Skip to content
Αρθρογραφία

Σύμβαση Ελευθερώσεως ή Αναδοχή Χρέους: Ποια Ελευθερώνει

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 24 Αυγούστου 2026

Υπόσχεση Ελευθερώσεως (478 ΑΚ): Πότε Απαλλάσσεται Ο Οφειλέτης

Εν συντομία;

  • Η υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, δηλαδή η σύμβαση ελευθερώσεως του άρθρου 478 ΑΚ, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη απέναντι στον δανειστή. Δεσμεύει μόνο τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
  • Κριτήριο υπαγωγής είναι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η υπόσχεση: ο δανειστής, ο οφειλέτης ή κάποιος τρίτος. Ο τίτλος του εγγράφου δεν δεσμεύει το δικαστήριο.
  • Ο εταίρος ή μέτοχος που αποχωρεί έχοντας εγγυηθεί τραπεζικό δάνειο της εταιρείας απαλλάσσεται μόνο με σύμπραξη ή έγκριση του πιστωτικού ιδρύματος. Η συμφωνία με τον αγοραστή παράγει αξίωση μόνο εναντίον του.
  • Η αξίωση να καταβάλει ο υποσχεθείς προς τον ίδιο τον οφειλέτη προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης πλήρωσε πρώτος. Όταν η πληρωμή έγινε υπό απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης, οφείλεται αποζημίωση.

Πότε απαλλάσσεται πραγματικά ο οφειλέτης όταν τρίτος αναλαμβάνει το χρέος του;

Η υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του δεν επιφέρει απαλλαγή. Κατά το άρθρο 478 του Αστικού Κώδικα, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή.

Απαλλαγή παράγει μόνο η στερητική αναδοχή του άρθρου 471 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει σύμβαση με τον ίδιο τον δανειστή ή εκ των υστέρων έγκρισή του.

Σύμφωνα με την ερμηνεία της διάταξης, όταν από τη σύμβαση δεν προκύπτει τι θέλησαν τα μέρη, η σχέση λειτουργεί αποκλειστικά μεταξύ οφειλέτη και υποσχεθέντος, ως εσωτερική ενοχή.

Δανειστής σε αυτή τη σχέση είναι ο ίδιος ο παλαιός οφειλέτης, ο οποίος είναι και ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την εκπλήρωση της υπόσχεσης, όπως δέχθηκε η ΑΠ 288/2021.

Η πρακτική συνέπεια βαρύνει αποκλειστικά τον οφειλέτη. Ο δανειστής διατηρεί ακέραιη την αξίωσή του, μπορεί να επιδιώξει διαταγή πληρωμής και αναγκαστική εκτέλεση, ενώ ο υποσχεθείς τρίτος παραμένει έξω από τη σχέση αυτή.

Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι υποσχετική δικαιοπραξία και αιτιώδης, σε αντίθεση με τη στερητική και τη σωρευτική αναδοχή που είναι αναιτιώδεις, όπως διατυπώνει η ΑΠ 893/2024.

Ο αιτιώδης χαρακτήρας σημαίνει ότι η εγκυρότητά της εξαρτάται από την αιτία για την οποία δόθηκε, χαριστική ή επαχθή. Ελαττώματα της αιτίας μπορούν έτσι να προβληθούν κατά της αξίωσης εκπλήρωσης.

Πώς κρίνεται αν πρόκειται για αναδοχή, σύμβαση ελευθερώσεως ή σύμβαση υπέρ τρίτου;

Κριτήριο υπαγωγής είναι ο αποδέκτης της υπόσχεσης, όχι η ονομασία που δίνουν τα μέρη στο έγγραφο. Ειδικότερα:

