Whistleblowing (Ν. 4990/2022) & Επιχείρηση

Προστασία Πληροφοριοδοτών (Whistleblowing) & Επιχείρηση

Η αποκάλυψη παρανομιών ή παρατυπιών εντός μιας εταιρείας ή επιχείρησης (“Whistleblowing”) αποτελεί κρίσιμο εργαλείο διαφάνειας και καλής εταιρικής διακυβέρνησης.

Ωστόσο, τα πρόσωπα που αποφασίζουν να αναφέρουν παραβατικές συμπεριφορές αντιμετωπίζουν συχνά αντίποινα, από απόλυση μέχρι κοινωνική απομόνωση στον εργασιακό χώρο.

Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε ενιαίο πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers), το οποίο ενσωματώθηκε στην και ελληνική έννομη τάξη.

Τα βασικά νομοθετικά κείμενα που διέπουν σήμερα την προστασία των πληροφοριοδοτών είναι τα εξής:

  • Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης
  • Ν. 4990/2022 με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία στο ελληνικό δίκαιο
  • Ν. 5095/2024 (άρθρο 20), ο οποίος διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4990/2022 ώστε να καλύπτει και παραβιάσεις εθνικού δικαίου (αδικήματα δωροδοκίας και εμπορίας επιρροής – Άρθρο 237Α ΠΚ)

Σκοπός & Πεδίο Εφαρμογής

Ο Ν. 4990/2022 θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα εσωτερικής και εξωτερικής αναφοράς παραβιάσεων, με παράλληλη προστασία των αναφερόντων προσώπων από κάθε μορφή αντεκδίκησης.

Ο νόμος αφορά παραβιάσεις σε συγκεκριμένους τομείς του ενωσιακού δικαίου, μεταξύ των οποίων:

  • οι δημόσιες συμβάσεις,
  • οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,
  • η πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,
  • η ασφάλεια προϊόντων και τροφίμων, η προστασία του περιβάλλοντος,
  • η δημόσια υγεία,
  • η προστασία καταναλωτών,
  • η προστασία προσωπικών δεδομένων και
  • ο ανταγωνισμός.

Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε η τροποποίηση με τον Ν. 5095/2024 (άρθρο 20), η οποία ένταξε στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και παραβιάσεις εθνικού δικαίου, ιδίως τα αδικήματα δωροδοκίας και εμπορίας επιρροής.

Εμπορία επιρροής: Όποιος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή την οποία ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους.

Η παραπάνω εξέλιξη κατέστησε τον Ν. 4990/2022 ευρύτερο στο πεδίο εφαρμογής του σε σχέση με αυτό που αρχικά προέβλεπε η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937.

Ποιοι Προστατεύονται

Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 4990/2022 είναι ιδιαιτέρως ευρύ. Προστατεύεται κάθε πρόσωπο που αποκτά πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως τύπου.

Τούτο σημαίνει ότι δυνητικός πληροφοριοδότης μπορεί να είναι:

  • εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου),
  • μέτοχος,
  • μέλος διοικητικού οργάνου,
  • εθελοντής,
  • ασκούμενος, αλλά και
  • πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά τους ή
  • η σχέση εργασίας τους έχει λήξει.

Επιπροσθέτως, η προστασία επεκτείνεται σε πρόσωπα που συνδέονται με τον αναφέροντα, όπως συνάδελφοι ή συγγενείς, εφόσον ενδέχεται να υποστούν αντίποινα λόγω αυτής της σύνδεσης.

Δίαυλοι Αναφοράς

Ο νόμος θεσπίζει τρεις βαθμίδες αναφοράς, χωρίς ωστόσο να επιβάλλει αυστηρή ιεράρχηση μεταξύ τους.

Εσωτερικός Δίαυλος

Φορείς του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν πάνω από πενήντα (50) εργαζομένους υποχρεούνται να θεσπίσουν εσωτερικό δίαυλο αναφοράς. Κεντρικό πρόσωπο στη λειτουργία αυτού του διαύλου αποτελεί ο Υπεύθυνος Παραλαβής και Παρακολούθησης Αναφορών (“Υ.Π.Π.Α.”), ο οποίος μπορεί να είναι εργαζόμενος του φορέα ή τρίτο πρόσωπο (π.χ. εξωτερικός νομικός σύμβουλος ή εταιρεία κανονιστικής συμμόρφωσης).

Ο Υ.Π.Π.Α. αναφέρεται απευθείας στο ανώτατο διοικητικό όργανο του φορέα (άρθρο 9 παρ. 7 Ν. 4990/2022).

Η αναφορά μπορεί να υποβληθεί γραπτώς, προφορικώς, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας ή τηλεφωνικώς.

Μετά την παραλαβή, ο Υ.Π.Π.Α. οφείλει να επιβεβαιώσει τη λήψη εντός επτά (7) ημερών και να ενημερώσει τον αναφέροντα για τις ενέργειες παρακολούθησης εντός τριών (3) μηνών.

Εξωτερικός Δίαυλος

Αρμόδιος εξωτερικός δίαυλος στην Ελλάδα ορίστηκε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.), η οποία λειτουργεί ηλεκτρονική πλατφόρμα υποβολής αναφορών.

Ο πληροφοριοδότης δύναται να προσφύγει απευθείας στον εξωτερικό δίαυλο, χωρίς να υποχρεούται να εξαντλήσει πρώτα τον εσωτερικό.

Δημόσια Αποκάλυψη

Ως τελευταίο μέσο, ο νόμος αναγνωρίζει και τη δημόσια αποκάλυψη (π.χ. μέσω μέσων ενημέρωσης), υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις.

 Ο πληροφοριοδότης προστατεύεται εφόσον:

  • υπέβαλε πρώτα εσωτερική ή εξωτερική αναφορά χωρίς να λάβει ανταπόκριση εντός των νόμιμων προθεσμιών, ή
  • έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η παραβίαση συνιστά άμεσο ή εμφανή κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον.

Εμπιστευτικότητα & Προσωπικά Δεδομένα

Η ταυτότητα του αναφέροντος προστατεύεται αυστηρά. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και πληροφορίες που οδηγούν, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτοποίησή του δεν αποκαλύπτονται σε κανένα πρόσωπο πέραν των εξουσιοδοτημένων μελών του προσωπικού, εκτός αν συγκατατεθεί ρητώς ο αναφέρων (άρθρο 14 Ν. 4990/2022).

Ο νόμος, μάλιστα, προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δύναται να παραλείπει την ενημέρωση του αναφερόμενου προσώπου, εφόσον τούτο απαιτείται για την αποτροπή παρεμπόδισης ή παρακώλυσης της έρευνας.

Ο νόμος δεν ρυθμίζει ρητώς το ζήτημα των ανώνυμων αναφορών, αφήνοντας τη σχετική διακριτική ευχέρεια στους φορείς. Ωστόσο, πρόσωπα που υπέβαλαν αρχικά ανώνυμη αναφορά απολαμβάνουν πλήρους προστασίας εφόσον στη συνέχεια ταυτοποιηθούν και υποστούν αντίποινα.

Απαγόρευση Αντιποίνων

Η απαγόρευση αντιποίνων αποτελεί τον πυρήνα της νομοθετικής προστασίας. Το άρθρο 17 του Ν. 4990/2022 απαριθμεί ενδεικτικά μορφές αντιποίνων, μεταξύ των οποίων:

  • η απόλυση,
  • ο υποβιβασμός,
  • η δυσμενής μετάθεση,
  • η μεταβολή όρων εργασίας,
  • η παρενόχληση,
  • η μη ανανέωση σύμβασης,
  • η αρνητική αξιολόγηση απόδοσης,
  • η ακύρωση άδειας ή εκπαίδευσης, καθώς και
  • η πρόωρη λήξη ή ακύρωση σύμβασης αγαθών ή υπηρεσιών.

Ειδικά ως προς την καταγγελία σύμβασης εργασίας, το άρθρο 20 ορίζει ρητά ότι η απόλυση πληροφοριοδότη λόγω αναφοράς είναι άκυρη, με όλες τις προβλεπόμενες συνέπειες (μισθοί υπερημερίας, αξίωση επαναπρόσληψης). Ομοίως, άκυρα θεωρούνται και τα λοιπά αντίποινα που ελήφθησαν κατά παράβαση των ανωτέρω απαγορεύσεων.

Αντιστροφή Βάρους Απόδειξης

Ιδιαίτερη πρακτική σημασία έχει η αντιστροφή του βάρους απόδειξης (άρθρο 21 Ν. 4990/2022).

Εφόσον ο πληροφοριοδότης αποδεικνύει ότι :

  • προέβη σε αναφορά ή δημόσια αποκάλυψη και
  • υπέστη βλάβη,

τεκμαίρεται ότι η βλάβη αυτή επιβλήθηκε ως αντίποινο.

Κατά συνέπεια, ο αναφερόμενος (εργοδότης ή φορέας) φέρει πλέον το βάρος να αποδείξει ότι το βλαπτικό μέτρο ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένο και δεν συνδέεται με την αναφορά.

Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο, το οποίο ενισχύει σημαντικά τη θέση του πληροφοριοδότη σε τυχόν δικαστική αντιδικία.

Σχέση Εμπιστευτικότητας & Αναφοράς Στον Εργασιακό Χώρο

Στην πράξη ανακύπτει συχνά η ένταση μεταξύ της υποχρέωσης πίστης του εργαζομένου προς τον εργοδότη και του δικαιώματος αναφοράς παραβατικών συμπεριφορών.

Η παλαιότερη θέση, επηρεασμένη από τη γερμανική έννομη τάξη, ότι η υποχρέωση εχεμύθειας καλύπτει ακόμα και παράνομες πρακτικές του εργοδότη, είναι πλέον ξεπερασμένη.

Η υποχρέωση πίστης δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή λόγο μη καταγγελίας παρανομιών. Τούτο διότι ο εργαζόμενος υποχρεούται σε εχεμύθεια μόνο ως προς τα νόμιμα επιχειρηματικά απόρρητα, για τα οποία ο εργοδότης έχει δικαιολογημένο και άξιο προστασίας συμφέρον.

Η ίδια η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 (σκέψη 91) αναφέρει ρητά ότι οι αναφέροντες δεν φέρουν ευθύνη για την πρόσβαση ή την επεξεργασία πληροφοριών που αναφέρονται, εφόσον η πρόσβαση αυτή δεν συνιστά αυτοτελώς ποινικό αδίκημα.

Ευρωπαϊκή Νομολογία

Πριν ακόμη θεσπιστεί η Οδηγία 2019/1937, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η προστασία των πληροφοριοδοτών εντάσσεται στο πεδίο του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ελευθερία έκφρασης).

Στην υπόθεση Guja κατά Μολδαβίας (αρ. 14277/04, Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης, 12.2.2008), το ΕΔΔΑ διαμόρφωσε έξι κριτήρια για την αξιολόγηση του εύλογου μιας αποκάλυψης:

  1. η ύπαρξη εναλλακτικών διαύλων αναφοράς,
  2. το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετεί η αποκάλυψη,
  3. η αυθεντικότητα των πληροφοριών,
  4. η ζημία στον εργοδότη,
  5. η καλή πίστη του αναφέροντος και
  6. η αναλογικότητα της κύρωσης – Κρίθηκε ότι η απόλυση υπαλλήλου που αποκάλυψε πολιτικές πιέσεις στη δικαιοσύνη παραβίαζε το άρθρο 10, τονίζοντας ότι οι αυστηρές κυρώσεις προκαλούν αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect) στους λοιπούς εργαζόμενους.

Σε μεταγενέστερη απόφαση στην ίδια υπόθεση (Guja κατά Μολδαβίας αρ. 2, αρ. 1085/10, 27.2.2018), το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι η εικονική επαναπρόσληψη ακολουθούμενη από νέα απόλυση συνιστά συνέχεια αντιποίνων, καταδεικνύοντας ότι η προστασία των πληροφοριοδοτών δεν εξαντλείται στη μία δικαστική κρίση αλλά παράγει διαρκή δέσμευση.

Κυρώσεις

Ο Ν. 4990/2022 προβλέπει κυρώσεις τόσο κατά φυσικών προσώπων όσο και κατά νομικών οντοτήτων που παρεμποδίζουν ή ματαιώνουν αναφορές, λαμβάνουν αντίποινα κατά πληροφοριοδοτών ή παραβιάζουν την εμπιστευτικότητα.

Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν διοικητικά πρόστιμα, πειθαρχικές ποινές για δημόσιους λειτουργούς, καθώς και αστικές αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του θιγόμενου πληροφοριοδότη.

Παράλληλα, κυρώσεις προβλέπονται και για τον πληροφοριοδότη που εν γνώσει του υποβάλλει ψευδή αναφορά.

Ο μηχανισμός αυτός αποσκοπεί στην αποτροπή καταχρηστικών αναφορών που θα μπορούσαν να πλήξουν αδικαιολόγητα τον αναφερόμενο ή τον φορέα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Υποχρέωση Θέσπισης Εσωτερικού Διαύλου 

Κάθε επιχείρηση με πάνω από 50 εργαζομένους οφείλει να ορίσει Υ.Π.Π.Α. και να λειτουργεί εσωτερικό δίαυλο αναφοράς.

Η μη συμμόρφωση εκθέτει τον φορέα σε διοικητικές κυρώσεις και αποδυναμώνει τη θέση του σε τυχόν δικαστική αντιδικία, τούτο διότι η απουσία εσωτερικού διαύλου δικαιολογεί την απευθείας εξωτερική ή δημόσια αναφορά.

Επιλογή Και Ανεξαρτησία Υ.Π.Π.Α.

Ο Υ.Π.Π.Α. πρέπει να αναφέρεται απευθείας στο ανώτατο διοικητικό όργανο και να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη γραμμή διοίκησης. Η ανάθεση σε εξωτερικό σύμβουλο (π.χ. δικηγόρο, εταιρεία κανονιστικής συμμόρφωσης) ενισχύει την αμεροληψία.

Προσωπικά Δεδομένα Και GDPR

Η διαχείριση αναφορών εμπίπτει στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (GDPR). Ο φορέας οφείλει να διενεργεί εκτίμηση αντικτύπου (DPIA), να λαμβάνει μέτρα ψευδωνυμοποίησης και να διασφαλίζει ότι μόνο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα έχουν πρόσβαση στα δεδομένα της αναφοράς.

Εκπαίδευση Προσωπικού

Οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερώνονται για την ύπαρξη του εσωτερικού διαύλου, τις προϋποθέσεις υποβολής αναφοράς και τα μέτρα προστασίας. Η εκπαίδευση αυτή μπορεί να ενταχθεί στις υφιστάμενες δράσεις κανονιστικής συμμόρφωσης (compliance) του φορέα.

Σχέση Με Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA)

Τυχόν συμβατικές ρήτρες εμπιστευτικότητας ή μη αποκάλυψης δεν αποκλείουν τη νόμιμη αναφορά. Αντίθετα, ρήτρα που απαγορεύει στον εργαζόμενο να υποβάλει αναφορά κατά τον Ν. 4990/2022 θα μπορούσε να κριθεί ως αντιβαίνουσα σε αναγκαστικό δίκαιο και, συνεπώς, άκυρη.

Ανώνυμες Αναφορές

Ο νόμος δεν υποχρεώνει τους φορείς να αποδέχονται ανώνυμες αναφορές. Ωστόσο, η αποδοχή τους συνιστάται ως καλή πρακτική, ιδίως σε περιβάλλοντα με αυξημένο κίνδυνο αντεκδίκησης.

Τήρηση Προθεσμιών

Η αδυναμία ανταπόκρισης στις νόμιμες προθεσμίες (7 ημέρες για επιβεβαίωση παραλαβής, 3 μήνες για ενημέρωση) δεν αποτελεί απλή τυπική παράλειψη.

Αντιθέτως, δικαιολογεί τον πληροφοριοδότη να προχωρήσει σε εξωτερική αναφορά ή δημόσια αποκάλυψη, διατηρώντας πλήρη προστασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Προστασία Πληροφοριοδοτών (Whistleblowing).

Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 62/2025) & Επιχειρήσεις

Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου & Εργατικό Δίκαιο 2026. Οι Αλλαγές Που Επε΄φεραν ΠΔ 62/2025, Ν. 5239/2025 & Ν. 5278/2026

Το ΠΔ 62/2025, εισήχθη στην έννομη σφαίρα επιχειρώντας να δώσει λύση στο πρόβλημα της πολυνομίας της εργατικής νομοθεσίας στην Ελλάδα, της αποσπασματικότητας και των αλλεπάλληλων τροποποιήσεών της, που καθιστούσαν την εφαρμογή της ιδιαίτερα δυσχερή, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζομένους.

Η διασπορά των ρυθμίσεων σε δεκάδες νομοθετήματα (από τον Ν. 2112/1920 για τις απολύσεις έως τον Ν. 4808/2021 για την τηλεργασία) δημιουργούσε αβεβαιότητα, ερμηνευτικά κενά και δικαστικές διαφορές.

Μέσα σε διάστημα μόλις οκτώ μηνών (από τον Ιούλιο 2025 ως τον Φεβρουάριο 2026), τρία νομοθετήματα αναδιαμόρφωσαν ριζικά το νομικό πλαίσιο.

  • ΠΔ 62/2025 (ΦΕΚ Α΄ 121/11.7.2025), «Κώδικας Εργατικού Δικαίου», κωδικοποιεί σε ενιαίο κείμενο 588 άρθρων το ατομικό και συλλογικό εργατικό δίκαιο καθώς και τη νομοθεσία για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, καταργώντας τον προηγούμενο Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 80/2022).
  • Ν. 5239/2025 (ΦΕΚ Α΄ 178/17.10.2025), «Δίκαιη Εργασία για Όλους», τροποποιεί ουσιωδώς τον Κώδικα εισάγοντας ρυθμίσεις για απλοποίηση προσλήψεων, εκσυγχρονισμό εργατικών διατάξεων, ψηφιοποίηση διαδικασιών και ενίσχυση εργαζομένων.
  • Ν. 5278/2026 (ΦΕΚ Α΄ 22/16.2.2026), «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», ενισχύει τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων τροποποιώντας τα άρθρα του Βιβλίου Δευτέρου του Κώδικα.

