Πότε Δεσμεύει η Ρήτρα Αλλοδαπού Δικαίου σε Εμπορική Σύμβαση
Εν συντομία:
- Η επιλογή αλλοδαπού δικαίου σε εμπορική σύμβαση είναι κατ’ αρχήν έγκυρη, βάσει της αρχής της αυτονομίας της βούλησης (άρθρο 3 του Κανονισμού Ρώμη Ι).
- Ο Κανονισμός Ρώμη Ι διέπει τις συμβατικές ενοχές που συνάπτονται μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει καθολική εφαρμογή: επιλέγεται ακόμη και δίκαιο χώρας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Υπό τον Κανονισμό η επιλογή είναι ελεύθερη, χωρίς να απαιτείται σύνδεσμος με το επιλεγμένο δίκαιο. Αυτό διαφοροποιεί το ισχύον καθεστώς από την παλαιότερη προσέγγιση του άρθρου 25 του Αστικού Κώδικα.
- Η επιλογή κάμπτεται σε καθαρά εσωτερικές συμβάσεις, από τις υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και από τη δημόσια τάξη. Τα δικονομικά ζητήματα διέπονται πάντα από το ελληνικό δίκαιο.
- Ελλείψει ρήτρας επιλογής, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται από το άρθρο 4 του Κανονισμού.
Μπορεί μια ελληνική εμπορική σύμβαση να διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο;
Ναι. Μια εμπορική σύμβαση που υπογράφεται στην Ελλάδα, ακόμη και μεταξύ ελληνικών επιχειρήσεων, μπορεί να διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο εφόσον τα μέρη το επιλέξουν.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι) καθιερώνει στο άρθρο 3 την αρχή της αυτονομίας της βούλησης, δηλαδή την ελεύθερη επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή δεσμεύει, με ορισμένα όρια αναγκαστικού δικαίου.
Στην πράξη ελληνικές επιχειρήσεις υπάγουν συχνά τις συμβάσεις τους σε αγγλικό δίκαιο, ιδίως σε χρηματοοικονομικές και ναυτιλιακές συναλλαγές.
Χαρακτηριστική είναι η ΑΠ 1546/2024, όπου τρεις ελληνικές ανώνυμες εταιρείες είχαν συνάψει με αλλοδαπή τράπεζα συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων (interest rate swaps) βάσει τυποποιημένων όρων ISDA.
Ο σχετικός όρος όριζε το αγγλικό δίκαιο ως εφαρμοστέο. Ο Άρειος Πάγος έκρινε την επιλογή έγκυρη, με αποτέλεσμα η διαφορά να μην υπάγεται στα ελληνικά δικαστήρια.
Η ελευθερία αυτή εξυπηρετεί την προβλεψιμότητα σε διασυνοριακές συναλλαγές, όπου τα μέρη προτιμούν ένα ουδέτερο ή διεθνώς καθιερωμένο δίκαιο.
Ταυτόχρονα, η επιλογή δεν αναιρεί το σύνολο των κανόνων που το ελληνικό ή το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει αναγκαστικά. Η οριοθέτηση της έκτασης της δέσμευσης είναι το πραγματικό ζήτημα, όχι το αν επιτρέπεται η επιλογή.
Πότε εφαρμόζεται ο Κανονισμός Ρώμη Ι και πότε το άρθρο 25 ΑΚ;
Ο Κανονισμός Ρώμη Ι εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές που συνάπτονται μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει καθολική εφαρμογή. Σύμφωνα με αυτόν, το δίκαιο που ορίζει εφαρμόζεται ακόμη και όταν πρόκειται για δίκαιο κράτους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα διατηρεί εφαρμογή μόνο για ζητήματα που εξαιρούνται από τον Κανονισμό ή για συμβάσεις προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής.
