Skip to content
Αρθρογραφία

Αγωγή Διανομής: Πώς Λύνεται Η Συνιδιοκτησία Με Τον Συνέταιρο

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 12 Ιουλίου 2026

Εν συντομία:

  • Κάθε συγκύριος ακινήτου μπορεί να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της συνιδιοκτησίας κατά το άρθρο 795 ΑΚ, ακόμη και με μικρό ποσοστό.
  • Πριν από το δικαστήριο υπάρχουν τρεις εξώδικες λύσεις: εξαγορά του μεριδίου του ενός συνεταίρου από τον άλλο, κοινή πώληση σε τρίτο, εκούσια διανομή με συμβόλαιο.
  • Χωρίς συμφωνία ασκείται αγωγή διανομής κατά τα άρθρα 799 ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ. Τον τρόπο λύσης, αυτούσια διανομή ή πλειστηριασμό, τον επιλέγει το δικαστήριο και όχι οι διάδικοι.
  • Κτίριο με διακριτούς χώρους, όπως κατάστημα, αποθήκη ή γραφεία, συχνά χωρίζεται αυτουσίως σε αυτοτελείς ιδιοκτησίες με εξίσωση των ανισοτήτων. Ενιαίο αδιαίρετο ακίνητο οδηγεί σε πλειστηριασμό.
  • Ο πλειστηριασμός καταλήγει σχεδόν πάντα κάτω από την εμπορική αξία και λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για εξώδικη λύση. Σε λειτουργικό ακίνητο επιχείρησης η αναγκαστική πώληση καταστρέφει την αξία της συνέχειας.

Πώς λύνεται η συνιδιοκτησία ακινήτου όταν οι συνέταιροι διαφωνούν;

Όταν δύο ή περισσότεροι συνέταιροι κατέχουν κοινό ακίνητο εξ αδιαιρέτου και δεν συμφωνούν για τη χρήση ή τη διάθεσή του, κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας κατά το άρθρο 795 ΑΚ.

Αν αποτύχει η εξώδικη συμφωνία, ασκεί αγωγή διανομής κατά τα άρθρα 799 ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διατάζει είτε αυτούσια διανομή είτε πώληση με πλειστηριασμό και διανομή του τιμήματος.

Η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα σημαίνει ότι κάθε συνέταιρος έχει κυριότητα κατά ιδανικό μερίδιο, δηλαδή κατά ποσοστό επί ολόκληρου του ακινήτου, χωρίς να κατέχει συγκεκριμένο και διακριτό φυσικό τμήμα του. Στη συγκυριότητα εφαρμόζονται, μέσω του άρθρου 1113 ΑΚ, οι διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος των άρθρων 785 επ. ΑΚ.

Το δικαίωμα λύσης είναι ισχυρό. Δεν μπορεί κανείς να υποχρεωθεί να παραμείνει επ’ αόριστον σε καθεστώς συνιδιοκτησίας, εκτός αν η λύση αποκλείεται από ειδική δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του πράγματος για διαρκή σκοπό.

Στην επιχειρηματική πράξη το ζήτημα προκύπτει συνεχώς όταν δύο συνέταιροι αγοράζουν από κοινού την έδρα, μια αποθήκη ή ένα οικόπεδο προς αξιοποίηση, ενώ αργότερα η συνεργασία διαρρηγνύεται.

Ποιες επιλογές υπάρχουν πριν από την αγωγή διανομής;

Πριν από τη δικαστική λύση υπάρχουν τρεις εξώδικες επιλογές:

  1. εξαγορά του μεριδίου του ενός συνεταίρου από τον άλλο,
  2. κοινή πώληση ολόκληρου του ακινήτου σε τρίτο και διανομή του τιμήματος,
  3. εκούσια συμβολαιογραφική διανομή.

Και οι τρεις αποφεύγουν τον χρόνο, το κόστος και την υποτίμηση που συνεπάγεται ο πλειστηριασμός.