Το παρόν άρθρο αναλύει τις βασικές αλλαγές που επιφέρει κάθε νομοθέτημα, παραθέτει συγκριτικούς πίνακες και εξετάζει τα κρίσιμα ζητήματα υπό το πρίσμα της νομολογίας.

Η Κωδικοποίηση με το ΠΔ 62/2025

Ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου (εφεξής “ΚΕΔ”) αποτελεί την πρώτη ενοποίηση ατομικού και συλλογικού εργατικού δικαίου σε ενιαίο, συστηματικό κείμενο.

Η κωδικοποίηση ενσωμάτωσε πληθώρα προγενέστερων νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων τον Ν. 4808/2021 (για τη βία και παρενόχληση, την τηλεργασία και την ψηφιακή κάρτα), τον Ν. 3850/2010 (για την υγεία και ασφάλεια), τον Ν. 1876/1990 (για τις συλλογικές συμβάσεις), τον Ν. 2112/1920 και τον Ν. 3198/1955 (για την καταγγελία σύμβασης εργασίας).

Ως προς τη δομή, ο ΚΕΔ απαρτίζεται από τρία Βιβλία:

ΒιβλίοΑντικείμενοΆρθρα
ΠρώτοΑτομικό Εργατικό Δίκαιο (σύμβαση εργασίας, ίση μεταχείριση, αποδοχές, χρόνος εργασίας, άδειες, καταγγελία)1 έως 367
ΔεύτεροΔίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων (συνδικαλιστικές οργανώσεις, συλλογικές συμβάσεις, απεργία, κανονισμοί εργασίας)368 έως 490
ΤρίτοΔίκαιο Προστασίας Υγείας και Ασφάλειας, Εποπτεία Εργασίας (ιατρός εργασίας, τεχνικός ασφαλείας, εργατικά ατυχήματα, ψηφιακή οργάνωση)491 έως 586

Η κωδικοποίηση του ΠΔ 62/2025 δεν εισήγαγε νέες ουσιαστικές ρυθμίσεις αλλά αποτύπωσε συστηματικά τις υφιστάμενες διατάξεις. Τούτο διότι σκοπός του ΠΔ 62/2025 ήταν αποκλειστικά η ενοποίηση και η συστηματοποίηση, ώστε ο Κώδικας να αποτελέσει σημείο αναφοράς τόσο για την ερμηνεία και εφαρμογή όσο και για μελλοντικές τροποποιήσεις. Κρίσιμη πρακτική συνέπεια είναι ότι οι αριθμοί άρθρων άλλαξαν πλήρως.

Επομένως, κάθε παραπομπή σε παλαιότερους νόμους (π.χ. Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990) πρέπει πλέον να αντιστοιχηθεί με τα νέα άρθρα του ΚΕΔ. Για τη διευκόλυνση αυτή, στο τέλος του Κώδικα περιλαμβάνονται αναλυτικοί πίνακες αντιστοιχίας μεταξύ κωδικοποιηθεισών και κωδικοποιητικών διατάξεων.

Στο πεδίο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, η νομολογία εξακολουθεί να εφαρμόζεται ενιαία. Κατά την ΑΠ 269/2020, η οικειοθελής αποχώρηση προϋποθέτει σαφή και ανενδοίαστη δήλωση βούλησης του εργαζομένου.

Όταν προηγείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η αποχώρηση του μισθωτού δεν χαρακτηρίζεται ως οικειοθελής αλλά εξομοιώνεται με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη. Η ρύθμιση αυτή κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 332 επ. ΚΕΔ και ενισχύθηκε περαιτέρω με τον Ν. 5239/2025, όπως αναλύεται παρακάτω.

Ο Ν. 5239/2025 «Δίκαιη Εργασία για Όλους»

Ο Ν. 5239/2025 αποτελεί την πρώτη ουσιαστική τροποποίηση του νέου Κώδικα και εισάγει αλλαγές σε οκτώ βασικούς άξονες. Ειδικότερα:

Απλοποίηση Προσλήψεων

Η αναγγελία πρόσληψης ολοκληρώνεται πλέον με την υποβολή ενός μόνο εγγράφου (Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας), αντί των τεσσάρων που απαιτούνταν προηγουμένως. Παράλληλα, δημιουργείται ψηφιακό αρχείο εργαζομένου μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και εισάγεται εφαρμογή τύπου «myErgani» τόσο για εργαζομένους όσο και για εργοδότες.

Επιπλέον, θεσπίζεται διαδικασία «Ταχείας Πρόσληψης» για την κάλυψη επειγουσών αναγκών επιχειρήσεων. Συνεπώς, η γραφειοκρατία μειώνεται δραστικά, γεγονός που αφορά ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Βία και Παρενόχληση στην Εργασία

Με το άρθρο 3 του Ν. 5239/2025, τροποποιείται το άρθρο 62 ΚΕΔ, ώστε να συγχωνεύονται σε ενιαία πολιτική, οι δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστές υποχρεώσεις της επιχείρησης (πρόληψη βίας και παρενόχλησης και διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών).

Η ενοποίηση αυτή απλοποιεί τη συμμόρφωση, καθώς η επιχείρηση υιοθετεί πλέον μία ενιαία πολιτική αντί δύο.

Χρόνος εργασίας, υπερωρία και διευθύνοντες υπάλληλοι

Ο Ν. 5239/2025 εισάγει τρεις κρίσιμες μεταβολές στον χρόνο εργασίας.

  • Πρώτον, επεκτείνεται η δυνατότητα απασχόλησης έως 13 ωρών ημερησίως (που ίσχυε ήδη για εργαζόμενους σε δύο εργοδότες) και στην περίπτωση απασχόλησης σε έναν μόνο εργοδότη, υπό τον αυστηρό περιορισμό τήρησης όλων των ορίων ανάπαυσης.
  • Δεύτερον, επιτρέπεται πλέον η υπερωριακή απασχόληση και στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, με καταβολή των νόμιμων προσαυξήσεων (40%).
  • Τρίτον, διευρύνεται η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, με δυνατότητα τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (π.χ. για γονείς), γεγονός που αποτελεί σημαντική καινοτομία υπέρ της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.

Σε σχέση με τις αποδοχές υπερωρίας, ο νόμος ακολουθει τη σταθερή νομολογία. Ειδικότερα, η ΑΠ 288/2018 έχει κρίνει ότι η εργασία πέραν του οκταώρου σε πενθήμερο σύστημα, ακόμη και κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, συνιστά υπερωριακή απασχόληση και γεννά αξίωση πρόσθετης αμοιβής.

Επιπροσθέτως, ο νέος νόμος προβλέπει ότι οι προσαυξήσεις υπερεργασίας, υπερωρίας, νυχτερινών και αργιών απαλλάσσονται πλέον από ασφαλιστικές εισφορές, ρύθμιση που επεκτείνεται και σε προσαυξήσεις που χορηγούνται οικειοθελώς από τον εργοδότη ή προβλέπονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ).

Οικειοθελής Αποχώρηση και Μονομερής Βλαπτική Μεταβολή

Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται πλέον ηλεκτρονικά στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου, αποκλειστικά από τον εργαζόμενο. Η αλλαγή αυτή αποκλείει πρακτικές εργοδοτών που, στο παρελθόν, ανήγγελλαν μονομερώς «οικειοθελή αποχώρηση» χωρίς τη γνώση ή τη βούληση του εργαζομένου.

Παράλληλα, αποσαφηνίζεται νομοθετικά η έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής (άρθρο 332 ΚΕΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 Ν. 5239/2025). Κατά την ΑΠ 860/2024, η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη μόνον εφόσον:

  • γίνει εγγράφως και
  • καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ταυτόχρονα ή αυθημερόν.

Κάθε καθυστέρηση, ακόμη και ολίγων ημερών, συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη. Η ρύθμιση αυτή διατηρείται αμετάβλητη και μετά τον Ν. 5239/2025.

Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας

Εισάγεται η ευέλικτη προσέλευση εργαζομένων, η οποία επιτρέπει ελαστικότητα στη σήμανση της ψηφιακής κάρτας εντός ορισμένου χρονικού παραθύρου. Επιπλέον, θεσπίζεται ο «χρόνος προετοιμασίας», δηλαδή ο χρόνος που ο εργαζόμενος αφιερώνει σε ετοιμασία πριν ή μετά την εργασία του, ο οποίος πλέον αναγνωρίζεται ρητά ως χρονικό σημείο σήμανσης.

Τέλος, καταργείται η υποχρέωση τήρησης στον χώρο εργασίας εντύπων όπως το βιβλίο αδειών, ο πίνακας προσωπικού και τα εκκαθαριστικά, καθώς τα στοιχεία αυτά τηρούνται πλέον ψηφιακά στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον οι εργαζόμενοι αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης μέσω της εφαρμογής myErgani.

Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία

Σημαντικές αλλαγές επέρχονται και στο Βιβλίο Τρίτο του ΚΕΔ.

Ειδικότερα, ενισχύεται ο ρόλος των Επιτροπών Υγείας και Ασφάλειας Εργαζομένων (ΕΥΑΕ), μεταξύ άλλων με τη θεσμοθέτηση εκτάκτων συνεδριάσεων. Εισάγεται ρητή αναφορά στις συνθήκες εργασίας εργαζομένων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας.

Παράλληλα, τροποποιείται το πλαίσιο διάγνωσης και αναγγελίας επαγγελματικών ασθενειών, ενώ διαφοροποιείται η υποχρέωση αναγγελίας εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές, η οποία πλέον περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (δηλαδή τραυματισμού που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου.

Τέλος, με το άρθρο 41 Ν. 5239/2025 προβλέπεται η δημιουργία του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος «ΗΡΙΔΑΝΟΣ» για την ψηφιακή διαχείριση θεμάτων υγείας και ασφάλειας στην εργασία.

Μητρότητα και Γονεϊκή Προστασία

Η ρύθμιση της ετήσιας άδειας αναδιαμορφώνεται με μεγαλύτερη ευελιξία στην κατάτμησή της, ενώ η προστασία μητρότητας επεκτείνεται στις εργαζόμενες που υιοθετούν ή αναλαμβάνουν ως ανάδοχες τέκνο έως 8 ετών.

Πρόκειται για μια ρύθμιση εξαιρετικής πρακτικής σημασίας, καθώς μέχρι πρότινος οι υιοθετούσες και ανάδοχες μητέρες δεν απολάμβαναν ισότιμη προστασία. Το επίδομα γονικής άδειας καθίσταται αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο, ενώ δεν προσμετράται στο οικογενειακό εισόδημα.

Περαιτέρω, το επίδομα κυοφορίας και λοχείας επεκτείνεται και στις περιπτώσεις απασχόλησης σε περισσότερους του ενός εργοδότες, καλύπτοντας ένα κενό που ταλαιπωρούσε εργαζόμενες με πολλαπλή απασχόληση.

Πίνακας Βασικών Αλλαγών (ΠΔ 62/2025 → Ν. 5239/2025)

ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώς (ΠΔ 62/2025)Νέα ρύθμιση (Ν. 5239/2025)
Αναγγελία πρόσληψηςΥποβολή τεσσάρων ξεχωριστών εντύπων στο ΕΡΓΑΝΗΈνα ενιαίο έγγραφο (Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας)
Πολιτικές βίας και παρενόχλησηςΔύο ξεχωριστές πολιτικές (πρόληψη + εσωτερικές καταγγελίες)Μία ενιαία πολιτική (άρθρο 62 ΚΕΔ, τροπ. άρθ. 3 Ν. 5239/2025)
Εκ περιτροπής εργασίαΔεν επιτρεπόταν υπερωρίαΕπιτρέπεται υπερωρία με προσαύξηση 40%
Ημερήσιο ωράριο (1 εργοδότης)Μέχρι 10 ώρες (8 + 2 υπερεργασία/υπερωρία)Μέχρι 13 ώρες υπό αυστηρούς περιορισμούς ανάπαυσης
Τετραήμερη εργασίαΔεν προβλεπόταν ρητάΔυνατότητα τετραημέρου καθ’ όλο το έτος (διευθέτηση χρόνου)
Οικειοθελής αποχώρησηΑναγγελία υπογραφόμενη από εργοδότη και εργαζόμενοΗλεκτρονική αναγγελία αποκλειστικά από τον εργαζόμενο
Τήρηση εντύπωνΥποχρεωτική τήρηση στον χώρο εργασίας (βιβλίο αδειών, πίνακας προσωπικού)Κατάργηση υποχρέωσης (πλήρης ψηφιοποίηση μέσω ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ)
Ασφαλιστικές εισφορές σε προσαυξήσειςΑπαλλαγή μόνο για νόμιμες προσαυξήσειςΑπαλλαγή και για προσαυξήσεις ΣΣΕ ή οικειοθελείς παροχές εργοδότη
Μητρότητα (υιοθεσία/αναδοχή)Προστασία αποκλειστικά για φυσική μητέραΕπέκταση σε υιοθετούσες και ανάδοχες μητέρες (τέκνα έως 8 ετών)

Ο Ν. 5278/2026 και η Ενίσχυση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων

Ο Ν. 5278/2026 τροποποιεί αποκλειστικά το Βιβλίο Δεύτερο του ΚΕΔ (Δίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων), υλοποιώντας τη νομοθετική κατοχύρωση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας.

Πρόκειται για σημαντική μεταρρύθμιση στο πεδίο του συλλογικού εργατικού δικαίου, καθώς αποσκοπεί στην αναβίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στη διεύρυνση του αριθμού των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές ΣΣΕ. Οι βασικές ρυθμίσεις εστιάζουν σε πέντε σημεία. Συγκεκριμένα:

  • Πρώτον, εισάγεται η επικουρική αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ΓΣΕΕ να συνυπογράφει κλαδικές ΣΣΕ, κατόπιν πρόσκλησης πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας οργάνωσης (άρθρο 3, τροποποίηση άρθρου 396 ΚΕΔ). Η ρύθμιση αποσκοπεί στην κάλυψη κενών σε κλάδους όπου δεν υπάρχει ισχυρή κλαδική συνδικαλιστική εκπροσώπηση.
  • Δεύτερον, οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν υποχρεωτικά αναφορά σε Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), ώστε να προσδιορίζεται σαφώς το πεδίο εφαρμογής τους (άρθρο 4, προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 401 ΚΕΔ). Η ρύθμιση αυτή επιλύει ένα διαχρονικό πρόβλημα, καθώς στο παρελθόν η ασαφής οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής κλαδικών συμβάσεων δημιουργούσε αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις ως προς το αν δεσμεύονται από συγκεκριμένη ΣΣΕ.
  • Τρίτον, ενισχύεται η μετενέργεια κανονιστικών όρων ΣΣΕ (άρθρο 8, τροποποίηση άρθρου 402 ΚΕΔ), δηλαδή η δεσμευτική ισχύς των όρων ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης.
  • Τέταρτον, διευκολύνεται η επέκταση ΣΣΕ (άρθρο 9, τροποποίηση άρθρου 404 ΚΕΔ), ρύθμιση που δύναται να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις.
  • Πέμπτον, μεταρρυθμίζεται ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Συγκεκριμένα, ενισχύεται ο έλεγχος παραδεκτού αιτήσεων μεσολάβησης και διαιτησίας (άρθρα 10 έως 12), ενώ συστήνεται νέα Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού (άρθρο 414Α ΚΕΔ). Αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη ότι, αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγγραφεί ή δεν τηρεί επικαιροποιημένα τα στοιχεία της στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ), αναστέλλονται τα δικαιώματά της να αιτηθεί επέκταση ΣΣΕ ή να προσφύγει σε μεσολάβηση και διαιτησία.

Πίνακας Αλλαγών Ν. 5278/2026 (Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο)

ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώςΝέα ρύθμιση (Ν. 5278/2026)
Σύναψη κλαδικών ΣΣΕΜόνο πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες οργανώσειςΔυνατότητα συνυπογραφής και από τη ΓΣΕΕ (επικουρικά)
Πεδίο εφαρμογής ΣΣΕΓενική αναφορά κλάδουΥποχρεωτική αναφορά σε ΚΑΔ
Μετενέργεια όρων ΣΣΕΜετενέργεια μόνο μισθολογικών όρωνΜετενέργεια όλων των κανονιστικών όρων
Επέκταση ΣΣΕΑυστηρά κριτήρια (δυσχερής στην πράξη)Απλοποίηση κριτηρίων (ευκολότερη εφαρμογή)
ΟΜΕΔΧωρίς ειδικό έλεγχο παραδεκτούΣύσταση Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού (άρθρο 414Α ΚΕΔ)
Μη εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕΧωρίς ρητή κύρωσηΑναστολή δικαιωμάτων επέκτασης ΣΣΕ και προσφυγής σε ΟΜΕΔ

Νομολογιακή Αποτίμηση

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο ενσωματώνει τη βασική νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι και σήμερα. Κρίσιμη παραμένει η ΑΠ 375/2025, η οποία επιβεβαίωσε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Περαιτέρω, η ΟλΑΠ 3/2024, η πιο πρόσφατη ολομελειακή απόφαση επί εργατικών διαφορών, κατέστησε σαφές ότι η καταγγελία δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική όταν βασίζεται σε πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων ή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων. Τούτο διότι σε αυτές τις περιπτώσεις κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Αντιστρόφως, η ίδια απόφαση υπενθύμισε ότι ο εργαζόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η αρχή αυτή παραμένει πλήρως ισχύουσα και υπό τον νέο Κώδικα, δεδομένου ότι η κωδικοποίηση δεν μετέβαλε το ουσιαστικό περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων.

Επιπροσθέτως, η ΑΠ 830/2024 εισήγαγε αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου δεσμευτικών ρητρών σε συμβάσεις εργασίας, ιδίως ρητρών μη ανταγωνισμού και ρητρών επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης, μέσω εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος) και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ).

