Skip to content

Αρθρογραφία

Πώληση Ελαττωματικού Πράγματος – Δικαιώματα & Υποχρεώσεις Των Μερών

ελλατωματικό πράγμα

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, προκύπτει ότι

  • ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ’ αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες, δηλαδή η ευθύνη του είναι αντικειμενική, με εξαίρεση την αξίωση αποζημίωσης ένεκα ελαττώματος, κατ’ άρθρο 543 εδ. β’, που παρέχεται μόνο εφόσον ο πωλητής βαρύνεται με πταίσμα
  • ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ’ επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα, ασκείται κατ’ αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αλλά και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής.

Συνομολογημένη Ιδιότητα

Ως “συνομολογημένη ιδιότητα” του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. 

Τα μέρη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα να αναγάγουν ρητώς οποιαδήποτε χαρακτηριστικά ή ιδιότητες ενός πράγματος σε δεσμευτικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Η σχετική συμφωνία των μερών μπορεί να έχει θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο, να αναφέρεται δηλαδή στην ανάγκη υπάρξεως ορισμένων ιδιοτήτων ή στην ανάγκη απουσίας ορισμένων χαρακτηριστικών – ελαττωμάτων αντίστοιχα. 

Έτσι, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, ότι το πράγμα έχει τη συμφωνημένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της. Συνιστά δε συνομολόγηση ιδιότητας και η συμφωνία περί έλλειψης ορισμένου πραγματικού ελαττώματος. 

Επομένως, για να γεννηθεί η κατά τα ανωτέρω ευθύνη του πωλητή πρέπει το πραγματικό ελάττωμα ή συνομολογημένη ιδιότητα να λείπει κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου, δηλαδή κατά κανόνα, κατά το χρόνο της παραδόσεως του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή (ΑΠ 84/2020).

Ενέργειες Αγοραστή

Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών, εαν πρόκειται για κινητά και πέντε ετών, εαν πρόκειται για ακίνητα. 

Η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή (χρόνος μετάθεσης κινδύνου), ακόμη και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας αργότερα

Στις περιπτώσεις που ο αγοραστής ασκεί δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος, όχι με αγωγή αλλά με εξώδικη δήλωση, είναι υποχρεωμένος να απευθύνει αυτή τη δήλωση στον πωλητή μέσα στην ανωτέρω προθεσμία.

Η σκοπούμενη διάπλαση θα επέλθει βέβαια τότε, εφόσον ο αγοραστής είχε πραγματικά το αντίστοιχο δικαίωμα, πράγμα που σε περίπτωση αμφισβήτησης εκ μέρους του πωλητή θα κριθεί από το δικαστήριο ύστερα από σχετική αγωγή του αγοραστή ή του πωλητή (αναγνωριστική), οι οποίες μπορούν να ασκηθούν και αφού παρέλθει η προθεσμία.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο αγοραστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης ή της μείωσης του τιμήματος με αγωγή, η αγωγή αυτή πρέπει να ασκηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία. Κατά δε το άρθρο 558 Α.Κ., ο αγοραστής, μπορεί και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής να ασκήσει με ένσταση τα εξαιτίας του ελαττώματος ή της έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας δικαιώματά του, εφόσον εντός του χρόνου της παραγραφής ειδοποίησε τον πωλητή γι’ αυτό. 

Εφόσον, λοιπόν, συντρέχει η προϋπόθεση της εμπρόθεσμης ειδοποίησης, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ασκήσει, αλλά μόνο κατ’ ένσταση, χωρίς χρονικό πλέον περιορισμό, κάθε δικαίωμα που έχει λόγω της ύπαρξης ελαττώματος ή έλλειψης κάποιας από τις συμφωνηθείσες ιδιότητες. 

Ειδοποίηση

Η “ειδοποίηση” πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, θα πρέπει δηλαδή να καθορίζεται σ’ αυτή το συγκεκριμένο ελάττωμα ή η έλλειψη της ιδιότητας (ή ενδεχομένως τα περισσότερα ελαττώματα ή ελλείψεις) που εμφανίζει το πωληθέν και να συνάγεται από αυτήν, έστω και συμπερασματικά ότι ο αγοραστής επιφυλάσσεται να ασκήσει τα δικαιώματά του. Μια αόριστη ειδοποίηση του αγοραστή προς τον πωλητή ότι το πωληθέν έχει ελαττώματα και ελλείψεις θα δημιουργούσε αβεβαιότητα στον πωλητή, πράγμα που θα αντέβαινε στο σκοπό της ανωτέρω διάταξης. 

Η ειδοποίηση αυτή αποτελεί μονομερή δήλωση του αγοραστή, από τη λήψη της οποίας εξαρτά ο νόμος ορισμένο έννομο αποτέλεσμα, μπορεί δε να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και σιωπηρά και δεν απαιτεί ορισμένο τύπο. 

Έτσι, ως ειδοποίηση, μπορεί να εκτιμηθεί, στα πλαίσια άσκησης (μετά το χρόνο παραγραφής), με ένσταση, του δικαιώματος υπαναχώρησης του αγοραστή, εναγόμενου για την καταβολή του τιμήματος και η γενόμενη, μέσα στην διετία ή πενταετία, αντίστοιχα, εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης που δεν έγινε αποδεκτή από τον πωλητή και δεν αποτέλεσε το κύρος της αντικείμενο σχετικής δίκης, εφόσον διαλάμβανε επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών ελαττωμάτων ή έλλειψη συγκεκριμένων συνομολογημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 560/2017).

Αδικοπραξία Πωλητή

Στην περίπτωση της έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα παραπάνω δικαιώματα (ήτοι: διόρθωση, αντικατάσταση, μείωση τιμήματος και υπαναχώρηση), να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους, ενώ το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή.

Όπως διδάσκεται και νομολογείται, η αθέτηση της συμβάσεως, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ). Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.

Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους και σύμφωνα με την μνημειώδη απόφαση Ολ. ΑΠ 967/73: “Όπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον

 Επομένως, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914 ΑΚ για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, για παράβαση της σύμβασης και από αδικοπραξία, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως να ικανοποιηθούν και οι δύο, γιατί η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη χωρίς αντικείμενο.

Έτσι, σε περίπτωση πώλησης, εφόσον συντρέχουν, κατά τα ως άνω, πρόσθετα στοιχεία, μπορεί να ασκηθεί μόνο η από αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής, χωρίς να έχει ως προϋπόθεση τη σύμβαση. Με τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται όταν το ελαττωματικό πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή.

Θεμελίωση Αδικοπραξίας

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται :

  1. συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια,
  2. ζημία και
  3. αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. 

Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη.

Η συμπεριφορά, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από:

  • το νόμο, 
  • τη δικαιοπραξία, 
  • την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, 
  • την προηγούμενη συμπεριφορά του, ή 
  • το γενικό πνεύμα του δικαίου. 

Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι “η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος”. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. 

Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του πωλητή καθώς και του διανομέα κινητών, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους πρόκλησης βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας αυτών και η υποχρέωση πληροφόρησης των χρηστών. 

Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και συνεπώς υποχρέωσης του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ζημίας. 

Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε (ΑΠ 983/2019).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις συμβάσεις πώλησης.