Ο Κανονισμός αντικατέστησε τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980, η οποία είχε κυρωθεί στην Ελλάδα με τον Ν. 1792/1988. Για τις σύγχρονες εμπορικές συμβάσεις, επομένως, το κείμενο αναφοράς δεν είναι ο Αστικός Κώδικας αλλά ο Κανονισμός. Η ΜονΠρΠειρ 1279/2019 εφαρμόζει ρητά τον Κανονισμό σε σύμβαση διεθνούς πώλησης, ακριβώς επειδή αυτή συνήφθη μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Η διάκριση δεν είναι τυπική. Το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα, όπως ερμηνεύθηκε από παλαιότερη νομολογία, συνέδεε την επιλογή του δικαίου με την ύπαρξη κάποιου συνδέσμου.
Ο Κανονισμός, αντίθετα, καθιερώνει πλήρη ελευθερία επιλογής. Η υπαγωγή μιας σύμβασης στο ένα ή στο άλλο καθεστώς μεταβάλλει άμεσα την ορθή απάντηση για το εύρος της αυτονομίας των μερών.
Το πεδίο του Κανονισμού δεν καλύπτει τα πάντα. Εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι συμφωνίες περί παρέκτασης δικαιοδοσίας και οι συμφωνίες διαιτησίας, καθώς και ζητήματα του δικαίου των εταιρειών.
Για τα εξαιρούμενα ζητήματα, η αναζήτηση του εφαρμοστέου δικαίου γίνεται με βάση τους κανόνες του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όχι με βάση τον Κανονισμό.
Πώς δηλώνεται η επιλογή δικαίου, ρητά ή σιωπηρά;
Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου γίνεται είτε με ρητή ρήτρα είτε σιωπηρά, όταν συνάγεται σαφώς από τους όρους της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης (άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού).
Η ρητή ρήτρα, δηλαδή μια διάταξη που ονομάζει το εφαρμοστέο δίκαιο, είναι η ασφαλής μέθοδος. Η σιωπηρή επιλογή αναγνωρίζεται, αλλά προϋποθέτει ενδείξεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Σιωπηρή επιλογή προκύπτει, για παράδειγμα, όταν οι διάδικοι θεμελιώνουν και αντικρούουν τις αξιώσεις τους αποκλειστικά με βάση συγκεκριμένο δίκαιο.
Στη ΜονΠρΠειρ 1279/2019 το δικαστήριο δέχθηκε σιωπηρό μετασυμβατικό καθορισμό του ελληνικού δικαίου, επειδή η ενάγουσα στήριξε τις αξιώσεις της στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και η αντίδικος δεν το αμφισβήτησε. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να προκύψει και από τη συνολική οικονομία της σύμβασης.
Ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να ισοδυναμεί με επιλογή δικαίου, είναι η ρήτρα δικαιοδοσίας. Η συμφωνία των μερών να υπάγουν τις διαφορές τους σεένα συγκεκριμένο δικαστήριο αποτελεί ένδειξη για το ποιο δίκαιο θέλησαν, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτό. Δικαστήριο μιας χώρας μπορεί κάλλιστα να εφαρμόσει το ουσιαστικό δίκαιο άλλης.
Η εμπειρία από υποθέσεις διεθνών εμπορικών συμβάσεων δείχνει ότι η απουσία ρητής ρήτρας μετατοπίζει τη διαφορά από την ουσία στο προκαταρκτικό ερώτημα ποιο δίκαιο ισχύει, με αντίστοιχη αβεβαιότητα ως προς την έκβαση. Η ακριβής διατύπωση της ρήτρας, ώστε να καλύπτει το σύνολο της σύμβασης και όχι μεμονωμένους όρους, καθορίζει αν η επιλογή θα αναγνωριστεί χωρίς αντιδικία.