Πρακτικές Επισημάνσεις

Αντιστοίχιση άρθρων

Κάθε εσωτερικό έγγραφο επιχείρησης (σύμβαση εργασίας, κανονισμός εργασίας, πολιτική βίας και παρενόχλησης) που παραπέμπει σε παλαιότερες διατάξεις (Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990), χρειάζεται επικαιροποίηση με τους νέους αριθμούς άρθρων του ΚΕΔ. Οι πίνακες αντιστοιχίας στο τέλος του ΠΔ 62/2025 αποτελούν το κατάλληλο εργαλείο.

Ψηφιοποίηση διαδικασιών

Η μετάβαση στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, η Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας και η εφαρμογή myErgani αλλάζουν ριζικά τον τρόπο διαχείρισης προσωπικού. Οι επιχειρήσεις που εξακολουθούν να τηρούν χειρόγραφα βιβλία αδειών ή πίνακες προσωπικού σε έντυπη μορφή θα πρέπει να μεταβούν άμεσα στις ψηφιακές διαδικασίες.

Ενιαία πολιτική βίας και παρενόχλησης

Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν ήδη δύο ξεχωριστές πολιτικές (πρόληψη βίας και διαχείριση καταγγελιών), οφείλουν να τις συγχωνεύσουν σε μία ενιαία, σύμφωνα με το νέο άρθρο 62 ΚΕΔ. Το Υπουργείο Εργασίας έχει εκδώσει σχετικό υπόδειγμα πολιτικής κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 69 ΚΕΔ (ΥΑ 95/2026).

Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης

Μετά τον Ν. 5239/2025, η ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται αποκλειστικά από τον εργαζόμενο μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου. Ο εργοδότης δεν μπορεί πλέον να αναγγείλει μονομερώς «οικειοθελή αποχώρηση».

Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κρίσιμη είναι η αρχή που θέσπισε η ΑΠ 269/2020, σύμφωνα με την οποία, όταν προηγείται βλαπτική μεταβολή, η αποχώρηση εξομοιώνεται με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη.

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ν. 5278/2026)

Οι επιχειρήσεις που δεσμεύονται από κλαδικές ΣΣΕ θα πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις, καθώς η διευκόλυνση επέκτασης και η μετενέργεια όλων (και όχι μόνο των μισθολογικών) κανονιστικών όρων ενδέχεται να επεκτείνουν σημαντικά τις υποχρεώσεις τους. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο υποχρεωτικός προσδιορισμός των ΚΑΔ στις κλαδικές ΣΣΕ.

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ελέγξουν εάν οι ΚΑΔ τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κάποιας κλαδικής σύμβασης, ιδίως σε περιπτώσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερους κλάδους. Ταυτόχρονα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις οφείλουν να διατηρούν ενημερωμένα τα στοιχεία τους στο ΓΕΜΗΣΟΕ, διαφορετικά κινδυνεύουν με αναστολή κρίσιμων δικαιωμάτων τους.

Υπερωρία σε εκ περιτροπής εργασία

Η νέα δυνατότητα υπερωριακής απασχόλησης στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας (με προσαύξηση 40%) απαιτεί προσοχή ως προς την τήρηση του 11ώρου ημερήσιας ανάπαυσης και του εβδομαδιαίου ορίου. Κάθε υπέρβαση εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Υγεία και ασφάλεια

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επικαιροποιήσουν τις γραπτές εκτιμήσεις επαγγελματικού κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τις νέες υποχρεώσεις σχετικά με εργαζόμενους με αναπηρία ή χρόνια πάθηση.

Η αναγγελία εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές περιορίζεται πλέον στις περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου, ενώ η αναγγελία στο ΟΠΣ ΣΕΠΕ εξακολουθεί να διέπεται από τα κριτήρια της Εγκυκλίου 441915/2023 της Επιθεώρησης Εργασίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

Εταιρικοί Μετασχηματισμοί & Φορολογική Ουδετερότητα

Νομική υποστήριξη σε εταιρικούς μετασχηματισμούς και φορολογική ουδετερότητα - KSTLAW

Ν. 5162/2024 & Εταιρικοί Μετασχηματισμοί – Φορολογική Ουδετερότητα

Ο Ν. 5162/2024 εισήγαγε ένα ενιαίο και σύγχρονο φορολογικό πλαίσιο για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, αντικαθιστώντας το παλαιό κατακερματισμένο νομοθετικό τοπίο που δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου επί δεκαετίες.

Το Μέρος Δ’ του νόμου (που εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς από τις 5 Δεκεμβρίου 2024), θεσπίζει φορολογικά κίνητρα για:

Το νέο πλαίσιο εναρμονίζεται πλήρως με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ του Συμβουλίου για το κοινό φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στις διασυνοριακές αναδιαρθρώσεις εντός ΕΕ.

Η Αρχή της Φορολογικής Ουδετερότητας

Η φορολογική ουδετερότητα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του νέου νόμου. Η αρχή αυτή σημαίνει ότι ο μετασχηματισμός δεν «πυροδοτεί» φορολογικές υποχρεώσεις κατά τον χρόνο εκτέλεσής του.

Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται λόγω καθολικής ή μερικής διαδοχής στη λήπτρια εταιρεία καταχωρούνται στα βιβλία της με την ίδια φορολογική αξία που είχαν αμέσως πριν τον μετασχηματισμό στα βιβλία της μεταβιβάζουσας.

Τούτο σημαίνει ότι η υπεραξία που τυχόν ενυπάρχει κατά τον χρόνο του μετασχηματισμού δεν φορολογείται τότε, αλλά διατηρείται λανθάνουσα και φορολογείται σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν πραγματοποιηθεί.

Σε πρακτικό επίπεδο, ο μετασχηματισμός παρέχει: (i) απαλλαγή από φόρο υπεραξίας κατά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, (ii) απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης ακινήτων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται στα εισφερόμενα στοιχεία, (iii) μεταφορά φορολογικών ζημιών, αποθεματικών και προβλέψεων στη λήπτρια εταιρεία, και (iv) συνέχιση αποσβέσεων παγίων χωρίς διακοπή.

Πεδίο εφαρμογής

Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς στους οποίους συμμετέχουν αποκλειστικά επιχειρήσεις με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, υπαγόμενες στο ίδιο φορολογικό καθεστώς.

Ρητώς καλύπτονται και διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εντός ΕΕ, σε εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ και την Οδηγία 2019/2121/ΕΕ για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις.

Βασική προϋπόθεση είναι να παραμείνουν τα εισφερόμενα περιουσιακά στοιχεία συνδεδεμένα με φορολογική εγκατάσταση στην Ελλάδα.

Στοιχεία που «αποχωρούν» από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία δεν απολαμβάνουν της ουδετερότητας, τούτο διότι η αρχή αυτή προϋποθέτει τη διατήρηση του δικαιώματος φορολόγησης της λανθάνουσας υπεραξίας από το ελληνικό κράτος.

Η Σχέση με τον Ν. 4601/2019 & το Προηγούμενο Πλαίσιο

Πριν από τον Ν. 5162/2024, το φορολογικό σκέλος των μετασχηματισμών ρυθμιζόταν αποσπασματικά από παλαιότερες διατάξεις, κυρίως τους Ν. 2166/1993, Ν. 1297/1972 και Ν. 4172/2013 (ΚΦΕ).

Ο Ν. 4601/2019 ρύθμισε ολοκληρωμένα το εταιρικό δίκαιο των μετασχηματισμών, αλλά το αντίστοιχο φορολογικό πλαίσιο παρέμενε κατακερματισμένο.

Ο Ν. 5162/2024 ήρθε να καλύψει αυτό το κενό, δημιουργώντας έναν ενιαίο φορολογικό νόμο που αλληλοσυμπληρώνεται με τον Ν. 4601/2019.

Η συνύπαρξη των δύο νόμων σημαίνει ότι ένας μετασχηματισμός εξετάζεται υπό δύο πρίσματα: το ΕΤΑΙΡΙΚΟ (Ν. 4601/2019, διαδικασία, αποφάσεις, εγκρίσεις ΚΛΠ) και το ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ (Ν. 5162/2024, αξιολόγηση πράξης, φορολογική μεταχείριση, έλεγχος αντικαταχρηστικότητας).

Οι Αντικαταχρηστικοί Κανόνες

Η φορολογική ουδετερότητα δεν είναι απεριόριστη. Ο νομοθέτης έχει θεσπίσει σύστημα ελέγχου αντικαταχρηστικότητας σε δύο επίπεδα.

Ειδικός αντικαταχρηστικός κανόνας (άρθρο 56 ΚΦΕ)

Το άρθρο 56 του Ν. 4172/2013 εισάγει ειδικό αντικαταχρηστικό κανόνα για τους μετασχηματισμούς.

Η φορολογική ουδετερότητα δεν χορηγείται όταν ο κύριος σκοπός της πράξης ή ένας από τους κύριους σκοπούς της είναι η φοροδιαφυγή ή η φοροαποφυγή.

Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται αν ο επιχειρηματίας αποδείξει ότι ο μετασχηματισμός εξυπηρετεί βάσιμους εμπορικούς λόγους, όπως η αναδιάρθρωση ή η ορθολογικοποίηση των δραστηριοτήτων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.

Γενικός αντικαταχρηστικός κανόνας (άρθρο 38 ΚΦΔ)

Ο γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων του άρθρου 38 Ν. 4174/2013, που ενσωμάτωσε το άρθρο 6 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ (ATAD), εφαρμόζεται επικουρικά.

Ο ειδικός κανόνας του άρθρου 56 ΚΦΕ είναι ειδικότερος και υπερισχύει.

Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται, σύμφωνα με την Εγκύκλιο Ε.2167/2019, να εξετάζει συνολικά την εκάστοτε περίπτωση χωρίς να εφαρμόζει γενικά και προκαθορισμένα κριτήρια.

Νομολογία ΔΕΕ

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διαμορφώσει σαφή νομολογία για την ερμηνεία του αντικαταχρηστικού κανόνα της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ.

Στην υπόθεση Leur-Bloem (C-28/95), το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης φορολογικών ωφελειών είναι επιτρεπτή μόνο όταν η σχεδιαζόμενη πράξη έχει ως αντικειμενικό σκοπό τη φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή.

Επομένως, πράξεις με πολλαπλούς σκοπούς, εκ των οποίων μόνο ένας είναι η φορολογική ωφέλεια, δεν αποκλείονται αυτόματα.

Σε συμπλήρωση αυτής της γραμμής, στην υπόθεση Foggia (C-126/10), το ΔΕΕ εξειδίκευσε ότι η αξιολόγηση του «βάσιμου εμπορικού λόγου» πρέπει να γίνεται στο σύνολό της, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης.

Η εξοικονόμηση διοικητικού κόστους μέσω απλοποίησης της εταιρικής δομής αποτελεί, καταρχήν, βάσιμο εμπορικό λόγο.

Τέλος, στην υπόθεση Zwijnenburg (C-352/08), το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι ο αντικαταχρηστικός κανόνας της Οδηγίας στοχεύει αποκλειστικά στη φοροαποφυγή φόρων εισοδήματος που καλύπτει η Οδηγία, και όχι άλλων φόρων.

Η ελληνική φορολογική διοίκηση οφείλει να ερμηνεύει τον αντικαταχρηστικό κανόνα του άρθρου 56 ΚΦΕ σε πλήρη εναρμόνιση με αυτή τη νομολογία, τούτο διότι το άρθρο 56 αποτελεί ενσωμάτωση του άρθρου 15 της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ.

Η Εγκύκλιος Ε.2088/2025

Η ΑΑΔΕ εξέδωσε τον Οκτώβριο 2025 την Εγκύκλιο Ε.2088/2025, παρέχοντας αναλυτικές ερμηνευτικές οδηγίες για τα άρθρα 47 – 56, 58 και 59 του Ν. 5162/2024.

Η Εγκύκλιος διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις φορολογικής ουδετερότητας, τη διαδικασία ελέγχου αντικαταχρηστικότητας και την αντιμετώπιση ειδικών περιπτώσεων, όπως η ασύμμετρη διάσπαση.

Πρακτικά, η Εγκύκλιος λειτουργεί ως οδηγός ασφαλούς λιμένος για τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν μετασχηματισμό.

Ασύμμετρη Διάσπαση – Το Νέο Εργαλείο

Μεταξύ των καινοτομιών του Ν. 5162/2024 ξεχωρίζει η ρητή κατοχύρωση της ασύμμετρης διάσπασης ως μορφής εταιρικής αναδιοργάνωσης με φορολογική ουδετερότητα.

Στην ασύμμετρη διάσπαση, τα εταιρικά μερίδια που λαμβάνουν οι μέτοχοι της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες δεν αντιστοιχούν αναλογικά στα δικαιώματά τους στη διασπώμενη εταιρεία.

Το εργαλείο αυτό επιτρέπει διαχωρισμούς κλάδων δραστηριότητας μεταξύ μετόχων με διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις, χωρίς να αποτελεί φορολογικά επαχθή πράξη.

Πρακτικές Επισημάνσεις
Εφαρμοστέο δίκαιο

Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς που ξεκίνησαν μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2024.

Μετασχηματισμοί που βρίσκονταν σε εξέλιξη πριν από αυτή την ημερομηνία διέπονται από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Τεκμηρίωση βάσιμου εμπορικού λόγου

Η επιχείρηση που επιδιώκει φορολογική ουδετερότητα οφείλει να τεκμηριώνει εγγράφως τους επιχειρηματικούς λόγους του μετασχηματισμού.

Η τεκμηρίωση αυτή είναι κρίσιμη αν η Φορολογική Διοίκηση κινήσει έλεγχο αντικαταχρηστικότητας.

Αναδιαρθρώσεις ομίλου, εξορθολογισμός εταιρικής δομής, συνένωση δραστηριοτήτων ή χωρισμός κλάδων για στρατηγικούς λόγους αποτελούν παραδεκτές αιτιολογίες.

Φορολογική αξία εισφερόμενων στοιχείων

Κατά τη σύνταξη του ισολογισμού μετασχηματισμού, η καταχώρηση στα βιβλία της λήπτριας εταιρείας γίνεται στη φορολογική αξία των στοιχείων κατά την ημερομηνία μετασχηματισμού, ανεξαρτήτως της εμπορικής αξίας τους.

Η διαφορά αποτελεί λανθάνουσα υπεραξία που θα φορολογηθεί μελλοντικά.

Μεταφορά ζημιών

Οι φορολογικές ζημίες της μεταβιβάζουσας εταιρείας δεν μεταφέρονται αυτόματα στη λήπτρια.

Τίθενται προϋποθέσεις που διευκρινίζονται στην Εγκύκλιο Ε.2088/2025, με αποτέλεσμα η ζημία να μη λειτουργεί ως ανεξέλεγκτο φορολογικό πλεονέκτημα.

Ακίνητα στη διαδικασία μετασχηματισμού

Η απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης ακινήτων κατά τον μετασχηματισμό είναι δυνατή, αλλά ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους αντικαταχρηστικούς κανόνες, ιδίως υπό το πρίσμα της νομολογίας ΔΕΕ, που αποκλείει τη χορήγηση οφέλους όταν η αποφυγή φόρου μεταβίβασης αποτελεί τον κύριο σκοπό της δομής.

Διασυνοριακοί μετασχηματισμοί

Η φορολογική ουδετερότητα εκτείνεται και σε διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εντός ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι τα εισφερόμενα στοιχεία παραμένουν συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους εταιρικούς μετασχηματισμούς και τη φορολογική ουδετερότητα.

GDPR & Επιχείρηση – Πρακτικός Οδηγός Συμμόρφωσης

Νομική υποστήριξη σε ζητήματα GDPR & Επιχείρησης - KSTLAW

Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων για Προσωπικά Δεδομένα κατά τον ΓΚΠΔ και τον Ν. 4624/2019

Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί πλέον βασική υποχρέωση κάθε επιχείρησης που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νομικό Πλαίσιο

Τα κύρια νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο θέμα, είναι τα εξής:

Αρχές Επεξεργασίας Δεδομένων

Ο ΓΚΠΔ θεμελιώνεται σε έξι βασικές αρχές (άρθρο 5), τις οποίες κάθε επιχείρηση οφείλει να τηρεί σε κάθε πράξη επεξεργασίας, ενώ οι αρχές αυτές λειτουργούν ως πυξίδα για κάθε απόφαση που αφορά προσωπικά δεδομένα.

Η αρχή της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας απαιτεί τα δεδομένα να υποβάλλονται σε επεξεργασία με βάση νομική βάση, κατά τρόπο θεμιτό και με διαφάνεια ως προς τα υποκείμενα.

Η αρχή του περιορισμού του σκοπού σημαίνει ότι τα δεδομένα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία ασυμβίβαστη με αυτούς.

Η αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων επιβάλλει τη συλλογή μόνο των δεδομένων που είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο. Η αρχή της ακρίβειας, η αρχή του περιορισμού της περιόδου αποθήκευσης και η αρχή της ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας συμπληρώνουν το πλαίσιο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αρχή της λογοδοσίας (accountability, άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ), σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας (controller) φέρει το βάρος απόδειξης της συμμόρφωσής του.

Τούτο διότι δεν αρκεί η τυπική τήρηση των κανόνων. Η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποδείξει, με τεκμηρίωση, ότι τηρεί τις αρχές του Κανονισμού.

Εξάλλου, το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ), στην υπόθεση C-807/21 (Deutsche Wohnen, 5.12.2023), έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε νομικό πρόσωπο δεν προϋποθέτει τον εντοπισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που υπέπεσε στην παράβαση.

Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχείρηση, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ενήργησε με δόλο ή έστω αμέλεια.

Νομικές Βάσεις Επεξεργασίας

Κάθε πράξη επεξεργασίας πρέπει να στηρίζεται σε μία τουλάχιστον από τις έξι νομικές βάσεις του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Οι τρεις βάσεις που αφορούν κατ’ εξοχήν τις επιχειρήσεις είναι:

  • η συγκατάθεση του υποκειμένου (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α’)
  • η αναγκαιότητα για την εκτέλεση σύμβασης (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. β’) και
  • το έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ’).