  • Υπόσχεση προς τον δανειστή παράγει αναδοχή χρέους, στερητική κατά το άρθρο 471 ΑΚ ή σωρευτική κατά το άρθρο 477 ΑΚ.
  • Υπόσχεση προς τον οφειλέτη παράγει σύμβαση ελευθερώσεως.
  • Υπόσχεση προς τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι ούτε δανειστής ούτε οφειλέτης, παράγει σύμβαση υπέρ τρίτου κατά το άρθρο 410 ΑΚ.
ΚριτήριοΣτερητική αναδοχή (471 ΑΚ)Σωρευτική αναδοχή (477 ΑΚ)Σύμβαση ελευθερώσεως (478 ΑΚ)Σύμβαση υπέρ τρίτου (410 ΑΚ)
Αποδέκτης της υπόσχεσηςΟ δανειστήςΟ δανειστήςΟ οφειλέτηςΠρόσωπο εκτός της ενοχής
Απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτηςΝαι, υπεισέρχεται ο αναδοχέαςΌχι, προστίθεται δεύτερος υπόχρεοςΌχιΌχι
Αξίωση του δανειστή κατά του τρίτουΝαι, αποκλειστικάΝαι, εις ολόκληρον (481 επ. ΑΚ)Όχι, σε περίπτωση αμφιβολίαςΜόνο στη γνήσια μορφή (411 ΑΚ)
Νομική φύσηΑναιτιώδηςΑναιτιώδηςΑιτιώδης, υποσχετικήΑκολουθεί την υποκείμενη αιτία
Ποιος μπορεί να απαιτήσει εκπλήρωσηΟ δανειστήςΟ δανειστήςΟ οφειλέτης, ως δέκτης της υπόσχεσηςΟ δέκτης της υπόσχεσης

Η διάκριση κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης. Στην ΑΠ 893/2024 ο αγοραστής επιχείρησης είχε συμφωνήσει με τον πωλητή ότι μέρος του τιμήματος των 500.000 ευρώ θα καταβαλλόταν με εξόφληση χρεών του πωλητή προς προμηθευτές.

Η αγοράστρια επικαλέστηκε σύμβαση ελευθερώσεως. Το δικαστήριο δέχθηκε σωρευτική αναδοχή, επειδή ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε δώσει την υπόσχεση απευθείας στον προμηθευτή, ενώπιον μαρτύρων, οπότε υποχρεώθηκε σε καταβολή 15.400 ευρώ πλέον τόκων.

Το αντίστροφο σφάλμα εμφανίζεται στη μεταβίβαση μετοχών. Κατά την ΑΠ 31/2017, όταν ο πωλητής υπόσχεται στον αγοραστή των μετοχών ότι θα εξοφλήσει χρέη της ίδιας της εταιρείας, η συμφωνία δεν υπάγεται ούτε στην αναδοχή ούτε στο άρθρο 478 ΑΚ.

Οφειλέτρια είναι η εταιρεία, ενώ ο αγοραστής των μετοχών δεν έχει ούτε την ιδιότητα του δανειστή ούτε εκείνη του οφειλέτη. Πρόκειται για μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.

Ο χαρακτηρισμός καθορίζει και τα στοιχεία που πρέπει να εκτεθούν στο δικόγραφο. Στην ΑΠ 61/2025 η καταβολή από πρόσωπο που πλήρωσε απευθείας τους προμηθευτές τρίτου κρίθηκε δάνειο με έμμεση καταβολή του δανείσματος.

Ο διάδικος που υποστήριζε ότι επρόκειτο για σύμβαση ελευθερώσεως επιδίωκε να θεμελιώσει αοριστία της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να είχε εκτεθεί η απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Στην πράξη, η ίδια οικονομική συναλλαγή μπορεί να υπαχθεί σε τέσσερις διαφορετικές διατάξεις με ριζικά διαφορετικά αποτελέσματα. Το σχήμα που εξασφαλίζει καλύτερα τον πιστωτή αναλύεται στην αναδοχή χρέους, ενώ η εκ του νόμου ευθύνη που γεννά η μεταβίβαση επιχείρησης με χρέη λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούληση των μερών.

