Skip to content
Αρθρογραφία

Παράλληλο Εμπόριο Φαρμάκων Στην Ε.Ε.

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Το παράλληλο εμπόριο αποτελεί θεμιτή μορφή εμπορίου των αγαθών μεταξύ των κρατών μελών με βάση την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών στην εσωτερική αγορά,σύμφωνα με τα άρθρα 34-36 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). 

Το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ) έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν εξαιρούνται από τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς.

Περιορισμοί

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ορισμένα μέτρα ενός κράτους μέλους που περιορίζουν τις εισαγωγές ή εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων μπορούν να αιτιολογηθούν για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, σύμφωνα με το άρθρο 36 της ΣΛΕΕ. 

Ωστόσο, προκειμένου να μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της ΣΛΕΕ το μέτρο που λαμβάνει ένα κράτος μέλος με σκοπό τον έλεγχο των εξαγωγών φαρμάκων, αυτό πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.

Επιπλέον, η εξασφάλιση του ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών υφίσταται ως μια θεμελιώδης αρχή της αντιμονοπωλιακής πολιτικής της Επιτροπής στον τομέα αυτό. Η πολιτική της Επιτροπής στηρίζεται στην πλούσια και πάγια νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων. Οι περιορισμοί του παράλληλου εμπορίου από τις επιχειρήσεις θεωρούνται σταθερά ως εκ του αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού, βάσει του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ. 

Είναι επίσης δυνατό να επιβληθούν περιορισμοί στο παράλληλο εμπόριο, άρθρο 102 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. 

Ωστόσο, η νομοθεσία περί ανταγωνισμού της ΕΕ απαιτεί ατομική αξιολόγηση, δυνάμει του άρθρου 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και τα (αποτελεσματικά) επιχειρήματα που υποβάλλουν τα μέρη.

Σε περίπτωση που το παράλληλο εμπόριο θα οδηγούσε πράγματι σε έλλειψη φαρμάκων σε μια εθνική αγορά, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να ρυθμίσουν την κατάσταση αυτή εφαρμόζοντας κατάλληλα και ανάλογα μέτρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, καθώς και με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.

Το άρθρο 81 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ θεσπίζει την υποχρέωση να διασφαλίζονται η συνεχής παροχή των εγκεκριμένων φαρμάκων σε μια εθνική αγορά στην οποία επιβάλλονται, οι κάτοχοι άδειας κυκλοφορίας καθώς και οι διανομείς, “εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους”. 

Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 81 της παραπάνω Οδηγίας, είναι στην ευχέρεια κάθε κράτους μέλους η εφαρμογή της υποχρέωσης αυτής σε επίπεδο εθνικού δικαίου προσφεύγοντας στη λήψη ανάλογων μέτρων σε σχέση με τον στόχο και «τηρουμένων των κανόνων της Συνθήκης, και ιδίως των κανόνων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τον ανταγωνισμό».

Καινοτόμα Φάρμακα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κατ’ επανάληψη τοποθετηθεί ότι, σχετικά με τα θέματα του παράλληλου εμπορίου, η κατάσταση των καινοτόμων φαρμάκων, δεν μπορεί να διαχωριστεί ειδικώς. Οι αρχές που περιγράφονται παραπάνω για το παράλληλο εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων εν γένει, ισχύουν και για τα καινοτόμα φάρμακα. 

Από την πλευρά του δικαίου του ανταγωνισμού της ΕΕ, η ατομική αξιολόγηση είναι απαραίτητη σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, σύμφωνα με το άρθρο 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ.

Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν από το Δικαστήριο, με τρόπο αναμφισβήτητο, στην περίπτωση της εταιρείας GlaxoSmithKline (GSK). 

Η Υπόθεση T-168/01 (GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής)

Στην συγκεκριμένη υπόθεση το Δικαστήριο νομολόγησε σύμφωνα με τα παρακάτω.

Γενικά

Κατά τη νομολογία, συμφωνίες που αποβλέπουν τελικώς στην απαγόρευση του παράλληλου εμπορίου ή συμφωνίες που αποβλέπουν σαφώς στη δυσμενή μεταχείριση του παράλληλου εμπορίου πρέπει καταρχήν να θεωρείται ότι έχουν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού.

Το παράλληλο εμπόριο τυγχάνει ορισμένης προστασίας, όχι όμως αυτό καθ’ εαυτό, αλλά, όπως έκρινε το Δικαστήριο, στο μέτρο που ευνοεί, αφενός, την ανάπτυξη των συναλλαγών και, αφετέρου, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, ήτοι, στο μέτρο που παρέχει στους τελικούς καταναλωτές τα πλεονεκτήματα ενός αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον τομέα της προμήθειας ή των τιμών.

Συνεπώς, το ότι γίνεται δεκτό ότι μια συμφωνία που αποβλέπει στον περιορισμό του παράλληλου εμπορίου αποβλέπει κατ’ αρχήν στον περιορισμό του ανταγωνισμού δικαιολογείται από την υπόθεση ότι στερεί τους τελικούς καταναλωτές από τα πλεονεκτήματα αυτά.

Νομικό Πλαίσιο

Το άρθρο 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, είτε είναι οριζόντιες είτε αυτές είναι κάθετες που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.

Το παραπάνω άρθρο εφαρμόζεται αποκλειστικά στις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις με δική τους πρωτοβουλία και έχει εφαρμογή μόνο σε ενέργειες δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων οι οποίες ενδέχεται να αποτελούν συμφωνίες, εναρμονισμένες πρακτικές ή αποφάσεις ενώσεως επιχειρήσεων. Για να υπάρχει συμφωνία, αρκεί δύο τουλάχιστον επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν με συγκεκριμένο τρόπο στην αγορά.

Το άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν ο τομέας στον οποίο εντάσσεται η συμφωνία υπάγεται σε ρύθμιση αποκλείουσα τη δυνατότητα ανταγωνισμού ικανού να εμποδίσει, να νοθεύσει ή να περιορίσει μέσω της συμφωνίας αυτής τον ανταγωνισμό. Τούτο διότι κάθε συμφωνία περιορίζουσα τον ανταγωνισμό, είτε μέσω των αποτελεσμάτων είτε μέσω του αντικειμένου της, μπορεί κατ’ αρχήν να τύχει απαλλαγής υπό τις εξής προυποθέσεις:

  1. Πρώτον, η οικεία συμφωνία πρέπει να συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου,
  2. δεύτερον, πρέπει να εξασφαλίζει συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το εντεύθεν όφελος,
  3. τρίτον, να μην επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μη αναγκαίους περιορισμούς και,
  4. τέταρτον, να μη τους παρέχει τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.
Συμπέρασμα

Το άρθρο 101 παράγραφος 3, ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες, μεταξύ άλλων, σε κάθε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου. Με το τρόπο αυτό εξασφαλίζεται συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το εντεύθεν όφελος και δεν επιβάλλεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών ούτε παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ζητήματα ανταγωνισμού και παράλληλου εμπορίου.