Περαιτέρω, η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει γνώσει (άρθρο 7 ΓΚΠΔ).

Στην πράξη, η συγκατάθεση δεν αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη βάση, ιδίως σε εργασιακό πλαίσιο, όπου η ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θέτει υπό αμφισβήτηση τον ελεύθερο χαρακτήρα της.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επεξεργασία στηρίζεται κατά κανόνα στην εκτέλεση της σύμβασης εργασίας ή στο έννομο συμφέρον, με τους περιορισμούς που θέτει η σχετική ανάλυση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων.

Τέλος, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων της επιχείρησης και των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Η στάθμιση αυτή πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως (“legitimate interest assessment“) και να λαμβάνει υπόψη τη φύση των δεδομένων, τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου και τα μέτρα προστασίας που εφαρμόζει η επιχείρηση.

Ειδικές Κατηγορίες Δεδομένων

Τα δεδομένα ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητα δεδομένα – άρθρο 9 ΓΚΠΔ) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δεδομένα υγείας, βιομετρικά δεδομένα, δεδομένα πολιτικών φρονημάτων και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Η επεξεργασία τους απαγορεύεται κατ’ αρχήν, εκτός αν συντρέχει μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παρ. 2 ΓΚΠΔ.

Επιπλέον, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 22 – 27) εισάγει πρόσθετες προϋποθέσεις για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων στην Ελλάδα, ιδίως ως προς τα γενετικά δεδομένα και τα δεδομένα υγείας στον ασφαλιστικό τομέα.

Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις επεξεργάζονται ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Ενδεικτικά, η λήψη βιομετρικών δεδομένων για έλεγχο πρόσβασης εργαζομένων ή η διαχείριση αναρρωτικών αδειών συνιστούν επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων που χρήζει ειδικής νομικής βάσης.

Δικαιώματα Υποκειμένων

Ο ΓΚΠΔ κατοχυρώνει δέσμη δικαιωμάτων υπέρ των φυσικών προσώπων (άρθρα 15-22), τα οποία η επιχείρηση πρέπει να ικανοποιεί εντός προθεσμίας ενός μηνός (με δυνατότητα παράτασης δύο ακόμη μηνών σε σύνθετες περιπτώσεις).

Τα κυριότερα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη»), περιορισμού της επεξεργασίας, φορητότητας δεδομένων και εναντίωσης.

Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-154/21 (Österreichische Post, 12.1.2023), έκρινε ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, το υποκείμενο δικαιούται να λάβει πληροφορίες για τους συγκεκριμένους αποδέκτες στους οποίους διαβιβάστηκαν τα δεδομένα του, και όχι απλώς τις κατηγορίες αποδεκτών.

Η απόφαση αυτή έχει πρακτικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις, οι οποίες οφείλουν να τηρούν αναλυτικά αρχεία διαβιβάσεων.

Τέλος, η ΑΠΔΠΧ έχει επιβάλει πρόστιμα ύψους 220.000 ευρώ σε τράπεζα για σοβαρές καθυστερήσεις στην ικανοποίηση αιτημάτων πρόσβασης (ΑΠΔΠΧ 1/2025), καθιστώντας σαφές ότι η εμπρόθεσμη ανταπόκριση δεν αποτελεί απλή τυπική υποχρέωση.

Υπεύθυνος Επεξεργασίας και Εκτελών

Η διάκριση μεταξύ υπευθύνου επεξεργασίας (controller) και εκτελούντος την επεξεργασία (processor) αποτελεί θεμέλιο του ΓΚΠΔ, καθώς καθορίζει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες κάθε μέρους.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας καθορίζει τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, ενώ ο εκτελών την επεξεργασία ενεργεί κατ’ εντολή του υπευθύνου.

Στις σύγχρονες επιχειρηματικές σχέσεις, η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχερής.

Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-683/21 (Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, 5.12.2023), αποσαφήνισε ότι η ιδιότητα του από κοινού υπευθύνου επεξεργασίας (“joint controller“) μπορεί να προκύψει ακόμη και χωρίς τυπική συμφωνία ή κοινή απόφαση μεταξύ των μερών, αρκεί τα μέρη να ασκούν από κοινού επιρροή στην επεξεργασία.

Παράλληλα, έκρινε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ευθύνεται για πράξεις του εκτελούντος που γίνονται για ίδιους σκοπούς του τελευταίου, πέραν των εντολών του υπευθύνου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εκτελών καθίσταται ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 28 παρ. 10 ΓΚΠΔ).

Η σύμβαση επεξεργασίας (data processing agreement – DPA) μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος αποτελεί νομική υποχρέωση (άρθρο 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ) και πρέπει να ρυθμίζει, τουλάχιστον, το αντικείμενο και τη διάρκεια της επεξεργασίας, τη φύση και τον σκοπό, τον τύπο δεδομένων, τα μέτρα ασφαλείας και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

Η σύναψη τέτοιων συμβάσεων είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις σχέσεις με παρόχους υπηρεσιών λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS), cloud hosting, μισθοδοσίας και εξωτερικών λογιστών.

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων (DPO)

Ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer, DPO) είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις (άρθρο 37 ΓΚΠΔ):

  • Πρώτον, όταν η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή ή φορέα.
  • Δεύτερον, όταν οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης συνίστανται σε πράξεις επεξεργασίας που απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση υποκειμένων σε μεγάλη κλίμακα.
  • Τρίτον, όταν οι βασικές δραστηριότητες συνίστανται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα.

Ο ρόλος του DPO είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, χωρίς ο ίδιος να φέρει προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση, ενώ ο Ν. 4624/2019 (άρθρο 6) εξειδικεύει τις προϋποθέσεις ορισμού DPO στους δημόσιους φορείς.

Η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO (ενδεικτικά, ΑΠΔΠΧ 43/2024, πρόστιμο 50.000 ευρώ σε Υπουργείο), γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της υποχρέωσης αυτής.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ορισμός DPO δεν είναι υποχρεωτικός, η ύπαρξη ενός ατόμου ή εξωτερικού συνεργάτη με αρμοδιότητα εποπτείας της συμμόρφωσης διευκολύνει σημαντικά τη λειτουργία της επιχείρησης.

Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA)

Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Data Protection Impact Assessment, DPIA) απαιτείται όταν μια μορφή επεξεργασίας ενδέχεται να δημιουργήσει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων (άρθρο 35 ΓΚΠΔ).

Ενδεικτικές περιπτώσεις ανάγκης ύπαρξης εκτίμησης αντικτύπου για τη επιχείρηση είναι: (i) η συστηματική αξιολόγηση προσωπικών πτυχών (profiling), (ii) η μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων και (iii) η συστηματική παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων, όπως η βιντεοεπιτήρηση εργασιακών χώρων.

Η ΑΠΔΠΧ έχει δημοσιεύσει κατάλογο με τα είδη πράξεων επεξεργασίας που υπόκεινται σε DPIA. Η παράλειψη διενέργειας DPIA, όταν αυτή απαιτείται, συνιστά αυτοτελή παράβαση του ΓΚΠΔ.

Γνωστοποίηση Παραβιάσεων Δεδομένων

Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων (“data breach“), ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει το περιστατικό στην ΑΠΔΠΧ εντός 72 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση (άρθρο 33 ΓΚΠΔ), εκτός αν η παραβίαση δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των υποκειμένων.

Αν η παραβίαση ενέχει υψηλό κίνδυνο, ο υπεύθυνος πρέπει να ανακοινώσει το περιστατικό και στα ίδια τα υποκείμενα (άρθρο 34 ΓΚΠΔ).

Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-340/21 (Natsionalna agentsia za prihodite, 14.12.2023), αποσαφήνισε τρία κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης:

  • Πρώτον, η απλή διαπίστωση παραβίασης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος μπορεί να αποδείξει ότι έλαβε κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα.
  • Δεύτερον, ο φόβος του υποκειμένου για πιθανή κατάχρηση των δεδομένων του μετά από κυβερνοεπίθεση μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη (μη υλική ζημία) κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ.
  • Τρίτον, το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας των μέτρων ασφαλείας φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

Η παραπάνω απόφαση έχει μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς διευρύνει τις περιπτώσεις αποζημίωσης και καθιστά επιτακτική την τήρηση απ΄ο τις επιχειρήσεις αυστηρών μέτρων κυβερνοασφάλειας.

Αρχεία Δραστηριοτήτων Επεξεργασίας

Κάθε επιχείρηση με περισσότερους από 250 εργαζομένους, καθώς και κάθε επιχείρηση ανεξαρτήτως μεγέθους που διενεργεί επεξεργασία η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο, είναι τακτική ή αφορά ευαίσθητα δεδομένα, υποχρεούται να τηρεί αρχεία δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 ΓΚΠΔ).

Στην πράξη, η εξαίρεση αφορά ελάχιστες επιχειρήσεις, καθώς σχεδόν κάθε εταιρεία επεξεργάζεται δεδομένα εργαζομένων και πελατών τακτικά.

Τα αρχεία πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του υπευθύνου επεξεργασίας, τους σκοπούς, τις κατηγορίες δεδομένων και υποκειμένων, τους αποδέκτες, τις προθεσμίες διαγραφής και τα μέτρα ασφαλείας.

Διαβίβαση Δεδομένων σε Τρίτες Χώρες

Η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ/ΕΟΧ επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 44 – 49 ΓΚΠΔ.

Οι κυριότεροι μηχανισμοί ελέγχου είναι (i) η απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (άρθρο 45), (ii) οι τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες (Standard Contractual Clauses, SCCs, άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. γ΄) και (iii) οι δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες (Binding Corporate Rules, BCRs, άρθρο 47).

Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Schrems II (C-311/18, 16.7.2020), κάθε διαβίβαση στηριζόμενη σε SCCs πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση αντικτύπου της διαβίβασης (Transfer Impact Assessment, TIA), η οποία αξιολογεί αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας παρέχει ουσιαστικά ισοδύναμη προστασία.

Για τις ΗΠΑ, ισχύει πλέον το EU-US Data Privacy Framework (απόφαση επάρκειας της 10.7.2023), το οποίο παρέχει νομική βάση για τη διαβίβαση σε πιστοποιημένους αμερικανικούς οργανισμούς.

Για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν υπηρεσίες cloud computing ή ηλεκτρονικού εμπορίου, η ταυτοποίηση του τόπου αποθήκευσης και επεξεργασίας των δεδομένων αποτελεί προϋπόθεση συμμόρφωσης.

Κυρώσεις

Ο ΓΚΠΔ προβλέπει δύο βαθμίδες διοικητικών προστίμων (άρθρο 83). Για παραβάσεις οργανωτικής φύσεως (π.χ. μη τήρηση αρχείων, μη ορισμός DPO), τα πρόστιμα ανέρχονται έως 10.000.000 ευρώ ή 2% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών.

Για παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως (π.χ. επεξεργασία χωρίς νομική βάση, παραβίαση δικαιωμάτων υποκειμένων), τα πρόστιμα φθάνουν τα 20.000.000 ευρώ ή 4% του κύκλου εργασιών.

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις. Ενδεικτικά, τα τελευταία έτη έχει επιβάλει πρόστιμο 210.000 ευρώ σε τράπεζα για επεξεργασία δεδομένων 23.259 πελατών χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠΔΠΧ 25/2023), πρόστιμο 400.000 ευρώ σε Υπουργείο για διαρροή εκλογικής λίστας (ΑΠΔΠΧ 16/2024) και πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO.

Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών μελών με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα επιβολής προστίμων GDPR ως προς τον αριθμό αποφάσεων.

Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 38 – 39) προβλέπει ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, ενώ η αστική ευθύνη (αποζημίωση κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ) αποτελεί αυτοτελή βάση αξίωσης του θιγέντος.

Πρακτικές Επισημάνσεις
Χαρτογράφηση δεδομένων («data mapping»)

Η πρώτη ενέργεια κάθε προγράμματος συμμόρφωσης είναι η καταγραφή όλων των κατηγοριών δεδομένων που συλλέγει, αποθηκεύει και διαβιβάζει η επιχείρηση. Χωρίς αυτή, κανένα μέτρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στοχευμένα.

Πολιτικές απορρήτου

Κάθε ιστοσελίδα, e-shop ή εφαρμογή, πρέπει να διαθέτει ενημερωμένη πολιτική απορρήτου που περιγράφει με σαφήνεια τους σκοπούς επεξεργασίας, τις νομικές βάσεις, τους αποδέκτες, τις περιόδους αποθήκευσης και τα δικαιώματα του υποκειμένου.

Σύμβαση επεξεργασίας με τρίτους

Κάθε εξωτερικός συνεργάτης που αποκτά πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα (λογιστής, πάροχος μισθοδοσίας, hosting, CRM, marketing tools) πρέπει να έχει υπογράψει σύμβαση επεξεργασίας (DPA) σύμφωνη με το άρθρο 28 ΓΚΠΔ.

Πρωτόκολλο αντιμετώπισης παραβιάσεων.

Η επιχείρηση πρέπει να έχει εκ των προτέρων σχέδιο δράσης (incident response plan) που καθορίζει ποιος ειδοποιεί, πώς αξιολογείται η σοβαρότητα και πώς γίνεται η γνωστοποίηση εντός 72 ωρών. Η απουσία πρωτοκόλλου σε περίπτωση παραβίασης πολλαπλασιάζει τις αρνητικές συνέπειες.

Τεκμηρίωση και αρχή λογοδοσίας

Η τήρηση αρχείων επεξεργασίας, εκτιμήσεων αντικτύπου, σταθμίσεων εννόμου συμφέροντος και αποδεικτικών συγκατάθεσης δεν αποτελεί γραφειοκρατική υπερβολή. Αποτελεί το μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει τη συμμόρφωσή της σε περίπτωση ελέγχου.

Εκπαίδευση προσωπικού

Η πλειονότητα των παραβιάσεων οφείλεται σε ανθρώπινο σφάλμα. Η τακτική εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα προστασίας δεδομένων στον χώρο εργασίας και εμπιστευτικότητας αποτελεί μέτρο υψηλής απόδοσης και χαμηλού κόστους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

Τηλεργασία & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

Νομική υποστήριξη σε ζητήματα Τηλεργασίας & Επιχείρησης. - KSTLAW

Υποχρεώσεις Εργοδότη Στην Τηλεργασία (Ν. 4808/2021)

Ο Ν. 4808/2021 εισήγαγε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την τηλεργασία στον ιδιωτικό τομέα, αντικαθιστώντας πλήρως το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 5 του Ν. 3846/2010.

Τα βασικά νομοθετικά κείμενα που διέπουν σήμερα την τηλεργασία είναι τα εξής:

Έννοια και Πεδίο Εφαρμογής

Κατά το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 4808/2021:

τηλεργασία είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας εξ αποστάσεως με χρήση τεχνολογίας, στο πλαίσιο σύμβασης πλήρους, μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, η οποία θα μπορούσε να παρασχεθεί και από τις εγκαταστάσεις του εργοδότη.

Επομένως, η διάταξη καλύπτει τόσο την αμιγή τηλεργασία (ο εργαζόμενος εργάζεται αποκλειστικά εξ αποστάσεως) όσο και το υβριδικό μοντέλο (εναλλαγή μεταξύ τηλεργασίας και φυσικής παρουσίας).

Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης δεν περιορίζει την τηλεργασία στην κατοικία του εργαζομένου. Η εργασία μπορεί να παρέχεται από οποιονδήποτε χώρο επιλέξει ο εργαζόμενος, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ασφάλειας και προστασίας δεδομένων.

Σύναψη και Τροποποίηση

Η τηλεργασία μπορεί να συμφωνηθεί κατά την πρόσληψη, ως αρχικός όρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή και μεταγενέστερα, με τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης.

Μονομερής επιβολή τηλεργασίας από τον εργοδότη επιτρέπεται μόνο σε δύο εξαιρετικές περιστάσεις:

Η πρώτη αφορά κίνδυνο δημόσιας υγείας, όπως συνέβη κατά την πανδημία COVID-19. Η δεύτερη αφορά έκτακτες συνθήκες, π.χ. φυσικές καταστροφές ή ακραία καιρικά φαινόμενα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η μονομερής επιβολή ισχύει για όσο διαρκεί ο λόγος που την προκάλεσε.

Αντιστρόφως, ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει τηλεργασία για λόγους υγείας, εφόσον υποβάλει σχετική ιατρική γνωμάτευση. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται να υιοθετήσει το αίτημα, αλλά οφείλει να το εξετάσει και, σε περίπτωση απόρριψης, να αιτιολογήσει εγγράφως τους λόγους.

Εξάλλου, εντός 8ημερών από την έναρξη της τηλεργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στον εργαζόμενο τους πλήρεις όρους αυτής.

Η σύμβαση τηλεργασίας ή η γνωστοποίησή της, περιλαμβάνει τουλάχιστον τον τόπο παροχής εργασίας, το ωράριο, τις ρυθμίσεις για το δικαίωμα αποσύνδεσης, τον παρεχόμενο εξοπλισμό, τα εργαλεία ελέγχου και παρακολούθησης, τα μέσα τεχνικής υποστήριξης, καθώς και τις δαπάνες τηλεργασίας.

Υποχρεώσεις Εργοδότη για Κάλυψη Εξόδων

Σϋμφωνα με το άρθρο 67 παρ. 4 ( το οποίο θέτει κανόνα αναγκαστικού δικαίου), ο εργοδότης αναλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα που προκαλούνται στον εργαζόμενο λόγω τηλεργασίας, ιδίως (i) το κόστος εξοπλισμού, (ii) τα τηλεπικοινωνιακά έξοδα, (iii) το κόστος συντήρησης και (iv) τη δαπάνη χρήσης του οικιακού χώρου.

Επιπλέον, η ΥΑ 98490/2021, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 67 παρ. 4, καθόρισε τα ελάχιστα μηνιαία ποσά ως εξής:

Για τη χρήση οικιακού χώρου εργασίας προβλέπεται ποσό δεκατριών (13) ευρώ, για τηλεπικοινωνίες δέκα (10) ευρώ και για συντήρηση εξοπλισμού πέντε (5) ευρώ. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν μισθό, δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, ενώ κατατίθενται με ξεχωριστή καταβολή στον λογαριασμό μισθοδοσίας του εργαζομένου, με την αιτιολογία «καταβολή δαπανών τηλεργασίας».