Πότε η υπόσχεση δίνει άμεσο δικαίωμα στον δανειστή;

Ο δανειστής αποκτά ευθεία αξίωση κατά του υποσχεθέντος μόνο όταν τα μέρη το προβλέψουν. Οφειλέτης και τρίτος μπορούν να διαμορφώσουν τη συμφωνία τους ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά το άρθρο 411 ΑΚ, οπότε ο δανειστής αποκτά δικό του δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή, χωρίς να χάνει τα δικαιώματά του κατά του αρχικού οφειλέτη. Το αποτέλεσμα ταυτίζεται τότε με εκείνο της σωρευτικής αναδοχής.

Ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 478 ΑΚ ενεργοποιείται μόνο σε αμφιβολία. Ρητή πρόβλεψη υπέρ του δανειστή αποκλείει την εφαρμογή του και δημιουργεί εις ολόκληρον ενοχή με αποτελέσματα αντίστοιχα της σωρευτικής αναδοχής, κατά τη διατύπωση της ΑΠ 288/2021.

Η επιλογή ανάμεσα στις δύο μορφές μεταβάλλει τη θέση και των δύο μερών. Ο υποσχεθείς που δέχεται γνήσια μορφή αναλαμβάνει τον κίνδυνο άμεσης αγωγής του δανειστή και χάνει τη δυνατότητα να ρυθμίσει τη σειρά και τον τρόπο εκπλήρωσης μέσα από τη σχέση του με τον οφειλέτη. Ο οφειλέτης που την επιδιώκει αποκτά έναν δανειστή με λόγο να στραφεί πρώτα κατά του φερέγγυου τρίτου.

Η διατύπωση της ρήτρας απαιτεί ad hoc σύνταξη, δηλαδή διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη συναλλαγή. Η φράση ότι ο τρίτος «αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει τις οφειλές» αφήνει το ζήτημα ανοικτό. Αντίθετα, η πρόβλεψη ότι ο συγκεκριμένος δανειστής «δικαιούται να απαιτήσει την καταβολή απευθείας από τον υποσχόμενο» το ρυθμίζει.

Πώς προστατεύεται ο αποχωρών εταίρος ή μέτοχος που έχει δώσει προσωπικές εγγυήσεις;

Η μεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών δεν θίγει την εγγυητική ευθύνη του αποχωρούντος έναντι της τράπεζας. Η αποδέσμευση απαιτεί σύμπραξη ή εκ των υστέρων έγκριση του πιστωτικού ιδρύματος κατά το άρθρο 239 ΑΚ.

Η συμφωνία με τους αγοραστές, όσο ρητή και αν είναι, παράγει αξίωση μόνο εναντίον τους και αφήνει τον εγγυητή εκτεθειμένο στην αναγκαστική εκτέλεση.

Η ΕφΠειρ 400/2022 αποτυπώνει το κόστος της παράλειψης. Μέτοχος με ποσοστό 20% είχε εγγυηθεί τοκοχρεωλυτικό δάνειο 170.000 ευρώ. Μεταβίβασε τις μετοχές του και κατάρτισε αργότερα ιδιωτικό συμφωνητικό με την εταιρεία, όπου αναφερόταν ρητά ότι είχε συμφωνηθεί η αντικατάστασή του και ότι υπήρχε σύμφωνη γνώμη της τράπεζας.

Η τράπεζα όμως δεν είχε συμβληθεί. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η συμφωνία συνιστά σύμβαση ελευθερώσεως και μόνο, επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής εναντίον του και τον καταδίκασε σε δικαστικά έξοδα 8.000 ευρώ.

Η αντίστροφη περίπτωση δείχνει τι αξίζει η ίδια συμφωνία όταν χρησιμοποιηθεί σωστά. Στην ΑΠ 1752/2014 ο αποχωρών εταίρος και διαχειριστής είχε εγγυηθεί δύο συμβάσεις πίστωσης.

Στο συμφωνητικό μεταβίβασης οι αγοραστές ανέλαβαν την πληρωμή των υφιστάμενων οφειλών. Όταν αθέτησαν, ο εγγυητής πλήρωσε 71.180,95 ευρώ στις τράπεζες και τους ενήγαγε.

