Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 410 του ΑΚ “Αν κάποιος δεχτεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε”, ενώ σύμφωνα με το επόμενο άρθρο “Ο τρίτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας απ’ αυτόν που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης”
Από τα παραπάνω συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Με τη διάταξη του άρθρου 410 του ΑΚ καθιερώνεται τεκμήριο υπέρ της καταχρηστικής συμβάσεως υπέρ τρίτου.
- Η μορφή αυτή της συμβάσεως υπέρ τρίτου αποκλείει τη δυνατότητα να αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να ζητήσει την προς αυτόν εκπλήρωση της παροχής.
- Η διάταξη του άρθρου 410 του ΑΚ συνιστά ενδοτικό δίκαιο και το τεκμήριο, που καθιερώνεται με αυτή, μπορεί να ανατραπεί με συμφωνία των συμβαλλομένων (υποσχεθέντος και δέκτη της υποσχέσεως).
- Η συμφωνία μπορεί να είναι ρητή και να εκφράζει τη θέληση των συμβαλλομένων ή μπορεί να συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως.
Η Γνήσια Σύμβαση Υπέρ Τρίτου
Κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από την σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απ` απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή.
Δηλαδή, γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά την οποία ο τελευταίος, παρότι δεν μετέσχε στην κατάρτισή της, δικαιούται να απαιτήσει την παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα υπάρχει και όταν δεν εκφράστηκαν ρητώς οι συμβαλλόμενοι, συνάγεται, όμως, τούτο από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως, όπως στην περίπτωση κατά την οποία συνομολογήθηκε κυρίως προς το συμφέρον του τρίτου (ΑΠ. 104/2007).
Η ενοχική σχέση, με την οποία συνδέεται ενιαία η υπόσχεση υπέρ τρίτου, μπορεί να είναι οποιαδήποτε αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής σύμβαση, όπως αγοραπωλησία, μίσθωση πράγματος ή υπηρεσίας ή έργου, εταιρία, εντολή, εκχώρησης, δωρεάς, παρακαταθήκης κ.α.
Εάν δεν προκύπτει από την σύμβαση ότι προσπορίζεται δικαίωμα στον τρίτο, τότε αυτός αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα μόνο κατά τα άρθρα 455 και 460 ΑΚ, δηλαδή όταν εκχωρηθεί σε αυτόν από εκείνον που δέχθηκε την υπόσχεση η απαίτηση, γιατί αλλιώς δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής κατά του υποσχεθέντος.
Η ενοχική αυτή σχέση των συμβληθέντων, με την οποία ενιαίως συνδέθηκε η υπέρ άλλου υπόσχεση, δεν αποκλείεται, ενόψει του ότι οι περί συμβάσεως τρίτου διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να υφίσταται και όταν ο δέκτης της υποσχέσεως δεν συμμετείχε στην βασική έννομη σχέση που συνδέει τους αρχικώς συμβληθέντες.
Χαρακτηριστικά
Η υπέρ τρίτου σύμβαση, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι κατά κανόνα αιτιώδης και απαραίτητος για το κύρος και την ισχύ αυτής όρος είναι να περιέχεται σ’ αυτήν η αιτία, εξ’ αφορμής της οποίας καταρτίζεται.
Ως “αιτία” (causa) νοείται ο άμεσος σκοπός, για τον οποίο γίνεται η συντελουμένη επίδοση δια της συμβάσεως, ήτοι η δημιουργία περιουσιακού πλεονεκτήματος για τον λήπτη, αποτελεί τον ψυχολογικό παράγοντα, ο οποίος στη σειρά των σκοπών του δικαιοπρακτούντος είναι ο εγγύτερος προς αυτήν, προσδιορίζοντας τη θέληση προς ενέργεια της επιδόσεως και δίδει τον νομικό χαρακτήρα στη δικαιοπραξία αναλόγως των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τα οποία έχει και τα οποία ανάγει το δίκαιο σε ορισμένους τόπους πράξεων.
