Skip to content
Αρθρογραφία

Αισχροκερδείς Και Καταπλεονεκτικές Εμπορικές Συμβάσεις

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική θεωρείται μια σύμβαση η οποία αντιβαίνει τα χρηστά ήθη. Αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία σε σχέση με τους καταχρηστικούς ΓΟΣ διότι κύριο χαρακτηριστικό των τελευταίων είναι η μονομερής προδιατύπωση, με την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου που τις προδιατύπωσε δεν μετείχε στη διαμόρφωσή τους.

Αντίθετα, στις αισχροκερδής και καταπλεονεκτικές εμπορικές συμβάσεις, οι όροι συμφωνήθηκαν από τα μέρη “ad hoc”.

Νομικό Πλαίσιο

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ,δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη“. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή το σκοπό στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. 

Ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού αποτελεί το επόμενο άρθρο 179 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι “άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή“. 

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα “Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε”.

Προϋποθέσεις Ακυρότητας

Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής – καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία (ΑΠ 403/2017), δηλαδή: 

  • Προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Τέτοια νοείται αυτή, η οποία υποπίπτει στην αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των σχετικών συναλλαγών και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και τη φύση της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), όχι όμως και τις υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών. 
  • Ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του αντισυμβαλλομένου. Ανάγκη είναι η πρόσκαιρη ή μόνιμη κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλον), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής. Κουφότητα είναι η απερισκεψία ή ελαφρότητα εξαιτίας της οποίας ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του και η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους. Απειρία, τέλος, είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές, ακόμη και αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τομέα. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, να συντρέχουν σωρευτικά αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά και
  • Η εκμετάλλευση της γνωστής στον συμβαλλόμενο ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται ο πρώτος από την κατάσταση αυτή και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. 
Θεμελίωση Αποζημίωσης

Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, “όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”. 

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. 

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.

Δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου – “θύματος”, για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα εμπορικών συμβάσεων.