Το Εφετείο, ερμηνεύοντας τη σύμβαση κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ λόγω κενού στη διατύπωση, τη χαρακτήρισε σύμβαση ελευθερώσεως και επιδίκασε ολόκληρο το ποσό.

Η ΑΠ 1230/2010 προσθέτει ότι, η ανάληψη της υποχρέωσης αποδέσμευσης αποτελεί αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη από την εκποιητική δικαιοπραξία της πώλησης, οπότε παραμένει έγκυρη ακόμη και όταν περιλήφθηκε σε ιδιωτικό συμφωνητικό ενώ η μεταβίβαση απαιτούσε συμβολαιογραφικό τύπο.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου εταίρου δείχνει ότι όσο ο αποχωρών διατηρεί διαπραγματευτική ισχύ, πριν υπογραφεί η μεταβίβαση μεριδίων, η τράπεζα εξετάζει ευνοϊκότερα την αντικατάσταση εγγυητή.

Μετά την ολοκλήρωση, ο αποχωρών δεν διαθέτει διαπραγματετικό όπλο ούτε έναντι της τράπεζας ούτε έναντι των νέων εταίρων, ενώ οι λόγοι ελευθέρωσης της προσωπικής εγγύησης δεν καλύπτουν την απλή αποχώρηση από την εταιρεία.

Παράλληλο ζήτημα γεννά και η έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία, όπου η ευθύνη για τα χρέη που γεννήθηκαν πριν την αποχώρηση ακολουθεί δική της ρύθμιση.

Πότε γεννάται η αξίωση κατά του τρίτου που δεν τήρησε την υπόσχεση;

Οι δύο αξιώσεις γεννώνται σε διαφορετικό χρόνο. Το δικαίωμα να απαιτηθεί από τον υποσχεθέντα η καταβολή προς τον δανειστή υπάρχει από την κατάρτιση της σύμβασης.

Το δικαίωμα να απαιτηθεί καταβολή προς τον ίδιο τον οφειλέτη προϋποθέτει ότι εκείνος πλήρωσε πρώτος, κατά την ΑΠ 1193/2025.

Όταν η πληρωμή έγινε υπό απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης, ο τρίτος υποχρεούται σε αποζημίωση, επειδή ο οφειλέτης εξόφλησε χρέος που κατά την εσωτερική τους σχέση βάρυνε εκείνον.

Επομένως, ο δικαιούχος της υπόσχεσης εξοφλεί πρώτος ολόκληρη την οφειλή και αναζητεί το ποσό στη συνέχεια, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο φερεγγυότητας του υποσχεθέντος.

Στην ΑΠ 1752/2014 η εξόφληση των δύο τραπεζών έγινε με διαδοχικές καταβολές, ενώ η δικαστική διεκδίκηση ολοκληρώθηκε σχεδόν οκτώ έτη μετά την άσκηση της αγωγής.

Η ΑΠ 1193/2025 απέρριψε ταυτόχρονα έναν ισχυρισμό με πρακτικό ενδιαφέρον για τις εξαγορές. Ο αγοραστής μετοχών υποστήριξε ότι η ανάληψη των εταιρικών οφειλών από τον πωλητή, ο οποίος ήταν συγχρόνως δανειστής της εταιρείας από δάνειο μετόχου, επέφερε απόσβεση της απαίτησής του με σύγχυση κατά το άρθρο 453 ΑΚ.

Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο υποσχόμενος τρίτος δεν νοείται να ταυτίζεται με τον δανειστή, οπότε η επίδικη οφειλή παρέμεινε ζωντανή.

Δικονομικά, ο οφειλέτης που ενάγεται από τον δανειστή μπορεί να προσεπικαλέσει τον υποσχεθέντα ως δικονομικό εγγυητή, δηλαδή ως πρόσωπο που υποχρεούται να τον αποζημιώσει αν ηττηθεί.