Η εξαγορά μεριδίου είναι η καθαρότερη λύση όταν ο ένας συνέταιρος θέλει να κρατήσει το ακίνητο, ιδίως αν αυτό στεγάζει τη λειτουργία της επιχείρησης.

Η κοινή πώληση σε τρίτο ταιριάζει όταν κανείς δεν επιθυμεί να διατηρήσει το ακίνητο και η αγορά είναι ευνοϊκή.

Η εκούσια διανομή προϋποθέτει ότι το ακίνητο μπορεί να χωριστεί φυσικά με συμφωνία όλων.

Η επιλογή μεταξύ των παραπάνω εξαρτάται από την αποτίμηση του ακινήτου, τη φορολογική επιβάρυνση κάθε σεναρίου μεταβίβασης, το αν το ακίνητο είναι λειτουργικό για την επιχείρηση και τη διαπραγματευτική θέση των μερών.

Συχνά, η πραγματική αιτία της αδυναμίας συμφωνίας δεν είναι το ακίνητο αλλά η ευρύτερη διαφωνία εταίρων για την πορεία του εγχειρήματος. Η εμπειρία από υποθέσεις διανομής εμπορικών ακινήτων δείχνει ότι η εξώδικη εξαγορά μεριδίου καταλήγει συχνά φθηνότερη και ταχύτερη από τον δικαστικό αγώνα, όταν το ακίνητο εξυπηρετεί τη λειτουργία της επιχείρησης.

ΟδόςΠότε ταιριάζειΠοιος αποφασίζειΚύριος κίνδυνος
Εξαγορά μεριδίουΟ ένας θέλει να κρατήσει το ακίνητοΤα μέρη, με συμφωνίαΔιαφωνία στην αποτίμηση
Κοινή πώληση σε τρίτοΚανείς δεν το θέλει, η αγορά ευνοϊκήΤα μέρη, με συμφωνίαΑπαιτεί ομοφωνία όλων
Αυτούσια διανομή (δικαστική)Το ακίνητο χωρίζεται χωρίς μείωση αξίαςΤο δικαστήριοΔεν είναι πάντα εφικτή
Πλειστηριασμός (δικαστικός)Το ακίνητο είναι αδιαίρετοΤο δικαστήριοΤίμημα κάτω από την εμπορική αξία

Πότε το δικαστήριο διατάζει αυτούσια διανομή και πότε πλειστηριασμό;

Η επιλογή του τρόπου λύσης ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο κατά τα άρθρα 480 και 481 ΚΠολΔ, όχι στους διαδίκους. Το δικαστήριο διατάζει αυτούσια διανομή, δηλαδή φυσική διαίρεση του ακινήτου, όταν αυτό μπορεί να διαιρεθεί ανάλογα με τις μερίδες χωρίς μείωση της αξίας του. Όταν η αυτούσια διανομή είναι προδήλως ανέφικτη ή ασύμφορη, διατάζει πώληση με πλειστηριασμό και διανέμει το τίμημα.

Ο ενάγων δεν χρειάζεται να προσδιορίσει στο δικόγραφο τον τρόπο λύσης. Ακόμη και αν ζητήσει ρητά αυτούσια διανομή ή πλειστηριασμό, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται.

Προδήλως ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή όταν τα μέρη που θα προκύψουν καθίστανται άχρηστα ως αυτοτελείς οικονομικές μονάδες ή όταν η αξία τους, εξαιτίας ακριβώς αυτής της αδυναμίας, μειώνεται σε βαθμό που το σύνολο υστερεί έναντι της αξίας του ενιαίου ακινήτου.

Ένα διαμέρισμα, ως ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία, δεν διαιρείται σε ομοειδή μέρη και οδηγεί κατά κανόνα σε πλειστηριασμό. Ένα οικόπεδο εκτός σχεδίου χωρίζεται αυτουσίως μόνο αν από την κατάτμηση προκύπτουν άρτια και οικοδομήσιμα γεωτεμάχια, δηλαδή με το ελάχιστο εμβαδόν, πρόσωπο και βάθος που ορίζουν οι πολεοδομικές διατάξεις.

