Skip to content
Αρθρογραφία

Πράγμα με ψηφιακά στοιχεία: ευθύνη πωλητή σε B2B

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 12 Ιουνίου 2026

Πότε Ευθύνεται Μια Επιχείρηση Για Συνδεδεμένο Προϊόν Και Πώς Περιορίζει Τον Κίνδυνο Στη Σύμβαση B2B

Σε συντομία:

  • Ο Ν. 4967/2022 γενίκευσε το καθεστώς ανταπόκρισης των άρθρων 513Α επ. ΑΚ σε κάθε πώληση, οπότε ισχύει και στις πωλήσεις μεταξύ επιχειρήσεων όταν αντικείμενο είναι αγαθό με ψηφιακά στοιχεία.
  • Χωρίς αντίθετη ρήτρα, ο πωλητής αναλαμβάνει σωρευτικά τις υποκειμενικές (535Α ΑΚ) και τις αντικειμενικές (535Β ΑΚ) απαιτήσεις ανταπόκρισης, καθώς και υποχρέωση παροχής ενημερώσεων (538 ΑΚ).
  • Τα δικαιώματα του αγοραστή παραγράφονται σε δύο έτη για τα κινητά, με ειδικές βραχύτερες προθεσμίες για τα ψηφιακά στοιχεία (554 ΑΚ).
  • Σε αντίθεση με το B2C, στο B2B τα μέρη μπορούν να αναδιαμορφώσουν συμβατικά το καθεστώς, εντός των ορίων του άρθρου 332 ΑΚ.
  • Η υπαγωγή της συναλλαγής σε πώληση ή σε σύμβαση έργου μεταβάλλει το εφαρμοστέο καθεστώς ευθύνης και παραγραφής.

Πότε εφαρμόζεται το νέο καθεστώς ανταπόκρισης σε B2B πώληση αγαθού με ψηφιακά στοιχεία;

Ο Ν. 4967/2022 ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/771 στον Αστικό Κώδικα και επεξέτεινε το καθεστώς ανταπόκρισης των άρθρων 513Α επ. σε κάθε πώληση, ανεξάρτητα από το αν τα μέρη ενεργούν ως έμποροι ή ως καταναλωτές. Έτσι, μια πώληση μεταξύ επιχειρήσεων υπάγεται στο ίδιο καθεστώς όταν αντικείμενό της είναι πράγμα με ψηφιακά στοιχεία.

Πράγμα με ψηφιακά στοιχεία, κατά το άρθρο 513Α ΑΚ, είναι κάθε κινητό που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τρόπο ώστε η απουσία τους να εμποδίζει την εκτέλεση των λειτουργιών του.

Ψηφιακό περιεχόμενο είναι τα δεδομένα που παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή.

Ψηφιακή υπηρεσία είναι η υπηρεσία που επιτρέπει στον χρήστη να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει ή να αλληλεπιδρά με δεδομένα σε ψηφιακή μορφή.

Σε εμπορικό περιβάλλον, τυπικά παραδείγματα είναι ο βιομηχανικός εξοπλισμός με ενσωματωμένο λογισμικό (firmware), τα μηχανήματα παραγωγής με λογισμικό ελέγχου και οι συνδεδεμένες συσκευές του Διαδικτύου των Πραγμάτων (Internet of Things – IoT).

Η διάκριση από τις δύο Οδηγίες έχει πρακτική σημασία. Η Οδηγία 2019/771 για τα αγαθά ενσωματώθηκε στον Αστικό Κώδικα και γενικεύτηκε. Η Οδηγία 2019/770 για το ψηφιακό περιεχόμενο και τις ψηφιακές υπηρεσίες θεσπίστηκε ως αυτοτελές νομοθέτημα με υποκειμενικό πεδίο περιορισμένο στις σχέσεις προς καταναλωτή.

Για μια αμιγώς B2B παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας, χωρίς ενσωμάτωση σε κινητό πράγμα, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των συμβάσεων ή ο οικείος συμβατικός τύπος, όπως η σύμβαση παροχής λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS – Software as a Service).