Τέλος, σε περίπτωση που ο εργοδότης παρέχει τον εξοπλισμό, αναλαμβάνει και τις δαπάνες επισκευής ή αντικατάστασης. Αν ο εργαζόμενος χρησιμοποιεί δικό του εξοπλισμό, η σχετική δαπάνη μετακυλίεται στον εργοδότη.

Δικαίωμα Αποσύνδεσης

Το δικαίωμα αποσύνδεσης αποτελεί βασική καινοτομία του Ν. 4808/2021. Κατά το άρθρο 67 παρ. 8, ο τηλεργαζόμενος δικαιούται, μετά το πέρας του ωραρίου, να απέχει πλήρως από την παροχή εργασίας, να μην επικοινωνεί ψηφιακά και να μην απαντά σε τηλεφωνήματα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας εκτός ωραρίου και κατά τη διάρκεια νόμιμων αδειών.

Η διάταξη επιβάλλει τρεις συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον εργοδότη:

  • Πρώτον, απαγορεύεται ρητά η επιβολή οποιασδήποτε κύρωσης κατά εργαζομένου που ασκεί το δικαίωμα αποσύνδεσης.
  • Δεύτερον, ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει τα τεχνικά και οργανωτικά μέσα ώστε να εξασφαλίζεται η πραγματική αποσύνδεση.
  • Τρίτον, τα μέσα αυτά αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης τηλεργασίας.
Ευρωπαϊκή Πρακτική

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 21.1.2021 ψήφισμα 2019/2181(INL) με το οποίο ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει Οδηγία για το δικαίωμα αποσύνδεσης.

Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εκκίνησε τον Μάρτιο 2024 διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους για πιθανή νομοθεσία στον τομέα αυτό. Πρόκειται για ρυθμιστική εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει και τις εθνικές νομοθεσίες.

Εξάλλου, σε σχέση με τον χρόνο εργασίας, κρίσιμη παραμένει η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-55/18, CCOO κ. Deutsche Bank (14.5.2019), η οποία έκρινε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλλουν στους εργοδότες τη δημιουργία αντικειμενικού, αξιόπιστου και προσβάσιμου συστήματος μέτρησης του ημερήσιου χρόνου εργασίας κάθε εργαζομένου.

Η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην τηλεργασία, όπου τα όρια μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου γίνονται δυσδιάκριτα.

Περαιτέρω, η νομολογία του ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-580/19, Stadt Offenbach am Main και C-344/19, Radiotelevizija Slovenija (9.3.2021) διευκρινίζει, επιπλέον, ότι ο χρόνος τηλετοιμότητας (“standby“), κατά τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να είναι διαθέσιμος εντός σύντομου διαστήματος, μπορεί να χαρακτηριστεί ως χρόνος εργασίας, εφόσον οι περιορισμοί που επιβάλλονται είναι τέτοιοι ώστε να επηρεάζουν αντικειμενικά και ουσιωδώς τη δυνατότητα του εργαζομένου να διαθέσει ελεύθερα τον χρόνο του.

Η κρίση αυτή έχει άμεση εφαρμογή στην τηλεργασία, ιδίως όταν ο εργοδότης αναμένει ταχεία ανταπόκριση εκτός ωραρίου.

Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Η τηλεργασία, εξ ορισμού, συνεπάγεται αυξημένη χρήση ψηφιακών εργαλείων, καθιστώντας κρίσιμη την προστασία της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου. Ο Ν. 4808/2021 θέτει αυστηρά όρια στη δυνατότητα ελέγχου του εργοδότη.

Η βασική απαγόρευση αφορά τη χρήση κάμερας (βιντεοκλήσης ή webcam) ως μέσο ελέγχου της απόδοσης και της συμπεριφοράς του τηλεργαζομένου. Η χρήση κάμερας επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για τηλεδιασκέψεις, εκπαίδευση και συνεργασία.

Κάθε χρησιμοποίηση της κάμερας πέρα από τους σκοπούς αυτούς αντίκειται ευθέως στον νόμο.

Ο εργοδότης υποχρεούται, πριν από τη χρήση οποιουδήποτε εργαλείου ψηφιακής παρακολούθησης, να ενημερώσει πλήρως και εγγράφως τον εργαζόμενο σχετικά με:

  • το είδος και τον σκοπό κάθε εργαλείου ελέγχου,
  • τον τρόπο λειτουργίας του,
  • τα δεδομένα που συλλέγονται και
  • τη διάρκεια αποθήκευσής τους.

Η υποχρέωση αυτή αντλεί τη νομιμοποιητική της βάση τόσο από τις αρχές διαφάνειας του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (άρθρα 13-14), όσο και από τις ειδικότερες ρυθμίσεις του Ν. 4808/2021.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 32/2021, τόνισε ότι η τηλεργασία και η «κινητή τεχνολογία» καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ιδιωτικού βίου και εργασίας, συνεπαγόμενες μεγαλύτερη διείσδυση στον ιδιωτικό χώρο και χρόνο του εργαζομένου.

Η ΑΠΔΠΧ υπενθυμίζει ότι (i) τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για τον σκοπό της επεξεργασίας (αρχή ελαχιστοποίησης), (ii) ο εργοδότης οφείλει να διενεργεί εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) πριν τη χρήση νέων τεχνολογιών παρακολούθησης και (iii) η εγκατάσταση λογισμικού ελέγχου στον εξοπλισμό του εργαζομένου πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, και η νομολογία του ΕΔΔΑ αποτελεί κρίσιμο σημείο αναφοράς.

Στην υπόθεση Bărbulescu κ. Ρουμανίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παρακολούθηση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας εργαζομένου από τον εργοδότη συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής), εφόσον ο εργαζόμενος δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τη φύση και την έκταση της παρακολούθησης.

Η απόφαση αυτή καθιέρωσε κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στο περιβάλλον τηλεργασίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη χρήση λογισμικού καταγραφής ενεργειών, screenshots ή keystroke logging.

Τέλος, τα ειδικότερα ζητήματα νομιμότητας βιντεοεπιτήρησης σε εργασιακούς χώρους, καθώς και οι οδηγίες για το λεγόμενο chilling effect των απενεργοποιημένων καμερών, ισχύουν παράλληλα με τα προαναφερόμενα.

Υγεία και Ασφάλεια

Ο εργοδότης φέρει πλήρη ευθύνη για την υγεία και ασφάλεια του τηλεργαζομένου, σύμφωνα με τα άρθρα 67-69 του Ν. 4808/2021 σε συνδυασμό με τις γενικές υποχρεώσεις του Ν. 3850/2010 περί υγιεινής και ασφάλειας. Τούτο διότι η μεταφορά του τόπου εργασίας δεν αναιρεί την ευθύνη του εργοδότη.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει:

  • να παρέχει γραπτές οδηγίες για τη διαμόρφωση κατάλληλου χώρου εργασίας (εργονομία, φωτισμός, αερισμός),
  • να αξιολογεί τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που συνδέονται με την απομόνωση του τηλεργαζομένου και
  • να εφαρμόζει μέτρα πρόληψης ψηφιακής κόπωσης.

Από την πλευρά του, ο εργαζόμενος οφείλει να συμμορφώνεται με τις οδηγίες ασφάλειας.

Ωστόσο, ο εργοδότης δεν μπορεί να εισέλθει στην οικία του εργαζομένου για έλεγχο χωρίς τη ρητή συναίνεσή του, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας (άρθρο 9 Συντ., άρθρο 8 ΕΣΔΑ).

Επιστροφή σε Φυσική Παρουσία

Η μετάβαση από τηλεργασία σε εργασία με φυσική παρουσία, μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: Ο πρώτος είναι η αμοιβαία συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου και ο δεύτερος η μονομερής απόφαση του εργοδότη, εφόσον τηρηθεί εύλογη προθεσμία προειδοποίησης.

Ο νόμος δεν ορίζει ρητά τη διάρκεια της «εύλογης προθεσμίας». Φαίνεται, ωστόσο, ότι η αξιολόγησή της γίνεται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της τηλεργασίας, τυχόν μετεγκατάσταση του εργαζομένου, οικογενειακούς λόγους και τους όρους της αρχικής συμφωνίας.

Όπου η τηλεργασία αποτελούσε αρχικό όρο της σύμβασης, η μονομερής ανάκλησή της ενδέχεται να ελεγχθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών του εργατικού δικαίου. Για τα κριτήρια του διευθυντικού δικαιώματος και της βλαπτικής μεταβολής υπάρχει πλούσια νομολογία.

Απαγόρευση Διακρίσεων

Το άρθρο 67 παρ. 10 θεσπίζει ρητή απαγόρευση δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του τηλεργαζομένου.

Ο τηλεργαζόμενος πρέπει να αντιμετωπίζεται ισότιμα με τον εργαζόμενο που παρέχει εργασία με φυσική παρουσία, ως προς την αξιολόγηση, την αμοιβή, την επαγγελματική εξέλιξη και την πρόσβαση σε εκπαίδευση και κατάρτιση.

Η παραβίαση της παραπάνω απαγόρευσης δημιουργεί αστική ευθύνη του εργοδότη, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις η συστηματική δυσμενής μεταχείριση μπορεί να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου.

Σύγκριση Παλαιού και Νέου Πλαισίου

Ο Ν. 4808/2021 εισήγαγε ουσιαστικές βελτιώσεις σε σχέση με τον Ν. 3846/2010. Ο παλαιός νόμος αποτελούσε κυρίως ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας-Πλαίσιο του 2002 και ρύθμιζε μόνο τα βασικά σημεία, χωρίς λεπτομερείς κανόνες.

Ο νέος νόμος προσθέτει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αποσύνδεσης (που δεν υπήρχε στον Ν. 3846/2010), τη ρητή απαγόρευση χρήσης κάμερας για έλεγχο απόδοσης, τον καθορισμό ελάχιστων ποσών αποζημίωσης δαπανών μέσω Υπουργικής Απόφασης, την υποχρέωση εγγράφου πληροφόρησης εντός οκτώ ημερών και την ειδική προστασία κατά των διακρίσεων.

Σημειωτέον, ότι αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν υπό το προηγούμενο καθεστώς (Ν. 3846/2010) εξακολουθούν να παρέχουν ερμηνευτική καθοδήγηση σε ό,τι αφορά γενικές αρχές, όπως τον εκούσιο χαρακτήρα της τηλεργασίας και τις υποχρεώσεις ενημέρωσης, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο νέο πλαίσιο.

Ρυθμιστικές Εξελίξεις σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο

Η ελληνική νομοθεσία εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση ρύθμισης της τηλεργασίας.

Πέρα από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το δικαίωμα αποσύνδεσης, όπως προαναφέρθηκε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκκίνησε τον Μάρτιο 2024 πρώτη φάση διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με πιθανή δράση στον τομέα της τηλεργασίας και του δικαιώματος αποσύνδεσης.

Χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν ήδη θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις. Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν ότι το νομοθετικό πλαίσιο πρόκειται να εξελιχθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.

Πρακτικές Επισημάνσεις
Γραπτή σύμβαση ή γνωστοποίηση εντός οκτώ ημερών.

Κάθε συμφωνία τηλεργασίας πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει ωράριο, εξοπλισμό, δαπάνες, δικαίωμα αποσύνδεσης και τυχόν μέσα ελέγχου. Η παράλειψη της γνωστοποίησης εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις.

Κάλυψη δαπανών τηλεργασίας.

Τα ελάχιστα ποσά ΥΑ 98490/2021 (13 + 10 + 5 ευρώ μηνιαίως) αποτελούν κατώτατα όρια. Η επιχείρηση μπορεί να συμφωνήσει υψηλότερα ποσά ή παροχή εξοπλισμού σε είδος. Η καταβολή γίνεται ξεχωριστά από τον μισθό.

Πολιτική αποσύνδεσης.

Η επιχείρηση οφείλει να διαμορφώσει πολιτική αποσύνδεσης, ενσωματώνοντάς τη στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας ή στη σύμβαση τηλεργασίας. Η πολιτική πρέπει να ορίζει ώρες εκτός διαθεσιμότητας, μέσα επικοινωνίας και εξαιρέσεις μόνο για πραγματικά επείγοντα.

Προστασία δεδομένων.

Πριν την εγκατάσταση οποιουδήποτε λογισμικού ελέγχου σε εξοπλισμό τηλεργαζομένου, ο εργοδότης πρέπει (i) να ενημερώσει εγγράφως τον εργαζόμενο, (ii) να τεκμηριώσει τη νομική βάση επεξεργασίας κατά τον ΓΚΠΔ, (iii) να διενεργήσει εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) αν συντρέχει υψηλός κίνδυνος και (iv) να μην χρησιμοποιεί κάμερα για έλεγχο απόδοσης σε καμία περίπτωση.

Υγεία, ασφάλεια και ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι.

Η υποχρέωση του εργοδότη δεν εξαντλείται στον φυσικό χώρο εργασίας. Στο πλαίσιο τηλεργασίας, η επιχείρηση πρέπει να αξιολογεί κινδύνους που σχετίζονται με εργονομία, κοινωνική απομόνωση και ψηφιακή κόπωση, και να παρέχει σχετική υποστήριξη.

Επιστροφή σε φυσική παρουσία.

Η μονομερής ανάκληση της τηλεργασίας δεν μπορεί να είναι αιφνιδιαστική. Η εύλογη προθεσμία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια τηλεργασίας, τυχόν μετεγκατάσταση και τις ιδιαίτερες ανάγκες του εργαζομένου. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η κρίση ανήκει στα δικαστήρια.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη στην Τηλεργασία.

Συμπληρωματικά Στοιχεία Στον ΚΦΔ & Παραδείγματα Νομολογίας

Συμπληρωματικά Στοιχεία είναι τα δεδομένα ή αποδεικτικά μέσα εκείνα, που δεν ήταν γνωστά, ούτε μπορούσαν να είναι γνωστά, στη Φορολογική Διοίκηση, κατά την προβλεπόμενη στον ΚΦΔ πενταετία και τα οποία αποκαλύπτουν μη δηλωθέντα εισοδήματα, ανακρίβειες ή απόκρυψη φορολογητέας ύλης.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ & ΟΡΙΣΜΟΙ

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 5104/2024 (“Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας” – ΚΦΔ)

1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. (…)

3. α) Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων: (…)
αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν.
β) … Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος
”.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 Ν. 2238/1994 (“Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος”)

Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν:

α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου”.

Η Θέση της Διοίκησης

Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση 102/2001 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους :

Συμπληρωματικά στοιχεία επί τη βάσει των οποίον μπορεί να εκδοθεί συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου, θεωρούνται εκείνα τα οποία και αποδεδειγμένα δεν είχε, ούτε ηδύνατο δικαιολογημένα να έχει υπόψη του ο έφορος κατά την αρχική φορολογική εγγραφή ή τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και να αποκαλύπτουν πηγή εσόδων που δεν εκτιμήθηκε κατ’ αυτή…

Επίσης, σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1194/2017:

Συμπληρωματικά Στοιχεία θεωρούνται όσα στοιχεία είναι αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την προβλεπόμενη πενταετία.

Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία:

  • είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της ανωτέρω πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, 
  • είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο (ΠΟΛ. 1194/2017).
Η Θέση της Νομολογίας

Δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους εντός της ίδιας 5ετίας (ΣτΕ 1681/2024)

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
Ποια Θεωρούνται Συμπληρωματικά Στοιχεία  
Λογαριασμοί Στην Αλλοδαπή

Αποτελούν, κατ’ αρχήν, συμπληρωματικά στοιχεία δυνάμενα να οδηγήσουν σε επιμήκυνση της συνήθους πενταετούς προθεσμίας παραγραφής κατ’ άρθρο 84 παρ. 4 περ β΄ ΚΦΕ στοιχεία για την ύπαρξη, το υπόλοιπο ή τις κινήσεις λογαριασμών των φορολογουμένων σε τραπεζικά ιδρύματα της αλλοδαπής, για τα οποία η αρχή δεν μπορούσε, ούτε είχε, κατά νόμον, την υποχρέωση να λάβει γνώση των κινήσεων και των υπολοίπων των τραπεζικών αυτών λογαριασμών (ΣτΕ 1062/2023).

Και τούτο διότι, η εξέταση της ακρίβειας των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος με βάση το υπόλοιπο και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου στην ημεδαπή, αποτελεί βασικό εργαλείο και τακτικό μέσο που έχει στο οπλοστάσιό του ο φορολογικός έλεγχος ήδη από το έτος 1994 βάσει των νόμων 2214 και 2238/1994, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για το υπόλοιπο και τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην αλλοδαπή.

Ειδικότερα ναι μεν από το ενωσιακό δίκαιο έχει θεσπιστεί καθεστώς αυτόματης ανταλλαγής μεταξύ των κρατών-μελών πληροφοριών, σχετικά με το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογούμενων στο τέλος εκάστου έτους, πλην όμως η φορολογική αρχή δεν έχει άμεση πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς, όπως συμβαίνει με τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα να απαιτείται ικανό χρονικό διάστημα για την ανεύρεση των τραπεζικών αυτών λογαριασμών και την περαιτέρω επεξεργασία τους, την εκτίμηση των κινήσεων αυτών και την ολοκλήρωση του ελέγχου (ΣτΕ 1245/2020)

Κατασχεθέντα Βιβλία

Ανεπίσημα στοιχεία τα οποία κατασχέθηκαν μετά την υποβολή των σχετικών δηλώσεων συνιστούν συμπληρωματικό στοιχείο που επιτρέπει (ακόμα και μετά την οριστική περαίωση της υπόθεσης) την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. (ΤρΔιοικΠρ Πειραιά 522/2013)

Δανειακές Συμβάσεις

Δανειακή σύμβαση που προσκόμισε ο ίδιος ο φορολογούμενος και δεν ήταν σε γνώση της Διοίκησης, αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο (ΜονΔιοικΠρ Λαρίσης 135/2017)

Βιβλία Τρίτων Επιχειρήσεων

Συμπληρωματικά στοιχεία δεν αποκλείεται να είναι επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, τόσο η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων που τηρούσε ο φορολογούμενος όσο και η απόκρυψη από αυτόν εισοδημάτων (ΣτΕ 496, 2122/2012). 

