Απάτη Με Υπολογιστή: Πότε Ανακτώνται Τα Χρήματα Και Ποιος Ευθύνεται
Εν συντομία:
- Η ανάκτηση κρίνεται πρώτα από το ποιος έδωσε την εντολή πληρωμής. Όταν τη δίνει ο δράστης, η πράξη είναι μη εγκεκριμένη και ενεργοποιούνται τα άρθρα 71 έως 74 του ν. 4537/2018. Όταν τη δίνει η ίδια η επιχείρηση σε λανθασμένο λογαριασμό, ισχύει το άρθρο 87 και ο πάροχος απαλλάσσεται.
- Σε μη εγκεκριμένη πράξη ο πάροχος επιστρέφει το ποσό έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης και φέρει ο ίδιος το βάρος απόδειξης ότι η πράξη ήταν γνήσια.
- Η εταιρεία που δεν πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής οντότητας μπορεί να έχει παραιτηθεί συμβατικά από τα άρθρα 72 και 74, επειδή το άρθρο 61 παρ. 1 το επιτρέπει ρητά για μη καταναλωτές.
- Το ανώτατο όριο ευθύνης των 1.000 ευρώ σε βαριά αμέλεια αφορά ρητά μόνο τον καταναλωτή. Για την επιχείρηση δεν προβλέπεται αντίστοιχο όριο.
- Η απάτη με υπολογιστή διώκεται κατ’ έγκληση, με τρίμηνη προθεσμία και με αυστηρές απαιτήσεις νομιμοποίησης του νομικού προσώπου που εγκαλεί.
Πότε ανακτά η επιχείρηση τα χρήματα από ηλεκτρονική απάτη και πότε όχι;
Η ανάκτηση κρίνεται πρώτα από το αν την εντολή πληρωμής την έδωσε η ίδια η επιχείρηση:
- Όταν τη δίνει ο δράστης με διαπιστευτήρια που υπέκλεψε, η πράξη είναι μη εγκεκριμένη και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει επιστροφή κατά τα άρθρα 71 έως 74 του ν. 4537/2018.
- Όταν τη δίνει η εταιρεία σε λανθασμένο λογαριασμό μετά από εξαπάτηση, η πράξη είναι εγκεκριμένη και ισχύει το άρθρο 87, που απαλλάσσει τον πάροχο.
Ο ν. 4537/2018 ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 για τις υπηρεσίες πληρωμών. Η αρχιτεκτονική του στηρίζεται σε μια δυαδική διάκριση που καθορίζει το σύνολο της έκβασης.
Κατά το άρθρο 64 παρ. 1, η πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη μόνον εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της, ενώ κατά την παρ. 2 η απουσία συγκατάθεσης καθιστά την πράξη μη εγκεκριμένη.
Στο ηλεκτρονικό ψάρεμα διαπιστευτηρίων (phishing) και στην παραβίαση της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής, ο δράστης αποκτά πρόσβαση στον λογαριασμό και εκδίδει ο ίδιος την εντολή. Η επιχείρηση ουδέποτε συναίνεσε. Η πράξη είναι μη εγκεκριμένη.
Στην παρείσφρηση σε εταιρική αλληλογραφία (business email compromise) και στην απάτη με πλαστό τιμολόγιο, η εικόνα αντιστρέφεται. Ο δράστης παρεμβαίνει στην αλληλογραφία με τον προμηθευτή, αλλάζει τον διεθνή αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN) και το λογιστήριο εκτελεί κανονικά την πληρωμή. Η συγκατάθεση υπάρχει. Η πράξη είναι εγκεκριμένη προς τον λογαριασμό που δηλώθηκε.
Το άρθρο 87 του ν. 4537/2018 ρυθμίζει ακριβώς αυτή την περίπτωση. Αν η εντολή εκτελείται σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, τεκμαίρεται ότι εκτελέστηκε ορθά ως προς τον δικαιούχο που προσδιορίζεται σε αυτό.