Ποια είναι τα όρια της επιλογής αλλοδαπού δικαίου;
Η επιλογή αλλοδαπού δικαίου κάμπτεται σε πέντε τυπικές περιπτώσεις: όταν η σύμβαση είναι καθαρά εσωτερική, όταν όλα τα στοιχεία εντοπίζονται σε κράτη μέλη της Ένωσης, όταν υφίστανται υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, όταν το αποτέλεσμα προσκρούει στη δημόσια τάξη και, τέλος, ως προς τα δικονομικά ζητήματα. Στις περιπτώσεις αυτές το επιλεγμένο δίκαιο υποχωρεί, ολικά ή μερικά.
| Περίπτωση | Νομική βάση | Αποτέλεσμα |
|---|---|---|
| Καθαρά εσωτερική σύμβαση (όλα τα λοιπά στοιχεία σε μία χώρα) | άρθρο 3 παρ. 3 Ρώμη Ι | Η επιλογή ξένου δικαίου δεν παρακάμπτει τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της χώρας αυτής |
| Όλα τα στοιχεία εντός κρατών μελών της Ένωσης | άρθρο 3 παρ. 4 Ρώμη Ι | Δεν παρακάμπτεται το αναγκαστικό ενωσιακό δίκαιο |
| Υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου | άρθρο 9 Ρώμη Ι | Εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το επιλεγμένο δίκαιο |
| Αντίθεση στη δημόσια τάξη | άρθρο 21 Ρώμη Ι | Αποκλείεται η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης του ξένου δικαίου |
| Δικονομικά ζητήματα | δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori) | Διέπονται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο |
Η πρώτη διάκριση αφορά το κατά πόσο η σύμβαση έχει πράγματι διεθνή χαρακτήρα. Αν όλα τα στοιχεία της (μέρη, τόπος εκτέλεσης, αντικείμενο) εντοπίζονται σε μία χώρα, η επιλογή ξένου δικαίου δεν αναιρεί τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις εκείνης. Αντίστοιχα, όταν όλα τα στοιχεία βρίσκονται εντός της Ένωσης, η επιλογή δικαίου τρίτης χώρας δεν παρακάμπτει το αναγκαστικό ενωσιακό δίκαιο.
Οι υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (overriding mandatory provisions) είναι κανόνες τους οποίους ο δικαστής εφαρμόζει άμεσα, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο δίκαιο, όταν κρίνει ότι κατοχυρώνουν θεμελιώδη συμφέροντα της έννομης τάξης του.
Πρόκειται για κατηγορία στενότερη από τις απλές διατάξεις από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με συμφωνία. Για τον λόγο αυτό ερμηνεύεται συσταλτικά.
Χωριστό όριο θέτει η φύση των δικονομικών ζητημάτων. Ακόμη και όταν το ουσιαστικό δίκαιο είναι αλλοδαπό, η διαδικασία ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου διέπεται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο.
Στην ΑΠ 1546/2024 κρίθηκε ότι το κύρος της ρήτρας παρέκτασης δικαιοδοσίας κρίνεται κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, δηλαδή τη lex fori, ανεξάρτητα από το επιλεγμένο ουσιαστικό δίκαιο.
Η επιλογή μπορεί, τέλος, να αφορά μεμονωμένη διάταξη άλλης έννομης τάξης χωρίς να συνιστά κατάτμηση της σύμβασης. Στη ΕφΠειρ 138/2023 κρίθηκε ότι η ενσωμάτωση μεμονωμένης ρύθμισης άλλου δικαίου για επιμέρους πτυχή της σύμβασης θέτει απλώς έναν συμβατικό όρο, χωρίς να ισοδυναμεί με διαμελισμό (dépeçage) της συμβατικής σχέσης.
Ο διαχωρισμός μεταξύ υπερισχυουσών και απλών αναγκαστικών διατάξεων, καθώς και η εκτίμηση του αν μια πρόβλεψη προσκρούει στη δημόσια τάξη, εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Τι δίκαιο διέπει τη σύμβαση χωρίς ρήτρα επιλογής;
Ελλείψει επιλογής, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται από το άρθρο 4 του Κανονισμού με μια διαδοχική σειρά κριτηρίων. Πρώτα εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες για συγκεκριμένους τύπους σύμβασης.
Αν δεν καλύπτεται η σύμβαση, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας όπου έχει τη συνήθη διαμονή του το μέρος που οφείλει τη χαρακτηριστική παροχή. Τέλος, μπορεί να υπερισχύσει το δίκαιο χώρας με προδήλως στενότερο σύνδεσμο.