Έκθεση Ελέγχου Τρίτης ΔΟΥ – Πλαστά & Εικονικά Στοιχεία

Συμπληρωματικό στοιχείο αποτελεί η έκθεση ελέγχου άλλης Δ.Ο.Υ. εκτός αν αυτή έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας για την έκδοση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου φορολογικής Αρχής, οπότε θα αποτελούσε μη επιτρεπόμενη έκθεση επανελέγχου οριστικοποιηθείσας φορολογικής υπόθεσης (ΤριμΔιοικΕφ Πατρών 921/2013, ΣτΕ 2397/1990).

Εξάλλου, η εκ των υστέρων απόδειξη συναλλαγών ως εικονικών – το πληροφοριακό δελτίο των ελεγκτικών οργάνων της φορολογικής αρχής και η έκθεση ελέγχου άλλης φορολογικής αρχής, που περιέρχονται σε γνώση της αρμόδιας φορολογικής αρχής μετά την πενταετία – μπορεί να αποτελέσουν συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία οδηγούν κατ’ εξαίρεση σε παράταση της πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του καθ’ ου προς επιβολή φόρου (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 610/2021).

Αντιθέτως, εαν οι εκθέσεις ελέγχου και το δελτίο πληροφοριών, στα οποία στηρίχθηκε η προσδιορισθείσα φορολογητέα ύλη, περιήλθαν σε γνώση του αρμόδιου Προϊσταμένου ΔΟΥ εντός του χρόνου της πενταετούς παραγραφής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν αυτά να χαρακτηρισθούν, ως συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση της Αρχής εκ των υστέρων, ώστε να παραταθεί η πενταετής παραγραφή σε δεκαετή  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 13337/2021).

Ειδικά ως προς τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια στην ΣτΕ 1681/2024 νομολογήθηκε ότι:

Δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας, ακόμη και αν από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου, όταν η αρμόδια φορολογική αρχή μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την εικονικότητα του επίμαχου φορολογικού στοιχείου σε προγενέστερο χρόνο, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας που προβλέπονται στον νόμο, ιδίως εν όψει επαρκών ενδείξεων ως προς την ύπαρξη της φορολογικής παράβασης, οι οποίες οδηγούν σε εντοπισμένο έλεγχο.

Σε περίπτωση που, εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, περιέρχονται στη φορολογική αρχή, από άλλη φορολογική αρχή, πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, η πρώτη είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των οικείων καταλογιστικών πράξεων εντός της ως άνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή.

Σε περίπτωση που η αρμόδια για τον λήπτη φορολογικών στοιχείων φορολογική αρχή, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση για την πιθανότητα της εικονικότητας των στοιχείων αυτών, δεν προχωρήσει, παραλλήλως και συγχρόνως με την αρμόδια για τον εκδότη των στοιχείων αρχή, στον απαιτούμενο έλεγχο σε συνεργασία και με την άλλη αυτή αρχή, αν τούτο είναι αναγκαίο (π.χ. ανταλλάσσοντας εγκαίρως πληροφορίες, πραγματοποιώντας εγκαίρως διασταυρωτικούς ελέγχους) και δεν εκδώσει και κοινοποιήσει καταλογιστικές πράξεις εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, η έκθεση ελέγχου ή άλλο πληροφοριακό έγγραφο της φορολογικής αρχής, που είναι αρμόδια για τον εκδότη των εικονικών στοιχείων, δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής σε 10ετή και την έκδοση και κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος του λήπτη των στοιχείων μετά την πάροδο της 5ετίας”.

Επίσης, στην ΔιοικΕφ Αθηνών 1703/2020, δίνεται πιο ελαστική ερμηνεία στην έννοια του συμπληρωματικού στοιχείου και στην ευθύνη της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο καθώς:

…λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η εμφάνιση εκ μέρους των φορολογουμένων εικονικών συναλλαγών αποτελεί παραβατική συμπεριφορά, την οποία τα εμπλεκόμενα μέρη προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην αποκαλύψουν καθώς και ότι η απόδειξη της εικονικότητας εκ μέρους της Φορολογικής Αρχής απαιτεί πολλές φορές επισταμένους διασταυρωτικούς και χρονοβόρους ελέγχους, με εμπλοκή περισσοτέρων υπηρεσιών (βλ. ΣτΕ 1628/2019 σκ. 9) και ειδικότερα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, εν προκειμένω, η έρευνα, συλλογή και αξιολόγηση των στοιχείων της υποθέσεως, δεν οφείλεται στο ότι οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια κατά την άσκηση του έργου τους αλλ’ αντιθέτως, δικαιολογημένα η αρμόδια Δ.Ο.Υ. δεν είχε διαπιστώσει την εικονικότητα των ενδίκων τιμολογίων σε προγενέστερο χρόνο και δη, εντός του χρόνου της αρχικής πενταετούς παραγραφής, δεδομένου ότι λίγο πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής η Επιτροπή του άρθρου 30 παρ. 5 Κ.Β.Σ., με την από 3.7.2012 απόφασή της, ζήτησε

(i) αφ’ ενός από τα ελεγκτικά όργανα τη διενέργεια συμπληρωματικού ελέγχου και δη, με τη συνδρομή των οικείων φορολογικών αρχών άλλου κράτους – μέλους,

(ii) αφ’ ετέρου την προσκόμιση από την ελεγχόμενη συμπληρωματικών στοιχείων και ότι, λόγω της παρεμβολής της Επιτροπής, την οποία προκάλεσε η προσφεύγουσα, κ ρ ί ν ε ι ότι η διαπίστωση της εικονικότητας των ενδίκων στοιχείων, από τη Φορολογική Αρχή ερείδεται σε στοιχεία, τα οποία αποτελούν “συμπληρωματικά στοιχεία”,  και συνεπώς, παρεκτείνουν, νομίμως, την προθεσμία παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου προς επιβολή του ενδίκου προστίμου σε δεκαετή”.

Εξάλλου και η ΔΕΔ στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής για πλαστά και εικονικά τιμολόγια, παγίως θεωρεί πως η παραγραφή εκτείνεται στη δεκαετία.

Ποια ΔΕΝ Θεωρούνται Συμπληρωματικά Στοιχεία  
Λογαριασμοί Στην Ημεδαπή

Μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή.

Τούτων έπεται ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής.

Ο φορολογικός έλεγχος μπορούσε να ζητήσει, εντός της πενταετίας μη παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της αρχής να επιβάλει φόρο εισοδήματος, από κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (μετ’ άρση του σχετικού απορρήτου) πληροφορίες για την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών των [αναιρεσιβλήτων], που εν προκειμένω αποτέλεσαν και την αποδεικτική βάση των πορισμάτων του ελέγχου, οπότε και δεν τίθεται θέμα χαρακτηρισμού αυτών ως συμπληρωματικών στοιχείων, ώστε να επιμηκυνθεί η πενταετής σε δεκαετή παραγραφή.

Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών (ΣτΕ 1105/2021, 713/2021).

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα Φορολογικού Ελέγχου

Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του φορολογικού ελέγχου δεν συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε. (ΣτΕ 658/2020, 1348/2020).

Επανέλεγχος Στοιχείων

Τυχόν πλημμέλειες των βιβλίων και στοιχείων φορολογούμενου, οι οποίες προέκυψαν κατά τον επανέλεγχο από επανεκτίμηση στοιχείων που είχαν τεθεί υπ’ όψιν του αρχικού ελέγχου, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, και επομένως δεν μπορούν να στηρίξουν το επίδικο συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου (ΣτΕ 1303/1999).

Έγγραφο ΣΔΟΕ

Το εμπιστευτικό έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε. δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, ώστε να δικαιολογείται η παρέκταση της παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία (ΔιοικΕφ Πειραιά 2600/2019).

Τιμήματα Μεταβιβάσεων

Τα τιμήματα από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων, που θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή ως άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν αποτελούν συμπληρωματικά ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, εφόσον οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, στις οποίες, ανεξάρτητα από τον κωδικό στον οποίο δηλώθηκαν, συμπεριελήφθησαν, πάντως, είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής, εντός της ως άνω πενταετούς προθεσμίας  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 15755/2019).

Αντιθέτως, εφόσον δεν είχε δηλωθεί το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά ακινήτου σε πλειστηριασμό, ούτε είχε προσκομίσει στη φορολογική αρχή τη σχετική περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ενώ εξάλλου, δεν είχε υποβληθεί εντός του ίδιου έτους δήλωση φόρου μεταβίβασης για το εν λόγω ακίνητο και, επομένως, τα στοιχεία (αντίγραφα συμβολαίου, διπλότυπα είσπραξης ΦΜΑ, κ.λπ.), στα οποία στηρίχθηκε ο έλεγχος για την έκδοση του ενδίκου φύλλου δεν βρίσκονταν στη διάθεσή του ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση αυτών ανά πάση στιγμή, αυτά αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 7548/2019).

Συγκεντρωτικές Πελατών-Προμηθευτών

Συγκεντρωτικές καταστάσεις Πελατών-Προμηθευτών τρίτων που υπήρχαν στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων, είχε στη διάθεσή της η φορολογική Διοίκηση και όφειλε να είχε αξιοποιήσει ορθολογικά και επίκαιρα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια του νόμου, εφόσον δεν περιήλθαν σε γνώση της μετά την πάροδο της προβλεπόμενης πενταετίας (ΔιοικΕφ Πειραιά 37/2019).

Ειδικά Συνεργείο Ελέγχου

Συμπληρωματικό στοιχείο δεν συνιστά απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ανατέθηκε σε Ειδικό Συνεργείο Ελέγχου, η διενέργεια ελέγχου των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ο οποίος, όμως, (έλεγχος) μπορούσε να διενεργηθεί επικαίρως από την αρμόδια φορολογική αρχή εντός της πενταετούς βασικής παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου.

Τούτο διότι όλα τα στοιχεία βρίσκονταν στη διάθεσή του και μπορούσε να έχει λάβει γνώση αυτών ανά πάση στιγμή και, επομένως, αυτά (δηλώσεις Ε1, Ε9, ΦΜΑ, αντίγραφα συμβολαίων, διπλότυπα είσπραξης ΦΜΑ) δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως στοιχειά τα οποία δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει δικαιολογημένα υπόψη του ο έλεγχος εντός της πενταετίας  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 2736/2019).

Κεφαλαιακές Εισφορές

Δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο η εισφορά μετρητών στο κεφάλαιο εταιρείας, εφόσον το σχετικό καταστατικό ήταν δημοσιευμένο και, επομένως, βρισκόταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του ελέγχου(ΣτΕ 713/2021).

Καταγγελίες

Σύμφωνα με την ΔΕΔ Α 2965/2022, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία η έκθεση οικονομικής αστυνομίας και η ανώνυμη καταγγελία. Ομοίως η ΔΕΔ 3802/2021 η οποία έκρινε πως ούτε η πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Σ.Δ.Ο.Ε., ούτε η ανώνυμη καταγγελία, αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια της παρ.2 του άρθρου 68 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.), ικανά να δικαιολογήσουν την έκδοση συμπληρωματικής πράξης.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι και η ΔΕΔ με την με αρ. 2353/2022 Αποφασή της, σχετικά με την ως προς την έκταση εφαρμογής της νομολογίας του ΣτΕ, υιοθέτησε το με το με αριθ. 2642/2017 πρακτικό ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. το οποίο γνωμοδότησε ότι:

Από της άλλης όμως πλευράς, η εκ μέρους των φορολογικών αρχών και, πολύ περισσότερο εκ μέρους της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), αντιμετώπιση υποθέσεων με ακριβώς όμοια προς τα επιλυθέντα με τις αποφάσεις του ΣτΕ (και μάλιστα της Ολομελείας αυτού) νομικά ζητήματα, κατά τρόπο αντίθετο προς τις αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, δε συνάδει με το κράτος δικαίου και πάντως συνεπάγεται άσκοπη απασχόληση των υπηρεσιακών οργάνων και των δικαστηρίων, τα οποία, έτσι, στερούνται και χρόνου για την ενασχόληση τους με άλλες σοβαρές υποθέσεις, αφού είναι προφανές ότι, αν οι υποθέσεις αυτές οδηγηθούν ενώπιον των δικαστηρίων, αυτά θα ακολουθήσουν τη νομολογία του ΣτΕ, οπότε η έκβαση των υποθέσεων δεν θα είναι ευνοϊκή για το Δημόσιο και το τελευταίο θα επιβαρυνθεί και με δικαστικά έξοδα“.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με με τους φορολογικούς ελέγχους και την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων.

Καταδολίευση Δημοσίου & Μέτρα Διασφάλισής Του (ΜΕΡΟΣ ΙIΙ)

ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΗΣ ΑΑΔΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ.

Στην ΠΟΛ.1192/2016 (“Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης”), η ΑΑΑΔΕ έχει παράσχει προς τις υπηρεσίες της, πλήρη οδηγό θεωρίας, ερμηνείας και νομολογίας για την διάρρηξη δικαιοπραξίας, με σειρά παραδειγμάτων και νομικών επιχειρημάτων.

Μετά την ανάλυση της αγωγής διάρρηξης και της αίτησης δικαστικής μεσεγγύησης (Μέρος Ι), καθώς και της υποβολή έγκλησης για την ποινική δίωξη του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών (Μέρος ΙΙ), ολοκληρώνεται η παρούσα σειρά άρθρων με την παρουσίαση του ανωτέρω Εγχειριδίου.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΡΡΗΞΗΣ

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, είναι οι ακόλουθες πέντε:

1. Απαλλοτρίωση

Στην έννοια της απαλλοτρίωσης εμπεριέχεται:

  • κάθε διάθεση ή εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων και των χαριστικών διαθέσεων που γίνονται χάριν ελευθεριότητας, όπως π.χ. η δωρεά και η γονική παροχή (ΑΠ 1815/2012). Υπόκεινται επομένως σε διάρρηξη οι γονικές παροχές ανεξάρτητα από το αν υπερβαίνουν ή όχι το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, άσχετα δηλ. αν αποτελούν δωρεές εν όλω ή εν μέρει δεδομένου μάλιστα ότι οι παροχές αυτές δεν αποτελούν νομική υποχρέωση των γονέων αλλά εκδήλωση ηθικού καθήκοντος.
  • Η άφεση χρέους (Α.Κ. 454) και η εκχώρηση απαίτησης (Α.Κ. 455 επ.), ως εκποιητικές δικαιοπραξίες, συνιστούν απαλλοτριώσεις και υπόκεινται σε αγωγή διάρρηξης.
  • Η δόση αντί καταβολής (Α.Κ. 940 τρίτο εδάφιο, Α.Κ. 419). Έχει κριθεί νομολογιακά ότι η μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου αντί καταβολής, καθώς θεωρείται νέα σύμβαση, αποτελεί απαλλοτρίωση κατά την έννοια του Α.Κ. 939, υποκείμενη σε αγωγή διάρρηξης.
  • Η σύσταση εμπράγματης ασφάλειας (π.χ. υποθήκη) καθώς και η παραχώρηση από τον οφειλέτη προς τον τρίτο προσημείωσης υποθήκης, με την οποία ανατρέπεται η σύμφωνα με το νόμο κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σειρά κατάταξης των δανειστών από μελλοντικά επαπειλούμενο πλειστηριασμό των ακινήτων του οφειλέτη, η μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης (π.χ. άτυπη και εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη στη σύζυγό του) καθώς και η παραίτηση του οφειλέτη από την επικαρπία υπέρ του ψιλού κυρίου του ακινήτου έχουν κριθεί από τη νομολογία ότι συνιστούν απαλλοτριώσεις κατά Α.Κ. 939, υποκείμενες σε αγωγή διάρρηξης – ΑΠ 667/2015).
  • Η απαλλοτρίωση από τον εγγυητή (ο οποίος ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη) που έγινε προς βλάβη του δανειστή του που είναι ο ίδιος με εκείνον του πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους του άρθρου 939 επ. του Α.Κ.
  • Η αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση, όταν γίνεται με δόλια εκ μέρους του μισθωτή-οφειλέτη πρόκληση αφερεγγυότητάς του, στην περίπτωση δηλ. που ο οφειλέτης συνάπτει τη σύμβαση αυτή με σκοπό να μην εμφανίζεται πλέον ως κύριος των διαφόρων αντικειμένων της επιχείρησής του καθώς και με σκοπό βλάβης των δανειστών του, ενώ ταυτόχρονα παραμένει χρήστης (και «οικονομικός κύριος») των αντικειμένων αυτών αλλά και εισπράττει επιπλέον την αξία τους από την πώλησή τους στην εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Αντίθετα, δεν συνιστούν απαλλοτρίωση:
  • Η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους (Α.Κ. 940 δεύτερο εδάφιο).
  • Η διάθεση από τον οφειλέτη ακατάσχετων περιουσιακών του στοιχείων.
  • Η γνήσια παράλειψη κτήσεως δικαιώματος (π.χ. η παράλειψη ενάρξεως χρόνου χρησικτησίας).
  • Οι υποσχετικές δικαιοπραξίες του οφειλέτη (π.χ. η στερητική αναδοχή χρέους τρίτου προσώπου από τον οφειλέτη-Α.Κ. 471). Το προσύμφωνο επίσης, ως υποσχετική δικαιοπραξία, δεν συνιστά απαλλοτρίωση. Η νομολογία ωστόσο έχει δεχθεί ότι η προσύμβαση δωρεάς αγροτικού κλήρου, κατά το χρόνο που ο δωρητής δεν είναι κύριος, με την αίρεση καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, όταν αποκτήσει την κυριότητα, είναι έγκυρη και αποτελεί απαλλοτρίωση κατ’ άρθρο 939 Α.Κ.
  • Η αποδοχή βεβαρημένης κληρονομίας από τον οφειλέτη (Α.Κ. 1849, 1850) χωρίς το δικαίωμα απογραφής (Α.Κ. 1901).
  • Η διάθεση από τον οφειλέτη απολύτως προσωπικού του δικαιώματος ακόμα και αν αυτό έχει σημαντικές περιουσιακές επιπτώσεις (π.χ. το δικαίωμα του κληρονόμου να αποποιηθεί την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία-Α.Κ. 1847, το δικαίωμα του δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά προς τον δωρεοδόχο-Α.Κ. 505, κλπ).
2. Από τον οφειλέτη:

Η απαλλοτρίωση θα πρέπει να έχει συντελεστεί από τον οφειλέτη ή και μέσω αντιπροσώπου και στην περίπτωση αυτή ο δόλος κρίνεται στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου-οφειλέτη, καθώς δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 214 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία: «τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου», με σκοπό την προστασία των δανειστών. (Αυτό ισχύει στην εκούσια αντιπροσώπευση. Στην περίπτωση όμως π.χ. ανηλίκου που αντιπροσωπεύεται υποχρεωτικά από τον γονέα του, ο δόλος κρίνεται στο πρόσωπο του τελευταίου).