Αν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρείχε ο χρήστης είναι εσφαλμένο, ο πάροχος δεν φέρει ευθύνη. Υποχρεούται μόνο σε εύλογες προσπάθειες ανάκτησης, ενώ κατά την παρ. 4 μπορεί να επιβάλει χρέωση για τις προσπάθειες αυτές εφόσον υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο.
| Κριτήριο | Υποκλοπή διαπιστευτηρίων ηλεκτρονικής τραπεζικής | Αλλαγμένος λογαριασμός σε τιμολόγιο προμηθευτή |
|---|---|---|
| Ποιος εξέδωσε την εντολή | Ο δράστης | Η ίδια η επιχείρηση |
| Χαρακτηρισμός πράξης | Μη εγκεκριμένη | Εγκεκριμένη |
| Εφαρμοστέες διατάξεις | Άρθρα 71, 72, 73 και 74 | Άρθρο 87 |
| Βάρος απόδειξης | Στον πάροχο | Δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης έγκρισης |
| Υποχρέωση παρόχου | Επιστροφή ποσού | Εύλογες προσπάθειες ανάκτησης, με δυνατότητα χρέωσης |
Τι οφείλει η τράπεζα όταν η πράξη δεν εγκρίθηκε από την εταιρεία;
Ο πάροχος επιστρέφει το ποσό αμέσως και το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη διαπίστωση ή την ειδοποίηση, κατά το άρθρο 73 παρ. 1.
Μοναδική εξαίρεση είναι η ύπαρξη βάσιμων υπονοιών απάτης, τις οποίες οφείλει να κοινοποιήσει γραπτώς στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή. Το βάρος να αποδείξει ότι η πράξη ήταν γνήσια και εγκεκριμένη το φέρει ο ίδιος.
Προϋπόθεση της υποχρέωσης αυτής είναι η έγκαιρη γνωστοποίηση. Κατά το άρθρο 71 παρ. 1, ο χρήστης οφείλει να ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις αντιληφθεί την πράξη και σε κάθε περίπτωση εντός δεκατριών μηνών από την ημερομηνία χρέωσης.
Η προθεσμία των δεκατριών μηνών αποτελεί εξωτερικό όριο και δεν αναιρεί την πρώτη υποχρέωση. Το ΔΕΕ έκρινε στην υπόθεση C-665/23 ότι καθυστέρηση οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια αίρει την υποχρέωση επιστροφής ακόμη και όταν η γνωστοποίηση έγινε μέσα στο δεκατριάμηνο.
Η απόφαση εκδόθηκε την 1η Αυγούστου 2025 υπό την προϊσχύσασα Οδηγία 2007/64, της οποίας οι αντίστοιχες ρυθμίσεις μεταφέρθηκαν στα σημερινά άρθρα 71 και επόμενα.
Το άρθρο 72 παρ. 2 περιέχει τη διάταξη που κρίνει τις περισσότερες υποθέσεις. Η χρήση ενός μέσου πληρωμών, όπως καταγράφεται στα συστήματα του παρόχου, δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής ενέκρινε την πράξη ή ότι παρέβη από πρόθεση ή βαριά αμέλεια τις υποχρεώσεις του άρθρου 69. Ο πάροχος οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την απάτη ή τη βαριά αμέλεια που επικαλείται.
Δύο πρόσφατες αποφάσεις δείχνουν πώς εφαρμόζεται η διάταξη:
- Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ΠΠρΘεσ 43542/2025, υποχρέωσε τράπεζα σε καταβολή 356.672,63 ευρώ, δεχόμενο ότι η μεταφορά 400.000 ευρώ μέσα σε τριάντα πέντε λεπτά από την αλλαγή κωδικών και την καταχώριση νέας συσκευής όφειλε να είχε εντοπιστεί ως ασυνήθιστη.