Διαφορετικά η αυτούσια διανομή αποκλείεται και ακολουθεί πλειστηριασμός (ΑΠ 584/2021). Το αν η αυτούσια διανομή είναι εφικτή κρίνεται κατά περίπτωση, συνήθως με πραγματογνωμοσύνη.

Μπορεί το κοινό κτίριο να χωριστεί σε αυτοτελείς ιδιοκτησίες;

Ναι. Όταν στο κοινό οικόπεδο υπάρχει οικοδομή, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτούσια διανομή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή σε διακεκριμένα μέρη, κατά το άρθρο 480Α ΚΠολΔ. Οι ανισότητες αξίας εξισώνονται με χρηματική καταβολή ή με σύσταση δουλείας, κατά το άρθρο 481 ΚΠολΔ. Αυτή είναι η συνηθέστερη διέξοδος για κοινά εμπορικά κτίρια.

Η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους στηρίζεται στον νόμο 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη ενιαίου οικοπέδου με χωριστές οικοδομές στηρίζεται στο νομοθετικό διάταγμα 1024/1971 περί κάθετης ιδιοκτησίας.

Το δικαστήριο επιλέγει τον τρόπο αυτό, όχι μόνο όταν είναι εφικτός, αλλά και όταν δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κοινού κτιρίου που περιλάμβανε ισόγειο κατάστημα με λειτουργούν φαρμακείο, ισόγεια αποθήκη και οικία στον όροφο. Το δικαστήριο διέταξε αυτούσια διανομή με σύσταση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, επιδικάζοντας στον έναν συγκύριο το κατάστημα και την αποθήκη και στους λοιπούς την οικία, με υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού για την πλήρη εξίσωση των άνισων μεριδίων. Προέκρινε την αυτούσια διανομή έναντι του πλειστηριασμού που ζητούσαν επικουρικά οι ενάγουσες, κρίνοντας ότι η λύση αυτή δεν έβλαπτε το συμφέρον των συγκυρίων (ΑΠ 170/2017).

Η εξίσωση των ανισοτήτων μπορεί να γίνει και με σύσταση δουλείας υπέρ ορισμένων κοινωνών αντί για χρηματική καταβολή (ΑΠ 2230/2009).

Ο τρόπος σχηματισμού και επιδίκασης των αυτοτελών ιδιοκτησιών είναι το πεδίο όπου κρίνεται η ουσία. Αν τα μέρη είναι ίσα, η διανομή γίνεται με κλήρωση. Αν είναι άνισα, γίνεται με απευθείας επιδίκαση κατά τον λόγο των μερίδων, κατά το άρθρο 486 ΚΠολΔ.

Ποιος θα λάβει τον εμπορικά κρίσιμο χώρο, όπως το ισόγειο κατάστημα με πρόσβαση σε δρόμο, έναντι του λιγότερο προσοδοφόρου ορόφου, καθορίζει την πραγματική έκβαση και εξαρτάται από την τεκμηρίωση του συμφέροντος κάθε συγκυρίου.

Τι σημαίνει ο πλειστηριασμός για την αξία του ακινήτου και της επιχείρησης;

Ο πλειστηριασμός καταλήγει σχεδόν πάντα σε τίμημα χαμηλότερο από την εμπορική αξία του ακινήτου, καθώς οι αναγκαστικές πωλήσεις προσελκύουν αγοραστές που στοχεύουν σε έκπτωση. Για ακίνητο που στεγάζει τη λειτουργία μιας επιχείρησης, η αναγκαστική πώληση διακόπτει τη δραστηριότητα και καταστρέφει την αξία της συνέχειας (going concern), δηλαδή την υπεραξία που έχει η επιχείρηση ως ενεργή οικονομική μονάδα.

Μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου, οι κοινωνοί λαμβάνουν από το τίμημα ποσό ανάλογο με το ποσοστό τους, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα. Επειδή το τίμημα υπολείπεται της εμπορικής αξίας, η αγωγή διανομής που καταλήγει σε πλειστηριασμό σπάνια αποτελεί το καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα για τους συγκυρίους.

Η αξία της όμως έγκειται αλλού: η ίδια η δυνατότητα του πλειστηριασμού λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς μια εξώδικη λύση σε τιμή αγοράς, είτε με εξαγορά μεριδίου είτε με κοινή πώληση σε τρίτο.

Για λειτουργικό ακίνητο επιχείρησης η επιλογή έχει και δεύτερη διάσταση. Ο συγκύριος που επισπεύδει τον πλειστηριασμό μιας βιοτεχνίας, μιας αποθήκης, ή ενός καταστήματος που παράγει έσοδα κινδυνεύει να καταστρέψει αξία στην οποία ο ίδιος μετέχει.

Η πείρα από αντιδικίες για κοινά εμπορικά ακίνητα δείχνει ότι η απειλή του πλειστηριασμού οδηγεί συχνά σε συμφωνία εξαγοράς πριν από τη συζήτηση της αγωγής. Το πότε κατατίθεται η αγωγή και το αν επιδιώκεται αυτούσια διανομή ή πλειστηριασμός είναι στρατηγική απόφαση, συνδεδεμένη με την αξία της συνέχειας της επιχείρησης.

Τι γίνεται αν το ακίνητο έχει υποθήκη ή άλλα βάρη;

Αν το κοινό ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη, προσημείωση, ενέχυρο ή επικαρπία, ή αν έχει επιβληθεί συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση σε μερίδα κοινωνού, τα πρόσωπα αυτά προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη της διανομής κατά το άρθρο 491 ΚΠολΔ. Η προσεπίκληση είναι η υποχρεωτική κλήση τρίτου στη δίκη. Η παράλειψή της καθιστά τη διαδικασία απαράδεκτη.

Ο σκοπός είναι η προστασία των δικαιωμάτων των τρίτων στο στάδιο της αυτούσιας διανομής ή του πλειστηριασμού. Ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής, καθώς και όσοι εξομοιώνονται με τον κατασχόντα, όπως οι αναγγελθέντες με εκτελεστό τίτλο δανειστές, καλούνται ώστε να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για τη διασφάλισή τους κατά τη διανομή του τιμήματος (ΑΠ 1347/2021).

Ανάλογη μεταχείριση ισχύει για τον προσημειούχο δανειστή, μέσω της εμπράγματης εξασφάλισης που φέρει επί του ακινήτου.

Ιδιαίτερη περίπτωση είναι η επικαρπία επί ιδανικού μεριδίου. Ο επικαρπωτής δεν είναι συγκύριος, οπότε δεν έχει ο ίδιος δικαίωμα λύσης, προσεπικαλείται όμως υποχρεωτικά, εκτός αν ασκεί την αγωγή από κοινού με τον ψιλό κύριο.

Αν χωρήσει αυτούσια διανομή, η επικαρπία περιορίζεται στα μέρη που περιέρχονται στον κοινωνό ψιλό κύριο. Στην επιχειρηματική πράξη τα εμπορικά ακίνητα φέρουν συχνά τραπεζική προσημείωση από τη χρηματοδότηση της αγοράς ή της επένδυσης, οπότε ο έλεγχος των βαρών και η ορθή προσεπίκληση είναι κρίσιμα για το παραδεκτό.

