Κατά το άρθρο 871 ΑΚ “Με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση”.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, εκτός των άλλων, η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Φιλονικία
Φιλονικία είναι η αμφισβήτηση των συμβαλλομένων σχετικά με τη γένεση, το αντικείμενο, την ύπαρξη, την έκταση, τα πρόσωπα και τις έννομες συνέπειες εννόμου σχέσεώς τους, υπάρχει δε, όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου. Το ίδιο ισχύει ακόμη και στη περίπτωση που αυτό γίνεται από απλή κακοβουλία, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν αμφιβολία σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές.
Αβεβαιότητα
Αβεβαιότητα υπάρχει όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση.
Διαδικασία
Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ’ ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι’ αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ..
Ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως, συνάγεται σαφώς σκοπός ανανεώσεως, δηλαδή κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέας.
Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 617/2016).
Εξάλλου, η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Συμβιβασμός Σε Διατάξεις Αναγκαστικού δικαίου
Ειδικά, για τα δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (πχ εργατικές διαφορές), γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει το μέρος (πχ ο εργαζόμενος) να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός, όπως αναφέρθηκε, με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη (ΑΠ 1005/2019).
Άκυρος Συμβιβασμός
Ο συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. “δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη“.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά τη δικαιοπραξία άκυρη, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.
Καταπλεονεκτικός Συμβιβασμός
Κατά δε το άρθρο 179 του Α.Κ., το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα: “άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή“.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ. για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής – καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεων της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, ήτοι:
- προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής
- ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και
- εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία:
- της ανάγκης,
- της κουφότητος ή
- της απειρίας
όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δευτέρας από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών.
Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής.
Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την, ως άνω, κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις συμβάσεις συμβιβασμού.