- Στο ίδιο πνεύμα, η ΜΠρΑθ 7020/2024 δέχθηκε ότι ο πάροχος οφείλει να ελέγχει τη συμβατότητα της συναλλαγής με το ιστορικό του πελάτη πριν την εκτελέσει.
Και οι δύο αποφάσεις αφορούν ιδιώτες. Η στήριξή τους είναι διπλή, στον ν. 4537/2018 και στη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή. Το δεύτερο σκέλος δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις, εκτός από τις πολύ μικρές.
Παράλληλα, το ΔΕΕ έκρινε στην υπόθεση C-337/20, με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 υπό την προϊσχύσασα Οδηγία 2007/64, ότι η ενωσιακή ρύθμιση αποκλείει τη διατήρηση παράλληλου εθνικού καθεστώτος ευθύνης για τις μη εγκεκριμένες πράξεις. Η μεταφορά της ελληνικής νομολογίας σε αγωγή εταιρείας απαιτεί επομένως προσεκτική επιλογή νομικής βάσης και δεν είναι αυτονόητη.
Γιατί η εταιρεία δεν έχει τη θέση του καταναλωτή και πότε την αποκτά;
Το άρθρο 61 παρ. 1 του ν. 4537/2018 επιτρέπει στον πάροχο και στον χρήστη που δεν είναι καταναλωτής να συμφωνήσουν ότι δεν εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, τα άρθρα 72, 74, 76, 77, 80, 88 και 89, καθώς και διαφορετικές προθεσμίες από αυτές του άρθρου 71. Η προστασία που η νομολογία αναγνωρίζει στον ιδιώτη μπορεί να έχει αποκλειστεί συμβατικά για την ανώνυμη εταιρεία χρόνια πριν από την επίθεση.
Αντίθεση προς το άρθρο 103, που καθιερώνει τις ρυθμίσεις του νόμου ως αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, δεν υφίσταται. Η ίδια διάταξη επιφυλάσσει ρητά τις περιπτώσεις όπου ο νόμος προβλέπει παρέκκλιση. Το άρθρο 61 παρ. 1 αποτελεί ακριβώς τέτοια πρόβλεψη.
Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου βρίσκεται η εξαίρεση. Τα άρθρα 61 έως 101, με μόνη εξαίρεση το άρθρο 100, εφαρμόζονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά τον ίδιο τρόπο όπως στους καταναλωτές.
Το άρθρο 4 στοιχ. 36 ορίζει την πολύ μικρή επιχείρηση με παραπομπή στο άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2251/1994, το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στα κριτήρια της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014.
Πολύ μικρή οντότητα είναι εκείνη που κατά την ημερομηνία του ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα όρια δύο τουλάχιστον από τα τρία κριτήρια:
- σύνολο ενεργητικού 350.000 ευρώ,
- καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 700.000 ευρώ και
- μέσος όρος απασχολουμένων δέκα άτομα.
| Στοιχείο | Πολύ μικρή οντότητα | Κάθε άλλη επιχείρηση |
|---|---|---|
| Εξομοίωση με καταναλωτή κατά το άρθρο 61 παρ. 2 | Ναι, για τα άρθρα 61 έως 101 πλην του 100 | Όχι |
| Συμβατικός αποκλεισμός των άρθρων 72 και 74 | Δεν επιτρέπεται | Επιτρέπεται κατά το άρθρο 61 παρ. 1 |
| Βάρος απόδειξης της έγκρισης | Στον πάροχο | Στον πάροχο, εκτός αν αποκλείστηκε το άρθρο 72 |
| Όριο ευθύνης 1.000 ευρώ σε βαριά αμέλεια | Αμφισβητούμενο, καθώς το άρθρο 74 αναφέρεται σε καταναλωτή | Δεν προβλέπεται |
| Προθεσμία γνωστοποίησης | Δεκατρείς μήνες κατά το άρθρο 71 | Όση ορίζει η σύμβαση-πλαίσιο |
Η παραπομπή του άρθρου 4 στοιχ. 36 στο άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2251/1994 δεν είναι νομοτεχνικά καθαρή, επειδή η τελευταία διάταξη θέτει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί γενικών όρων συναλλαγών, χωρίς να διατυπώνει αυτοτελή ορισμό μεγέθους.