Σημειώνεται ότι για τον καλόπιστο τρίτο που έχει συμβληθεί με τον οφειλέτη δια αντιπροσώπου και έχει λάβει απ’ αυτόν εξ’ επαχθούς αιτίας, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση εκ μέρους του του καταδολιευτικού σκοπού του οφειλέτη (Α.Κ. 941 παρ. 1).

3. Με σκοπό την πρόκληση βλάβης του Δημοσίου:

Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται η δόλια εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό τη βλάβη των δανειστών, δηλ. τη ματαίωση ικανοποίησής τους από την περιουσία του οφειλέτη, η οποία δύναται να κατασχεθεί (άμεσος δόλος). Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του οφειλέτη από τη γνώση ύπαρξης χρεών εκ μέρους του καθώς και ότι με την απαλλοτρίωση η υπολειπόμενη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του και την αποδοχή της πιθανότητας αυτής (ενδεχόμενος δόλος).

Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον (πχ. χρέη Ο.Ε.), η πρόθεση βλάβης από τον οφειλέτη είναι αυτοτελής και αρκεί να υπάρχει σε έναν μόνο από τους οφειλέτες, αφού ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και δεν επηρεάζεται από την τυχόν επαρκή περιουσία των υπόλοιπων συνοφειλετών (επιχείρημα από την Α.Κ. 481: «Παθητική ενοχή εις ολόκληρον»).

4. Γνώση του τρίτου:

Ο τρίτος, προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, θα πρέπει να γνωρίζει την πρόθεση εκ μέρους του οφειλέτη ότι με την απαλλοτρίωση επέρχεται ματαίωση της ικανοποίησης των δανειστών. Απαιτείται θετική γνώση του τρίτου και δεν αρκεί άγνοια έστω και από βαριά αμέλεια. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία (δωρεά, γονική παροχή, κλπ) δεν απαιτείται γνώση του τρίτου (Α.Κ. 942).

5. Αφερεγγυότητα του οφειλέτη:

Με βάση τον κανόνα της Α.Κ. 939 η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία υπόκειται σε διάρρηξη μόνο εάν η υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, προϋπόθεση που θα πρέπει οι τελευταίοι να αποδείξουν. Η αφερεγγυότητα επομένως του οφειλέτη θα πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής καταδολίευσης, οπότε κρίνεται το στοιχείο βλάβης του Δημοσίου (ΑΠ 765/2014).

Η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των δανειστών αφορά την εμφανή περιουσία του και όχι την τυχόν υπάρχουσα αφανή γιατί διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος με την αγωγή σκοπός της προστασίας δηλ. των δανειστών από καταδολιευτική απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη (ΑΠ 928/2014).

ΧΡΟΝΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Έχει γίνει δεκτό ότι ο ενάγων (το Δημόσιο) θα πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, η απαίτησή του δηλ. πρέπει να είναι τουλάχιστον γεγενημένη και μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεστεί τα παραγωγικά της γεγονότα. 

Δύναται όμως να ασκηθεί αγωγή διάρρηξης από δανειστή και όταν η απαίτησή του γεννήθηκε μετά την απαλλοτρίωση, επίκειτο όμως η γέννησή της κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και το τελευταίο ήταν σε γνώση του οφειλέτη, π.χ. Οφειλέτρια, στην οποία επιδόθηκε σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου και της γνωστοποιήθηκε η επερχόμενη οφειλή της, έκανε δωρεά εν ζωή ακίνητό της κατά πλήρη κυριότητα στα δύο τέκνα της πριν η αρμόδια Δ.Ο.Υ. βεβαιώσει την οφειλή της. 

Οφειλέτης που δεν έχει συνταχθεί ακόμη έκθεση ελέγχου που να του καταλογίζει πρόστιμα, ωστόσο διενεργήθηκε έλεγχος στην επιχείρησή του από το ΣΔΟΕ όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία.

Οφειλέτης μεταβιβάζει ακίνητό του μετά την έκδοση και κοινοποίηση σε αυτόν εντολής φορολογικού ελέγχου ή μετά την οποιαδήποτε γνωστοποίηση σε αυτόν της έναρξης ελέγχου (αποστολή πρόσκλησης για προσκόμιση βιβλίων, στοιχείων, κλπ).

Επομένως, δεν απαιτείται η απαίτηση του δανειστή να είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό. Επίσης, έχει κριθεί ότι η απαίτηση του δανειστή μπορεί να τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, αρκεί όμως να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη μέχρι την α’ συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο.

Η αγωγή διαρρήξεως μπορεί να εγερθεί είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου είτε και κατά των δύο . Η ευθύνη όμως του τρίτου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από του οφειλέτη, μεταξύ τους όμως δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία.

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 Α.Κ.: «η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής».

Όπως προαναφέρθηκε, η γνώση του τρίτου αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της αγωγής διάρρηξης. Ειδικότερα, ο τρίτος κατά τη στιγμή της διάθεσης σε αυτόν από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου θα πρέπει να γνωρίζει την πρόθεση βλάβης των δανειστών εκ μέρους του οφειλέτη με τη δημιουργία αφερεγγυότητάς του ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Σε περίπτωση που ο τρίτος μετέχει στην απαλλοτρίωση μέσω αντιπροσώπου, η γνώση του κρίνεται στο πρόσωπό του (τρίτου αντιπροσωπευόμενου) και όχι στο πρόσωπο του αντιπροσώπου.

Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 941 Α.Κ. θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο γνώσης του τρίτου υπέρ των δανειστών για τον/την σύζυγο και ορισμένους βαθμούς συγγένειας που αναφέρονται στο νόμο (γονείς, παιδιά, παππούδες/γιαγιάδες εγγόνια, προ-παππούδες/προ-γιαγιάδες, δισέγγονα, αδέλφια, ανίψια, θείοι/θείες, ο/η σύζυγος, πεθερός/πεθερά, γαμπρός/νύφη, κουνιάδος/κουνιάδα).

Το τεκμήριο όμως ισχύει μόνο για έναν χρόνο από την απαλλοτρίωση. Μόλις παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα, το Δημόσιο θα πρέπει να αποδείξει τη γνώση του τρίτου. Γι’ αυτόν το λόγο, εφιστάται η προσοχή στις αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες, σε περίπτωση διαπίστωσης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας σε τρίτο πρόσωπο από τα περιοριστικά αναφερόμενα παραπάνω, προωθείται εντός της ανωτέρω προθεσμίας που τίθεται στο νόμο ο σχετικός φάκελος στο Ν.Σ.Κ. για την άσκηση της αγωγής διάρρηξης.

Ακόμη όμως και αν έχει παρέλθει η προθεσμία αυτή για διάφορους λόγους, κρίνεται σκόπιμη η αποστολή του φακέλου στο Ν.Σ.Κ., καθώς σε κάθε περίπτωση η γνώση του τρίτου δύναται να αποδειχθεί από το Δημόσιο.

ΕΙΔΙΚΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ

Οι διατάξεις των άρθρων 941 Α.Κ. και 942 Α.Κ. εφαρμόζονται αναλογικά και σε περίπτωση ειδικών διαδόχων του τρίτου (βλ. σχετ. Α.Κ. 944 και 945). Η ευθύνη του ειδικού διαδόχου του τρίτου κρίνεται από τη γνώση εκ μέρους του, του δόλου του οφειλέτη (και όχι του τρίτου) κατά την αρχική απαλλοτρίωση προς τον τρίτο και θα πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που αποκτά από τον τρίτο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη (εδάφιο πρώτο άρθρου 944 Α.Κ.).

Ο ειδικός διάδοχος θα πρέπει να ανήκει στους αναφερόμενους στο άρθρο 941 Α.Κ. βαθμούς συγγένειας μόνο ως προς τον οφειλέτη και η αγωγή καταδολίευσης του δανειστή κατά του ειδικού διαδόχου του τρίτου θα πρέπει να εγερθεί μέσα σε ένα (1) έτος από την απαλλοτρίωση του οφειλέτη προς τον τρίτο για να ισχύσει το τεκμήριο του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 944 Α.Κ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΡΡΗΞΗΣ

Το αποτέλεσμα της τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής διαρρήξεως (Α.Κ. 943) είναι ότι ο τρίτος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν. Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση.

Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, αν ο τρίτος ήταν καλόπιστος (πράγμα το οποίο οφείλει να αποδείξει), ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Κ. 904 επ., 943 παρ.2 και 945 εδάφιο πρώτο).

Επομένως, μετά την τελεσιδικία της απόφασης επί της αγωγής διαρρήξεως, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιβάλλει κατάσχεση στο απαλλοτριωθέν καταδολιευτικά ακίνητο κατά του οφειλέτη ως καθού σαν να εξακολουθεί αυτό να ανήκει στην περιουσία του και να μην είχε ποτέ εξέλθει από αυτήν, αφότου όμως η σχετική τελεσίδικη απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, ενώ ο τρίτος δε μπορεί ν’ ασκήσει ανακοπή κατά του δανειστή, του υπερθεματιστή και των διαδόχων τους (σχετ. άρθρα 936 παρ. 3, 953 παρ. 2 περ. γ’ και 992 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του Κ.Πολ.Δ.).

Το ίδιο ισχύει και για τους ειδικούς διαδόχους του τρίτου, οι οποίοι αποκτούν το δικαίωμά τους μετά την τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής διαρρήξεως και το όποιο δικαίωμά τους δεν μπορούν να αντιτάξουν (δια της ασκήσεως ανακοπής) έναντι του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης αφού ο τρίτος, από τον οποίο απέκτησαν το δικαίωμα, δεν ήταν δικαιούχος αυτού.

Εάν οι δανειστές που πέτυχαν τη διάρρηξη είναι περισσότεροι, το δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης στο ακίνητο ανήκει αυτοτελώς σε όλους όπως και το δικαίωμα αναγγελίας τους σε πλειστηριασμό που επισπεύδεται από κάποιον από αυτούς, ενώ το πλειστηρίασμα θα διανεμηθεί σε όλους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 επ. του Κ.Πολ.Δ.

Εγχειρόγραφοι δανειστές του οφειλέτη (μη εμπραγμάτως ασφαλισμένοι) που δεν πέτυχαν τη διάρρηξη, δεν δικαιούνται ν’ αναγγελθούν στον πλειστηριασμό, ακόμη και αν έχουν εκτελεστό τίτλο κατά του οφειλέτη. Αναγγελία δεν χωρεί ακόμη και για το τυχόν υπόλοιπο μετά την ικανοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή.

Το ίδιο ισχύει και για τους ατομικούς δανειστές του τρίτου, διότι δεν υπάρχει στάδιο κατάταξής τους, αφού η εκτέλεση στρέφεται κατά του οφειλέτη και όχι κατά του τρίτου. Το τυχόν περίσσευμα του πλεονάσματος ανήκει βέβαια στον τρίτο, ο οποίος διατηρεί την αξίωση για την απόδοσή του έναντι του συμβολαιογράφου. Επομένως, οι ατομικοί δανειστές του τρίτου δικαιούνται να κατάσχουν το τυχόν υπόλοιπο του πλειστηριάσματος εις χείρας του συμβολαιογράφου ως τρίτου.

Στην περίπτωση που οι ατομικοί δανειστές του τρίτου έχουν αποκτήσει εμπράγματη ασφάλεια (π.χ. υποθήκη) επί του καταδολιευτικά απαλλοτριωθέντος πριν από τη διάρρηξη και πιο συγκεκριμένα πριν από τη σημείωση της σχετικής απόφασης διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης ή δεν διαρρήχθηκαν οι εμπράγματες ασφάλειες τους αυτοτελώς από τον καταδολιευθέντα επισπεύδοντα δανειστή, έχουν αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο δεν θίγεται με τη διάρρηξη και κατά συνέπεια έχουν δικαίωμα να αναγγελθούν στον πλειστηριασμό που διεξάγεται κατά του καταδολιευτικώς διαθέσαντα οφειλέτη για την προνομιακή ικανοποίησή τους από το πλειστηρίασμα .

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΡΡΗΞΗΣ

Αναφορικά με την παραγραφή της αγωγής διαρρήξεως, η διάταξη του άρθρου 946 Α.Κ. ρητά προβλέπει ότι: «η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση». 

Έχει κριθεί ότι η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από τον οφειλέτη και όχι από τον χρόνο μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου για την περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη καταδολίευση κατά Δημοσίου.

Καταδολίευση Δημοσίου & Μέτρα Διασφάλισής Του (ΜΕΡΟΣ ΙI)

Η Υποβολή Έγκλησης Εκ Μέρους Του Δημοσίου Για Την Ποινική Δίωξη Του Εγκλήματος Της Καταδολίευσης Δανειστών (Π.Κ. 397).

Με την παρούσα παρουσίαση της ποινικής διαδικασίας που ακολουθεί το Δημόσιο σε περίπτωση καταδολίευσής του (Μέρος ΙΙ), μετά την εξέταση της αγωγής διάρρηξης και δικαστικής Μεσεγγύησης (Μέρος Ι), ολοκληρώνεται η ανάλυση των μέτρων διασφάλισης του Δημοσίου και απομένει η ανάλυση του Εγχειριδίου της ΑΑΔΕ για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (Μέρος ΙΙΙ).

Νομικό Πλαίσιο

Η καταδολίευση δανειστών αποτελεί και ποινικό αδίκημα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 397 Π.Κ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή:

  1. Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη.
  2. Όμοια τιμωρείται όποιος επιχειρεί κάποια από αυτές τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη.
  3. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα:

Αντικειμενική Υπόσταση

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται η ολική ή μερική ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή που επιτυγχάνεται με έναν από τους αναφερόμενους στη διάταξη τρόπους (έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό), δηλαδή:

  • με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου (στοιχείου δηλ. που υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση),
  • με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου,
  • με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και
  • με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη (ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική δικαιοπραξία – ΑΠ 866/2010).
Υποκειμενική Υπόσταση

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται δόλος εκ μέρους του οφειλέτη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης συγκεκριμένης απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή με την καταδολιευτική απαλλοτρίωση.

Τούτο συμβαινει όταν το απαλλοτριωθέν αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη ή όταν τα εναπομείναντα στοιχεία μετά την απαλλοτρίωση, τα οποία είναι δεκτικά χρηματικής αποτίμησης και υποκείμενα σε κατάσχεση, δεν επαρκούν για την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης του δανειστή.

Η απαίτηση δε αυτή του δανειστή αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη και δεν απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει προηγηθεί η αναγνώριση της απαίτησης του δανειστή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής ή να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, αλλά την ύπαρξη αυτής κρίνει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο (ΑΠ 996/2012).

Τέλος, η ποινικοποίηση του (πλημμεληματικού χαρακτήρα) αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών στοχεύει στην προστασία της περιουσίας του δανειστή.

Παραγραφή Αδικήματος

Στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 117 Π.Κ. ορίζεται ότι: «Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της».

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών επί μεταβιβάσεως ακινήτου είναι ο χρόνος μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, αφότου δηλ. το μεταβιβασθέν καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση και όχι ο χρόνος συντάξεως του, με μόνο το οποίο δεν αποξενώνεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, αφού ο δανειστής έχει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί από αυτό ολικά ή μερικά με την επιβολή επ’ αυτού αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1082/2014)

Διαδικασία Υποβολής Έγκλησης Από το Δημόσιο

Στο άρθρο 2 του ν. 3086/2002 «Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του», ως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζεται ότι «στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους. Στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως: α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου, β)….».

Επιπρόσθετα, στην περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ίδιου ως άνω Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. ορίζεται ότι: «Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. παρέχει τις εντολές για την άσκηση αγωγής, έγκλησης και κάθε άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης ή ενέργειας, καθώς και τις σχετικές με αυτές πληρεξουσιότητες, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή αρχής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής».

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα της υποβολής έγκλησης για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, ανήκει στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) αντί του Υπουργού Οικονομικών που ίσχυε παλαιότερα (άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016)

Εξάλλου, η ΑΑΔΕ κατ’ επανάληψη έχει επιστήσει την προσοχή στις αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες για την άμεση σύσταση του φακέλου της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης κατά τα ανωτέρω λεχθέντα λόγω του σύντομου χρονικού διαστήματος υποβολής της έγκλησης.

Τούτο, προκειμένου να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία παροχής σχετικής εντολής από τον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δημοσίου, προς τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την υποβολή έγκλησης για το ποινικό αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών (βλ. άρθρα 46 παρ. 1 και 42 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς και για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του Δημοσίου στη δίκη για την προάσπιση των συμφερόντων του. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη καταδολίευση κατά του Δημοσίου.

