Συμβάσεις Διανομής: Αντιπροσωπεία, Δικαιόχρηση, Franchise

Νομικός Οδηγός Συμβάσεων Εμπορικής Διανομής: Αντιπροσωπεία, Δικαιόχρηση, Αποκλειστική Διανομή

Συνοπτικά:

  • Το ελληνικό δίκαιο γνωρίζει πέντε βασικές μορφές διανομής: εμπορική αντιπροσωπεία, αποκλειστική διανομή, επιλεκτική διανομή, δικαιόχρηση (franchising) και εμπορική παραγγελία. Δευτερευόντως απαντάται και η σύμβαση παραχώρησης (concession).
  • Μόνο η εμπορική αντιπροσωπεία ρυθμίζεται ρητά από το νόμο (ΠΔ 219/1991, ως ενσωμάτωση της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ). Οι λοιπές διέπονται από γενικές διατάξεις του ΑΚ, με δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του ΠΔ 219/1991 υπό προϋποθέσεις.
  • Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720 (Vertical Block Exemption Regulation – VBER) λειτουργεί από 1.6.2022 ως safe harbor για κάθετες συμφωνίες, εφόσον το μερίδιο αγοράς κάθε μέρους δεν υπερβαίνει το 30%.
  • Η αποζημίωση πελατείας απαιτεί τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις και υπολογίζεται με όριο τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας (ΑΠ 1814/2022).
  • Η επιλογή του τύπου εξαρτάται από τον επιχειρηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εταίρος, τον βαθμό ελέγχου του δικτύου, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

Ποιες είναι οι βασικές μορφές εμπορικής διανομής στο ελληνικό δίκαιο;

Στο ελληνικό δίκαιο η διάθεση προϊόντων ή υπηρεσιών μέσω τρίτων ανεξάρτητων επιχειρηματιών, οργανώνεται κυρίως γύρω από πέντε συμβατικούς τύπους:

  • την εμπορική αντιπροσωπεία,
  • την αποκλειστική διανομή,
  • την επιλεκτική διανομή,
  • τη δικαιόχρηση (franchising) και την
  • εμπορική παραγγελία.

Καθεμιά διαφοροποιείται ως προς το ποιος αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ποιος ελέγχει την πελατεία και ποιος δικαιούται τα κέρδη της μεταπώλησης.

Η εμπορική αντιπροσωπεία είναι η μόνη μορφή που ρυθμίζεται ρητά στο νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ΠΔ 219/1991 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής που, σε μόνιμη βάση και έναντι αμοιβής, διαπραγματεύεται ή συνάπτει εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Δεν αγοράζει τα προϊόντα αλλά εισπράττει προμήθεια.

Η αποκλειστική διανομή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, μη ρυθμιζόμενη ειδικά από το νόμο. Ο διανομέας αγοράζει τα προϊόντα από τον προμηθευτή και τα μεταπωλεί στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Τα κέρδη του προκύπτουν από τη διαφορά τιμής αγοράς και πώλησης. Στην αποκλειστική εκδοχή της, ο προμηθευτής δεσμεύεται να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές μέσα σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή.

Η επιλεκτική διανομή χρησιμοποιείται κυρίως για είδη πολυτελείας, υψηλής τεχνολογίας ή προϊόντα που απαιτούν εξειδικευμένη υποστήριξη. Ο προμηθευτής δεσμεύεται να πωλεί μόνο σε διανομείς που πληρούν προκαθορισμένα ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια. Η νομική της λειτουργία ελέγχεται κυρίως από τη σκοπιά του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Η δικαιόχρηση (franchising) συνδυάζει στοιχεία διανομής με μεταφορά τεχνογνωσίας, παραχώρηση χρήσης σήματος και διαρκή υποστήριξη. Ο δικαιοδόχος (franchisee) ενσωματώνει στην επιχείρησή του ολοκληρωμένο επιχειρηματικό μοντέλο, καταβάλλοντας entry fee και τρέχοντα δικαιώματα (royalties).

Η εμπορική παραγγελία είναι μορφή έμμεσης αντιπροσώπευσης: ο παραγγελιοδόχος ενεργεί στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα. Ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή. Ομοειδής συμβάσεις είναι και η σύμβαση μεσιτείας και μεταπρασίας.

Ως δευτερεύουσες μορφές απαντώνται η σύμβαση παραχώρησης (concession), συχνά συνώνυμη με την αποκλειστική διανομή στην εμπορική πρακτική, αλλά διακριτή σε δημόσιες παραχωρήσεις και ειδικές μορφές όπως η σύμβαση management ξενοδοχείου, που λειτουργεί ως υβριδική μορφή διαχείρισης πελατείας.

ΜορφήΌνομα/λογαριασμόςΕπιχειρηματικός κίνδυνοςΈλεγχος δικτύουΑμοιβήΝομικό πλαίσιο
Εμπορική αντιπροσωπείαΣτο όνομα του αντιπροσωπευόμενουΣτον αντιπροσωπευόμενοΥψηλόςΠρομήθειαΠΔ 219/1991
Αποκλειστική διανομήΣτο όνομα του διανομέαΣτον διανομέαΜεσαίοςΜικτό κέρδοςΑΚ 361, αναλογική εφαρμογή ΠΔ 219/1991
Επιλεκτική διανομήΣτο όνομα του διανομέαΣτον διανομέαΥψηλός (ποιοτικά κριτήρια)Μικτό κέρδοςΑΚ 361, Καν. 2022/720
ΔικαιόχρησηΣτο όνομα του δικαιοδόχουΣτον δικαιοδόχοΠολύ υψηλός (system-wide)Μικτό κέρδος μείον royaltiesΑΚ 361, Καν. 2022/720
Εμπορική παραγγελίαΣτο όνομα του παραγγελιοδόχου, για λογαριασμό παραγγελέαΔιαβαθμισμένοςΧαμηλόςΠρομήθειαΑΚ 713 επ.

Σε τι διαφέρουν αντιπροσωπεία, αποκλειστική και επιλεκτική διανομή;

Η κρίσιμη διαφορά μεταξύ εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής εντοπίζεται στο ερώτημα ποιος αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, αμειβόμενος με προμήθεια. Ο αποκλειστικός διανομέας αγοράζει και μεταπωλεί στο δικό του όνομα και κίνδυνο, με κέρδος τη διαφορά τιμής. Η επιλεκτική διανομή προστίθεται ως τρίτη μορφή, με έμφαση στα ποιοτικά κριτήρια επιλογής διανομέων.

Όπως διατυπώνει το ακυρωτικό, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης (ΑΠ 751/2019).

Η διάκριση δεν είναι ωστόσο πάντοτε καθαρή. Όπως δέχεται πάγια η νομολογία, εφόσον ο διανομέας έχει καταστεί τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, με την έννοια ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης, χρησιμοποιεί τα σήματά του και του παρέχει πληροφορίες για το πελατολόγιο, χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, ιδίως όσων αφορούν στις προθεσμίες καταγγελίας και στην αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019). Η επέκταση δεν είναι αυτόματη: το δικαστήριο εξετάζει in concreto αν η λειτουργία του διανομέα προσομοιάζει σε ουσιώδη βαθμό με αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου.

Η αποκλειστική διανομή διαφοροποιείται από την απλή διανομή λόγω της ρήτρας αποκλειστικότητας. Στην απλή εμπορική διανομή απουσιάζει η υποχρέωση του διανομέα να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του, Συνεπώς δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991. Η επιλεκτική διανομή, εξάλλου, έχει διαφορετικό νομικό βάρος: εστιάζει στα κριτήρια επιλογής (εξειδίκευση προσωπικού, εμφάνιση καταστήματος, after-sales service) παρά στην εδαφική αποκλειστικότητα. Ο σχετικός έλεγχος γίνεται κυρίως υπό το πρίσμα του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/720, με κριτήριο αν τα κριτήρια επιλογής είναι αντικειμενικά, ομοιόμορφα και αναγκαία για τη φύση των προϊόντων.

Πότε επιλέγεται επιχείρηση δικαιόχρησης έναντι αποκλειστικής διανομής;

Η δικαιόχρηση επιλέγεται όταν η επιχείρηση επιθυμεί να επεκτείνει ένα τυποποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο διατηρώντας υψηλό βαθμό ελέγχου, ενώ η αποκλειστική διανομή προτιμάται όταν προτεραιότητα είναι η γρήγορη πρόσβαση σε αγορά μέσω ανεξάρτητου εμπόρου με δική του τοπική γνώση. Η διαφορά αποτυπώνεται κυρίως στη μεταφορά τεχνογνωσίας, στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και στο επίπεδο τυποποίησης της λειτουργίας.

Η δικαιόχρηση συνεπάγεται μεταβίβαση ολοκληρωμένου πακέτου: άδεια χρήσης σήματος και εμπορικών διακριτικών, μεταφορά τεχνογνωσίας, διαρκή υποστήριξη, εκπαίδευση προσωπικού και αυστηρή τήρηση των προδιαγραφών του δικτύου. Ο δικαιοδόχος καταβάλλει συνήθως entry fee και διαρκή royalties. Στην αποκλειστική διανομή, αντίθετα, ο διανομέας διατηρεί μεγαλύτερη οργανωτική αυτονομία, με την έννοια ότι υποχρεώσεις εμφάνισης και προώθησης μπορεί να υπάρχουν, αλλά χωρίς το επίπεδο τυποποίησης του franchise.

Από επιχειρηματική σκοπιά, η δικαιόχρηση ταιριάζει σε μοντέλα που η αξία τους εδράζεται στη συνέπεια της εμπειρίας πελάτη (αλυσίδες εστίασης, hospitality, λιανική σε εξειδικευμένα είδη). Η αποκλειστική διανομή ταιριάζει σε προϊόντα όπου η τοπική γνώση και το δίκτυο πελατών του διανομέα είναι το κρίσιμο asset. Η επιλογή έχει επιπτώσεις και στη φορολογία (transfer pricing, royalty withholding) και στις ρήτρες μη ανταγωνισμού μετά τη λύση.

Πώς εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720 στις συμφωνίες διανομής;

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720 (VBER) θεσπίζει αυτόματη απαλλαγή από την απαγόρευση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ για κάθετες συμφωνίες, εφόσον το μερίδιο αγοράς κάθε μέρους στις σχετικές αγορές δεν υπερβαίνει το 30% και δεν περιλαμβάνεται κάποιος από τους ρητά απαγορευμένους περιορισμούς. Ισχύει από 1.6.2022, αντικατέστησε τον παλαιότερο Κανονισμό 330/2010 και θα ισχύει έως τις 31.5.2034.

Η εφαρμογή του απαιτεί δύο βήματα: ορισμό της σχετικής αγοράς και υπολογισμό του μεριδίου. Αν τα όρια του 30% τηρούνται, η συμφωνία απολαμβάνει «safe harbor» και δεν χρειάζεται περαιτέρω εξατομικευμένη ανάλυση. Αν δεν τηρούνται, η συμφωνία αξιολογείται απευθείας υπό το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ.

Οι αυστηροί περιορισμοί του άρθρου 4 αποκλείουν εξ ορισμού την απαλλαγή. Στις σημαντικότερες ανήκουν: ο καθορισμός τιμής μεταπώλησης (resale price maintenance, RPM), η «στεγανοποίηση» εδαφών με απαγόρευση παθητικών πωλήσεων εκτός της εδαφικής περιοχής του διανομέα. Σε επιλεκτική διανομή, οι περιορισμοί διασταυρούμενων προμηθειών μεταξύ των επιλεγμένων διανομέων, οι περιορισμοί ενεργών πωλήσεων από τους τελικούς εξουσιοδοτημένους χρήστες. Ένας μόνο τέτοιος όρος αρκεί για να αποκλειστεί όλη η συμφωνία από την απαλλαγή.

Δύο καινοτομίες του Καν. 2022/720 ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τις ελληνικές επιχειρήσεις. Πρώτον, η διττή διανομή (dual distribution), όταν ο προμηθευτής πωλεί ταυτόχρονα μέσω ανεξάρτητων διανομέων και απευθείας στον τελικό καταναλωτή (συνήθως μέσω e-shop) εξακολουθεί να καλύπτεται, αλλά με αυστηρότερους όρους ως προς την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ προμηθευτή και διανομέα. Επιτρέπεται μόνο όση πληροφορία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υλοποίηση της συμφωνίας ή αναγκαία για τη βελτίωση της παραγωγής/διανομής. Δεύτερον, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτυακής διαμεσολάβησης (online intermediation services, OIS – marketplaces, booking platforms) θεωρούνται προμηθευτές, όχι αντιπρόσωποι, με συνέπεια να εφαρμόζονται οι κανόνες του VBER αντί της εξαίρεσης για genuine agency.

Στην πράξη, η μη συμμόρφωση μπορεί να συνδυαστεί και με ιδιωτικού δικαίου συνέπειες. Όροι διανομής που στηρίζονται σε καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής υπεροχής αντιμετωπίζονται με βάση το άρθρο 18α του Ν. 146/1914. Παράλληλα, οι σοβαρότεροι κάθετοι περιορισμοί μπορούν να συνιστούν παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ ή του Ν. 3959/2011 περί ελεύθερου ανταγωνισμού (βλ. ανάλυση για τις κάθετες συμπράξεις και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης).

Πότε δικαιούται αποζημίωση πελατείας ο διανομέας μετά τη λύση της σύμβασης;

Η αποζημίωση πελατείας οφείλεται στον εμπορικό αντιπρόσωπο –και κατ’ αναλογία στον αποκλειστικό διανομέα– όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991: εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υφιστάμενων, διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση, δίκαιη καταβολή λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Το ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας (ΑΠ 1814/2022).

Στις περιπτώσεις αποκλειστικής διανομής, η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991 προϋποθέτει ότι η διαμεσολαβητική λειτουργία του διανομέα προσομοιάζει σε ουσιώδη βαθμό με αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου. Κρίσιμα στοιχεία είναι η ένταξη στο δίκτυο διανομής του προμηθευτή, η υποχρέωση ακολούθησης οδηγιών για την προώθηση και την εμφάνιση των προϊόντων, η χρήση των σημάτων του προμηθευτή και η μεταβίβαση πληροφοριών για το πελατολόγιο και τις εξελίξεις της αγοράς (ΑΠ 1501/2023, ΑΠ 177/2019).