Η ερμηνεία που θα επικρατήσει καθορίζει αν μια συγκεκριμένη εταιρεία εξομοιώνεται με καταναλωτή ή όχι, ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το κείμενο της σύμβασης-πλαισίου.
Πότε η συμπεριφορά του χρήστη κρίνεται ως βαριά αμέλεια;
Κριτήριο για τη βαριά αμέλεια αποτελούν οι υποχρεώσεις του άρθρου 69, δηλαδή η χρήση του μέσου πληρωμών σύμφωνα με τους όρους έκδοσης, η λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων και η ειδοποίηση του παρόχου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις γίνει αντιληπτή η μη εγκεκριμένη χρήση. Η αξιολόγηση είναι πραγματική και γίνεται κατά περίπτωση.
Το άρθρο 74 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5019/2023, διαρθρώνει την ευθύνη του πληρωτή σε τρεις βαθμίδες:
- ανώτατο ποσό πενήντα ευρώ για ζημίες από απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών,
- ευθύνη για το σύνολο των ζημιών όταν αυτές προκλήθηκαν από δόλο ή όταν οι υποχρεώσεις του άρθρου 69 αθετήθηκαν με δόλο,
- ανώτατο ποσό χιλίων ευρώ σε βαριά αμέλεια, ρητά όμως μόνο «αν ο πληρωτής είναι καταναλωτής».
Για την επιχείρηση που δεν εξομοιώνεται με καταναλωτή, η βαριά αμέλεια δεν καλύπτεται ρητά από καμία βαθμίδα. Δεν οδηγεί κατά το γράμμα της διάταξης σε απεριόριστη ευθύνη, η οποία προϋποθέτει πλέον δόλο, ούτε καλύπτεται από το όριο των χιλίων ευρώ. Το κενό αυτό κλείνει ή μένει ανοιχτό ανάλογα με το αν η σύμβαση-πλαίσιο απέκλεισε το άρθρο 74 κατά το άρθρο 61 παρ. 1.
Δύο ακόμη διατάξεις μετατοπίζουν το αποτέλεσμα υπέρ του πληρωτή.
- Κατά την παρ. 2 του άρθρου 74, όταν ο πάροχος δεν απαιτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται μόνο εφόσον ενήργησε με δόλο.
- Κατά την παρ. 3, από το χρονικό σημείο της ειδοποίησης ο πληρωτής δεν επωμίζεται καμία οικονομική συνέπεια, εκτός δόλου.
Η εμπειρία από υποθέσεις μη εγκεκριμένων πληρωμών δείχνει ότι το κρίσιμο αποδεικτικό υλικό είναι η χρονική αλληλουχία των ενεργειών, όχι η γενική περιγραφή του περιστατικού.
Η ώρα αλλαγής κωδικού, η ώρα καταχώρισης νέας συσκευής, η ώρα της εντολής και η ώρα της πρώτης ειδοποίησης προς τον πάροχο κρίνουν και τη βαριά αμέλεια και τη συμμόρφωση με το άρθρο 71.
Το πλαστό μήνυμα ή η αλλοιωμένη αλληλογραφία τεκμηριώνονται με ηλεκτρονικά έγγραφα, με τους περιορισμούς που θέτει η δικονομία ως προς την αποδεικτική τους δύναμη.
Εκκρεμεί ενώπιον του ΔΕΕ η υπόθεση C-70/25, στην οποία ο Γενικός Εισαγγελέας πρότεινε στις 5 Μαρτίου 2026 ότι ο πάροχος οφείλει άμεση επιστροφή και μπορεί να αναζητήσει το ποσό μόνο εκ των υστέρων, εφόσον αποδείξει δόλο ή βαριά αμέλεια του χρήστη. Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και απόφαση δεν έχει ακόμη εκδοθεί.
