποφάσεων και όχι στο οργανόγραμμα.

Το ζήτημα οξύνεται όταν πρόκειται για μέλος διοικητικού συμβουλίου. Ποιος θεωρείται διευθύνων υπάλληλος εξαρτάται από τις πραγματικές εξουσίες, ενώ η οριοθέτηση της ευθύνης ανά τύπο μέλους αναλύεται χωριστά στην αδικοπρακτική ευθύνη των εκτελεστικών και μη εκτελεστικών μελών ΔΣ.

Ποιες αποδοχές καλύπτει η ευθύνη και πού ρυθμίζεται πλέον;

Η ποινική προστασία καλύπτει τις οφειλόμενες πάσης φύσεως αποδοχές που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, όπως καθορίζονται από τη σύμβαση, τις συλλογικές συμβάσεις, διαιτητικές αποφάσεις, τον νόμο ή το έθιμο, καθώς και τις αποδοχές διαθεσιμότητας κατά το άρθρο 347. Οι προϊσχύουσες διατάξεις ενοποιήθηκαν στο άρθρο 156 του Κώδικα.

Το επίκεντρο της ποινικής προστασίας είναι οι δεδουλευμένες αποδοχές. Η μεταχείριση απαιτήσεων αποζημιωτικού χαρακτήρα, όπως η αποζημίωση απόλυσης ή προσαυξήσεις για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εξαρτάται από τον νομικό χαρακτηρισμό της κάθε παροχής και διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Ο σωστός υπολογισμός των οφειλόμενων, ιδίως όταν εμπλέκονται υπερωρίες και υπερεργασία, είναι προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση ή την αποφυγή της κατηγορίας.

Μέχρι το 2025 οι ποινικές διατάξεις ήταν διάσπαρτες σε νομοθετήματα διαφορετικών δεκαετιών. Ο νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου τις συγκέντρωσε σε ενιαίο σώμα.

Η ουσιαστική ρύθμιση παραμένει ως προς τον πυρήνα της, αλλά η ορθή παραπομπή αλλάζει, γεγονός με πρακτική σημασία σε μηνύσεις, δικόγραφα και εσωτερική συμμόρφωση.

ΠαράβασηΠροϊσχύον σκόρπιο πλαίσιοΚώδικας Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025)
Μη εμπρόθεσμη καταβολή αποδοχώνΑΝ 690/1945, Ν. 3996/2011 άρ. 28Άρθρο 156
Παραβίαση χρονικών ορίων εργασίαςδιάσπαρτες διατάξειςΆρθρο 186
Παράνομη απασχόληση ανηλίκωνειδικές διατάξειςΆρθρο 319
Παρεμπόδιση ελέγχου Επιθεώρησης ΕργασίαςΝ. 3996/2011 άρ. 28Άρθρο 576

Η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών παραμένει χωριστό αδίκημα με δική του βάση, ενώ ένας συχνός κρυφός κίνδυνος προκύπτει από τον αναχαρακτηρισμό σχέσεων εργασίας, που ενεργοποιεί αναδρομικές αποδοχές και, μαζί με αυτές, ποινική ευθύνη.

Πώς περιορίζεται η ποινική ευθύνη του εκπροσώπου;

Η ποινική ευθύνη περιορίζεται όταν η εξουσία εκπροσώπησης έχει οριστεί ρητά και όταν η παραίτηση αποκόπτει την ευθύνη για αποδοχές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την αποχώρηση. Το αδίκημα προϋποθέτει πρόθεση, δεν απαιτεί όμως άμεσο δόλο ούτε επιδίωξη ιδιαίτερου σκοπού (ΑΠ 70/2022), γεγονός που στενεύει τα περιθώρια υπεράσπισης.

Η παραίτηση λειτουργεί προστατευτικά μόνο προς το μέλλον και μόνο εφόσον είναι πραγματική. Όποιος παραιτείται τυπικά αλλά συνεχίζει να ασκεί εν τοις πράγμασι τη διοίκηση παραμένει εκτεθειμένος. Οι όροι υπό τους οποίους η παραίτηση απαλλάσσει τον εκπρόσωπο από ευθύνες έχουν απασχολήσει επανειλημμένα τα δικαστήρια και απαιτούν ακρίβεια ως προς τον χρόνο και τον τρόπο.

Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι η ρητή κατανομή αρμοδιοτήτων. Η κατά περίπτωση (ad hoc) αποτύπωση, στο καταστατικό ή σε πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου, του ποιος πράγματι εκπροσωπεί, αποφασίζει και διαχειρίζεται το προσωπικό καθορίζει την έκβαση του ελέγχου.

Η εμπειρία από την υπεράσπιση εκπροσώπων δείχνει ότι η ασάφεια αρμοδιοτήτων μεταφράζεται συχνά σε προσωπική ευθύνη, ενώ η καθαρή οριοθέτηση τη μετριάζει.