Στο ίδιο δικόγραφο σωρεύεται και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ώστε οι δύο κρίσεις να εκδοθούν μαζί. Η ΑΠ 288/2021 αναίρεσε απόφαση Εφετείου ακριβώς επειδή αυτό είχε παραλείψει να κρίνει, ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο, αν η υπόσχεση παρήγαγε τέτοια σχέση δικονομικής εγγύησης.

Η εμπειρία από υποθέσεις ανάληψης οφειλών δείχνει ότι η αξία της συμφωνίας κρίνεται από τη ρήτρα που καθορίζει πότε ενεργοποιείται. Πρόβλεψη που υποχρεώνει τον υποσχεθέντα να καταβάλει με μόνη την κοινοποίηση του παραστατικού, χωρίς να αναμένεται προηγούμενη πληρωμή από τον δικαιούχο, μετακυλίει το βάρος στον υπόχρεο.

Απαιτείται τύπος και πώς διαφοροποιείται το φορολογικό κόστος κάθε επιλογής;

Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενο ή την αιτία της, όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 367 και 369 ΑΚ.

Παραμένει έγκυρη ακόμη και όταν η κύρια δικαιοπραξία υπόκειται σε συμβολαιογραφικό τύπο, επειδή συνιστά αυτοτελή υποσχετική δικαιοπραξία ανεξάρτητη από αυτήν.

Το φορολογικό σκέλος διαφοροποιείται ανάλογα με το σχήμα που επιλέγεται. Το άρθρο 13 του ν. 5177/2025, που κωδικοποίησε το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, υπάγει ρητά την αναδοχή χρέους του άρθρου 471 ΑΚ σε τέλος 2,40% ή 3,60%, εφόσον η αναδοχή δεν γίνεται έναντι ανταλλάγματος. Η σύμβαση ελευθερώσεως δεν κατονομάζεται στον κατάλογο του άρθρου.

Το τέλος επιβάλλεται σε πράξεις που ο νόμος απαριθμεί περιοριστικά. Η γραμματική ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση του άρθρου 478 ΑΚ μένει εκτός πεδίου εφαρμογής, χωρίς η φορολογική διοίκηση να έχει τοποθετηθεί ειδικά επί του ζητήματος.

Ο κίνδυνος δεν εξαλείφεται, επειδή ο νομικός χαρακτηρισμός κρίνεται ερμηνευτικά από το δικαστήριο και όχι από τον τίτλο του εγγράφου, οπότε συμφωνία που συντάχθηκε ως ελευθέρωση μπορεί να κριθεί στερητική αναδοχή με αναδρομική φορολογική επιβάρυνση.

Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια της απαλλαγής και στο φορολογικό κόστος αποτελεί αντικείμενο συγκεκριμένης απόφασης, η οποία λαμβάνεται κατά τον νομικό έλεγχο πριν την εξαγορά.

Συχνές Ερωτήσεις

Απαλλάσσεται ο εγγυητής όταν μεταβιβάσει τις μετοχές του και ο αγοραστής αναλάβει το δάνειο;

Όχι. Η μεταβίβαση μετοχών από μέτοχο που έχει εγγυηθεί δάνειο της εταιρείας δεν συνεπάγεται απαλλαγή του από την εγγυητική του ευθύνη. Απαιτείται σύμπραξη της τράπεζας στη συμφωνία ή εκ των υστέρων έγκρισή της. Χωρίς αυτήν, η συμφωνία με τον αγοραστή λειτουργεί ως σύμβαση ελευθερώσεως και παράγει αξίωση μόνο εναντίον του αγοραστή, όπως έκρινε η ΕφΠειρ 400/2022.

Απαιτείται έγγραφο για τη σύμβαση ελευθερώσεως;

Κατά κανόνα όχι, καθώς η σύμβαση είναι άτυπη. Τύπος απαιτείται μόνο όταν τον επιβάλλει το αντικείμενο ή η αιτία της. Η έγγραφη αποτύπωση παραμένει αναγκαία για αποδεικτικούς λόγους, ιδίως επειδή ο νομικός χαρακτηρισμός θα κριθεί ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της συμφωνίας και όχι από τον τίτλο της.