Πώς επιλέγεται η ποινική οδός και ποιος υπογράφει την έγκληση;
Η απάτη με υπολογιστή διώκεται πλέον κατ’ έγκληση, όπως δέχεται η ΑΠ 1215/2023 με βάση το άρθρο 405 παρ. 1 ΠΚ. Η προθεσμία είναι τρίμηνη από την ημέρα που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε, κατά το άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ. Η έλλειψη έγκλησης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και οδηγεί σε οριστική παύση της δίωξης.
Το ισχύον άρθρο 386Α ΠΚ διαμορφώθηκε με το άρθρο 93 του ν. 4855/2021 και το άρθρο 16 του ν. 4947/2022, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2019/713. Η περ. β΄ της παρ. 1 αναφέρεται πλέον σε «χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα», ενώ οι περ. γ΄ και δ΄ σε ψηφιακά δεδομένα.
Η κακουργηματική μορφή προϋποθέτει ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Το κριτήριο εξαντλείται στο ύψος της ζημίας, ενώ το όφελος του δράστη είναι αδιάφορο για τον χαρακτηρισμό.
Η ΑΠ 1215/2023 έκρινε ότι παρέμβαση χωρίς δικαίωμα υπάρχει και όταν ο δράστης εισάγει ορθά εξωτερικά δεδομένα στο σύστημα, εφόσον δεν έχει νόμιμο δικαίωμα να το πράξει.
Στην κριθείσα υπόθεση, πρώην εξωτερικός συνεργάτης εξακολούθησε να χρησιμοποιεί κωδικούς υπαλλήλων μετά τη λήξη της συνεργασίας, με ζημία της εταιρείας 61.529,84 ευρώ. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ζημία υπολογίζεται με βάση την τιμή χρέωσης της παθούσας προς τους πελάτες της και όχι με βάση το κόστος που η ίδια κατέβαλλε στους δικούς της παρόχους.
Η ίδια απόφαση ασχολήθηκε εκτενώς με τη νομιμοποίηση του νομικού προσώπου. Η υποβολή έγκλησης από τρίτο πρόσωπο που δεν αποτελεί υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου απαιτεί πρακτικό με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση η έγκληση σώθηκε επειδή ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ενήργησε ως όργανο της εταιρείας και επειδή ακολούθησε νομότυπη δήλωση παράστασης με πρακτικό και πιστοποιητικό εκπροσώπησης.
Η επιλογή του προσώπου που θα εγκαλέσει και η ταυτόχρονη προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων αποτελούν αποφάσεις που κρίνουν την τύχη της δίωξης πριν καν εξεταστεί η ουσία.
| Διάταξη | Τρόπος τέλεσης | Τυπικό παράδειγμα κατά επιχείρησης |
|---|---|---|
| 386 ΠΚ | Παραπλάνηση φυσικού προσώπου που λαμβάνει απόφαση | Πλαστό τιμολόγιο που εγκρίνεται από τον υπεύθυνο πληρωμών |
| 386Α ΠΚ | Επηρεασμός επεξεργασίας δεδομένων χωρίς ανθρώπινη παρεμβολή | Παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα με υποκλαπέντες κωδικούς |
| 386Β ΠΚ | Απάτη σχετική με μέσα πληρωμής πλην των μετρητών | Χρήση παρανόμως αποκτηθέντος άυλου μέσου πληρωμής |
Ως εργαλείο εντοπισμού λειτουργεί κατά βάση η ποινική οδός. Η άρση απορρήτου και οι ειδικές ανακριτικές πράξεις δίνουν πρόσβαση σε στοιχεία που η επιχείρηση δεν μπορεί να αποκτήσει μόνη της.