Το άρθρο 513Α ΑΚ προσθέτει έναν νέο κανόνα ερμηνείας: σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία περιλαμβάνει και την παροχή του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

Ποιες υποκειμενικές και αντικειμενικές απαιτήσεις ανταπόκρισης βαρύνουν τον πωλητή;

Χωρίς αντίθετη συμφωνία, ο πωλητής ευθύνεται σωρευτικά για δύο δέσμες απαιτήσεων:

  • τις υποκειμενικές (όσα ρητά συμφωνήθηκαν, άρθρο 535Α ΑΚ) και
  • τις αντικειμενικές (όσα εύλογα αναμένει ο αγοραστής για πράγμα της ίδιας κατηγορίας, άρθρο 535Β ΑΚ).

Η έλλειψη έστω μίας από τις δύο δέσμες συνιστά έλλειψη ανταπόκρισης και θεμελιώνει ευθύνη.

Στις υποκειμενικές απαιτήσεις, το πράγμα οφείλει να αντιστοιχεί στην περιγραφή, το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα της σύμβασης, να διαθέτει τη συμφωνημένη λειτουργικότητα, να είναι κατάλληλο για την ειδική χρήση που προβλέφθηκε, να παραδίδεται με τα συμφωνημένα εξαρτήματα και τις οδηγίες, να εμφανίζει τη συμφωνημένη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα και να επικαιροποιείται με τις προβλεπόμενες ενημερώσεις.

Η συμβατότητα είναι η ικανότητα του πράγματος να λειτουργεί με υλισμικό ή λογισμικό με το οποίο χρησιμοποιούνται κατά κανόνα όμοια πράγματα. Η διαλειτουργικότητα είναι η ικανότητά του να λειτουργεί και με διαφορετικό υλισμικό ή λογισμικό.

Στις αντικειμενικές απαιτήσεις, το πράγμα οφείλει να είναι κατάλληλο για τη συνήθη χρήση πραγμάτων της ίδιας κατηγορίας, να ανταποκρίνεται στο δείγμα που είχε παρουσιάσει ο πωλητής, να συνοδεύεται από τα εξαρτήματα και τις οδηγίες που εύλογα αναμένει ο αγοραστής, να φέρει τα χαρακτηριστικά που είναι συνήθη για την κατηγορία του και να διαθέτει ανθεκτικότητα, δηλαδή την ικανότητα να διατηρεί τις λειτουργίες του στο πλαίσιο της συνήθους χρήσης.

Για τον προσδιορισμό των εύλογων προσδοκιών λαμβάνονται υπόψη και οι δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου, ιδίως στη διαφήμιση ή την επισήμανση. Ο πωλητής δεν δεσμεύεται από δημόσια δήλωση αν αποδείξει ότι δεν τη γνώριζε ούτε όφειλε να τη γνωρίζει, ότι είχε διορθωθεί πριν τη σύναψη ή ότι δεν επηρέασε την απόφαση του αγοραστή.

Η έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης» αντικατέστησε τους προγενέστερους όρους του «πραγματικού ελαττώματος» και της «έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας». Υπό το προγενέστερο δίκαιο, η ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα θεμελιωνόταν στο παλαιό άρθρο 534 ΑΚ, όπως εφαρμόστηκε στην ΑΠ 389/2021 για τις συνομολογημένες ιδιότητες.

Σε B2B συναλλαγή, η οριοθέτηση ανάμεσα στις ρητά συμφωνημένες προδιαγραφές και την αντικειμενική βάση γίνεται κρισιμότερη, επειδή η ακριβής τεχνική περιγραφή στη σύμβαση περιορίζει το εύρος των αντικειμενικών προσδοκιών που μπορεί να επικαλεστεί ο αγοραστής.

Για πόσο χρόνο ευθύνεται η επιχείρηση για τις ενημερώσεις του προϊόντος;

Ο πωλητής πράγματος με ψηφιακά στοιχεία οφείλει να διασφαλίσει ότι παρέχονται στον αγοραστή οι ενημερώσεις ασφαλείας και κάθε άλλη ενημέρωση αναγκαία για την ανταπόκριση του πράγματος (άρθρο 538 ΑΚ), ενώ η διάρκεια της υποχρέωσης εξαρτάται από τη δομή της παροχής. Ειδικότερα, σε μεμονωμένη ή διαδοχική παροχή, για όσο «εύλογα» αναμένει ο αγοραστής, ενώ σε διαρκή παροχή, για όλη τη συμβατική διάρκεια.