Στον υπολογισμό για τον αποκλειστικό διανομέα, η έννοια των «αμοιβών» διαφέρει από αυτή του αντιπροσώπου. Επειδή ο διανομέας δεν εισπράττει προμήθειες αλλά κερδίζει τη διαφορά τιμής αγοράς και πώλησης, ως αμοιβή θεωρείται το μικτό κέρδος του ως συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα από την εκτέλεση της σύμβασης. Στο όριο αυτό μπορεί να συνυπολογιστεί και τυχόν αμοιβή για υπηρεσίες που ο διανομέας ή ο προμηθευτής υποχρεωτικά παρέχει για την εκτέλεση της σύμβασης, εφόσον αυτές μετά τη λύση μεταφέρονται στον αντιπροσωπευόμενο και διατηρούνται ως ωφέλεια του (ΑΠ 685/2023).

Η αποζημίωση δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του αντιπροσώπου ή διανομέα που δικαιολογεί έκτακτη καταγγελία, ή όταν ο ίδιος ο αντιπρόσωπος/διανομέας καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου. Παράλληλα, η αξίωση αποζημίωσης πελατείας δεν αποκλείει αξίωση αποζημίωσης για περαιτέρω ζημία, όπως αυτή προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του ΑΚ. Στην περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας αορίστου χρόνου σύμβασης – χωρίς τήρηση των νόμιμων προθεσμιών και χωρίς σπουδαίο λόγο – ο καταγγέλλων ευθύνεται και αδικοπρακτικά κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 610/2022).

Ποιες ρήτρες είναι κρίσιμες σε κάθε σύμβαση εμπορικής διανομής;

Ανεξάρτητα από τον τύπο που επιλέγεται, ορισμένες ρήτρες αποτελούν τον σκληρό πυρήνα κάθε σύμβασης εμπορικής διανομής. Η σωστή σύνταξή τους καθορίζει τη ρευστότητα της εκτέλεσης, την αποτελεσματικότητα της λύσης και το μέγεθος των αξιώσεων που μπορούν να εγερθούν.

Αποκλειστικότητα και περιοχή ευθύνης. Ορίζει αν η συνεργασία είναι αποκλειστική για ορισμένη γεωγραφική περιοχή ή για ορισμένη πελατεία, ή κοινή με άλλους διανομείς. Η ρήτρα πρέπει να συνομολογεί ρητά την υποχρέωση του προμηθευτή να μην παραδίδει σε ανταγωνιστές εντός της περιοχής, καθώς και τυχόν δικαίωμα του διανομέα σε ενεργές vs παθητικές πωλήσεις εκτός περιοχής (κρίσιμο για VBER compliance).

Μη ανταγωνισμός κατά τη διάρκεια και μετά τη λύση. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης, η υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων είναι τυπικό περιεχόμενο. Μεταξύ της εμπορικής αντιπροσωπείας και της αποκλειστικής διανομής υπάρχει διαφορά: ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει και χωρίς ρητή πρόβλεψη παρεπόμενη υποχρέωση μη ανταγωνισμού, ενώ ο διανομέας μόνο εφόσον αναλάβει ρητά τέτοια δέσμευση (ΑΠ 1501/2023). Μετά τη λύση, η ρήτρα μη ανταγωνισμού επιτρέπεται κατά το άρθρο 10 ΠΔ 219/1991 και τις αντίστοιχες διατάξεις του Καν. 2022/720, υπό προϋποθέσεις διάρκειας (έως 1 ή 5 έτη ανάλογα με τη μορφή και τη φύση των προϊόντων), εδαφικού πεδίου και αντικειμένου.

Καταγγελία. Σε σύμβαση αορίστου χρόνου, οι προθεσμίες τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 ΠΔ 219/1991 (1 μήνας πρώτο έτος, 2 μήνες δεύτερο, αυξανόμενες έως 6 μήνες από το έκτο έτος) είναι ελάχιστες και δεν μπορούν να συντμηθούν με συμφωνία. Σε σύμβαση ορισμένου χρόνου, η έκτακτη καταγγελία απαιτεί σπουδαίο λόγο. Η σχετική νομολογία εφαρμόζει αναλόγως τις διατάξεις και επί αποκλειστικής διανομής.

Ελάχιστες ποσότητες και στόχοι πωλήσεων. Συχνά τίθενται ως διαλυτική αίρεση ή ως λόγος έκτακτης καταγγελίας. Η σύνταξή τους πρέπει να αποφεύγει υπερβολικές δεσμεύσεις που θα κριθούν ως καταχρηστικές κατά το άρθρο 281 ΑΚ ή ως καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής υπεροχής.

Δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Στη δικαιόχρηση και την επιλεκτική διανομή, η άδεια χρήσης σήματος, εμπορικών διακριτικών, λογισμικού και τεχνογνωσίας απαιτεί ρητούς όρους για τη διάρκεια, την επιστροφή υλικού μετά τη λύση και την προστασία του απορρήτου.

Εφαρμοστέο δίκαιο και επίλυση διαφορών. Σε διασυνοριακές συμφωνίες κρίσιμες είναι οι ρήτρες για το εφαρμοστέο δίκαιο (Κανονισμός Ρώμη Ι), τη διεθνή δικαιοδοσία (Κανονισμός Βρυξέλλες Ια) και τη δυνατότητα διαιτησίας. Ειδικά οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ 219/1991 για τον αντιπρόσωπο που δραστηριοποιείται εντός ΕΕ θεωρούνται κανόνες αναγκαστικού δικαίου που δεν μπορούν να παρακαμφθούν με ρήτρα δικαίου τρίτου κράτους (ΔΕΕ C-381/98, Ingmar).

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι η επιλεκτική διανομή και ποια προϊόντα δικαιολογούν τη χρήση της;

Επιλεκτική διανομή είναι το σύστημα όπου ο προμηθευτής αναλαμβάνει να πωλεί μόνο σε διανομείς που πληρούν προκαθορισμένα ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια, οι οποίοι με τη σειρά τους δεσμεύονται να μην μεταπωλούν σε μη εξουσιοδοτημένους εμπόρους. Η νομολογία και ο Καν. 2022/720 αναγνωρίζουν τη χρήση της κυρίως για είδη πολυτελείας, σύνθετα τεχνολογικά προϊόντα και προϊόντα που απαιτούν εξειδικευμένη υποστήριξη πριν ή μετά την πώληση. Τα κριτήρια επιλογής πρέπει να είναι αντικειμενικά, ομοιόμορφα εφαρμοζόμενα και ανάλογα προς τη φύση των προϊόντων.

Πότε λύνεται η σύμβαση εμπορικής διανομής αορίστου χρόνου;

Η σύμβαση λύνεται με τακτική καταγγελία, η οποία απαιτεί τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 8 ΠΔ 219/1991 (κλιμακούμενες από 1 μήνα έως 6 μήνες ανάλογα με τη διάρκεια συνεργασίας) εφόσον εφαρμόζεται αναλογικά, ή με έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 8 παρ. 8 του ίδιου ΠΔ. Η μη τήρηση των προθεσμιών χωρίς σπουδαίο λόγο γεννά αξίωση αποζημίωσης λόγω καταχρηστικής καταγγελίας, ενώ μπορεί να συντρέχει και αδικοπρακτική ευθύνη κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 610/2022).

Είναι έγκυρη η ρήτρα αποκλειστικότητας υπό τον Κανονισμό 2022/720;

Η ρήτρα αποκλειστικότητας είναι κατά κανόνα έγκυρη, εφόσον το μερίδιο αγοράς κάθε μέρους δεν υπερβαίνει το 30% και δεν περιλαμβάνεται περιορισμός παθητικών πωλήσεων εκτός εδαφικής περιοχής. Ο Καν. 2022/720 επιτρέπει στον προμηθευτή να ορίσει ως πέντε αποκλειστικούς διανομείς ανά περιοχή και να τους προστατέψει έναντι ενεργών πωλήσεων από άλλους εξουσιοδοτημένους διανομείς. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού για τον διανομέα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Δικαιούται αποζημίωση πελατείας ο διανομέας που έχει επωφεληθεί έντονα από την αναγνωρισιμότητα του brand του προμηθευτή;

Το επιχείρημα της εκμετάλλευσης προϋπάρχουσας αναγνωρισιμότητας λειτουργεί ανασταλτικά αλλά δεν αναιρεί αυτομάτως την αξίωση. Κρίσιμο παραμένει αν ο διανομέας εισέφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις σχέσεις με τους υφιστάμενους κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Στην εκτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης – τρίτη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991 – το δικαστήριο σταθμίζει όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων του διανομέα, της αναγνωρισιμότητας του σήματος προ της σύμβασης και της συμβολής της εμπορικής δραστηριότητας στο δίκτυο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγγραφος τύπος: Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής δεν απαιτεί έγγραφο τύπο, αλλά η έγγραφη σύναψη είναι ουσιώδης. Σε προφορική σύμβαση, ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει τα ίδια δικαιώματα έναντι του προμηθευτή, αλλά τα αποδεικτικά εμπόδια είναι σημαντικά. Σε αμφιβολία, τα δικαστήρια τείνουν να αποφασίζουν υπέρ του αντιπροσώπου.

Έλεγχος μεριδίου αγοράς πριν τη σύναψη: Ο υπολογισμός του μεριδίου αγοράς για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/720 απαιτεί ορισμό της σχετικής αγοράς (προϊόντος και γεωγραφική). Όταν τα μερίδια προσεγγίζουν το όριο του 30%, η ασφαλέστερη οδός είναι η εξατομικευμένη αξιολόγηση υπό το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ αντί της επίκλησης του safe harbor.

Ρήτρες ανταλλαγής πληροφοριών σε διττή διανομή: Σε σχήματα όπου ο προμηθευτής διατηρεί παράλληλα δικό του e-shop και αποκλειστικούς διανομείς, οι ρήτρες ανταλλαγής δεδομένων πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι άμεσα συνδεδεμένο με την υλοποίηση της συμφωνίας. Η ανταλλαγή τιμολογιακών στρατηγικών μεταξύ B2C και B2B καναλιών της ίδιας εταιρείας μπορεί να συνιστά κάθετο περιορισμό.

Καταγραφή της επιχειρηματικής εξάρτησης: Σε αποκλειστική διανομή, η επιχειρηματική ένταξη στο δίκτυο του προμηθευτή είναι κρίσιμη για τη διεκδίκηση αποζημίωσης πελατείας. Συστήνεται τήρηση εγγράφων που τεκμηριώνουν την υιοθέτηση των οδηγιών του προμηθευτή, τη χρήση των σημάτων του και τη μεταφορά δεδομένων πελατολογίου, καθώς αυτά αποτελούν το κρίσιμο test in concreto που εφαρμόζει η νομολογία.

Ρήτρες εφαρμοστέου δικαίου σε διεθνείς συμβάσεις: Όταν ο αντιπρόσωπος δραστηριοποιείται εντός ΕΕ, η επιλογή δικαίου τρίτου κράτους με σκοπό αποφυγή των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ θεωρείται ανίσχυρη ως προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις. Η σχετική θέση θεμελιώθηκε στη νομολογία ΔΕΕ Ingmar (C-381/98) και επιβεβαιώθηκε σε επόμενες υποθέσεις.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις συμβάσεις διανομής.

Άκυρες και Ακυρώσιμες Δικαιοπραξίες (Συμβάσεις)

Δικαιοπραξίες

Από τη νομική θεωρία των δικαιοπραξιών, γνωστά είδη ελαττωματικότητας και παθογένειας μιας σύμβασης είναι, με τη διαβάθμιση σοβαρότητας του ελαττώματος:

  • η ανυποστασία, δηλ. η μη ύπαρξη στο νομικό κόσμο,
  • η ακυρότητα, δηλ. η κατάρτιση της σύμβασης, πλην όμως με ελάττωμα του κύρους της, συνήθως στο περιεχόμενό της (άρθρ. 174 , 178 ΑΚ), το οποίο ελάττωμα την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη (άρθρ. 180 ΑΚ),
  • η ακυρωσία, δηλ. η σύμβαση που ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (άρθρ. 184 ΑΚ).

Τέλος, υφίσταται και η ανενέργεια της σύμβασης: πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η Άκυρη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Η διάταξη αυτή αποτελεί την κορωνίδα της ρύθμισης της ακυρότητας και εκφράζει την ουσία της: η άκυρη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη στο νομικό κόσμο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Εξάλλου, η ακυρότητα αποτελεί ελάττωμα του κύρους της δικαιοπραξίας, συνήθως στο περιεχόμενό της, το οποίο την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη. Το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό που το δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία νομική υπόσταση στη δικαιοπραξία.

Αιτίες Ακυρότητας

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει δύο κύριες περιπτώσεις ακυρότητας: την αντίθεση προς απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) και την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ).

Αντίθεση προς Απαγορευτική Διάταξη Νόμου (Άρθρο 174 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη». Η διάταξη αυτή αποτελεί περιορισμό στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Η εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ προϋποθέτει: α) δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, και β) μη αποκλεισμό της ακυρότητας ως συνέπειας της απαγόρευσης. Εάν από το σκοπό της απαγορευτικής διάταξης προκύπτει άλλη συνέπεια (π.χ. ποινή, αποζημίωση), το άρθρο 174 δεν εφαρμόζεται.

Επίσης, ο παραβιαζόμενος κανόνας πρέπει να είναι δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ, ήτοι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή του από την ιδιωτική βούληση. Εάν η εφαρμογή του κανόνα δύναται να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών, δεν προκαλείται ακυρότητα.

Τέλος, η ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει τη γνώση ή την πρόθεση παραβίασής της και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προτείνονται και αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Αντίθεση προς τα Χρηστά Ήθη (Άρθρο 178 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα.

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα με τη λήψη υπόψη του αιτίου που την προκάλεσε ή του σκοπού που επιδιώκεται μ’ αυτήν (ΑΠ 1522/2000).

Τέλος σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη .

Η Αισχροκερδής Δικαιοπραξία

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: αφενός η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, και αφετέρου η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου (ΑΠ 538/2021).

Στην έννοια της εκμεταλλεύσεως περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσεως των ανωτέρω καταστάσεων. Θεωρούνται ως απειρία η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Η Ακυρώσιμη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, «η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε».

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη. Η θεραπεία του ελαττώματος είναι δυνατή και η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί.

Αιτίες Ακυρωσίας

Οι κύριες περιπτώσεις ακυρωσίας προβλέπονται στα άρθρα 140-155 ΑΚ και αφορούν ελαττώματα της δικαιοπρακτικής βούλησης: την πλάνη, την απάτη και την απειλή.