Η ανάκτηση των χρημάτων ακολουθεί χωριστή διαδρομή. Όταν η μεταφορά κατέληξε σε κρυπτοστοιχεία, η ιχνηλάτηση αλλάζει πλαίσιο και εμπλέκει αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
Ποιος ευθύνεται εντός της εταιρείας και ποιες δικλείδες μεταθέτουν τον κίνδυνο;
Όταν ο πάροχος δεν ευθύνεται, η ζημία μένει στην εταιρεία και το ερώτημα μετατοπίζεται εσωτερικά. Το μέτρο για τον διαχειριστή ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου είναι η επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες, ενώ το βάρος απόδειξης της επιμέλειας βαρύνει τον ίδιο. Οι αποφάσεις που κρίνουν το αποτέλεσμα λαμβάνονται πριν από την επίθεση.
Με εταιρική αγωγή ενεργοποιείται η εσωτερική ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ και των μελών διοικητικού συμβουλίου. Στο πλαίσιο αυτό κρίσιμη είναι η τεκμηρίωση των εγκρίσεων και της κατανομής αρμοδιοτήτων.
Η υπογραφή σύμβασης-πλαισίου που αποκλείει τα άρθρα 72 και 74 αποτελεί πράξη διαχείρισης με μετρήσιμη συνέπεια, ιδίως όταν ελήφθη χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των εναλλακτικών όρων που προσφέρει η αγορά.
Η εμπειρία από υποθέσεις εσωτερικού ελέγχου σε μεσαίες επιχειρήσεις δείχνει ότι η επίθεση σπάνια πετυχαίνει σε οργανισμό με διπλή έγκριση πληρωμών άνω ορίου και με κανόνα επαλήθευσης κάθε αλλαγής τραπεζικού λογαριασμού μέσω διαφορετικού διαύλου επικοινωνίας από εκείνον που έφερε την αλλαγή.
Η επαλήθευση μέσω απάντησης στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν προσφέρει προστασία, επειδή ο δράστης ελέγχει ήδη τον δίαυλο.
Οι υπόλοιπες δικλείδες είναι συμβατικές. Στις σχέσεις με προμηθευτές, η ρήτρα που ορίζει ότι κάθε αλλαγή στοιχείων πληρωμής ισχύει μόνο μετά από επιβεβαίωση με προσυμφωνημένη διαδικασία μεταθέτει τον κίνδυνο και δημιουργεί αποδεικτικό υλικό.
Στο ασφαλιστήριο κυβερνοασφάλισης, η κάλυψη της απάτης με χειραγώγηση του πληρωτή αντιμετωπίζεται ως προαιρετική επέκταση με χωριστό όριο, ενώ οι εξαιρέσεις για ελλιπείς εσωτερικές διαδικασίες διατυπώνονται κατά περίπτωση και απαιτούν ad hoc διαπραγμάτευση.
Όταν το περιστατικό αφορά υπόχρεη οντότητα, ενεργοποιούνται παράλληλα οι υποχρεώσεις αναφοράς περιστατικών, με δικές τους προθεσμίες που τρέχουν ανεξάρτητα από τη διεκδίκηση των χρημάτων.
Συχνές Ερωτήσεις
Πόσο χρόνο έχει η επιχείρηση για να γνωστοποιήσει τη μη εγκεκριμένη πράξη;
Το άρθρο 71 παρ. 1 του ν. 4537/2018 ορίζει γνωστοποίηση χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις γίνει αντιληπτή η πράξη και σε κάθε περίπτωση εντός δεκατριών μηνών από την ημερομηνία χρέωσης. Για χρήστη που δεν είναι καταναλωτής, η προθεσμία μπορεί να έχει διαμορφωθεί διαφορετικά στη σύμβαση-πλαίσιο κατά το άρθρο 61 παρ. 1. Η καθυστέρηση από δόλο ή βαριά αμέλεια αίρει την υποχρέωση επιστροφής ακόμη και εντός της προθεσμίας.