Το άρθρο 540 ΑΚ ορίζει το αντίστροφο όριο. Ο πωλητής δεν ευθύνεται για έλλειψη ανταπόκρισης που απορρέει αποκλειστικά από την απουσία ενημέρωσης την οποία δεν εγκατέστησε ο αγοραστής εντός εύλογου χρόνου, εφόσον ο πωλητής τον είχε ενημερώσει για τη διαθεσιμότητα και τις συνέπειες της μη εγκατάστασης και εφόσον η παράλειψη δεν οφειλόταν σε ατελείς οδηγίες εγκατάστασης. Η κατανομή του κινδύνου των ενημερώσεων είναι σημείο όπου η διατύπωση της σύμβασης είναι κρίσιμη.

Τα χρονικά όρια της ευθύνης τα θέτει η παραγραφή. Κατά το άρθρο 554 ΑΚ, τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω μη ανταπόκρισης, παραγράφονται μετά από δύο έτη για τα κινητά και πέντε έτη για τα ακίνητα, με αφετηρία την παράδοση του πράγματος, ακόμη και αν η έλλειψη ανακαλύφθηκε αργότερα.

Για τα πράγματα με ψηφιακά στοιχεία ισχύουν ειδικότερες προθεσμίες. Συγκεκριμένα, σε διαρκή παροχή, τα δικαιώματα που απορρέουν αποκλειστικά από τη μη ανταπόκριση του ψηφιακού στοιχείου παραγράφονται έξι μήνες μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας, ενώ τα δικαιώματα από αθέτηση της υποχρέωσης ενημέρωσης παραγράφονται έξι μήνες μετά τη λήξη του χρόνου κατά τον οποίο οφειλόταν η ενημέρωση. Το άρθρο 555 ΑΚ προβλέπει ότι η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν δύο μήνες από τον χρόνο που διαπιστώθηκε η έλλειψη.

Η εμπειρία από σχετικές υποθέσεις δείχνει ότι η μη ρύθμιση της διάρκειας ενημερώσεων, οδηγεί σε διαφορές ως προς το εύλογο χρονικό όριο του άρθρου 538 ΑΚ. Τούτο διότι, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένα τι είναι ο «εύλογος χρόνος», η ρητή πρόβλεψη της περιόδου ενημερώσεων στη σύμβαση είναι αναγκαία.

Πώς περιορίζεται συμβατικά η ευθύνη ανταπόκρισης σε σύμβαση B2B;

Σε αντίθεση με το B2C, όπου οι κανόνες ανταπόκρισης λειτουργούν ως αναγκαστικό δίκαιο υπέρ του καταναλωτή, σε σύμβαση μεταξύ επιχειρήσεων τα μέρη διατηρούν την ελευθερία να διαμορφώσουν το προεπιλεγμένο καθεστώς. Η ελευθερία αυτή, ωστόσο, οριοθετείται κυρίως από το άρθρο 332 ΑΚ, που καθιστά άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία αποκλεισμού ή περιορισμού της ευθύνης για δόλο ή βαριά αμέλεια.

Εντός αυτών των ορίων, η διαμόρφωση της σύμβασης μπορεί να εξειδικεύσει το πρότυπο ανταπόκρισης μέσω λεπτομερών προδιαγραφών, να κατανείμει την υποχρέωση και τη διάρκεια των ενημερώσεων, να ρυθμίσει τη σειρά και τις προϋποθέσεις άσκησης των δικαιωμάτων του αγοραστή και να προβλέψει διαδικασίες ελέγχου και ειδοποίησης για ελλείψεις.

Πέρα από το άρθρο 332 ΑΚ, όρια θέτουν επίσης η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και τα χρηστά ήθη (άρθρα 178 και 179 ΑΚ). Όταν χρησιμοποιούνται γενικοί όροι συναλλαγών, ο έλεγχός τους σε B2B σχέση στηρίζεται στις παραπάνω γενικές αρχές και όχι στο αυστηρό καθεστώς προστασίας του καταναλωτή που ισχύει έναντι καταναλωτών.