Πλάνη (Άρθρα 140-143 ΑΚ)

Η πλάνη αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 140 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς τα στοιχεία της είναι ακυρώσιμη». Η πλάνη πρέπει να αφορά τα στοιχεία της σύμβασης και όχι απλώς τα κίνητρα ή τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της.

Το άρθρο 141 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι ακυρώσιμη η δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς το νομικό χαρακτήρα της περιουσιακής παροχής». Η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 140, καθώς η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΑΚ, «η πλάνη ως προς το πρόσωπο με το οποίο έγινε η δικαιοπραξία δεν είναι λόγος ακυρότητας, εκτός αν η προσωπική σχέση θεωρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιώδης».

Απάτη (Άρθρα 147-149 ΑΚ)

Η απάτη αποτελεί σκόπιμη παραπλάνηση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απάτης είναι ακυρώσιμη». Η απάτη απαιτεί: α) σκόπιμη παραπλάνηση, β) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης, και γ) ζημία του απατηθέντος.

Το άρθρο 148 ΑΚ ορίζει ότι «απάτη συνιστά και η σιωπή, όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση περιστατικών που κατά το νόμο ή τη συναλλακτική ηθική όφειλε να γνωστοποιήσει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την απάτη δια παραλείψεως.

Απειλή (Άρθρα 150-153 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 150 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απειλής είναι ακυρώσιμη». Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, να αφορά επικείμενο και σοβαρό κίνδυνο, και να ασκείται με σκοπό να εκφοβισθεί ο απειλούμενος και να τον υποχρεώσει να συνάψει τη δικαιοπραξία.

Το άρθρο 151 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι παράνομη η απειλή που ασκείται για την επιδίωξη δικαιώματος με δικαστικά μέσα». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να απειλήσει με δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του.

Διακρίσεις και Συγκριτική Ανάλυση
Διαφορές Άκυρης και Ακυρώσιμης Δικαιοπραξίας

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης δικαιοπραξίας έγκειται στη φύση του ελαττώματος και στις έννομες συνέπειες:

ΧαρακτηριστικόΆκυρη ΔικαιοπραξίαΑκυρώσιμη Δικαιοπραξία
Νομική υπόστασηΑνύπαρκτη (σαν να μην έγινε)Υπαρκτή μέχρι την ακύρωση
Έννομα αποτελέσματαΚανέναΠαράγονται μέχρι την ακύρωση
ΠροσβολήΑπό οποιονδήποτε με έννομο συμφέρονΑπό συγκεκριμένα πρόσωπα
ΠροθεσμίαΑπρόθεσμαΥπόκειται σε προθεσμία
Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτωςΝαιΌχι
ΘεραπείαΑδύνατηΔυνατή (επικύρωση)
Διαφορές Απόλυτης και Σχετικής Ακυρότητας

Η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική. Η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον, δεν υπόκειται σε προθεσμία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αντίθετα, η σχετική ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα (π.χ. το θιγόμενο μέρος) και υπόκειται συνήθως σε προθεσμία. Η ακυρωσία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής ακυρότητας.

Διαφορές Άκυρης και Ανυπόστατης Δικαιοπραξίας

Η ανυποστασία αφορά την πλήρη απουσία στοιχείων που συγκροτούν τη δικαιοπραξία (π.χ. απουσία βούλησης, απουσία περιεχομένου). Η ανυπόστατη δικαιοπραξία δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο, ενώ η άκυρη δικαιοπραξία έχει καταρτισθεί αλλά δεν παράγει έννομα αποτελέσματα λόγω του ελαττώματός της.

Η Ανενέργεια της Δικαιοπραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται και η ανενέργεια της δικαιοπραξίας. Πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η ανενέργεια διαφέρει από την ακυρότητα και την ακυρωσία καθώς η δικαιοπραξία είναι έγκυρη και υποστατή, απλώς δεν παράγει ακόμη τα έννομα αποτελέσματά της. Με την άρση του λόγου ανενέργειας (π.χ. με την καταχώρηση), η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της.

Έννομες Συνέπειες
Συνέπειες της Ακυρότητας

Η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Τα μέρη μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή των παροχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904-913 ΑΚ). Η αναζήτηση είναι δυνατή με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την αγωγή βάσει του άρθρου 181 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν σ’ αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Συνέπειες της Ακυρωσίας

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Μετά την ακύρωση, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη. Η ακύρωση γίνεται με αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία και υπόκειται σε προθεσμία.

Τέλος, η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί από το θιγόμενο μέρος, οπότε θεραπεύεται το ελάττωμα. Η επικύρωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (π.χ. με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα άκυρων ή ακυρώσιμων συμβάσεων.

Υπαναχώρηση Σε E-shop: Πότε Υποχρεούται Σε Επιστροφή

Ποιες Επιστροφές Δέχεται ένα E-shop Και Ποιες Μπορεί Να Αρνηθεί

Εν συντομια:

  • Σε κάθε πώληση εξ αποστάσεως, ο καταναλωτής έχει δεκατέσσερις ημερολογιακές ημέρες να υπαναχωρήσει αναιτιολόγητα. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα με όρο της σύμβασης.
  • Το δικαίωμα δεν ισχύει σε περιοριστικές κατηγορίες προϊόντων, όπως τα εξατομικευμένα, τα ευπαθή, τα σφραγισμένα υγιεινής μετά την αποσφράγιση και οι πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίες. Οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά.
  • Μετά από έγκυρη υπαναχώρηση, ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε ποσό, μαζί τα βασικά έξοδα αποστολής, εντός δεκατεσσάρων ημερών, με δικαίωμα παρακράτησης μέχρι την επιστροφή ή απόδειξη αποστολής.
  • Ο Ν. 5317/2026 ενίσχυσε από τις 10 Ιουλίου 2026 τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για την υπαναχώρηση και εισήγαγε λειτουργία υπαναχώρησης στο ηλεκτρονικό περιβάλλον.
  • Παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα παρατείνει την προθεσμία κατά δώδεκα μήνες και μπορεί να στερήσει από τον προμηθευτή κάθε αξίωση για μειωμένη αξία ή τίμημα υπηρεσίας.

Πότε δικαιούται ο πελάτης να υπαναχωρήσει από πώληση εξ αποστάσεως;

Σε κάθε σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία δεκατεσσάρων ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει χωρίς να αναφέρει λόγο και χωρίς επιβάρυνση, πέρα από το άμεσο κόστος επιστροφής. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να περιορίσει ή να αποκλείσει το δικαίωμα με όρο της σύμβασης, κατά το άρθρο 3ε ν. 2251/1994.

Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο καταναλωτής αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών. Σε παραγγελία με πολλά τεμάχια που παραδίδονται χωριστά, μετράει η παραλαβή του τελευταίου τεμαχίου. Σε τακτικές παραδόσεις για ορισμένο διάστημα, μετράει η παραλαβή του πρώτου. Στις συμβάσεις υπηρεσιών, η προθεσμία τρέχει από τη σύναψη της σύμβασης.

Οι γενικές υποχρεώσεις του προμηθευτή στη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως καθορίζουν πότε η σύμβαση δεσμεύει έγκυρα τον πελάτη, στοιχείο που προηγείται της υπαναχώρησης, ενώ ξεχωριστό ζήτημα είναι η ταυτότητα του αγοραστή.

Το δικαίωμα προστατεύει μόνο τον καταναλωτή, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αγορά από επιχείρηση για επαγγελματική χρήση δεν καλύπτεται, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η 14ήμερη γενική προθεσμία υπαναχώρησης δεν πρέπει να συγχέεται με την προθεσμία των τριάντα ημερών. Η μεγαλύτερη αυτή προθεσμία αφορά ορισμένες μόνο συμβάσεις εκτός καταστήματος, που συνάπτονται στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων του προμηθευτή ή εκδρομών που ο ίδιος οργανώνει. Στις πωλήσεις μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος ο κανόνας παραμένει οι δεκατέσσερις ημέρες.

Πότε ΔΕΝ δικαιούται υπαναχώρηση ο πελάτης; Οι εξαιρέσεις

Το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν ισχύει σε περιοριστικά απαριθμούμενες κατηγορίες του άρθρου 3ιβ ν. 2251/1994, όπως τα εξατομικευμένα ή κατά παραγγελία αγαθά, τα ευπαθή, τα σφραγισμένα για λόγους υγείας ή υγιεινής μετά την αποσφράγιση και οι πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίες.

Οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά και δεν επεκτείνονται με αναλογία σε παρόμοιες περιπτώσεις.

ΚατηγορίαΓιατί εξαιρείταιΠρακτική σημείωση προμηθευτή
Εξατομικευμένα ή κατά παραγγελίαΚατασκευασμένα βάσει προδιαγραφών του πελάτηΑπαιτείται πραγματική εξατομίκευση, όχι απλή επιλογή διαθέσιμης παραλλαγής
Ευπαθή ή σύντομης λήξηςΑλλοιώνονται ή λήγουν γρήγοραΤρόφιμα, άνθη, προϊόντα με κοντινή ημερομηνία λήξης
Σφραγισμένα υγείας ή υγιεινήςΑκατάλληλα προς επιστροφή μετά την αποσφράγισηΙσχύει μόνο αν η επιστροφή είναι πράγματι αδύνατη για λόγους υγιεινής
Σφραγισμένο υλικό ήχου, εικόνας ή λογισμικούΑποσφραγισμένο μετά την παράδοσηΚαλύπτει σφραγισμένους δίσκους ή λογισμικό που αποσφραγίστηκε
Ψηφιακό περιεχόμενο χωρίς υλικό φορέαΗ εκτέλεση ξεκίνησε με ρητή συναίνεσηΧρειάζεται προηγούμενη ρητή συναίνεση και αναγνώριση απώλειας δικαιώματος
Πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίεςΗ υπηρεσία ολοκληρώθηκε με ρητή αίτησηΑπαιτείται ρητή αίτηση έναρξης πριν λήξει η προθεσμία
Τιμή εξαρτώμενη από την αγοράΔιακυμάνσεις εκτός ελέγχου του προμηθευτήΑγαθά με τιμή συνδεδεμένη σε χρηματοοικονομικές διακυμάνσεις

Συχνή αιτία διαφωνιών είναι τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κατηγορία της υγιεινής. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση slewo (C-681/17) της 27ης Μαρτίου 2019, έκρινε ότι στρώμα από το οποίο αφαιρέθηκε η προστατευτική μεμβράνη δεν εμπίπτει στην εξαίρεση των σφραγισμένων ειδών υγιεινής, καθώς μπορεί να καθαριστεί και να επανατεθεί σε εμπορική κυκλοφορία.

Η εξαίρεση καλύπτει μόνο αγαθά για τα οποία η επαναπώληση είναι πράγματι ασυμβίβαστη με την προστασία της υγείας.

Πρακτικά, η εμπειρία από υποθέσεις επιστροφών σε ηλεκτρονικά καταστήματα, δείχνει ότι η υπαγωγή ενός προϊόντος σε εξαίρεση ή όχι κρίνεται κατά περίπτωση και δεν μπορεί να επιβληθεί οριζόντια με έναν γενικό όρο στους Όρους Χρήσης του ηλεκτρονικού καταστήματος.

Ένας προμηθευτής που αρνείται συλλήβδην κάθε επιστροφή αποσφραγισμένου προϊόντος αναλαμβάνει τον κίνδυνο η άρνηση να κριθεί παράνομη. Για τα ψηφιακά προϊόντα, η οριοθέτηση της εξαίρεσης συνδέεται και με τους κανόνες συμμόρφωσης ψηφιακού περιεχομένου και υπηρεσιών, που ακολουθούν χωριστό καθεστώς.

Σε τι υποχρεούται ο προμηθευτής αν ο πελάτης υπαναχωρήσει;

Μετά από έγκυρη υπαναχώρηση, ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε ποσό που έλαβε, περιλαμβανομένων των βασικών εξόδων παράδοσης, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ενημέρωσή του, με το ίδιο μέσο πληρωμής που χρησιμοποίησε ο καταναλωτής.

Διατηρεί όμως δικαίωμα να παρακρατήσει την επιστροφή μέχρι να παραλάβει τα αγαθά ή να λάβει απόδειξη αποστολής τους, σύμφωνα με τα άρθρα 3θ και 3ι ν. 2251/1994.

Δύο σημεία περιορίζουν την υποχρέωση:

  • Πρώτον, τα έξοδα παράδοσης επιστρέφονται μόνο ως το ύψος της φθηνότερης τυποποιημένης μεθόδου αποστολής που προσφέρει το κατάστημα. Αν ο πελάτης επέλεξε ακριβότερη ή ταχεία αποστολή, η διαφορά δεν επιστρέφεται.
  • Δεύτερον, το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών βαρύνει τον καταναλωτή, υπό την προϋπόθεση ότι ο προμηθευτής τον ενημέρωσε εκ των προτέρων γι’ αυτό.

Ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο όταν αυτή προκύπτει από χειρισμό πέρα από όσο ήταν αναγκαίο για να διαπιστώσει τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία τους, δηλαδή πέρα από τη δοκιμή που θα ήταν δυνατή και σε φυσικό κατάστημα.

Πού ακριβώς τελειώνει η επιτρεπτή δοκιμή και πού αρχίζει η ευθύνη είναι κρίση που διαφοροποιείται κατά περίπτωση και συχνά αποτελεί το επίδικο σε διαφορές επιστροφών.

Η αναιτιολόγητη αυτή υπαναχώρηση διαφέρει ουσιωδώς από τα δικαιώματα σε πώληση ελαττωματικού πράγματος, τα οποία προϋποθέτουν ελάττωμα και ακολουθούν διαφορετικές προθεσμίες.

Τι πρέπει να προσθέσει το e-shop μετά τον Ν. 5317/2026;

Ο Ν. 5317/2026 ενίσχυσε, από τις 10 Ιουλίου 2026, τις υποχρεώσεις ενημέρωσης του προμηθευτή για το δικαίωμα υπαναχώρησης, μέσω τροποποίησης του άρθρου 3β ν. 2251/1994.

Παράλληλα εισήγαγε λειτουργία υπαναχώρησης για συμβάσεις που συνάπτονται μέσω επιγραμμικής διεπαφής, με το νέο άρθρο 3ζα. Οι υποχρεώσεις ισχύουν ήδη, νωρίτερα από την ημερομηνία εφαρμογής της ενωσιακής Οδηγίας (ΕΕ) 2024/825.

Το ενισχυμένο άρθρο 3β απαιτεί σαφή προσυμβατική ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, τις προθεσμίες και τη διαδικασία άσκησής του, μαζί με το υπόδειγμα του εντύπου υπαναχώρησης.