Η απάτη με υπολογιστή διώκεται αυτεπαγγέλτως ή κατ’ έγκληση;
Διώκεται κατ’ έγκληση κατά το άρθρο 405 παρ. 1 ΠΚ, με τρίμηνη προθεσμία από τη γνώση της πράξης και του δράστη. Υπό τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα η δίωξη ασκούνταν αυτεπαγγέλτως. Για εκκρεμείς διαδικασίες που είχαν ανοίξει χωρίς έγκληση, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΚΠΔ απαιτούσε δήλωση συνέχισης εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα.
Τι αλλάζει αν τα χρήματα κατέληξαν σε κρυπτοστοιχεία;
Η νομική βάση της αξίωσης κατά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών παραμένει η ίδια, επειδή κρίνεται στο σκέλος της αρχικής μεταφοράς. Αλλάζει η πρακτική δυνατότητα ανάκτησης, καθώς η ιχνηλάτηση εξαρτάται από τη συνεργασία των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και από το αν τα ποσά έχουν ήδη μετατραπεί ή διασπαρεί.
Μπορεί η εταιρεία να στραφεί κατά της τράπεζας με βάση την αδικοπραξία;
Το ζήτημα είναι ανοιχτό. Η ελληνική νομολογία που έχει επιδικάσει αποζημιώσεις στηρίζεται σωρευτικά στον ν. 4537/2018, στη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Το ΔΕΕ έκρινε στην υπόθεση C-337/20, υπό την προϊσχύσασα Οδηγία 2007/64, ότι η ενωσιακή ρύθμιση αποκλείει παράλληλο εθνικό καθεστώς ευθύνης για τις μη εγκεκριμένες πράξεις. Η κρίση αυτή περιορίζει τη δυνατότητα σώρευσης βάσεων και επιβάλλει προσεκτική θεμελίωση του δικογράφου.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Χαρακτηρισμός της πράξης πριν από κάθε άλλη ενέργεια: Το πρώτο ερώτημα είναι αν την εντολή την έδωσε η επιχείρηση ή ο δράστης. Από την απάντηση εξαρτάται αν εφαρμόζονται τα άρθρα 71 έως 74 ή το άρθρο 87, δηλαδή αν υπάρχει αξίωση επιστροφής ή μόνο υποχρέωση εύλογων προσπαθειών ανάκτησης.
Άμεση γραπτή γνωστοποίηση με ακριβή ώρα: Η ειδοποίηση προς τον πάροχο γίνεται εγγράφως και με αποδεικτικό παραλαβής, ώστε να τεκμηριώνεται η συμμόρφωση με το άρθρο 71 και να ενεργοποιηθεί το άρθρο 74 παρ. 3, που απαλλάσσει τον πληρωτή από κάθε συνέπεια μετά το σημείο αυτό.
Έλεγχος της σύμβασης-πλαισίου πριν από τη διεκδίκηση: Η θέση της εταιρείας κρίνεται από το αν έχουν αποκλειστεί τα άρθρα 72 και 74 κατά το άρθρο 61 παρ. 1. Ο έλεγχος αυτός γίνεται πριν κατατεθεί οποιοδήποτε δικόγραφο, επειδή καθορίζει ποιος φέρει το βάρος απόδειξης.
Νομιμοποίηση πριν από την έγκληση: Η έγκληση υποβάλλεται από το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου, με ταυτόχρονη προσκόμιση πρακτικού και πιστοποιητικού εκπροσώπησης. Η τρίμηνη προθεσμία τρέχει από τη γνώση και δεν αναστέλλεται όσο συγκεντρώνονται τα έγγραφα.
Επαλήθευση αλλαγής λογαριασμού από διαφορετικό δίαυλο: Κάθε ειδοποίηση προμηθευτή για νέο τραπεζικό λογαριασμό επιβεβαιώνεται με τηλεφωνική επικοινωνία σε αριθμό που προϋπήρχε στα αρχεία της επιχείρησης. Η απάντηση στο ίδιο μήνυμα δεν αποτελεί επαλήθευση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ηλεκτρονικές απάτες.