Η εμπειρία από σχετικές συμβάσεις, δείχνει ότι η γενική αποποίηση κάθε ευθύνης προσκρούει στο άρθρο 332 ΑΚ, ενώ η στοχευμένη κατανομή ευθύνης ανά κατηγορία έλλειψης αντέχει τον έλεγχο. Επομένως, μια ρήτρα τύπου «το πράγμα πωλείται ως έχει» δεν αναιρεί την ευθύνη για βαριά αμέλεια και χρειάζεται ad hoc διατύπωση που να διακρίνει μεταξύ διαφορετικών πηγών έλλειψης ανταπόκρισης για να παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

ΣτοιχείοB2B (επιχείρηση αγοράστρια)B2C (καταναλωτής αγοραστής)
Χαρακτήρας κανόνων ανταπόκρισηςκατ’ αρχήν ενδοτικού δικαίουαναγκαστικού δικαίου υπέρ του καταναλωτή
Συμβατική παρέκκλισηεπιτρεπτή εντός των άρθρων 332, 281, 178 και 179 ΑΚανεπίτρεπτη εις βάρος του καταναλωτή
Έλεγχος γενικών όρων συναλλαγώνβάσει γενικών αρχών (288, 178, 179 ΑΚ)αυστηρός, βάσει του δικαίου προστασίας καταναλωτή
Εποπτεία τήρησηςδικαστική, κατά περίπτωσηκαι διοικητική, μέσω της αρμόδιας αρχής προστασίας καταναλωτή

Πώληση ή σύμβαση έργου: πώς κρίνεται το αγαθό που πρόκειται να κατασκευαστεί;

Όταν αντικείμενο της συμφωνίας είναι αγαθό που πρόκειται να κατασκευαστεί ή να παραχθεί, η συναλλαγή μπορεί να υπαχθεί είτε στην πώληση (άρθρα 513 επ. ΑΚ) είτε στη σύμβαση έργου (άρθρα 681 επ. ΑΚ). Η υπαγωγή καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς την ευθύνη και την παραγραφή και εξαρτάται από τα δεδομένα της συναλλαγής.

Κριτήρια για τη διάκριση αποτελούν α) ο βαθμός εξατομίκευσης του αγαθού στις ανάγκες του αντισυμβαλλομένου, β) το ποιο μέρος προμηθεύει τα υλικά και γ) ο χαρακτήρας της κύριας παροχής.

Όσο η συμφωνία πλησιάζει στην παραγωγή τυποποιημένου προϊόντος, τόσο τείνει προς την πώληση. Όσο επικεντρώνεται στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος κατά παραγγελία, τόσο τείνει προς το έργο. Η διάκριση έχει νομική σημασία, διότι η ευθύνη του εργολάβου για ελαττώματα του έργου διέπεται από ειδικότερες διατάξεις (άρθρα 688 επ. ΑΚ), ενώ ο Ν. 4967/2022 συνέδεσε τα δύο πεδία, καθώς διατάξεις της σύμβασης έργου παραπέμπουν πλέον στις διατάξεις της πώλησης για την ανταπόκριση.

Η υπαγωγή κρίνεται κατά περίπτωση και η σαφής διατύπωση της κύριας υποχρέωσης και της κατανομής του κινδύνου στη σύμβαση επηρεάζει το ποιες νομικές διατάξεις θα εφαρμοστούν. Σε οριακές περιπτώσεις, όταν το αγαθό συνδυάζει υλικά στοιχεία με ψηφιακό περιεχόμενο κατά παραγγελία, η σύνθεση των διατάξεων οδηγεί σε αποτέλεσμα που δεν είναι προφανές από την ανάγνωση ενός μόνο συμβατικού όρου.

Συχνές Ερωτήσεις

Εφαρμόζεται ο Ν. 4967/2022 και στις πωλήσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή μόνο σε καταναλωτές;

Το καθεστώς ανταπόκρισης των άρθρων 513Α επ. ΑΚ γενικεύτηκε σε κάθε πώληση, ανεξάρτητα από την ιδιότητα των μερών, επομένως καταλαμβάνει και τις B2B πωλήσεις αγαθών με ψηφιακά στοιχεία. Αντίθετα, το αυτοτελές καθεστώς για το ψηφιακό περιεχόμενο και τις ψηφιακές υπηρεσίες έχει υποκειμενικό πεδίο περιορισμένο στις σχέσεις προς καταναλωτή.