Δύο συνέπειες είναι κρίσιμες για το e-shop:

  • η μη τήρηση των απαιτήσεων ενημέρωσης καθιστά τη σύμβαση άκυρη υπέρ του καταναλωτή, κατά την παράγραφο 9 του άρθρου και
  • το βάρος να αποδείξει ότι τήρησε τις υποχρεώσεις ενημέρωσης το φέρει ο ίδιος ο προμηθευτής, κατά την παράγραφο 8.

Το νέο άρθρο 3ζα προσθέτει την υποχρέωση ευδιάκριτης λειτουργίας υπαναχώρησης, δηλαδή σαφώς επισημασμένης επιλογής με ένδειξη του τύπου «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση», για κάθε σύμβαση που συνάπτεται μέσω επιγραμμικής διεπαφής.

Η διατύπωση είναι γενική και καταλαμβάνει τα ηλεκτρονικά καταστήματα λιανικής, όχι μόνο τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Το χρονικό σημείο έχει άμεση πρακτική σημασία. Η ίδια η Οδηγία 2024/825 προβλέπει εφαρμογή των κανόνων της από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, όμως ο Έλληνας νομοθέτης έθεσε τις σχετικές διατάξεις σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου, στις 10 Ιουλίου 2026.

Χωριστό καθεστώς ισχύει για την υπαναχώρηση από χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξ αποστάσεως, με τα νέα άρθρα 3ιδ έως 3ιη, καθώς και για την υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση, που έχει δική της προθεσμία.

Τι διακινδυνεύει ο προμηθευτής αν δεν ενημερώσει για την υπαναχώρηση;

Αν ο προμηθευτής δεν ενημερώσει για το δικαίωμα υπαναχώρησης, η προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών παρατείνεται κατά δώδεκα μήνες, κατά το άρθρο 3στ ν. 2251/1994.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι, όταν λείπει η ενημέρωση, ο καταναλωτής δεν οφείλει τίμημα για υπηρεσία που παρασχέθηκε στο διάστημα αυτό ούτε αποζημίωση για μειωμένη αξία.

Η απόφαση DC (C-97/22) της 17ης Μαΐου 2023, ερμηνεύοντας το άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, δέχθηκε ότι ο καταναλωτής που υπαναχωρεί μετά την πλήρη εκτέλεση υπηρεσίας, χωρίς να έχει ενημερωθεί για το δικαίωμά του, απαλλάσσεται από κάθε κόστος.

Σε συνδυασμό με την ακυρότητα υπέρ του καταναλωτή που εισάγει η παράγραφος 9 του νέου άρθρου 3β, η έλλειψη ή η τυποποιημένη ενημέρωση μετατρέπει μια απλή επιστροφή σε πλήρη απαλλαγή του πελάτη από κάθε αντιπαροχή.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταναλωτικών διαφορών δείχνει ότι σε αυτό ακριβώς κινδυνεύει περισσότερο ο προμηθευτής. Η δόμηση της προσυμβατικής ενημέρωσης ώστε να είναι αποδείξιμη, καθώς και η σύνταξη της ρήτρας επιστροφών ώστε να μην αποκλείει το δικαίωμα εκεί όπου ο νόμος το παρέχει, είναι το σημείο όπου συνήθως το e-shop χάνει τα δικαιώματάτου και μια κακοσχεδιασμένη διατύπωση οδηγεί σε πλήρη απώλεια αξιώσεων.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί ο προμηθευτής να αρνηθεί την επιστροφή αν ο πελάτης άνοιξε τη συσκευασία;

Εξαρτάται από την κατηγορία του προϊόντος. Το απλό άνοιγμα της συσκευασίας δεν καταργεί το δικαίωμα. Μόνο για τα σφραγισμένα είδη που εξαιρούνται για λόγους υγείας ή υγιεινής, ή για το σφραγισμένο υλικό ήχου, εικόνας και λογισμικού, έχει σημασία η αποσφράγιση. Στα υπόλοιπα αγαθά, ο καταναλωτής μπορεί να τα εξετάσει όπως θα έκανε σε κατάστημα, χωρίς να χάσει το δικαίωμα, ενώ ευθύνεται μόνο για μείωση αξίας από υπερβολικό χειρισμό.

Ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης και στις B2B πωλήσεις;

Όχι. Το δικαίωμα προστατεύει μόνο τους καταναλωτές, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Αγορά από επιχείρηση για επαγγελματικό σκοπό δεν καλύπτεται από το άρθρο 3ε ν. 2251/1994, εκτός αν τα μέρη το προβλέψουν συμβατικά. Ο προμηθευτής ενδείκνυται να επιβεβαιώνει την ιδιότητα του αγοραστή πριν εφαρμόσει το καθεστώς της υπαναχώρησης.

Πρέπει ο προμηθευτής να επιστρέψει και τα έξοδα αρχικής αποστολής;

Ναι, το βασικό κόστος παράδοσης επιστρέφεται, όμως μόνο ως το ύψος της φθηνότερης τυποποιημένης μεθόδου αποστολής που προσφέρει το κατάστημα. Αν ο πελάτης επέλεξε ακριβότερη ή ταχεία αποστολή, η επιπλέον δαπάνη δεν επιστρέφεται. Το άμεσο κόστος της επιστροφής των αγαθών βαρύνει τον καταναλωτή, εφόσον ο προμηθευτής τον είχε ενημερώσει γι’ αυτό εκ των προτέρων.

Ισχύει η υπαναχώρηση για ψηφιακά προϊόντα ή συνδρομές;

Για ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό φορέα, το δικαίωμα χάνεται μόνο αν η εκτέλεση ξεκίνησε με προηγούμενη ρητή συναίνεση του καταναλωτή και αναγνώριση ότι έτσι απόλλυται το δικαίωμα. Χωρίς αυτή τη συναίνεση, το δικαίωμα διατηρείται. Σε συνδρομές με στοιχείο υπηρεσίας, εφαρμόζονται οι κανόνες για τις μερικώς εκτελεσθείσες υπηρεσίες και την αναλογική καταβολή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος ιδιότητας αγοραστή: Πριν εφαρμοστεί το δικαίωμα των δεκατεσσάρων ημερών, επιβεβαιώνεται αν ο αγοραστής ενεργεί ως καταναλωτής ή για επαγγελματικό σκοπό, καθώς οι B2B πωλήσεις δεν καλύπτονται.

Αποδείξιμη ενημέρωση για την υπαναχώρηση: Η ενημέρωση για το δικαίωμα, τις προθεσμίες και τη διαδικασία, μαζί με το υπόδειγμα εντύπου, τεκμηριώνεται με τρόπο που να αποδεικνύεται, αφού το βάρος απόδειξης βαρύνει τον προμηθευτή.

Ρήτρα επιστροφών στους Όρους Χρήσης: Η ρήτρα επιστροφών συντάσσεται ώστε να αποτυπώνει τις πραγματικές εξαιρέσεις και την κατανομή του κόστους επιστροφής, χωρίς να αποκλείει το δικαίωμα εκεί όπου ο νόμος το παρέχει.

Λειτουργία υπαναχώρησης στο ηλεκτρονικό περιβάλλον: Το ηλεκτρονικό κατάστημα διαθέτει ευδιάκριτη λειτουργία υπαναχώρησης κατά το νέο άρθρο 3ζα, που ισχύει από τις 10 Ιουλίου 2026.

Διάκριση από την ευθύνη για ελαττώματα: Η αναιτιολόγητη υπαναχώρηση διαχωρίζεται από τα δικαιώματα λόγω πραγματικού ελαττώματος, τα οποία προϋποθέτουν ελάττωμα και ακολουθούν διαφορετικές προθεσμίες και προϋποθέσεις.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την υπαναχώρηση σε E-shop.

Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Εξ Αποστάσεως: Πότε Δεσμεύουν

Υποχρεώσεις Παρόχου Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Από Απόσταση

Σε συντομία:

  • Ο Ν. 5317/2026 κατήργησε το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994 και μετέφερε την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε νέο πλαίσιο (άρθρο 3α παρ. 1β και νέα άρθρα 3ζα, 3ιδ έως 3ιη), ενσωματώνοντας την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2673.
  • Ο πάροχος (τράπεζα, εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, ασφαλιστική, επενδυτική) οφείλει εκτενή προσυμβατική ενημέρωση στα ελληνικά, σε σταθερό μέσο, ικανό διάστημα πριν δεσμευτεί ο πελάτης. Οι όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν δεν δεσμεύουν τον πελάτη.
  • Ο πελάτης υπαναχωρεί εντός 14 ημερών (30 για ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα), με σημαντικές εξαιρέσεις για προϊόντα εξαρτώμενα από τις αγορές.
  • Η παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα υπαναχώρησης καταργεί το ανώτατο όριο των 12 μηνών και 14 ημερών, αφήνοντας την προθεσμία ανοιχτή.
  • Για online πώληση προστίθενται λειτουργία υπαναχώρησης «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» και απαγόρευση παραπλανητικών διεπαφών. Το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης φέρει ο πάροχος.

Σε ποιες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζεται το νέο πλαίσιο;

Το νέο πλαίσιο εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση που συνάπτει πάροχος με καταναλωτή για την παροχή χρηματοοικονομικής υπηρεσίας εξ αποστάσεως, δηλαδή χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία των μερών, μέσω μέσων επικοινωνίας από απόσταση.

Ρυθμίζεται πλέον στο άρθρο 3α παρ. 1β του Ν. 2251/1994, όπως προστέθηκε με τον Ν. 5317/2026 σε ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2673. Καλύπτει υπηρεσίες τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης, καθώς και ατομικές συντάξεις.

Ως χρηματοοικονομική υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις και πληρωμές.

Ο νομοθέτης αντιμετωπίζει το νέο πλαίσιο ως δίκτυο ασφαλείας (safety net), αφού εφαρμόζεται συμπληρωματικά σε όσες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξαιρούνται από ειδικότερη τομεακή νομοθεσία ή καλύπτονται μόνο εν μέρει από αυτήν.

Έτσι ένας πάροχος που ήδη υπάγεται σε εξειδικευμένο καθεστώς οφείλει να ελέγξει πού σταματά η ειδική ρύθμιση και πού αναλαμβάνει το γενικό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.

Η δομή αυτή διαφοροποιείται από το γενικό καθεστώς της σύμβασης από απόσταση για αγαθά και λοιπές υπηρεσίες, το οποίο ακολουθεί χωριστούς κανόνες.

Για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζονται αποκλειστικά συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 3ζα και 3ιδ έως 3ιη, ενώ το ασφαλιστικό σκέλος συνδέεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.

Κρίσιμη για τον πάροχο διαρκών σχέσεων είναι η μεταχείριση των διαδοχικών πράξεων. Όταν προηγείται αρχική συμφωνία-πλαίσιο για την παροχή υπηρεσιών που ακολουθείται από σειρά διαδοχικών ή διακριτών πράξεων της ίδιας φύσης, οι υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης και το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.

Αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία-πλαίσιο, εφαρμόζονται μόνο στην πρώτη πράξη. Αν όμως μεσολαβήσει διάστημα άνω του ενός έτους χωρίς πράξη της ίδιας φύσης, η επόμενη πράξη θεωρείται πρώτη μιας νέας σειράς και οι υποχρεώσεις επανενεργοποιούνται.

Ο ακριβής προσδιορισμός του πότε μια σειρά συναλλαγών συνιστά ενιαία σχέση ή νέα δέσμη πράξεων απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση, καθώς από αυτόν εξαρτάται αν ο πάροχος υπέχει εκ νέου πλήρη υποχρέωση ενημέρωσης.

Τι πρέπει να γνωστοποιεί ο πάροχος πριν δεσμευτεί ο πελάτης;

Ικανό διάστημα πριν δεσμευτεί ο πελάτης με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με αντίστοιχη προσφορά, ο πάροχος παρέχει στα ελληνικά, με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε σταθερό μέσο, εκτενή κατάλογο πληροφοριών (άρθρο 3ιδ).

Περιλαμβάνονται η ταυτότητα και η εποπτική αρχή του, τα κύρια χαρακτηριστικά και το συνολικό τίμημα της υπηρεσίας, οι κίνδυνοι, η ύπαρξη και οι όροι του δικαιώματος υπαναχώρησης, το εφαρμοστέο δίκαιο και ο τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

Σταθερό μέσο (durable medium) είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον πελάτη να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται με τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναδρομή και για επαρκές χρονικό διάστημα.

Ο νόμος ορίζει επιπλέον ότι, στην επικοινωνία φωνητικής τηλεφωνίας, ο πάροχος δηλώνει από την αρχή της κλήσης την ταυτότητά του, την εμπορική φύση της κλήσης και το ενδεχόμενο καταγραφής, ενώ με ρητή συγκατάθεση του πελάτη μπορεί να περιοριστεί προσωρινά σε ένα ελάχιστο πυρήνα πληροφοριών, με υποχρέωση πλήρους ενημέρωσης αμέσως μετά.

Για την ηλεκτρονική παροχή, ο νόμος επιτρέπει τη διαστρωμάτωση (layering) των πληροφοριών, δηλαδή τη σταδιακή πρόσβαση σε επίπεδα.

Η ευχέρεια αυτή δεν ισχύει για έναν σκληρό πυρήνα στοιχείων, όπως η ταυτότητα του παρόχου, τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίας, το συνολικό τίμημα και το δικαίωμα υπαναχώρησης, τα οποία πρέπει να είναι πάντοτε άμεσα και ευκρινώς ορατά χωρίς πρόσθετη ενέργεια του πελάτη, όπως επιλογή ή κύλιση.

Η σωστή αρχιτεκτονική ενός τέτοιου εντύπου, που αξιοποιεί τη διαστρωμάτωση χωρίς να υποτιμά τα υποχρεωτικά στοιχεία, είναι σημείο όπου η ad hoc διατύπωση και η διάταξη περιεχομένου έχουν άμεσες νομικές συνέπειες, καθώς η εμπειρία από υποθέσεις προσυμβατικής ενημέρωσης δείχνει ότι το πιο συχνό σφάλμα δεν είναι η απουσία πληροφορίας αλλά η δυσχερής πρόσβαση σε αυτήν.

Ο πάροχος υπέχει επίσης αυτοτελή υποχρέωση παροχής επαρκών εξηγήσεων, ώστε ο πελάτης να μπορεί να αξιολογήσει αν η υπηρεσία ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση (άρθρο 3ιζ).