Η ύπαρξη αιτίας μεταξύ του υποσχεθέντος και δεχθέντος την υπόσχεση είναι απαραίτητος όρος για το κύρος και την ισχύ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, διότι στην περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια αιτία, δεν γεννάται η προς τον τρίτον υποχρέωση του υποσχεθέντος.
Δεν αποκλείεται βεβαίως να καταρτισθεί σύμβαση υπέρ τρίτου, υπό τον τύπο της αφηρημένης υποσχέσεως, πλην όμως ο υποσχεθείς δύναται να αντιτάξει, ως εναγόμενος, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ένσταση της ελλείψεως αιτίας, αποδεικνύοντας την ανυπαρξία της αιτίας.
Αντιθέτως η ύπαρξη της αιτίας στην μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του τρίτου σχέση δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της υπέρ τρίτου συμβάσεως, ασκεί όμως επιρροή στις σχέσεις μεταξύ του δεκτού της υποσχέσεως και τρίτου και μόνο μεταξύ τούτων, είναι δυνατόν όμως ο τελευταίος (τρίτος) να εναχθεί από τον δέκτη της υποσχέσεως δια της περί αχρεωστήτου αγωγής (ΑΠ 1424/2013).
Κοινοτικό Δίκαιο – Η Ρήτρα Διαιτησίας Ως Σύμβαση Υπέρ Τρίτου
Σύμφωνα με την Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012 επί των Υποθέσεων T-168/10 και T-572/10, μία από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων ορίζει ότι η σύμβαση δεσμεύει μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη, η αρχή αυτή δεν εμποδίζει δύο συμβαλλομένους, μέσω συμβάσεως υπέρ τρίτου, να απονείμουν δικαίωμα σε τρίτο.
Συναφώς, από τις ίδιες αυτές γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων προκύπτει ότι η ύπαρξη ρήτρας υπέρ τρίτου μπορεί να προκύπτει από ρητή συμφωνία μεταξύ του υποσχόμενου και του αντισυμβαλλομένου του με σκοπό την απονομή δικαιώματος σε τρίτον.
Η ύπαρξη μιας τέτοιας ρήτρας υπέρ τρίτου μπορεί επίσης να συνάγεται από τον σκοπό της συμβάσεως ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της.
Επιπλέον, ο υποσχόμενος και ο αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση υπέρ τρίτου μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν τη ρήτρα που απονέμει το εν λόγω δικαίωμα.
Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, αυτό δεν είναι πλέον δυνατόν αφότου ο υπέρ ου τρίτος ανακοίνωσε στον υποσχεθέντα ή στον αντισυμβαλλόμενό του ότι προτίθεται να επωφεληθεί του δικαιώματός του.
Η πρόβλεψη, σε σύμβαση, ρήτρας διαιτησίας επιτρέπουσας στην Ένωση να υποβάλει μια διαφορά μεταξύ αυτής και ενός τρίτου στον δικαστή της Ένωσης δεν αντιβαίνει στην επιταγή του άρθρου 272 ΣΛΕΕ σύμφωνα με την οποία μια τέτοια ρήτρα πρέπει να περιέχεται σε σύμβαση η οποία συνάπτεται από την Ένωση ή για λογαριασμό της.
Πράγματι, αφενός, μια σύμβαση υπέρ τρίτου μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβαση για λογαριασμό της Ένωσης. Αφετέρου, ασφαλώς, η επιταγή αυτή του άρθρου 272 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατόν η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστή της Ένωσης για συμβατικές διαφορές να μπορεί να θεμελιωθεί εναντίον της βουλήσεως της Ένωσης.
Όμως, στην περίπτωση ρήτρας διαιτησίας συνομολογηθείσας αποκλειστικά υπέρ της Ένωσης, η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να της αντιταχθεί εναντίον της βουλήσεώς της.
Εξάλλου, δεδομένου ότι οι ρήτρες διαιτησίας είναι συμβατικής φύσεως, τίποτα δεν εμποδίζει να εξεταστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας ρήτρας βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων οι οποίες απορρέουν από τις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δίκαιο των συμβάσεων.