Πόσο κοστίζει και πόσο διαρκεί η αγωγή διανομής;

Το κόστος καθορίζεται κυρίως από το δικαστικό ένσημο. Σε προσοδοφόρο ακίνητο υπολογίζεται στο εικοσαπλάσιο της ετήσιας προσόδου του μεριδίου του ενάγοντος, εφόσον από το ακίνητο προκύπτει πραγματική απόλαυση εισοδημάτων. Σε απρόσοδο ακίνητο υπολογίζεται στην αξία του μεριδίου.

Η αγωγή απαιτεί εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές ή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανάλογα με την αξία του διανεμητέου, ενώ κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου.

Αν το ακίνητο είναι κληρονομιαίο, ισχύει η αποκλειστική δωσιδικία της κληρονομίας. Η αγωγή στρέφεται κατά όλων των λοιπών συγκυρίων που δεν συναινούν στη λύση.

Ως αντιδικία που συχνά απαιτεί πραγματογνωμοσύνη για το εφικτό της αυτούσιας διανομής, η διαδικασία εκτείνεται κατά κανόνα σε αρκετά έτη, ιδίως αν ακολουθήσουν έφεση και αναίρεση. Ο χρόνος αυτός, σε συνδυασμό με το δικαστικό ένσημο και τα λοιπά έξοδα, εξηγεί γιατί η εξώδικη λύση παραμένει προτιμότερη όποτε είναι εφικτή.

Ο ακριβής υπολογισμός του ενσήμου, ανάλογα με το αν το ακίνητο θεωρείται προσοδοφόρο ή απρόσοδο, μαζί με την τήρηση της προθεσμίας εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων, κρίνει το παραδεκτό της αγωγής.

Δεσμεύει η απόφαση διανομής τον αγοραστή μεριδίου ή τους διαδόχους;

Ναι. Η τελεσίδικη απόφαση που δέχεται την αγωγή και διατάζει τη διανομή αποτελεί δεδικασμένο ως προς τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών. Το δεδικασμένο είναι η δεσμευτική ισχύς της απόφασης. Όποιος αποκτά μερίδιο κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά αυτήν, ως αγοραστής ή διάδοχος, δεσμεύεται και δεν μπορεί να αμφισβητήσει εκ νέου το μέγεθος των μεριδίων.

Συνεπώς αγωγή ή ένσταση που επιδιώκει τη νέα διάγνωση του μεγέθους των ιδανικών μεριδίων, ή που αφορά το παραδεκτό της αγωγής διανομής, είναι απαράδεκτη, καθώς προσκρούει στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου.

Η αρχή αυτή έχει εφαρμοστεί και σε υποθέσεις όπου συγκύριοι ήταν ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και τράπεζες, δηλαδή σε καθαρά εμπορικό περιβάλλον διανομής (ΑΠ 855/2017).

Η συνέπεια για τον σχεδιασμό μιας εξόδου είναι πρακτική. Συγκύριος που μεταβιβάζει το μερίδιό του εν μέσω της δίκης, για παράδειγμα σε νέο επενδυτή ή σε τράπεζα ως εξασφάλιση, δεν αποφεύγει τη διανομή, αφού ο αποκτών υπεισέρχεται στη δέσμευση της απόφασης.

Η έκταση του δεδικασμένου και η αλληλεπίδρασή του με μεταβιβάσεις μεριδίων κατά τη διάρκεια της δίκης αποτελούν στοιχείο που πρέπει να σταθμιστεί κατά τον σχεδιασμό της στρατηγικής.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί να ζητήσει διανομή συνέταιρος με μικρό ποσοστό;

Ναι. Το δικαίωμα λύσης της κοινωνίας ανήκει σε κάθε κοινωνό ανεξάρτητα από το μέγεθος της μερίδας του, κατά το άρθρο 795 ΑΚ. Ακόμη και συγκύριος με ελάχιστο ποσοστό μπορεί να ασκήσει αγωγή διανομής και να υποχρεώσει τους υπόλοιπους σε λύση της συνιδιοκτησίας, με αυτούσια διανομή ή πλειστηριασμό, ανάλογα με το τι θα κρίνει εφικτό το δικαστήριο.