Όταν χρησιμοποιούνται επιγραμμικά εργαλεία (online tools), ο πελάτης έχει δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει ανθρώπινη παρέμβαση στο προσυμβατικό στάδιο. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει ιδίως παρόχους που στηρίζονται σε αυτοματοποιημένες πλατφόρμες και chatbots για τη διάθεση προϊόντων.

Το κρίσιμο για τη διακινδύνευση του παρόχου είναι οι έννομες συνέπειες. Το βάρος απόδειξης για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης φέρει ο πάροχος, ενώ συμβατική ρήτρα που μεταθέτει το βάρος αυτό στον πελάτη είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Παράλληλα, όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν κατά τα ανωτέρω δεν δεσμεύουν τον πελάτη, ακόμη και αν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση της βούλησής του.

Αν οι πληροφορίες παρασχεθούν σε διάστημα συντομότερο της μίας ημέρας πριν τη δέσμευση, ο πάροχος οφείλει να αποστείλει υπενθύμιση για τη δυνατότητα υπαναχώρησης εντός μίας έως επτά ημερών από τη σύναψη.

Πότε ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης του πελάτη και πότε εξαιρείται;

Ο πελάτης διαθέτει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει χωρίς αιτιολογία και χωρίς συνέπειες, ενώ η προθεσμία ανέρχεται σε 30 ημέρες για συμβάσεις που αφορούν ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα (άρθρο 3ιε).

Η προθεσμία εκκινεί είτε από τη σύναψη της σύμβασης είτε από την ημερομηνία παραλαβής των όρων και των πληροφοριών του άρθρου 3ιδ, αν αυτή είναι μεταγενέστερη. Το δικαίωμα εξαιρείται σε ορισμένες κατηγορίες υπηρεσιών.

Η πιο επικίνδυνη για τον πάροχο πρόβλεψη αφορά την περίπτωση μη παραλαβής των όρων και των πληροφοριών. Καταρχήν η προθεσμία λήγει σε κάθε περίπτωση 12 μήνες και 14 ημέρες μετά τη σύναψη.

Ωστόσο το ανώτατο αυτό όριο δεν εφαρμόζεται όταν ο πελάτης δεν έχει λάβει ενημέρωση για το ίδιο το δικαίωμα υπαναχώρησης. Πρακτικά, η παράλειψη ενημέρωσης για την ύπαρξη του δικαιώματος αφήνει την προθεσμία ανοιχτή πέραν του δωδεκαμήνου, εκθέτοντας τον πάροχο σε κίνδυνο ανατροπής της σύμβασης για παρατεταμένο διάστημα.

Η διάκριση ανάμεσα στη μη παραλαβή του συνόλου των πληροφοριών και στην ειδικότερη μη ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης καθορίζει αν η προθεσμία κλείνει ποτέ, οπότε η ακριβής τεκμηρίωση της ενημέρωσης αποκτά αποφασιστική σημασία.

Οι εξαιρέσεις του δικαιώματος υπαναχώρησης συνοψίζονται ως εξής:

ΚατηγορίαΠεδίο
Υπηρεσίες εξαρτώμενες από τις αγορέςΥπηρεσίες των οποίων η αμοιβή εξαρτάται από διακυμάνσεις τις οποίες ο πάροχος δεν ελέγχει, όπως συνάλλαγμα, μέσα χρηματαγοράς, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου (FRA), συμφωνίες ανταλλαγής (swaps) και δικαιώματα προαίρεσης (options).
Βραχυπρόθεσμη ασφάλισηΑσφαλιστήρια συμβόλαια ταξιδιών και αποσκευών ή παρόμοια βραχυπρόθεσμα συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη των 30 ημερών.
Πλήρως εκτελεσθείσες συμβάσειςΣυμβάσεις που έχουν εκτελεστεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του πελάτη, προτού αυτός ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Όταν το δικαίωμα ισχύει, οι συνέπειες της άσκησής του ρυθμίζονται ειδικότερα (άρθρο 3ιστ). Ο πελάτης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει μόνο το αντάλλαγμα για την υπηρεσία που πράγματι του παρασχέθηκε, ποσό που δεν υπερβαίνει το μέρος που αναλογεί στις παρασχεθείσες υπηρεσίες και σε καμία περίπτωση δεν λειτουργεί ως ποινική ρήτρα.

Κατ’ εξαίρεση, σε υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση ο πελάτης δεν οφείλει κανένα ποσό. Ο πάροχος δεν μπορεί να απαιτήσει καταβολή αν δεν αποδείξει ότι είχε ενημερώσει τον πελάτη για το πληρωτέο ποσό, ούτε αν άρχισε την εκτέλεση πριν τη λήξη της προθεσμίας χωρίς προηγούμενο αίτημα του πελάτη.

Η επιστροφή των ποσών γίνεται εκατέρωθεν αμελλητί και το αργότερο εντός 30 ημερών.

Ειδικά ζητήματα της υπαναχώρησης από ασφαλιστική σύμβαση ρυθμίζονται από την ασφαλιστική νομοθεσία και ακολουθούν δικό τους καθεστώς. Αντίστοιχα, η υπαναχώρηση από εξ αποστάσεως πώληση αγαθών ακολουθεί χωριστό καθεστώς με διαφορετικές προθεσμίες και υποχρεώσεις.

Σημειωτέο ότι, όταν ειδικότερες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου ρυθμίζουν συγκεκριμένη χρηματοοικονομική υπηρεσία και περιέχουν κανόνες για το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται αποκλειστικά αυτές.

Η σύνθεση του γενικού πλαισίου με τομεακά καθεστώτα, όπως οι κανόνες για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ή τις υπηρεσίες πληρωμών, καθορίζει ποιο καθεστώς υπαναχώρησης τελικά ισχύει και απαιτεί εξέταση κατά περίπτωση.

Τι αλλάζει σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 4Θ;

Ο Ν. 5317/2026 κατήργησε το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994 (άρθρο 78) και μετέφερε τη ρύθμιση στη νέα δομή. Κάθε παραπομπή της κείμενης νομοθεσίας στο παλαιό άρθρο 4Θ νοείται εφεξής ως παραπομπή στις αντίστοιχες νέες διατάξεις.

Πέρα από τη μεταφορά, εισάγονται υποχρεώσεις που δεν προβλέπονταν υπό το προηγούμενο καθεστώς, με έμφαση στην ηλεκτρονική διάθεση.

Η πρώτη νέα υποχρέωση αφορά τη λειτουργία υπαναχώρησης για συμβάσεις που συνάπτονται μέσω επιγραμμικής διεπαφής (άρθρο 3ζα). Επιγραμμική διεπαφή (online interface) είναι το λογισμικό, περιλαμβανομένου ιστοτόπου ή εφαρμογής, μέσω του οποίου ο πάροχος διαθέτει τις υπηρεσίες του.

Ο πάροχος οφείλει να διασφαλίζει ότι ο πελάτης μπορεί να υπαναχωρήσει και μέσω ειδικής λειτουργίας με την ένδειξη «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» ή άλλη εξίσου σαφή διατύπωση, συνεχώς διαθέσιμης και ευδιάκριτης καθ’ όλη την προθεσμία.

Η διαδικασία είναι δύο βημάτων:

  • ο πελάτης συμπληρώνει ηλεκτρονική δήλωση και στη συνέχεια την υποβάλλει μέσω λειτουργίας που φέρει την ένδειξη «Επιβεβαίωση υπαναχώρησης».
  • ο πάροχος αποστέλλει χωρίς καθυστέρηση βεβαίωση παραλαβής σε σταθερό μέσο, με το περιεχόμενο της δήλωσης και την ημερομηνία και ώρα υποβολής.

Η λειτουργία αυτή αποτελεί κανάλι άσκησης και δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα υπαναχώρησης.

Η δεύτερη νέα υποχρέωση απαγορεύει τις παραπλανητικές διεπαφές (dark patterns). Ο πάροχος δεν σχεδιάζει ούτε διαχειρίζεται τη διεπαφή του κατά τρόπο που παραπλανά ή χειραγωγεί τον πελάτη ή στρεβλώνει την ικανότητά του να λαμβάνει ελεύθερες και τεκμηριωμένες αποφάσεις (άρθρο 3ιη).

Ρητά απαγορεύεται να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε ορισμένες επιλογές, να ζητείται επανειλημμένα, ιδίως με αναδυόμενα παράθυρα, μια επιλογή που έχει ήδη γίνει και να καθίσταται η διαδικασία τερματισμού μιας υπηρεσίας δυσκολότερη από την εγγραφή σε αυτήν.

Η σχεδίαση ενός workflow υπαναχώρησης που τηρεί τις προδιαγραφές χωρίς να εκθέτει τον πάροχο σε αιτίαση για dark pattern απαιτεί προσεκτική διατύπωση κειμένου, ροής και προεπιλογών, καθώς η ίδια οθόνη μπορεί να είναι νόμιμη ή μη, ανάλογα με τη διάταξη των στοιχείων της.

Η αντιπαραβολή του παλαιού με το νέο καθεστώς αποτυπώνεται συνοπτικά ως εξής:

ΖήτημαΠαλαιό καθεστώς (άρθρο 4Θ)Νέο καθεστώς (Ν. 5317/2026)
Νομική βάσηΆρθρο 4Θ Ν. 2251/1994 (Οδηγία 2002/65/ΕΚ)Άρθρο 3α παρ. 1β και άρθρα 3ζα, 3ιδ έως 3ιη (Οδηγία 2023/2673)
Online υπαναχώρησηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΛειτουργία «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» με δύο βήματα και βεβαίωση σε σταθερό μέσο
Σχεδίαση διεπαφήςΧωρίς ειδική πρόβλεψηΡητή απαγόρευση παραπλανητικών διεπαφών
ΑυτοματοποίησηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΔικαίωμα ανθρώπινης παρέμβασης σε online εργαλεία
ΥπενθύμισηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΥπενθύμιση σε 1 έως 7 ημέρες αν η ενημέρωση δόθηκε λιγότερο από μία ημέρα πριν

Συχνές ερωτήσεις

Ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης σε επενδυτικά προϊόντα;

Όχι για υπηρεσίες των οποίων η αμοιβή εξαρτάται από διακυμάνσεις των αγορών τις οποίες ο πάροχος δεν ελέγχει, όπως συνάλλαγμα, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου, συμφωνίες ανταλλαγής και δικαιώματα προαίρεσης. Η εξαίρεση δικαιολογείται από το ότι η αξία των προϊόντων αυτών μεταβάλλεται εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης χωρίς υπαιτιότητα του παρόχου.

Πρέπει η πλατφόρμα ηλεκτρονικής τραπεζικής ή η εφαρμογή fintech να διαθέτει κουμπί υπαναχώρησης;

Ναι, εφόσον η σύμβαση συνάπτεται μέσω επιγραμμικής διεπαφής και υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης. Ο πάροχος οφείλει να παρέχει λειτουργία με την ένδειξη «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση», ευδιάκριτη και συνεχώς διαθέσιμη, με ξεχωριστή λειτουργία επιβεβαίωσης και αποστολή βεβαίωσης παραλαβής σε σταθερό μέσο. Η λειτουργία δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα, αλλά διασφαλίζει τρόπο ηλεκτρονικής άσκησής του.

Τι συμβαίνει αν ο πάροχος δεν ενημερώσει για το δικαίωμα υπαναχώρησης;

Η παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα υπαναχώρησης καταργεί το ανώτατο όριο των 12 μηνών και 14 ημερών, οπότε η προθεσμία παραμένει ανοιχτή. Επιπλέον, ο πάροχος δεν μπορεί να απαιτήσει καταβολή για την υπηρεσία που παρασχέθηκε, καθώς η απαίτηση αυτή προϋποθέτει προηγούμενη ενημέρωση για το πληρωτέο ποσό.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος ενημέρωσης: Η προσυμβατική ενημέρωση παρέχεται ικανό διάστημα πριν τη δέσμευση. Αν δοθεί λιγότερο από μία ημέρα πριν, ο πάροχος αποστέλλει υπενθύμιση για την υπαναχώρηση εντός μίας έως επτά ημερών από τη σύναψη.

Σταθερό μέσο και ελληνική γλώσσα: Οι πληροφορίες παρέχονται στα ελληνικά, ευανάγνωστα και σε σταθερό μέσο, με δυνατότητα προβολής, αποθήκευσης και εκτύπωσης ως ενιαίο έγγραφο ακόμη και σε διαστρωμάτωση.

Πυρήνας πάντα ορατός: Ταυτότητα παρόχου, κύρια χαρακτηριστικά, συνολικό τίμημα και δικαίωμα υπαναχώρησης εμφανίζονται πάντοτε άμεσα, χωρίς κύλιση ή πρόσθετη ενέργεια του πελάτη.

Ασφαλιστική υπαναχώρηση χωρίς πληρωμή: Σε υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση ο πελάτης δεν οφείλει κανένα ποσό, σε αντίθεση με τις λοιπές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες όπου οφείλεται το αναλογικό αντάλλαγμα.

Online workflow και παραπλανητικές διεπαφές: Η λειτουργία «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» με δύο βήματα και βεβαίωση σε σταθερό μέσο συνδυάζεται με την απαγόρευση σχεδίασης που χειραγωγεί ή δυσχεραίνει την υπαναχώρηση.

Βάρος απόδειξης: Την τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης αποδεικνύει ο πάροχος. Ρήτρα που μεταθέτει το βάρος στον πελάτη είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Ειδικότερη νομοθεσία: Όπου εφαρμόζονται τομεακοί κανόνες για συγκεκριμένη υπηρεσία, ελέγχεται ποιο καθεστώς υπερισχύει ως προς την ενημέρωση και την υπαναχώρηση πριν διαμορφωθεί η τελική διαδικασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στοΕταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες από απόσταση.

Πώληση Από Απόσταση: Πότε Είναι Άκυρη Η Σύμβαση

Υποχρεώσεις Προμηθευτή Στο E-shop: Πότε Δεσμεύεται Ο Πελάτης

Εν συντομία:

  • Η πώληση από απόσταση διέπεται από τα άρθρα 3α επ. του Ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκαν από τον Ν. 5317/2026 με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2024/825. Οι νέες υποχρεώσεις ισχύουν από τις 10 Ιουλίου 2026.
  • Η μη τήρηση των υποχρεώσεων προσυμβατικής ενημέρωσης (άρθρο 3β) ή των τυπικών απαιτήσεων (άρθρο 3δ) καθιστά τη σύμβαση άκυρη υπέρ του καταναλωτή.
  • Η ηλεκτρονική παραγγελία δεν δεσμεύει τον πελάτη όταν το κουμπί υποβολής δεν φέρει τη σήμανση «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής».
  • Ο Ν. 5317/2026 προσθέτει υποχρεώσεις ενημέρωσης για ανθεκτικότητα, επισκευασιμότητα και εγγυήσεις, ενώ απαγορεύει τους παραπλανητικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, με διοικητικά πρόστιμα.
  • Το δικαίωμα υπαναχώρησης και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ακολουθούν ειδικότερους κανόνες που αναλύονται χωριστά.