Μπορεί η πωλήτρια επιχείρηση να αποκλείσει συμβατικά την ευθύνη ανταπόκρισης έναντι άλλης επιχείρησης;

Σε B2B σχέση επιτρέπεται η συμβατική αναδιαμόρφωση του καθεστώτος, αλλά εντός ορίων. Το άρθρο 332 ΑΚ καθιστά άκυρη κάθε εκ των προτέρων απαλλαγή για δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ όρια θέτουν και τα άρθρα 281, 178 και 179 ΑΚ. Μια γενική αποποίηση κάθε ευθύνης είναι επισφαλής, ενώ η στοχευμένη κατανομή ευθύνης ανά κατηγορία έλλειψης είναι νομικά ασφαλέστερη.

Πότε παραγράφονται τα δικαιώματα του αγοραστή για μη ανταπόκριση;

Κατά το άρθρο 554 ΑΚ, η παραγραφή είναι διετής για τα κινητά και πενταετής για τα ακίνητα, με αφετηρία την παράδοση. Για τα πράγματα με ψηφιακά στοιχεία ισχύουν ειδικές προθεσμίες έξι μηνών για τα δικαιώματα που απορρέουν από τη μη ανταπόκριση του ψηφιακού στοιχείου ή από αθέτηση της υποχρέωσης ενημέρωσης. Η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν δύο μήνες από τη διαπίστωση της έλλειψης.

Πότε ένα αγαθό με ψηφιακά στοιχεία κρίνεται ως πώληση και πότε ως σύμβαση έργου;

Η υπαγωγή εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά, ιδίως τον βαθμό εξατομίκευσης, το ποιος προμηθεύει τα υλικά και τον χαρακτήρα της κύριας παροχής. Όταν επικρατεί η παραγωγή τυποποιημένου προϊόντος, εφαρμόζονται οι διατάξεις της πώλησης. Όταν επικρατεί η επίτευξη αποτελέσματος κατά παραγγελία, εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης έργου, με διαφορετικό καθεστώς ευθύνης και παραγραφής.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ορισμός του αντικειμένου ως πράγματος με ψηφιακά στοιχεία: η σύμβαση οφείλει να αποσαφηνίζει αν το ψηφιακό στοιχείο αποτελεί μέρος της πώλησης κατά το άρθρο 513Α ΑΚ, καθώς αυτό κρίνει αν εφαρμόζεται το καθεστώς ανταπόκρισης ή άλλος συμβατικός τύπος.

Ρητός καθορισμός της διάρκειας ενημερώσεων: ο εύλογος χρόνος του άρθρου 538 ΑΚ είναι ασαφής έννοια. Ο ρητός προσδιορισμός της περιόδου και του εύρους των ενημερώσεων περιορίζει την αβεβαιότητα για αμφότερα τα μέρη.

Στοχευμένη κατανομή ευθύνης αντί γενικής αποποίησης: μια ρήτρα που διακρίνει μεταξύ πηγών έλλειψης ανταπόκρισης αντέχει τον έλεγχο του άρθρου 332 ΑΚ περισσότερο από μια γενική αποποίηση κάθε ευθύνης.

Τήρηση των σύντομων προθεσμιών: η διετής παραγραφή για τα κινητά και οι εξάμηνες προθεσμίες για τα ψηφιακά στοιχεία απαιτούν έγκαιρη ειδοποίηση και άσκηση δικαιωμάτων. Η αναστολή των δύο μηνών από τη διαπίστωση λειτουργεί ως περιορισμένο περιθώριο.

Σαφής υπαγωγή σε πώληση ή έργο: η διατύπωση της κύριας υποχρέωσης και της κατανομής του κινδύνου επηρεάζει την υπαγωγή της συναλλαγής και, μέσω αυτής, το εφαρμοστέο δίκαιο ευθύνης και παραγραφής.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ψηφιακές συμβάσεις και ψηφιακές πωλήσεις.