Μπορεί ο ένας συνέταιρος να αναγκάσει τον άλλο να πουλήσει;

Έμμεσα, ναι. Αν το ακίνητο είναι αδιαίρετο και η αυτούσια διανομή προδήλως ασύμφορη, το δικαστήριο διατάζει πλειστηριασμό, οπότε το ακίνητο πωλείται και το τίμημα διανέμεται κατά τα ποσοστά. Ο συγκύριος που αντιστέκεται δεν μπορεί να αποτρέψει τη λύση της κοινωνίας. Μπορεί μόνο να διεκδικήσει αυτούσια διανομή, εφόσον αυτή είναι εφικτή χωρίς μείωση της αξίας.

Τι γίνεται αν ο συνιδιοκτήτης είναι εταιρεία και όχι φυσικό πρόσωπο;

Η διαδικασία είναι η ίδια. Νομικά πρόσωπα, όπως ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, μπορούν να είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και διάδικοι σε δίκη διανομής. Η τελεσίδικη απόφαση δεσμεύει την εταιρεία και τους διαδόχους της ως προς τα ιδανικά μερίδια, όπως και κάθε φυσικό πρόσωπο.

Πόσο διαρκεί η αγωγή διανομής;

Ως αντιδικία με πιθανή πραγματογνωμοσύνη για το εφικτό της αυτούσιας διανομής, η διαδικασία εκτείνεται συνήθως σε αρκετά έτη, ιδίως αν ακολουθήσουν έφεση και αναίρεση. Ο χρόνος αυτός, μαζί με το κόστος του δικαστικού ενσήμου και των λοιπών εξόδων, καθιστά την εξώδικη λύση προτιμότερη όποτε υπάρχει περιθώριο συμφωνίας.

Μπορεί να αποφευχθεί το δικαστήριο;

Ναι, εφόσον υπάρξει συμφωνία. Η εκούσια διανομή με συμβόλαιο, η εξαγορά του μεριδίου του ενός συνεταίρου από τον άλλο ή η κοινή πώληση σε τρίτο λύνουν τη συνιδιοκτησία χωρίς δικαστικό αγώνα. Η αγωγή διανομής παραμένει η λύση όταν έστω ένας συγκύριος αρνείται τη συναινετική διευθέτηση.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Η επιλογή του τρόπου ανήκει στο δικαστήριο: ο ενάγων δεν δεσμεύει το δικαστήριο ζητώντας πλειστηριασμό ή αυτούσια διανομή. Η στρατηγική εστιάζει στο να αποδειχθεί το εφικτό ή το ανέφικτο της αυτούσιας διανομής, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί τον εντολέα.

Το λειτουργικό ακίνητο απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση: όταν το κοινό ακίνητο στεγάζει την επιχείρηση, ο πλειστηριασμός καταστρέφει την αξία της συνέχειας. Η εξαγορά μεριδίου ή η σύσταση αυτοτελών ιδιοκτησιών προστατεύει τη λειτουργία της δραστηριότητας.

Τα βάρη κρίνουν το παραδεκτό: η παράλειψη προσεπίκλησης ενυπόθηκου δανειστή, προσημειούχου ή επικαρπωτή οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής. Ο έλεγχος των βαρών στο κτηματολόγιο ή το υποθηκοφυλακείο προηγείται της κατάθεσης.

Η εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων έχει προθεσμία: η μη εγγραφή εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση επιφέρει απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, αυτεπαγγέλτως.

Η αποτίμηση καθορίζει την ισορροπία: στην αυτούσια διανομή με άνισα μέρη, το ύψος της χρηματικής εξίσωσης εξαρτάται από την αγοραία αξία κάθε τμήματος. Στην εξαγορά μεριδίου, η αποτίμηση είναι το κύριο πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συνεταίρων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αγωγή διανομής.