Πότε είναι άκυρη η σύμβαση πώλησης από απόσταση;

Η σύμβαση πώλησης από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή όταν ο προμηθευτής παραβεί τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης του άρθρου 3β ή τις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 3δ του Ν. 2251/1994.

Παράλληλα, η ηλεκτρονική παραγγελία δεν δεσμεύει τον πελάτη αν το κουμπί υποβολής δεν φέρει σαφή σήμανση υποχρέωσης πληρωμής. Η συμμόρφωση λειτουργεί ως προϋπόθεση εγκυρότητας.

Η ακυρότητα είναι σχετική, δηλαδή τη θεμελιώνει και την επικαλείται μόνο ο καταναλωτής, όχι ο προμηθευτής. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μια παράλειψη ενημέρωσης δίνει στον πελάτη επιλογή να αδρανοποιήσει τη δέσμευσή του χωρίς αντισυμβατική συνέπεια για τον ίδιο.

Το βάρος απόδειξης ότι η προσυμβατική ενημέρωση δόθηκε ορθά το φέρει ο προμηθευτής (άρθρο 3β παρ. 8), οπότε η ελλιπής τεκμηρίωση ισοδυναμεί στην πράξη με μη ενημέρωση.

Ξεχωριστό είναι το ζήτημα των πρόσθετων επιβαρύνσεων. Αν ο προμηθευτής δεν ενημερώσει για έξοδα αποστολής ή για τη δαπάνη επιστροφής, ο καταναλωτής δεν τα οφείλει (άρθρο 3β παρ. 6), ακόμη και όταν η υπόλοιπη σύμβαση παραμένει έγκυρη.

Η διάκριση μεταξύ των παραλείψεων που οδηγούν σε ολική ακυρότητα και εκείνων που απλώς μηδενίζουν μια επιβάρυνση απαιτεί νομική κρίση της συγκεκριμένης περίπτωσης, καθώς η ίδια η διατύπωση του ιστοτόπου κρίνει το αποτέλεσμα.

Πότε ισχύει το καθεστώς εξ αποστάσεως και πότε εξαιρείται η επιχείρηση;

Το καθεστώς εφαρμόζεται όταν η σύμβαση συνάπτεται χωρίς ταυτόχρονη φυσική παρουσία προμηθευτή και καταναλωτή, στο πλαίσιο οργανωμένου συστήματος πωλήσεων εξ αποστάσεως, με αποκλειστική χρήση μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως όπως το διαδίκτυο, το τηλέφωνο ή η αλληλογραφία, μέχρι τη στιγμή σύναψης.

Διαφέρει ουσιωδώς από τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος, η οποία προϋποθέτει φυσική παρουσία σε χώρο εκτός του καταστήματος.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι τα δύο καθεστώτα έχουν εν μέρει διαφορετικές τυπικές απαιτήσεις. Η ταύτισή τους αποτελεί συχνό σφάλμα που οδηγεί σε λανθασμένη προσυμβατική διαδικασία.

ΚριτήριοΣύμβαση από απόστασηΣύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος
Φυσική παρουσίαΚαμία ταυτόχρονη φυσική παρουσίαΤαυτόχρονη φυσική παρουσία εκτός καταστήματος
Μέσο σύναψηςΜέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως (e-shop, τηλέφωνο)Προσωπική επαφή (κατ’ οίκον, εκδρομή, εκδήλωση)
Τυπικό παράδειγμαΠαραγγελία σε ηλεκτρονικό κατάστημαΠώληση κατ’ οίκον μετά από επίσκεψη πωλητή

Το καθεστώς δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες κατηγορίες. Εξαιρούνται:

  • οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, που διέπονται από ειδικότερους κανόνες,
  • οι συμβάσεις κάτω των 30 ευρώ,
  • οι συμβάσεις με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
  • η υγειονομική περίθαλψη,
  • οι υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών,
  • τα τυχερά παιχνίδια,
  • η δημιουργία ή μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων,
  • η τακτική οικιακή παράδοση τροφίμων και
  • η χρονομεριστική μίσθωση.

Όταν η πώληση δρομολογείται μέσω πλατφόρμας τύπου marketplace, ισχύουν επιπλέον υποχρεώσεις ταυτοποίησης και διαφάνειας που βαρύνουν τον πωλητή και τον πάροχο της πλατφόρμας.

Τι πρέπει να γνωστοποιεί ο προμηθευτής πριν δεσμευτεί ο πελάτης;

Πριν ο πελάτης δεσμευτεί, ο προμηθευτής παρέχει υποχρεωτικά, με ευκρινή και κατανοητό τρόπο, το σύνολο των πληροφοριών του άρθρου 3β παρ. 1.

Στον πυρήνα τους περιλαμβάνονται τα κύρια χαρακτηριστικά του αγαθού, η ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας, η συνολική τιμή με τον ΦΠΑ και κάθε επιβάρυνση, οι όροι παράδοσης και πληρωμής, το δικαίωμα υπαναχώρησης και η υπενθύμιση της νόμιμης εγγύησης.

Η ενημέρωση αυτή δεν είναι επικουρική. Αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης, δεν μεταβάλλεται μονομερώς, ενώ η παράλειψή της επιφέρει ακυρότητα υπέρ του καταναλωτή (άρθρο 3β παρ. 9).

Στα ηλεκτρονικά καταστήματα οι πληροφορίες αυτές ενσωματώνονται συνήθως στους Όρους Χρήσης, η σύνταξη των οποίων πρέπει να αντιστοιχεί στον πραγματικό τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης και όχι σε γενικό υπόδειγμα.

Η εμπειρία από υποθέσεις συμμόρφωσης e-shop δείχνει ότι η πιο συχνή πηγή έκθεσης δεν είναι η απουσία των βασικών πληροφοριών, αλλά η ελλιπής ενημέρωση για τη δαπάνη επιστροφής και για τα κύρια στοιχεία της νόμιμης εγγύησης.

Ειδικά για το δικαίωμα υπαναχώρησης, ο προμηθευτής οφείλει να αναφέρει προϋποθέσεις, προθεσμία και διαδικασία, καθώς και τις περιπτώσεις όπου το δικαίωμα δεν παρέχεται. Οι σχετικές προθεσμίες και εξαιρέσεις της υπαναχώρησης από σύμβαση εξ αποστάσεως αναλύονται με τις ιδιαιτερότητές τους χωριστά.

Η εκτίμηση για το ποιες πληροφορίες «ενδείκνυνται» ανά μέσο, ιδίως όταν το μέσο παρέχει περιορισμένο χώρο, όπως μια οθόνη κινητού, δεν είναι μηχανική.

Ο νόμος επιτρέπει συντετμημένη ενημέρωση με μεταγενέστερη πλήρη επιβεβαίωση σε σταθερό μέσο, όμως η οριοθέτηση του ελάχιστου περιεχομένου κρίνεται κατά περίπτωση και συνιστά σημείο όπου η διατύπωση καθορίζει τη νομική εγκυρότητα.

Πότε κινδυνεύει το e-shop με πρόστιμο μετά τον Ν. 5317/2026;

Από τις 10 Ιουλίου 2026, ο Ν. 5317/2026 προσθέτει στον Ν. 2251/1994 νέες υποχρεώσεις ενημέρωσης για την ανθεκτικότητα και την επισκευασιμότητα των προϊόντων, καθώς και απαγορεύσεις παραπλανητικών περιβαλλοντικών ισχυρισμών.

Η μη συμμόρφωση συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική που επισύρει διοικητικά πρόστιμα κατά το άρθρο 13α.

Στο πεδίο της ενημέρωσης, ο προμηθευτής υποχρεούται πλέον να γνωστοποιεί, εφόσον οι πληροφορίες τίθενται στη διάθεσή του από τον παραγωγό:

  • τη δυνατότητα επισκευής,
  • τη διαθεσιμότητα,
  • το εκτιμώμενο κόστος και τη διαδικασία παραγγελίας ανταλλακτικών, καθώς και
  • το ελάχιστο διάστημα παροχής ενημερώσεων λογισμικού για τα αγαθά με ψηφιακά στοιχεία.

Όταν ο παραγωγός προσφέρει εμπορική εγγύηση ανθεκτικότητας άνω των δύο ετών χωρίς πρόσθετο κόστος, η ύπαρξή της γνωστοποιείται με το εναρμονισμένο σήμα, ενώ η υπενθύμιση της νόμιμης εγγύησης γίνεται με την εναρμονισμένη ανακοίνωση που προβλέπει το νέο άρθρο 4. Ο σχεδιασμός σήματος και ανακοίνωσης καθορίζεται από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2025/1960.

Παράλληλα, το άρθρο 9στ διευρύνει τον κατάλογο των πρακτικών που απαγορεύονται σε κάθε περίπτωση. Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχου εμπορικής επικοινωνίας δείχνει ότι ο κίνδυνος συγκεντρώνεται σε τέσσερα σημεία:

  • στον γενικό περιβαλλοντικό ισχυρισμό χωρίς αποδεδειγμένες εξαιρετικές επιδόσεις,
  • στους ισχυρισμούς κλιματικής ουδετερότητας που στηρίζονται σε αντιστάθμιση εκπομπών,
  • στην παρουσίαση προϊόντος ως επισκευάσιμου και
  • στην απόκρυψη ότι μια ενημέρωση λογισμικού θα υποβαθμίσει τη λειτουργία της συσκευής.

Κάθε τέτοιος ισχυρισμός στο μάρκετινγκ ενός e-shop απαιτεί τεκμηρίωση πριν αναρτηθεί, διότι η διατύπωση χωρίς επαληθεύσιμη βάση μετατρέπεται σε παράβαση ανεξάρτητα από την πρόθεση.

Τα νέα καθήκοντα ενημέρωσης για την ανταπόκριση των ψηφιακών προϊόντων συνδέονται με χωριστό καθεστώς ευθύνης. Το ζήτημα του τι ισχύει όταν ένα αγαθό με ψηφιακά στοιχεία δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση διέπεται από τους κανόνες περί ελλείψεων και δεν ταυτίζεται με την προσυμβατική ενημέρωση.

Ποιες τυπικές απαιτήσεις καθιστούν δεσμευτική την ηλεκτρονική παραγγελία;

Για να δεσμεύει η ηλεκτρονική παραγγελία, το κουμπί υποβολής πρέπει να φέρει τη σήμανση «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή ισοδύναμη σαφή διατύπωση (άρθρο 3δ παρ. 2). Αν λείπει, ο πελάτης δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

Ο ιστότοπος οφείλει επίσης να εμφανίζει, το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας παραγγελίας, τους τυχόν περιορισμούς παράδοσης και τα δεκτά μέσα πληρωμής.

Η ακριβής διατύπωση του κουμπιού δεν είναι ελεύθερη επιλογή σχεδιασμού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι ο καταναλωτής πρέπει να αντιλαμβάνεται την υποχρέωση πληρωμής αποκλειστικά από τις λέξεις που εμφανίζονται στο κουμπί, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις της παραγγελίας (C-249/21, Fuhrmann-2).

Την ίδια αρχή, ότι η κρίση στηρίζεται στη σήμανση του πλήκτρου, επιβεβαίωσε μεταγενέστερα και η απόφαση C-400/22, Conny. Διατυπώσεις όπως «ολοκλήρωση παραγγελίας» ή «εγγραφή» ενέχουν κίνδυνο να μη θεωρηθούν επαρκείς.

Ειδικοί κανόνες ισχύουν για τη σύναψη μέσω τηλεφώνου. Όταν ο προμηθευτής καλεί τον καταναλωτή, οφείλει να δηλώνει εξαρχής την ταυτότητά του και τον εμπορικό σκοπό της κλήσης, ενώ για συμβάσεις υπηρεσιών ή μεικτές συμβάσεις η δέσμευση επέρχεται μόνο με την υπογραφή ή τη γραπτή συγκατάθεση επί σταθερού μέσου.

Σε κάθε περίπτωση, ο προμηθευτής παρέχει επιβεβαίωση της συναφθείσας σύμβασης σε σταθερό μέσο, το αργότερο κατά την παράδοση ή πριν αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας. Η παράβαση των τυπικών αυτών απαιτήσεων καθιστά τη σύμβαση άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Πότε μετατίθεται ο κίνδυνος και μέχρι πότε πρέπει να γίνει η παράδοση;

Ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη, εκτός αντίθετης συμφωνίας ως προς τον χρόνο.

Ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης μετατίθεται στον καταναλωτή με την απόκτηση της φυσικής κατοχής των αγαθών από τον ίδιο ή από τρίτο πρόσωπο που όρισε, διάφορο του μεταφορέα.

Όταν ο προμηθευτής δεν παραδώσει εμπρόθεσμα, ο καταναλωτής τον καλεί να παραδώσει εντός επιπλέον εύλογης προθεσμίας και, αν η παράδοση δεν γίνει ούτε τότε, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

Η επιπλέον προθεσμία δεν απαιτείται όταν ο προμηθευτής αρνήθηκε την παράδοση, όταν η τήρηση του χρόνου ήταν ουσιώδης βάσει των περιστάσεων, ή όταν ο καταναλωτής είχε ενημερώσει προσυμβατικά ότι η παράδοση έπρεπε να γίνει έως ορισμένη ημερομηνία.

Στις περιπτώσεις αυτές η καταγγελία είναι άμεση, με υποχρέωση του προμηθευτή να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση κάθε καταβληθέν ποσό.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο κανόνας για τον μεταφορέα. Αν τη μεταφορική εταιρεία την επέλεξε ο ίδιος ο καταναλωτής και η επιλογή αυτή δεν προσφέρθηκε από τον προμηθευτή, ο κίνδυνος μετατίθεται ήδη με την παράδοση στον μεταφορέα.

Η διαμόρφωση των επιλογών αποστολής στο ηλεκτρονικό κατάστημα επηρεάζει, επομένως, άμεσα το ποιος φέρει τον κίνδυνο κατά τη μεταφορά.

