Η παραγραφή δημοτικών τελών και βεβαιωμένων οφειλών προς ΟΤΑ ρυθμίζεται από τον Α.Ν. 344/1968 και τον Ν. 4304/2014. Αναλυτικά:
Α.Ν. 344/1968
Σύμφωνα με στην παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 «Είσπραξις εσόδων ΟΤΑ», όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 61 του ν. 1416/1984, ορίζεται ότι:
«Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του οικείου δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποσβέννυται, καταρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης στις ως άνω διατάξεις πενταετίας, εκτός εάν η δημοτική αρχή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου εξαιρετικές περιπτώσεις, ώστε να επιτρέπεται η βεβαίωση των σχετικών εσόδων μετά την παρέλευση πενταετίας (ΣτΕ 1612 – 1613/2020).
Ν. 4304/2014
Εξάλλου, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014, προβλέπεται ότι:
«Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους (…)».
Ερμηνεία – Νομολογία
Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2540/2021), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος (ΑΕΔ 14/2013, Ολομ ΣτΕ 2034/2011 κ.α.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΑΕΔ 11/2003, Ολομ. ΣτΕ 2034/2011 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (Ολομ ΣτΕ 1833/2021) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων (ΣτΕ 1623/2016, επίσης ΔΕΕ C-81/15).
Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικούμενου της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης.
Η προθεσμία δε αυτή, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της αρχής ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής, να έχει δε εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (ΔΕΕ C-341/13), και η διάρκεια αυτή να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο.
Αιτιολογική Βάση
Τα παραπάνω ισχύουν δε προς τον σκοπό να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι :
- Αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος- και
- Αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη σχετική οικονομική υποχρέωση, να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος για την απόσβεση της υποχρέωσης είναι μεγάλος ή αβέβαιος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές και
Επιπλέον, να μην αφήνεται το Δημόσιο, ο Ο.Τ.Α. ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, λόγω της ενδεχομένως εντωμεταξύ επελθούσας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των διοικουμένων (ΣτΕ 1623/2016), δεδομένου, άλλωστε, ότι μόνο με την είσπραξη των φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών (Ολομ ΣτΕ 1738/2017).
Συμπέρασμα
Επομένως, το δικαίωμα ενός Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων και τελών αποσβέννυται (παραγράφεται), κατ’ αρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου.
Ειδικά Για Τέλη Που Βεβαιώθηκαν Με Λογαριασμούς Ρεύματος
Τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεο για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος (πχ Δ.Ε.Η.), ο οποίος είναι αυτός που έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τον πάροχο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος,
Περαιτέρω, μπορεί ο υπόχρεος για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιεί το ακίνητο (λ.χ του μισθωτή σε περίπτωση ακινήτου υπό μίσθωση), το οποίο εξυπηρετείται από τον οικείο μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στον πάροχο η μεταβολή του προσώπου που χρησιμοποιεί το ακίνητο (ΜονΔΠρΑθ 12464/2025).
Συνεπώς, όσο το πρόσωπο που έχει υποβάλει την αρχική δήλωση δεν προβαίνει στην ενέργεια γνωστοποίησης περί χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομα του αρχικώς δηλούντος ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα ένδικα δημοτικά τέλη (ΣτΕ 1323/2013).
Τέλος, τυχόν ισχυρισμός ότι κάποιος δεν χρησιμοποίησε στην πράξη το ακίνητο απορρίπτεται από τα δικαστήρια ως αβάσιμος, καθώς τόσο τα τέλη καθαριότητας όσο και τα τέλη φωτισμού, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, λόγω της κατ’ άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος δημόσιου χαρακτήρα της υπηρεσίας καθαριότητας και φωτισμού, η υποχρέωση δε καταβολής αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αρκεί η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας αυτής (Ολομ. ΣτΕ 1620/2012).
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή δημοτικών τελών και φόρων προς ΟΤΑ.