Καταδολίευση Δημοσίου & Μέτρα Διασφάλισής Του (ΜΕΡΟΣ Ι)

Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1192/2016 (“Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης”), το Δημόσιο, σε περιπτώσεις όπου έχει πληροφορίες ή υπόνοιες ότι φορολογούμενος προβαίνει σε προπαρασκευαστικές πράξεις προκειμένου να ακυρώσει την είσπραξη των οφειλομένων προς τη Φορολογική Διοίκηση, μπορεί να προχωρήσει σε λήψη μέτρων προς το σκοπό της διασφάλισης των συμφερόντων του.

Στην παρούσα σειρά άρθρων αναλύονται τα μέτρα: 

  • Της αγωγής διάρρηξης και της αίτησης δικαστικής μεσεγγύησης (Μέρος Ι).
  • Της υποβολή έγκλησης για την ποινική δίωξη του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών (Μέρος ΙΙ), ως επίσης παρουσιάζεται και 
  • Το Εγχειρίδιο της ΑΑΔΕ για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας  (Μέρος ΙΙΙ).
Η Αγωγή Διάρρηξης Εκ Μέρους του Δημοσίου

Με το άρθρο 48 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – Ν. 5104/2024), σε εξαιρετικές περιπτώσεις που υπάρχουν πληροφορίες ή υπόνοιες ότι ο φορολογούμενος θα προβεί σε μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων ή προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες, για να εγκαταλείψει τη χώρα, ή σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να λαμβάνει, με βάση τον εκτελεστό τίτλο, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και πριν από τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής της οφειλής ή την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης ή την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται για την καταβολή της οφειλής.

Επίσης, εφόσον συντρέχουν τα παραπάνω η Φορολογική μπορεί να εγγράφει υποθήκη.

Εξάλλου, εάν ο φορολογούμενος μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία του, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβαίνει στην άσκηση αγωγής διάρρηξης για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 939 έως 946 του Αστικού Κώδικα. 

Στην περίπτωση αυτή η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση σύμφωνα με τα άρθρα 725 έως 726 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ.: «οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους».

Με την ανωτέρω διάταξη του Α.Κ. παρέχεται η δυνατότητα στη Φορολογική Διοίκηση άσκησης της αγωγής διάρρηξης όχι μόνο για τα χρέη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. αλλά γενικότερα για κάθε χρέος προς το Δημόσιο.

Αίτηση Για Δικαστική Μεσεγγύηση Εκ Μέρους του Δημοσίου

Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ΚΦΔ παρέχεται επιπροσθέτως η δυνατότητα στη Φορολογική Διοίκηση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της αγωγής διάρρηξης για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, να ζητήσει επιπλέον (μέσω του Ν.Σ.Κ.) ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση αυτών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων 725 επ. του Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση όμως για την ευδοκίμηση του μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης θα πρέπει να υπάρχει ή να πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση ανεπίδεκτη αναβολής ώστε να είναι αναγκαία η άμεση ρύθμιση προκειμένου ν’ αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (πχ. περαιτέρω εκποίηση του καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου ή επιβάρυνσή του με εμπράγματα βάρη).

Στη δικαστική μεσεγγύηση το αντικείμενο παραδίδεται στον μεσεγγυούχο που θα ορίσει το δικαστήριο ενώ ο καθού (τρίτος) δεν έχει εξουσία διάθεσης αυτού (στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα) και, αν πραγματοποιηθεί διάθεση, αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη έναντι του υπερ’ ού η δικαστική μεσεγγύηση.

Διαδικασία Λήψης Μέτρων – Έλεγχος & Ενέργειες

Με την με αριθ. Δ6Α 1036682 ΕΞ 2014/25.2.2014 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων έχει δοθεί εξουσιοδότηση υπογραφής στον κατά περίπτωση αρμόδιο για την είσπραξη της οφειλής Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή Ελεγκτικού Κέντρου ή στον Προϊστάμενο της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης για τη λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης κατά τα ανωτέρω.

Έλεγχος

Ειδικότερα, οι ενέργειες στις οποίες, ενδεικτικά και κατά περίπτωση, προβαίνουν οι αρμόδιες για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσίες προκειμένου να διαπιστώσουν εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 παρ. 3 του Κ.Φ.Δ. κατά τα ανωτέρω είναι:

  • Ο έλεγχος του τελευταίου εκκαθαριστικού σημειώματος δήλωσης ακίνητης περιουσίας, του εκκαθαριστικού σημειώματος δήλωσης φορολογίας εισοδήματος καθώς και του εντύπου Ε2 για τη δήλωση μισθωμάτων ακινήτων, από τα οποία προκύπτει η συνολική περιουσία του ελεγχόμενου.
  • Εάν η δηλωθείσα συνολική αξία της περιουσίας δεν επαρκεί για την αποπληρωμή της οφειλής, γίνεται σύγκριση των δηλώσεων Ε9 του οφειλέτη προηγουμένων ετών προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν ακίνητα που δεν δηλώνονται πλέον, ελέγχεται επίσης η τυχόν υποβολή από τον οφειλέτη δηλώσεων μεταβίβασης ακινήτων, ερευνώνται τυχόν αναφορές μεταβιβάσεων ακινήτων σε συνταχθείσα έκθεση ελέγχου κ.λπ.
  • Εάν από την έρευνα διαπιστωθούν μεταβιβάσεις ακινήτων που παύουν να δηλώνονται και η αρμόδια για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσία δεν έχει στα αρχεία της αντίγραφα των σχετικών συμβολαίων μεταβίβασης ή δεν έχουν υποβληθεί δηλώσεις Ε9, ζητούνται από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο/κτηματολογικό γραφείο αντίγραφα μερίδας/κτηματολογικού φύλλου, από τα οποία μεταξύ άλλων θα προκύψει και η αιτία μεταβίβασης (επαχθής ή χαριστική) καθώς και ο χρόνος κατάρτισης της συμβολαιογραφικής πράξης προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχει παρέλθει η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για άσκηση αγωγής διάρρηξης.
  • Αναζητούνται επίσης τα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν τον δόλο του οφειλέτη (π.χ. η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου αλλά μετά την κοινοποίηση στον φορολογούμενο εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης για προσκόμιση βιβλίων ή στοιχείων λόγω έναρξης ελέγχου ή σημειώματος διαπιστώσεων αποτελεσμάτων ελέγχου και προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή μετά την απόκτηση εκτελεστού τίτλου δόθηκε Α.Φ.Ε. για μεταβίβαση ακινήτου χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του) καθώς και τη γνώση του τρίτου κατά τη στιγμή της μεταβίβασης σύμφωνα με τα ανωτέρω [μετά από έρευνα στο μητρώο ΤΑΧΚ για ανεύρεση τυχόν συγγενικών ή επαγγελματικών σχέσεων (π.χ. προσωπικές εταιρείες-εταίροι, συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά τον Κ.Φ.Δ., διαχειριστής μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε.- Ε.Π.Ε., κλπ) που συνδέουν τον οφειλέτη με τον τρίτο].
Ενέργειες

Εφόσον τα στοιχεία υπόνοιας διάπραξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από οφειλέτη του Δημοσίου είναι επαρκή, άμεσα σχηματίζεται φάκελος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα (μεταξύ των οποίων ενδεικτικά: εκτυπώσεις από το ΤΑΧΚ πίνακα χρεών του φορολογουμένου, φακέλων κατάσχεσης, στοιχείων χρέους, εκθέσεις ελέγχου, αντίγραφα μεταβιβαστικών συμβολαίων γονικής παροχής, δωρεάς, κλπ), ο οποίος (φάκελος) μαζί με σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο, στο οποίο θα αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης καθώς και τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που θεμελιώνουν τη διάπραξη του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών (δόλος και αφερεγγυότητα κλπ.), αποστέλλεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) για τις περαιτέρω ενέργειες αρμοδιότητάς της προς υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Με δεδομένο επίσης ότι η παραγραφή του δικαιώματος διάρρηξης για το Δημόσιο αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας από τον οφειλέτη και όχι από τον χρόνο μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου για την περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, οι αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζουν τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλονται από φορολογουμένους αρμοδιότητάς τους στα αρμόδια «Τμήματα Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους φορολογουμένους» καθώς και τα αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας (Α.Φ.Ε.) που εκδίδονται για μεταβιβάσεις, για την τυχόν κατάρτιση καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων που προβλέπει ο νόμος (Α.Κ. 939) και τις περαιτέρω άμεσες ενέργειές τους για τη διάρρηξή τους.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που ένα χρέος αμφισβητείται διοικητικά ή δικαστικά ή τελεί σε αναστολή (νόμιμη, δικαστική ή διοικητική), η αρμόδια για την είσπραξη της οφειλής υπηρεσία οφείλει να προβαίνει στην έρευνα καθώς και σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες σύμφωνα με τα ανωτέρω για τυχόν καταδολιευτικές δικαιοπραξίες οφειλετών του Δημοσίου και στη συνακόλουθη αποστολή του φακέλου στο Ν.Σ.Κ., εφόσον προκύψουν υπόνοιες διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη καταδολίευση κατά Δημοσίου.

Η Αλληλέγγυα Ευθύνη Του Φορολογικού Αντιπροσώπου

Σύμφωνα με την πρόσφατη Απόφαση 1343/2025 της ΔΕΔ επιβεβαιώθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας. Αναλυτικά:

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Νόμοι

Το άρθρο 40 του Ν. 5144/2024 (Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας) ορίζει ότι :

«1. Για την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στον φόρο είναι:

γ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εγκατεστημένου εκτός Ελλάδας υποκειμένου στον φόρο, για τις πραγματοποιούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περ. ε) και στ),

δ) … ε) ο λήπτης των αγαθών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο, για τις κατωτέρω πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο:
εα) παράδοση αγαθών κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20, και στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο με αυτό παραστατικό πωλήσεων που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20 και αναγράφεται τόσο ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΑΦΜ/ΦΠΑ), με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο ΑΦΜ/ΦΠΑ του παραλήπτη,

στ) ο λήπτης των υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο ή μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, για τις παροχές υπηρεσιών για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο, (…)»

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Ν. 5144/2024 (το οποίο αντικατέστησε τα αντίστοιχα άρθρα των νόμων 4174/2013 και 4987/2022), περί αλληλέγγυας ευθύνης των διοικούντων, ορίζονται τα εξής:

«1. Τα πρόσωπα που είναι εκτελεστικοί πρόεδροι, διευθυντές, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενου φόρου, κάθε επιρριπτόμενου φόρου, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους, όπως και για τους τόκους, πρόστιμα, προσαυξήσεις και οποιεσδήποτε διοικητικές χρηματικές κυρώσεις επιβάλλονται επ’ αυτών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • Τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω ιδιότητες είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας είτε κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής τους είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής τους,
  • Οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων.

Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παρούσας νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά το φορολογικό έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Εάν οι φορολογικές οφειλές της παρούσας έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε.

Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά.
  • Οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων. Το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας φέρουν τα πρόσωπα της παρούσας.
  • Ειδικά αν απωλεσθεί ρύθμιση στην οποία είχαν υπαχθεί οι εν λόγω οφειλές, τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλέγγυα δύνανται να επανεντάξουν, κατόπιν αίτησής τους, στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης τις υπολειπόμενες οφειλές του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής. Διατάξεις και όροι που διέπουν την αρχική ρύθμιση στην οποία γίνεται επανένταξη, εξακολουθούν να ισχύουν. Στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 περί φορολογικού απορρήτου…»
Εγκύκλιοι

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1113/22-05-2013  «Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ. και υποβολής περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ για την καταβολή του φόρου από υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» προβλέπεται ότι :

«Άρθρο 1 Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ.

1. Οι υποκείμενοι στο φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα αλλά εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και πραγματοποιούν πράξεις, για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του ΦΠΑ στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1.β’ του άρθρου 35 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) υποχρεούνται, να υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα. Στις περιπτώσεις που οι ως άνω υποκείμενοι δεν ορίζουν φορολογικό αντιπρόσωπο, ο Α.Φ.Μ. χορηγείται με την υποβολή της δήλωσης του Παραρτήματος Ι της παρούσας, η οποία αποτελεί, για τις ανάγκες εφαρμογής της και μόνο, δήλωση απόδοσης Α.Φ.Μ./έναρξης εργασιών…. 

Άρθρο 3 Ορισμός – ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου

  1. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο έχει λάβει Α.Φ.Μ. με τις διαδικασίες της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο. και επιθυμεί στο εξής να ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, υποβάλλεται από τον φορολογικό αντιπρόσωπο στον αρμόδιο υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας του η σχετική δήλωση μεταβολής, έντυπο Μ2 ή Μ3, κατά περίπτωση, συνυποβάλλεται το έντυπο Μ7, καθώς και το σχετικό για τον ορισμό του πληρεξούσιο έγγραφο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις…
  2. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο επιθυμεί την ανάκληση του φορολογικού αντιπροσώπου, προκειμένου ο ίδιος να εκπληρώνει πλέον τις φορολογικές του ως προς τον Φ.Π.Α. υποχρεώσεις, αποστέλλει στη Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών τη δήλωση της παρούσας, σημειώνοντας (Χ) στις ενδείξεις «Μεταβολή» και «Ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου», αναγράφοντας ως ημερομηνία μεταβολής την ημερομηνία ανάκλησης του εγγράφου πληρεξουσιότητας, τον Α.Φ.Μ. που διαθέτει στην Ελλάδα μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου και τα λοιπά στοιχεία της δήλωσης…»
Επίσης, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1125/2016 «Υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ ή ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου από μη εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα κατά την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα» ορίζεται :

«Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων, καθώς και των τελωνειακών τους αντιπροσώπων αναφορικά με την υποχρέωση ή μη απόκτησης ΑΦΜ για εγκατεστημένα σε άλλο Κράτος Μέλος της Ε.Ε ή εκτός Ε.Ε υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας και πραγματοποιούν εισαγωγές και εξαγωγές εμπορευμάτων ή θέτουν εμπορεύματα τρίτων χωρών σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα μέσω υποβολής των κατά περίπτωση προβλεπομένων τελωνειακών παραστατικών, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα :

i. Αριθμοί αναγνώρισης οικονομικών φορέων : για τελωνειακούς σκοπούς (αριθμός EORI) και σκοπούς ΦΠΑ (ΑΦΜ)……….. Στις υποχρεώσεις των υποκείμενων στο φόρο προσώπων, εμπίπτει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν.2859/2000 “Κώδικας ΦΠΑ”, η απόκτηση μοναδικού αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ).

Η υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, για τους υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ε.Ε είναι δυνητική δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά καθίσταται δυνατόν να αποκτούν ΑΦΜ στη χώρα μας με τη διαδικασία της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο.

Για υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκαταστημένα στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου Κράτους Μέλους, η απόκτηση ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, είναι υποχρεωτική.

Ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας με την κατάθεση πληρεξουσίου εγγράφου στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου.

Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών καθορίζονται στην ΠΟΛ.1281/26.8.1993 Α.Υ.Ο, όπως ισχύει. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει αλληλέγγυα ευθύνη με το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο (άρθρο 7 της ΠΟΛ.1282/93 Α.Υ.Ο). Ευνόητο είναι ότι, ο φορολογικός αντιπρόσωπος αποκτά ΑΦΜ για λογαριασμό κάθε εντολέα του, το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με το ΑΦΜ που διαθέτει ο ίδιος ως φυσικό ή νομικό πρόσωπο

Ερμηνεία

Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, για φορολογητέες πράξεις που διενεργούνται στο εσωτερικό της Ελλάδος από επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και έχουν ως τόπο φορολογίας την Ελλάδα και, εφόσον δεν υπάρχει υποχρέωση για μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα, η  επιχείρηση μπορεί  να επιλέξει είτε  να  λάβει  Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. μέσω  ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, που θα ενεργεί για λογαριασμό της (καθίσταται υπόχρεος για την υποβολή δηλώσεων και την καταβολή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. και φέρει αλληλέγγυα ευθύνη), είτε να λάβει ελληνικό Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. και να εκπληρώνει η ίδια τις δηλωτικές υποχρεώσεις της,  με την καταβολή του σχετικού Φ.Π.Α.

Εφόσον, όμως αλλοδαπή εταιρία υποβάλλει δήλωση έναρξης εργασιών στην Ελλάδα ορίζοντας φορολογικό αντιπρόσωπο, ο τελευταίος υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη.

Τούτο δε μάλιστα, ανεξάρτητα από το αν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικός ή όχι ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου, με την έννοια ότι θα ήταν αρκετός ο ορισμός εκπροσώπου του άρθρου 8 Ν. 5104/2024 αντί αντιπροσώπου.   

ΔΙΑΦΟΡΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας- ΚΦΔ):

  1. Φορολογούμενος που είναι φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής δύναται να ορίσει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, φορολογικό κάτοικο Ελλάδας, ως φορολογικό εκπρόσωπο για σκοπούς συμμόρφωσης με τις τυπικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Κώδικα, στον οποίο αποστέλλεται κάθε είδους αλληλογραφία σχετικά με τον φορολογούμενο.
  2. Ειδικά για τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και τον φόρο ασφαλίστρων, ισχύει η περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), περί ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου.
  3. Το πρόσωπο που ορίζεται φορολογικός εκπρόσωπος δεν ευθύνεται για την εκπλήρωση ή μη των φορολογικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου.

Επομένως, ο φορολογικός αντιπρόσωπος είναι ουσιαστικά ο αντίκλητος του φορολογικού κατοίκου αλλοδαπής, του οποίου η μοναδική ευθύνη είναι να λαμβάνει το φορολογική αλληλογραφία για λογαριασμό του τελευταίου.

Αντίθετα, όπως αναλύθηκε, ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει τις παραπάνω αρμοδιότητες και, επιπροσθέτως, υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη έναντι του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου αλλοδαπής εταιρείας.