Συχνές Ερωτήσεις

Πότε είναι άκυρη μια σύμβαση από απόσταση;

Όταν ο προμηθευτής παραβεί τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης του άρθρου 3β ή τις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 3δ του Ν. 2251/1994. Η ακυρότητα είναι σχετική και ισχύει υπέρ του καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να την επικαλεστεί. Το βάρος απόδειξης ότι η ενημέρωση δόθηκε ορθά βαρύνει τον προμηθευτή.

Ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης σε κάθε πώληση από απόσταση;

Κατά κανόνα ναι, με προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών, υπάρχουν όμως εξαιρέσεις, όπως τα εξατομικευμένα αγαθά και τα σφραγισμένα προϊόντα που αποσφραγίστηκαν. Αν ο προμηθευτής δεν ενημερώσει για το δικαίωμα, η προθεσμία επεκτείνεται σημαντικά. Οι εξαιρέσεις και οι υποχρεώσεις του προμηθευτή σε περίπτωση υπαναχώρησης αποτελούν το πιο κρίσιμο εμπορικά κομμάτι.

Τι είναι το κουμπί «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής»;

Είναι η υποχρεωτική σήμανση του πλήκτρου υποβολής παραγγελίας σε e-shop, ώστε ο πελάτης να αντιλαμβάνεται ότι με το πάτημα αναλαμβάνει υποχρέωση πληρωμής. Κατά τη νομολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κρίση στηρίζεται μόνο στις λέξεις του κουμπιού. Αν η σήμανση δεν είναι σαφής, ο πελάτης δεν δεσμεύεται από την παραγγελία.

Από πότε ισχύουν οι νέες υποχρεώσεις του Ν. 5317/2026;

Οι διατάξεις που ενσωματώνουν την Οδηγία 2024/825 και τροποποιούν τον Ν. 2251/1994 ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από τις 10 Ιουλίου 2026. Το άρθρο 143 του νόμου προβλέπει μεταγενέστερη έναρξη ισχύος μόνο για ορισμένα άλλα Μέρη, όχι για τις ρυθμίσεις της πώλησης από απόσταση.

Ισχύουν οι κανόνες αν η πώληση γίνεται μέσω marketplace;

Ναι. Η πώληση εξ αποστάσεως μέσω πλατφόρμας εξακολουθεί να υπάγεται στις υποχρεώσεις του Ν. 2251/1994, ενώ προστίθενται ειδικές υποχρεώσεις ταυτοποίησης του πωλητή και διαφάνειας που βαρύνουν και τον πάροχο της πλατφόρμας. Ο επιμερισμός των υποχρεώσεων μεταξύ πωλητή και πλατφόρμας κρίνεται κατά περίπτωση.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος κουμπιού παραγγελίας: η σήμανση του πλήκτρου υποβολής σε e-shop πρέπει να δηλώνει ρητά την υποχρέωση πληρωμής, καθώς ασαφείς διατυπώσεις όπως «ολοκλήρωση» ή «εγγραφή» ενέχουν κίνδυνο η παραγγελία να μη δεσμεύει τον πελάτη.

Ενημέρωση νόμιμης εγγύησης: η υπενθύμιση της νόμιμης εγγύησης με τη διετή παραγραφή αποτελεί ρητή υποχρέωση και, μετά τον Ν. 5317/2026, γίνεται με την εναρμονισμένη ανακοίνωση, ενώ η ελλιπής αναφορά της είναι από τις πιο συχνές παραλείψεις.

Περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί: κάθε ισχυρισμός για βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα ή επισκευασιμότητα στο μάρκετινγκ απαιτεί επαληθεύσιμη τεκμηρίωση πριν αναρτηθεί, διότι ο αόριστος ή ανυποστήρικτος ισχυρισμός συνιστά αθέμιτη πρακτική με διοικητικό πρόστιμο.

Διαχωρισμός καθεστώτων: η σύμβαση από απόσταση δεν ταυτίζεται με τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος. Η εσφαλμένη υπαγωγή οδηγεί σε λανθασμένη προσυμβατική διαδικασία.

Τεκμηρίωση συμμόρφωσης: επειδή το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης βαρύνει τον προμηθευτή, η αρχειοθέτηση του τι ακριβώς εμφανίστηκε στον πελάτη και πότε είναι στην πράξη εξίσου κρίσιμη με το ίδιο το περιεχόμενο της ενημέρωσης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση από απόσταση.

Πώληση Με Δοκιμή – Νομικό Πλαίσιο & Δικαιώματα Μερών

Πώληση με δοκιμή, αποτελεί μορφή πώλησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να την εγκρίνει ή να την αποποιηθεί, οπότε θεωρείται ότι καταρτίστηκε από την έγκριση ή ματαιώθηκε από την αποποίηση.

Αναλυτικά, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 150/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 ΑΚΗ πώληση με δοκιμή λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγοραστής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί“.

Χαρακτηριστικά

Η ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της υπό του ως άνω άρθρου 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης.

Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί, ενώ η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.

Η πώληση υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου “για δοκιμή”, ως “δοκιμή” κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση:

  • χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και
  • χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.

Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.

Ο αγοραστής έχει ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος και ευθύνεται κατά τις διατάξεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης μόνο αν έχει καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπου εφαρμόζονται οι διατάσεις των άρθρων 197-198 ΑΚ (προσυμβατική ευθύνη).

Διαφορά Με Διαλυτική Αίρεση

Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα, “αν ευρεθεί να λειτουργεί καλώς“, τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια.

Επομένως, ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς.

Σε αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματα της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον αγοραστή (ΑΠ 743/2023).

Πρόταση Πώλησης Με Δοκιμή

Τέλος, δοκιμή του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή προσυμφώνου πώλησης.

Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση με δοκιμή.

Σύμβαση SaaS με Πάροχο: Τι Ελέγχει η Επιχείρηση

Σύμβαση SaaS: Ποιους Όρους Διαπραγματεύεται η Επιχείρηση Πριν Υπογράψει

Περιληπτικά:

  • Η σύμβαση SaaS δεσμεύει την επιχείρηση όπως ακριβώς υπογράφεται. Στις αμιγώς επιχειρηματικές συναλλαγές η προστασία καταναλωτή δεν εφαρμόζεται και η διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή αποτελεί το μόνο ουσιαστικό εργαλείο προστασίας.
  • Τα σημεία που κρίνουν τη σύμβαση: επίπεδα εξυπηρέτησης (SLA) με αυτόματες συνέπειες, όροι εξόδου και μεταφοράς δεδομένων, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όρια ευθύνης του παρόχου, διάρκεια και καταγγελία.
  • Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act) εφαρμόζεται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 και μετατρέπει την αλλαγή παρόχου σε κανονιστικό δικαίωμα του πελάτη. Οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
  • Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης ισχύουν για ελαφρά αμέλεια, είναι όμως άκυρες κατά το μέρος που καλύπτουν δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
  • Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική.

Πότε αρκούν οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου και πότε απαιτείται διαπραγμάτευση;

Οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου αρκούν όταν η υπηρεσία έχει χαμηλή κρισιμότητα, δηλαδή όταν δεν φιλοξενεί παραγωγικά ή προσωπικά δεδομένα, αντικαθίσταται εύκολα και το κόστος της παραμένει περιορισμένο. Η διαπραγμάτευση γίνεται αναγκαία όταν η επιχείρηση αναθέτει στον πάροχο κρίσιμη λειτουργία ή δεδομένα πελατών, όταν ο κλάδος της υπόκειται σε κανονιστικές απαιτήσεις και όταν το κόστος μετάβασης σε άλλη λύση είναι υψηλό.

Η σύμβαση SaaS, δηλαδή το λογισμικό ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service), συνιστά τη συμφωνία με την οποία ο πάροχος παρέχει πρόσβαση σε λογισμικό και συναφείς υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος και ο πελάτης αποκτά πρόσβαση χωρίς τοπική εγκατάσταση.

Νομικά πρόκειται για σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, καθώς συνδυάζει στοιχεία σύμβασης έργου και παροχής υπηρεσιών (φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη, επεξεργασία δεδομένων κλπ) με στοιχεία παραχώρησης άδειας χρήσης λογισμικού. Η σημασία της μεικτής φύσης έγκειται στο ότι, σε κάθε επιμέρους ζήτημα, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του αντίστοιχου συμβατικού τύπου και, επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός κάθε παροχής καθορίζει τα δικαιώματα των μερών σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης.

Καθοριστικό στοιχείο για τη στρατηγική της επιχείρησης είναι το γεγονός ότι η έννοια του καταναλωτή καλύπτει μόνο φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (άρθρο 1α του Ν. 2251/1994). Η επιχείρηση που προμηθεύεται SaaS μένει εκτός αυτής της προστασίας. Ο δικαστικός έλεγχος των τυποποιημένων όρων στηρίζεται στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι στην καταναλωτική νομοθεσία, με συνέπεια ό,τι υπογράφεται να δεσμεύει, ακόμα και αν είναι καταχρηστικό κατά το δίκαιο του καταναλωτή.

SaaS ή άδεια χρήσης λογισμικού: ποιο μοντέλο εξυπηρετεί την επιχείρηση;

Η επιλογή κρίνεται από τρία κριτήρια:

  • ποιος ελέγχει τα δεδομένα,
  • ποιες κανονιστικές απαιτήσεις βαρύνουν τον κλάδο και
  • πώς κατανέμεται το κόστος στον χρόνο.

Το SaaS προσφέρει χαμηλό αρχικό κόστος και ευελιξία με αντάλλαγμα την εξάρτηση από τον πάροχο. Η άδεια χρήσης λογισμικού με τοπική εγκατάσταση διατηρεί τον έλεγχο εντός της επιχείρησης με υψηλότερη πάγια επένδυση.

ΚριτήριοΣύμβαση SaaSΆδεια χρήσης (on-premise)
Παράδοση λογισμικούΥπηρεσία μέσω διαδικτύου, χωρίς τοπική εγκατάστασηΤοπική εγκατάσταση και εκτέλεση στις υποδομές του χρήστη
Έλεγχος δεδομένωνΑποθήκευση στους διακομιστές του παρόχου. Η ασφάλεια και η συμμόρφωση βαρύνουν κυρίως τον πάροχοΠλήρης έλεγχος από την επιχείρηση, η οποία φέρει και την ευθύνη ασφάλειας
Υποστήριξη και ενημερώσειςΠεριλαμβάνονται στην υπηρεσίαΞεχωριστές υπηρεσίες με πρόσθετο κόστος
Ευελιξία κλιμάκωσηςΠροσθαφαίρεση χρηστών και λειτουργιών κατά τις ανάγκεςΠρόσθετες άδειες και πιθανές αναβαθμίσεις εξοπλισμού
Εξάρτηση από τον πάροχοΥψηλή (vendor lock-in), μετριάζεται πλέον από τον Data ActΠεριορισμένη, τα δεδομένα παραμένουν τοπικά
ΔιαθεσιμότηταΕξαρτάται από τον πάροχο και τη σύνδεση, απαιτείται SLAΕξαρτάται από την υποδομή της επιχείρησης

Το SaaS επιλέγεται κατά κανόνα όταν προέχουν η ταχύτητα ανάπτυξης και το προβλέψιμο λειτουργικό κόστος. Η εγκατεστημένη άδεια προτιμάται όταν κανονιστικές απαιτήσεις επιβάλλουν φυσικό έλεγχο των δεδομένων ή όταν το λογισμικό συνδέεται με κρίσιμα εσωτερικά συστήματα.

Η σύμβαση SaaS διαφέρει εξάλλου από τις συμβάσεις API licensing, καθώς η πρώτη αφορά παροχή υπηρεσίας, ενώ η δεύτερη συνιστά άδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου με διαφορετικούς κανόνες δικαίου.

Ποιους όρους SLA πρέπει να διαπραγματευτεί η επιχείρηση;

Η συμφωνία επιπέδου υπηρεσιών (SLA – Service Level Agreement) προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα, τους χρόνους απόκρισης και την ποιότητα της τεχνικής υποστήριξης. Χωρίς αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης, το SLA μένει απλά διακηρυκτικό. Η επιχείρηση πρέπει να διαπραγματεύεται μετρήσιμα όρια και κυρώσεις που ενεργοποιούνται χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια.

Η εγγυημένη διαθεσιμότητα (uptime) εκφράζεται σε ποσοστό και η διαφορά των δεκαδικών έχει ουσία. Παράδειγμα: το 99,9% σε ετήσια βάση επιτρέπει έως 8,8 ώρες διακοπής, ενώ το 99,5% έως 43,8 ώρες.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου αποτελούν:

  • ο τρόπος μέτρησης και οι εξαιρέσεις, όπως η προγραμματισμένη συντήρηση,
  • οι χρόνοι απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος και
  • το ωράριο και τα κανάλια της τεχνικής υποστήριξης.

Η παραβίαση του SLA πρέπει να ενεργοποιεί προκαθορισμένες συνέπειες, όπως πιστώσεις υπηρεσίας (service credits), επιστροφή μέρους της αμοιβής, δωρεάν παράταση ή ποινικές ρήτρες. Η ποινική ρήτρα παρέχει το πλεονέκτημα της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης χωρίς απόδειξη ζημίας, υπόκειται όμως σε δικαστική μείωση όταν είναι δυσανάλογα μεγάλη (άρθρο 409 ΑΚ).

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις συμβάσεων πληροφορικής δείχνει ότι οι πάροχοι αποδέχονται ευκολότερα κλιμακωτές πιστώσεις υπηρεσίας παρά ποινικές ρήτρες, οπότε η επιλογή του μηχανισμού κυρώσεων αποτελεί αντικείμενο στρατηγικής στάθμισης και διαπραγμάτευσης κατά περίπτωση.

Πώς αλλάζει ο Data Act τη διαπραγμάτευση για το vendor lock-in;

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act – κανονισμός για τα δεδομένα) μετατρέπει την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων από διαπραγματευτικό αίτημα σε κανονιστική υποχρέωση. Το Κεφάλαιο VI επιβάλλει υποχρεωτικό συμβατικό περιεχόμενο για την έξοδο του πελάτη και προβλέπει την πλήρη κατάργηση των χρεώσεων αλλαγής από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Η εξάρτηση από τον πάροχο (vendor lock-in) αποτελούσε τον κεντρικό κίνδυνο του μοντέλου SaaS, καθώς τα δεδομένα φιλοξενούνται στις υποδομές του παρόχου και η μετάβαση σε άλλη λύση μπορούσε να αποδειχθεί τεχνικά ή οικονομικά απαγορευτική. Ο Data Act καλύπτει τις «υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων», έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ των οποίων και το SaaS.