Οι ειδικοί κανόνες οδηγούν σε προβλέψιμα αποτελέσματα ανά τύπο συναλλαγής:
- Η σύμβαση πώλησης αγαθών διέπεται από το δίκαιο της χώρας του πωλητή.
- Η σύμβαση παροχής υπηρεσιών από το δίκαιο της χώρας του παρόχου.
- Η σύμβαση δικαιόχρησης από το δίκαιο της χώρας του δικαιοδόχου.
- Η σύμβαση διανομής από το δίκαιο της χώρας του διανομέα.
Όταν κανένας ειδικός κανόνας δεν ταιριάζει, το κριτήριο γίνεται η χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance), δηλαδή η μη χρηματική παροχή που προσδιορίζει τον χαρακτήρα της σύμβασης. Στη ΜονΠρΠειρ 3659/2017 εφαρμόστηκε η ίδια αλληλουχία, με αναζήτηση του δικαίου της χώρας του υπόχρεου προς τη χαρακτηριστική παροχή.
Το κριτήριο του στενότερου συνδέσμου λειτουργεί ως διαφυγή, όταν το σύνολο των περιστάσεων υποδεικνύει σαφώς άλλο δίκαιο.
Η πρακτική σημασία είναι ότι, χωρίς ρήτρα, το εφαρμοστέο δίκαιο δεν είναι πάντοτε το ελληνικό. Μια ελληνική επιχείρηση που αγοράζει από αλλοδαπό προμηθευτή χωρίς πρόβλεψη επιλογής δικαίου ενδέχεται να δει τη σύμβαση να διέπεται από το δίκαιο του πωλητή.
Η αποτύπωση των εμπορικών όρων παράδοσης, για παράδειγμα μέσω των INCOTERMS στο διεθνές εμπόριο, δεν υποκαθιστά τη ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου, καθορίζει όμως άλλες πτυχές της συναλλαγής.
Επιλογή δικαίου ή επιλογή δικαστηρίου: ποια η διαφορά;
Το εφαρμοστέο δίκαιο ορίζει ποιοι ουσιαστικοί κανόνες κρίνουν τη διαφορά. Η δικαιοδοσία ορίζει ποιο δικαστήριο θα δικάσει. Πρόκειται για δύο διακριτά ζητήματα, που ρυθμίζονται από χωριστά κείμενα και μπορούν να συμπίπτουν ή να αποκλίνουν. Ένα ελληνικό δικαστήριο μπορεί να εφαρμόσει αγγλικό δίκαιο, όπως και ένα αγγλικό δικαστήριο μπορεί να εφαρμόσει ελληνικό.
Η δικαιοδοσία στις διεθνείς συμβάσεις ρυθμίζεται από τους Κανονισμούς για τη διεθνή δικαιοδοσία, όχι από τον Κανονισμό Ρώμη Ι. Η επιλογή δικαστηρίου γίνεται με ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας ή, εναλλακτικά, με υπαγωγή σε διεθνή εμπορική διαιτησία. Και στις δύο περιπτώσεις, το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο παραμένει χωριστό ζήτημα, που ρυθμίζεται από ξεχωριστή ρήτρα.
Η ασυνέπεια μεταξύ των δύο ρητρών γεννά πρακτικό κόστος. Όταν επιλέγεται αγγλικό δίκαιο αλλά η διαφορά αχθεί ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, το αλλοδαπό δίκαιο πρέπει να αποδειχθεί, καθώς το ελληνικό δικαστήριο λαμβάνει μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη το αλλοδαπό δίκαιο, μπορεί όμως να διατάξει απόδειξη του περιεχομένου του (άρθρο 337 ΚΠολΔ), με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε χρόνο και δαπάνη. Ο συντονισμός της ρήτρας δικαίου με τη ρήτρα δικαιοδοσίας αποτρέπει το ενδεχόμενο αυτό.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί να επιλεγεί δίκαιο χώρας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Ναι. Ο Κανονισμός Ρώμη Ι έχει καθολική εφαρμογή, δηλαδή το δίκαιο που ορίζει εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους. Τα μέρη μπορούν, επομένως, να επιλέξουν το δίκαιο τρίτης χώρας, όπως το ελβετικό ή το αγγλικό, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο του Κανονισμού.