Ποια είναι η διαφορά στερητικής και σωρευτικής αναδοχής από τη σύμβαση ελευθερώσεως;

Και οι δύο μορφές αναδοχής προϋποθέτουν σύμβαση με τον δανειστή, ενώ η σύμβαση ελευθερώσεως καταρτίζεται μεταξύ οφειλέτη και τρίτου. Η στερητική αναδοχή απαλλάσσει τον αρχικό οφειλέτη, η σωρευτική προσθέτει δεύτερο υπόχρεο εις ολόκληρον, ενώ η σύμβαση ελευθερώσεως δεν μεταβάλλει καθόλου τη θέση του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή.

Πότε παραγράφεται η αξίωση κατά του τρίτου που δεν τήρησε την υπόσχεση;

Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται κατά τον χρόνο που ο οφειλέτης καταβάλλει ο ίδιος στον δανειστή, οπότε από εκείνο το σημείο αρχίζει και η παραγραφή της. Κατά την ΑΠ 1193/2025, ο υποσχεθείς καθίσταται οφειλέτης του δέκτη της υπόσχεσης μόνο μετά την πληρωμή, ενώ πριν από αυτήν οι δύο περιουσίες παραμένουν χωριστές.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Σύμπραξη του δανειστή: Κάθε διατύπωση, ανεξάρτητα από το πόσο κατηγορηματική είναι, παράγει αξίωση μόνο εναντίον του αντισυμβαλλομένου. Η επιστολή αποδέσμευσης από την τράπεζα ή η υπογραφή της σε πρόσθετη πράξη ζητείται πριν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης.

Ο αποδέκτης της υπόσχεσης καθορίζει τη διάταξη: Δήλωση προς τον προμηθευτή ή την τράπεζα οδηγεί σε αναδοχή. Δήλωση προς τον οφειλέτη οδηγεί στο άρθρο 478 ΑΚ. Δήλωση προς τρίτο πρόσωπο οδηγεί στο άρθρο 410 ΑΚ. Προφορική δήλωση προς πιστωτή, ενώπιον μαρτύρων, αρκεί για να στοιχειοθετηθεί σωρευτική αναδοχή κατά την ΑΠ 893/2024.

Ρητή πρόβλεψη υπέρ του δανειστή: Η γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου του άρθρου 411 ΑΚ δίνει στον δανειστή ευθεία αξίωση και ενισχύει τη θέση του αρχικού οφειλέτη. Απαιτεί όμως ρητή διατύπωση, καθώς ο ερμηνευτικός κανόνας οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση.

Ρήτρα ενεργοποίησης πριν από την καταβολή: Η αξίωση για καταβολή προς τον ίδιο τον δικαιούχο γεννάται μετά την πληρωμή, εκτός αν τα μέρη ορίσουν διαφορετικά. Πρόβλεψη που υποχρεώνει σε καταβολή με μόνη την κοινοποίηση του παραστατικού αποτρέπει τη χρηματοδότηση ξένου χρέους από τα ταμειακά διαθέσιμα της επιχείρησης.

Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή: Όταν ο δανειστής στραφεί δικαστικά, η προσεπίκληση του υποσχεθέντος με σωρευμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποφεύγει δεύτερη δίκη και αντιφατικές κρίσεις. Η δυνατότητα εξαρτάται από τη διατύπωση της αρχικής συμφωνίας.

Φορολογικός έλεγχος του σχήματος: Η στερητική αναδοχή κατονομάζεται στο άρθρο 13 του ν. 5177/2025 για το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, εφόσον δεν γίνεται έναντι ανταλλάγματος. Η σύμβαση ελευθερώσεως δεν κατονομάζεται, χωρίς αυτό να αποκλείει διαφορετικό χαρακτηρισμό της συμφωνίας από το δικαστήριο.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ελευθερώσεως.