Το άρθρο 25 του Κανονισμού απαιτεί η σύμβαση να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  1. δικαίωμα του πελάτη να αλλάξει πάροχο ή να μεταφέρει τα εξαγώγιμα δεδομένα του σε δική του υποδομή, με μέγιστη μεταβατική περίοδο 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πάροχος παρέχει εύλογη συνδρομή,
  2. ελάχιστη περίοδο ανάκτησης δεδομένων τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και
  3. ρήτρα πλήρους διαγραφής των δεδομένων του πελάτη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Κατά το άρθρο 29, έως τις 12 Ιανουαρίου 2027 επιτρέπονται μόνο μειωμένες χρεώσεις αλλαγής και έκτοτε καμία.

Για τον αγοραστή ο Κανονισμος σημαίνει ότι δεν ζητά πλέον το δικαίωμα εξόδου ως παραχώρηση, αλλά ελέγχει αν οι όροι του παρόχου έχουν προσαρμοστεί στον Κανονισμό. Η μετάφραση των γενικών απαιτήσεων σε λειτουργικές ρήτρες (ποια δεδομένα θεωρούνται εξαγώγιμα, σε ποιους μορφότυπους, με ποια συνδρομή και με ποιο κόστος έως το 2027) απαιτεί διατύπωση κατά περίπτωση και εκεί κρίνεται η πραγματική προστασία.

Ποιους όρους για δεδομένα, ασφάλεια και συμμόρφωση πρέπει να απαιτήσει η επιχείρηση;

Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύναψη σύμβασης επεξεργασίας κατά το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) αποτελεί νομική υποχρέωση και η παράλειψή της συνιστά αυτοτελή παράβαση. Η επιχείρηση απαιτεί επιπλέον συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας, όρους για τους υπεργολάβους επεξεργασίας και δεσμεύσεις για την τοποθεσία των δεδομένων.

Σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (DPA)

Στο τυπικό σχήμα SaaS η επιχείρηση – πελάτης ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας και ο πάροχος ως εκτελών την επεξεργασία. Η σύμβαση επεξεργασίας (DPA – Data Processing Agreement) κατά το άρθρο 28 παρ. 3 GDPR ορίζει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τη φύση και τον σκοπό της επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου είναι η προηγούμενη έγκριση ή ενημέρωση για τους υπεργολάβους, οι διαβιβάσεις εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και η συνδρομή του παρόχου σε περιστατικά παραβίασης δεδομένων.

Κυβερνοασφάλεια και NIS2

Ο Ν. 5160/2024 ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2) και επιβάλλει στις βασικές και σημαντικές οντότητες μέτρα διαχείρισης κινδύνων που εκτείνονται στην ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού.

Με τον τρόπο αυτό, οι υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας της επιχείρησης μετακυλίονται συμβατικά στους παρόχους SaaS, περιλαμβάνοντας πιστοποιήσεις (ενδεικτικά ISO 27001), γνωστοποίηση περιστατικών σε καθορισμένο χρόνο και δικαιώματα ελέγχου. Σε ρυθμιζόμενους κλάδους, όπως ο χρηματοοικονομικός τομέας και η υγεία, προστίθενται τομεακές απαιτήσεις για την τοποθεσία αποθήκευσης των δεδομένων.

Πρόσθετοι όροι όταν το SaaS ενσωματώνει τεχνητή νοημοσύνη

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act) εφαρμόζεται σταδιακά, με τις υποχρεώσεις για τα συστήματα υψηλού κινδύνου να ισχύουν πλήρως από τις 2 Αυγούστου 2026.

Όταν η υπηρεσία SaaS ενσωματώνει λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης, η σύμβαση οφείλει να κατανέμει τους ρόλους του παρόχου και του φορέα εφαρμογής, τις αντίστοιχες κανονιστικές υποχρεώσεις και την ευθύνη για αποφάσεις που λαμβάνονται αυτοματοποιημένα. Για παρόχους διαμεσολαβητικών ψηφιακών υπηρεσιών ισχύουν παράλληλα οι υποχρεώσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 (DSA).

Πόσο ισχύουν οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης του παρόχου;

Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης δεσμεύουν στο μέτρο που καλύπτουν ελαφρά αμέλεια. Κάθε εκ των προτέρων συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι άκυρη κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ. Η επιχείρηση διαπραγματεύεται το ανώτατο όριο ευθύνης και τις εξαιρέσεις του, γνωρίζοντας ότι ο νόμος θέτει το απώτατο πλαίσιο.

Οι τυποποιημένοι όροι των παρόχων ορίζουν ανώτατο όριο ευθύνης (liability cap), συνήθως ίσο με τις αμοιβές ορισμένων μηνών και αποκλείουν την αποθετική ζημία ή το διαφυγόν κέρδος. Οι ρήτρες αυτές παράγουν αποτελέσματα μόνο εντός των ορίων του νόμου. Κατά την ΑΠ 1223/2015, η διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ απειλεί ακυρότητα μόνο όταν η απαλλακτική ρήτρα αφορά αποκλεισμό ή περιορισμό της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ η απαλλαγή για ελαφρά αμέλεια είναι επιτρεπτή.

Πρακτικά, αν η απώλεια δεδομένων οφείλεται σε βαριά αμέλεια του παρόχου, το συμβατικό όριο δεν τον προστατεύει, ανεξάρτητα από τη διατύπωσή του. Ο χαρακτηρισμός όμως της αμέλειας ως ελαφράς ή βαριάς κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το βάρος απόδειξης φέρει ο ζημιωθείς πελάτης.

Η εμπειρία από διαφορές με παρόχους τεχνολογικών υπηρεσιών δείχνει ότι η έκβαση εξαρτάται από την τεκμηρίωση των οργανωτικών παραλείψεων του παρόχου και, επομένως, καθίσταται κρίσιμη η συμβατική πρόβλεψη για καταγραφή συμβάντων και η πρόσβαση του πελάτη σε αρχεία ελέγχου.

Ποιοι όροι εξόδου προστατεύουν την επιχείρηση στη λήξη ή την καταγγελία;

Η προστασία στην έξοδο στηρίζεται σε τέσσερις προβλέψεις:

  1. σαφή διάρκεια χωρίς αιφνιδιαστική αυτόματη ανανέωση,
  2. δικαίωμα καταγγελίας με εύλογη προθεσμία και για σπουδαίο λόγο,
  3. περίοδο ανάκτησης δεδομένων μετά τη λήξη και
  4. ρητή ρύθμιση της τύχης των δεδομένων.

Χωρίς αυτές, η λήξη της σύμβασης λειτουργεί ως μοχλός πίεσης υπέρ του παρόχου.

Η ρήτρα αυτόματης ανανέωσης (auto-renewal) δεσμεύει αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμη εναντίωση, οπότε η σύμβαση οφείλει να ορίζει ρητά την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης. Ως διαρκής ενοχική σχέση, η σύμβαση SaaS μπορεί επιπλέον να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, κατά τη γενική αρχή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τις διαρκείς συμβάσεις.

Η συμβατική εξειδίκευση των λόγων καταγγελίας (όπως πχ επανειλημμένη παραβίαση του SLA, σοβαρό περιστατικό ασφάλειας ή αφερεγγυότητα του παρόχου), προλαμβάνει τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση.

Στη λήξη, τα δεδομένα του πελάτη παραμένουν δικά του, καθώς η περίοδος ανάκτησης και η υποχρέωση διαγραφής αποτελούν πλέον και κανονιστική απαίτηση του Data Act. Το λογισμικό προστατεύεται ως έργο λόγου κατά τον Ν. 2121/1993 και η πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού παραμένει στον πάροχο.

«Γκρίζα ζώνη» αποτελούν οι παραμετροποιήσεις και τα παραδοτέα που αναπτύχθηκαν ειδικά για τον πελάτη. Για αυτά, χωρίς ρητή ρήτρα, η τύχη τους κρίνεται κατά περίπτωση. Οι ρήτρες εχεμύθειας οφείλουν να προβλέπουν ρητά την επιβίωσή τους μετά τη λήξη της σύμβασης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι η σύμβαση SaaS;

Η σύμβαση SaaS είναι η συμφωνία με την οποία πάροχος παραχωρεί σε επιχείρηση ή χρήστη πρόσβαση σε λογισμικό μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής και χωρίς τοπική εγκατάσταση. Νομικά συνιστά μεικτή σύμβαση με στοιχεία παροχής υπηρεσιών, έργου και άδειας χρήσης λογισμικού. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος, στοιχείο που καθορίζει και τους κρίσιμους όρους της.

Σε τι διαφέρει η σύμβαση SaaS από την άδεια χρήσης λογισμικού;

Στη σύμβαση SaaS το λογισμικό παρέχεται ως υπηρεσία μέσω διαδικτύου και τα δεδομένα αποθηκεύονται στις υποδομές του παρόχου, με την υποστήριξη και τις ενημερώσεις ενσωματωμένες στην αμοιβή. Στην άδεια χρήσης το λογισμικό εγκαθίσταται τοπικά, η επιχείρηση διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των δεδομένων και αναλαμβάνει η ίδια την ασφάλεια και τη συντήρηση.

Τι περιλαμβάνει ένα SLA;

Το SLA προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας, τους χρόνους απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος, το εύρος της τεχνικής υποστήριξης και τις συνέπειες της παραβίασης, όπως πιστώσεις υπηρεσίας ή επιστροφή αμοιβής. Χωρίς μετρήσιμα όρια και αυτόματες κυρώσεις, η αξία του περιορίζεται σε διακήρυξη προθέσεων.

Ισχύει ο Data Act για κάθε υπηρεσία SaaS;

Ο Data Act καλύπτει τις υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων, έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα και επομένως και το SaaS. Οι υποχρεώσεις για τη διευκόλυνση της αλλαγής παρόχου εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Αξιολόγηση κρισιμότητας πριν την υπογραφή: Η ένταση της διαπραγμάτευσης ακολουθεί την κρισιμότητα της υπηρεσίας. Υπηρεσία που φιλοξενεί παραγωγικά δεδομένα ή δεδομένα πελατών δεν καλύπτεται με απλή αποδοχή των τυποποιημένων όρων.

SLA με αυτόματες συνέπειες: Ποσοστά διαθεσιμότητας χωρίς προβλεπόμενες πιστώσεις ή ρήτρες δεν παρέχουν πραγματική εξασφάλιση. Η συνέπεια της παραβίασης ορίζεται στη σύμβαση και ενεργοποιείται χωρίς δικαστική διεκδίκηση.

Έλεγχος συμβατότητας με τον Data Act: Οι απαιτήσεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν και τις ενεργές συμβάσεις υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων. Ο έλεγχος των όρων εξόδου, των μορφότυπων εξαγωγής και των χρεώσεων αλλαγής αφορά επομένως και τις υφιστάμενες συνεργασίες.

DPA ως προϋπόθεση: Η χρήση SaaS με προσωπικά δεδομένα χωρίς σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR εκθέτει την επιχείρηση αυτοτελώς, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του παρόχου.

Τα όρια των ρητρών ευθύνης: Το ανώτατο όριο ευθύνης δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια. Η διαπραγμάτευση πρέπει να εστιάζει στο ύψος του ορίου για την ελαφρά αμέλεια και στη συμβατική πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής για την τεκμηρίωση τυχόν παραλείψεων.

Όροι εξόδου από την έναρξη: Η περίοδος ανάκτησης δεδομένων, οι μορφότυποι εξαγωγής και η τύχη των παραμετροποιήσεων συμφωνούνται κατά τη σύναψη. Στη λήξη, η διαπραγματευτική θέση της επιχείρησης είναι η ασθενέστερη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση SaaS.

Η Υπόσχεση (Σύμβαση) Ελευθερώσεως

Υπόσχεση ελευθερώσεως είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας τρίτος υπόσχεται προς τον οφειλέτη να απαλλάξει αυτόν από χρέος του που υπάρχει (478 ΑΚ).

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η ρύθμιση της ΑΚ 478 θέτει ερμηνευτικό κανόνα (“εν αμφιβολία“).

Τούτο σημαίνει πως, όταν γεννιέται αμφιβολία για το τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου και ο δανειστής δεν αποκτά άμεσο δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή (απλή υπόσχεση ελευθερώσεως).

Η σύμβαση αυτή, καλούμενη και σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός.

Χαρακτηριστικά

Επομένως κύρια γνωρίσματα της απλής υποσχέσεως ελευθερώσεως είναι :

  • ότι αυτή γεννά ενοχή μόνο μεταξύ του υποσχεθέντα και του οφειλέτη (υπέρ του οποίου η υπόσχεση) κατά την έννοια της ΑΚ 410 (μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και
  • ότι ο τρίτος που υποσχέθηκε δεν υπεισέρχεται στη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.

Η υπόσχεση του τρίτου δυνατό να αφορά τωρινό ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη.

Επίσης, η κατ’ άρθρο 478 σύμβαση ελευθερώσεως, δεν επιφέρει διάθεση του ξένου χρέους (γιατί δεν επιφέρει άμεση απαλλαγή του οφειλέτη) και κατά συνέπεια είναι υποσχετική δικαιοπραξία και επιπλέον αιτιώδης που γίνεται για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή , ακόμη δε μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση.

Η σύμβαση ελευθερώσεως κατά κανόνα είναι άτυπη, εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της ή την αιτία της.

Στην απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (δηλαδή εκείνη στην οποία ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας της ΑΚ 478) εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το ειδικότερο περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

Έτσι από τη συμφωνία των μερών δυνατό να υποχρεώνεται ο τρίτος να εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος, είτε να παραδώσει στον οφειλέτη το απαιτούμενο προς εξόφληση ποσό ή να απαλλάξει τον οφειλέτη από το χρέος με ορισμένο μόνο τρόπο (π.χ. μόνο με καταβολή ή συνάπτοντας με τον δανειστή την κατ’ άρθρο 471 ΑΚ στερητική αναδοχή).

Τέλος δε, αν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δανειστή συνεπεία απειλής κατ’ αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, ο τρίτος υποχρεώνεται σε αποζημίωση του οφειλέτη λόγω του ότι ο οφειλέτης στην περίπτωση αυτή εξόφλησε ξένο χρέος, σύμφωνα πάντα με την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον τρίτο.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ελευθερώσεως.