Χρειάζεται η σύμβαση να συνδέεται με τη χώρα του επιλεγμένου δικαίου;
Όχι, υπό τον Κανονισμό Ρώμη Ι. Το άρθρο 3 καθιερώνει ελεύθερη επιλογή, χωρίς απαίτηση συνδέσμου. Η αντίθετη προσέγγιση, που συνέδεε την επιλογή με την ύπαρξη κάποιου συνδέσμου, ανήκε στο παλαιότερο πλαίσιο του άρθρου 25 του Αστικού Κώδικα και δεν ισχύει για τις σύγχρονες συμβάσεις εντός του πεδίου του Κανονισμού.
Ισχύει η επιλογή αγγλικού δικαίου μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση;
Ναι. Επειδή ο Κανονισμός έχει καθολική εφαρμογή, το δίκαιο τρίτης χώρας επιλέγεται εξίσου έγκυρα. Το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζεται πλέον ως τρίτη χώρα, χωρίς αυτό να θίγει τη δυνατότητα επιλογής του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου στη σύμβαση.
Πώς αποδεικνύεται το αλλοδαπό δίκαιο ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου;
Το ελληνικό δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το αλλοδαπό δίκαιο. Αν το περιεχόμενό του δεν είναι γνωστό, μπορεί να διατάξει απόδειξη, για παράδειγμα με γνωμοδότηση ή πιστοποιητικό αλλοδαπής αρχής (άρθρο 337 ΚΠολΔ). Η ανάγκη απόδειξης επιβαρύνει τη διαδικασία, ιδίως όταν το επιλεγμένο δίκαιο διαφέρει από το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου.
Μπορούν τα μέρη να επιλέξουν μη κρατικούς κανόνες, όπως το lex mercatoria;
Ο Κανονισμός επιτρέπει την επιλογή κρατικού δικαίου. Μη κρατικά σύνολα κανόνων, όπως το lex mercatoria ή οι αρχές διεθνών οργανισμών, μπορούν να ενσωματωθούν ως συμβατικοί όροι, δεν αντικαθιστούν όμως το εφαρμοστέο κρατικό δίκαιο ούτε τους αναγκαστικούς κανόνες του.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ρητή ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου: Η ρητή αναφορά του εφαρμοστέου δικαίου, που καλύπτει το σύνολο της σύμβασης, αποτρέπει τη μετατόπιση της διαφοράς στο προκαταρκτικό ερώτημα ποιο δίκαιο ισχύει. Η σιωπηρή επιλογή αναγνωρίζεται, γεννά όμως αμφισβητήσεις.
Διάκριση από τη ρήτρα δικαιοδοσίας: Η επιλογή δικαίου και η επιλογή δικαστηρίου είναι διαφορετικά ζητήματα. Ο συντονισμός των δύο ρητρών αποτρέπει την ανάγκη απόδειξης αλλοδαπού δικαίου ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου.
Έλεγχος υπερισχυουσών διατάξεων: Πριν από την επιλογή, εξετάζεται αν υφίστανται υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ή διατάξεις δημόσιας τάξης που θα εφαρμοστούν ανεξάρτητα από το επιλεγμένο δίκαιο.
Καθαρά εσωτερικές συμβάσεις: Όταν όλα τα στοιχεία της σύμβασης εντοπίζονται σε μία χώρα, η επιλογή ξένου δικαίου δεν παρακάμπτει τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις εκείνης. Το ίδιο ισχύει, σε επίπεδο Ένωσης, για το αναγκαστικό ενωσιακό δίκαιο.
Καθεστώς που ισχύει: Για συμβάσεις μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2009 το κείμενο αναφοράς είναι ο Κανονισμός Ρώμη Ι, όχι το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα. Το άρθρο 25 διατηρεί εφαρμογή μόνο για τα εξαιρούμενα ζητήματα και για προγενέστερες συμβάσεις.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για την επιλογή αλλοδαπού δικαίου σε εμπορική σύμβαση.