Η επίκληση οικονομικής αδυναμίας προσφέρει περιορισμένη προστασία. Επειδή το αδίκημα δεν απαιτεί άμεσο δόλο, δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι η επιχείρηση δεν είχε ρευστότητα. Αντίστοιχοι προβληματισμοί ισχύουν και για την προσωπική ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ, όπου το όριο μεταξύ εταιρικής και προσωπικής ευθύνης είναι λεπτό.

Συχνές Ερωτήσεις

Ευθύνεται ποινικά ο νόμιμος εκπρόσωπος αν δεν ασκούσε πραγματικά τη διοίκηση;

Η τυπική ιδιότητα δεν αρκεί από μόνη της. Το δικαστήριο πρέπει να αποδείξει την πραγματική εξουσία εκπροσώπησης και τη συγκεκριμένη υποχρέωση καταβολής. Στην ΑΠ 249/2021 η καταδίκη αναιρέθηκε ακριβώς επειδή έλειπε η τεκμηρίωση της προσωπικής εμπλοκής του μέλους του διοικητικού συμβουλίου.

Καλύπτει η ποινική ευθύνη και τη μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης;

Το επίκεντρο του άρθρου 156 είναι οι δεδουλευμένες αποδοχές. Οι απαιτήσεις αποζημιωτικού χαρακτήρα, όπως η αποζημίωση απόλυσης, βρίσκονται σε πιο αμφισβητούμενο έδαφος και η υπαγωγή τους εξαρτάται από τον νομικό χαρακτηρισμό της παροχής. Πρόκειται για σημείο που κρίνεται κατά περίπτωση.

Ποια είναι η ποινή για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών;

Το άρθρο 156 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου προβλέπει φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και χρηματική ποινή, το ποσό της οποίας κυμαίνεται από 25% έως 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού. Τυχόν αποδοχές σε είδος αποτιμώνται σε χρήμα με τη σχετική δικαστική απόφαση.

Απαλλάσσει η παραίτηση τον εκπρόσωπο από την ποινική ευθύνη;

Η παραίτηση περιορίζει την ευθύνη μόνο για αποδοχές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την αποχώρηση και μόνο εφόσον είναι πραγματική. Όποιος παραιτείται τυπικά αλλά συνεχίζει να διοικεί εν τοις πράγμασι εξακολουθεί να ευθύνεται. Ο χρόνος και ο τρόπος της παραίτησης έχουν αποφασιστική σημασία.

Απαιτείται δόλος για την καταδίκη του εκπροσώπου;

Απαιτείται πρόθεση, όχι όμως άμεσος δόλος ούτε επιδίωξη ιδιαίτερου σκοπού. Όπως δέχθηκε η ΑΠ 70/2022, δεν πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, οπότε ο ισχυρισμός περί οικονομικής αδυναμίας δεν αναιρεί από μόνος του την ευθύνη.

Πού ρυθμίζεται πλέον η ποινική ευθύνη μετά τον Κώδικα Εργατικού Δικαίου;

Από τη δημοσίευση του Π.Δ. 62/2025, η ποινική ευθύνη για μη καταβολή αποδοχών ρυθμίζεται στο άρθρο 156 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Παραπομπές που στηρίζονται αποκλειστικά στον ΑΝ 690/1945 ή στον Ν. 3996/2011 αναφέρονται πλέον σε διατάξεις που έχουν ενταχθεί στο νέο ενιαίο σώμα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πραγματική διοίκηση, όχι τίτλος: Η ποινική ευθύνη ακολουθεί όποιον πράγματι διοικεί. Ο τυπικός εκπρόσωπος που δεν ασκεί εξουσία μπορεί να μην ευθύνεται, ενώ ο ατύπως διοικών ευθύνεται.

Τεκμηριωμένη κατανομή αρμοδιοτήτων: Η ρητή αποτύπωση εξουσιών εκπροσώπησης και διαχείρισης στο καταστατικό και σε πρακτικά ΔΣ οριοθετεί την προσωπική έκθεση κάθε στελέχους.

Παραίτηση με χρονική ακρίβεια: Η παραίτηση προστατεύει μόνο προς το μέλλον. Η ημερομηνία και ο τρόπος γνωστοποίησης καθορίζουν το εύρος της απαλλαγής.

Ορθή παραπομπή στον Κώδικα: Μετά τον Ιούλιο 2025 η σωστή αναφορά είναι το άρθρο 156 Π.Δ. 62/2025 και όχι οι καταργημένες διάσπαρτες διατάξεις.

Αναχαρακτηρισμός ως κρυφός κίνδυνος: Η χρήση φερόμενων ως ανεξάρτητων συνεργατών που αναχαρακτηρίζονται σε εξαρτημένη εργασία ενεργοποιεί αναδρομικές αποδοχές και ποινικό κίνδυνο.

Αυτόφωρο και άμεση πίεση: Η εκδίκαση κατά το αυτόφωρο και η δυνατότητα μήνυσης από την Επιθεώρηση Εργασίας μειώνουν τον χρόνο αντίδρασης, οπότε η προληπτική συμμόρφωση υπερτερεί της εκ των υστέρων άμυνας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την ποινική ευθύνη εκπροσώπων για μη καταβολή αποδοχών.