Νομικά Έγγραφα Startup – Πρακτικός Οδηγός

Τα Νομικά Έγγραφα που Χρειάζεται Κάθε Startup από την Πρώτη Ημέρα

Η ίδρυση μιας νεοφυούς επιχείρησης (startup) στην Ελλάδα ξεκινά, στις περισσότερες περιπτώσεις, χωρίς να δίνεται η δέουσα σημασία στα νομικά έγγραφα.

Συνήθως αυτά αφήνονται για αργότερα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά που εκθέτουν τόσο την εταιρεία όσο και τους ιδρυτές.

Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι τα περισσότερα νομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει μια startup δεν οφείλονται σε αμφισβητήσιμες νομικές ερμηνείες, αλλά στην απλή απουσία βασικών εγγράφων.

Πολύ συχνά συναντάμε startups που έχουν κλείσει τον πρώτο γύρο χρηματοδότησης, χωρίς έγγραφη σύμβαση μεταξύ των ιδρυτών, με πολιτική απορρήτου αντιγραμμένη από ξένο site και χωρίς ρητή εκχώρηση πνευματικών δικαιωμάτων από τον developer που έγραψε τον κώδικα.

Τα νομικά κενά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν δημιουργούν πρόβλημα στην αρχή. Γίνονται αντιληπτά στη χειρότερη δυνατή στιγμή, δηλαδή στην πρώτη σοβαρή διαφωνία μεταξύ ιδρυτών ή στον πρώτο νομικό έλεγχο (due diligence) από υποψήφιο επενδυτή.

Παρακάτω αναλύονται τα έγγραφα που κάθε startup πρέπει να έχει έτοιμα πριν ξεκινήσει τη δραστηριότητά της, ο νομικός λόγος ύπαρξής τους και τι διακινδυνεύει η εταιρεία χωρίς αυτά.

Εξειδικευμένο Καταστατικό

Η πλειονότητα των startups στην Ελλάδα επιλέγει τη μορφή της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), κυρίως λόγω της ευελιξίας που προσφέρει ο Ν. 4072/2012 στη διαμόρφωση του καταστατικού.

Η σύσταση, συνήθως, γίνεται ηλεκτρονικά μέσω της e-ΥΜΣ και πολλοί ιδρυτές χρησιμοποιούν το πρότυπο καταστατικό που παρέχεται, χωρίς πρόσθετο περιεχόμενο.

Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι το πρότυπο καταστατικό καλύπτει μόνο τις ελάχιστες νομικές απαιτήσεις.

Δεν ρυθμίζει ζητήματα όπως η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εταίρων, οι περιορισμοί μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, ο τρόπος λήψης αποφάσεων σε περίπτωση διαφωνίας ή η αντιμετώπιση εταίρου που σταματά να συνεισφέρει.

Συνεπώς, ένα εξειδικευμένο καταστατικό, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εκάστοτε εταιρείας, αποτελεί αναγκαία βάση και όχι πολυτέλεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ΙΚΕ δύο εταίρων με ποσοστά 50% έκαστος εξ’ αυτών: Αν κάπιος αδρανεί ή αδιαφορεί, ο άλλος δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει ή να τον αποκλείσει, χωρίς ρητή καταστατική πρόβλεψη. Το αποτέλεσμα είναι αδιέξοδο, το οποίο λύνεται μόνο δικαστικά.

Εξάλλου, έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου ενώ η startup πέτυχε χρηματοδότηση μέσω κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital), κάποιος ιδρυτής να αρνηθεί την είσοδο επενδυτή (για δικούς του λόγους) με αποτέλεσμα, απουσία καταστατικής πρόβλεψης, να οδηγηθεί η Startup σε αδιέξοδο.

Πολιτική Απορρήτου και Πολιτική Cookies

Κάθε εταιρεία που συλλέγει ή/και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (πχ ονοματεπώνυμο, email, στοιχεία πληρωμής κλπ) υποχρεούται, σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων – GDPR), να ενημερώνει τα υποκείμενα για τους σκοπούς επεξεργασίας, τις νομικές βάσεις, τους αποδέκτες και τα δικαιώματά τους.

Αντιστοίχως, η πολιτική cookies ρυθμίζεται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Ν. 3471/2006, σε συνδυασμό με τον GDPR.

Κάθε ιστοσελίδα ή εφαρμογή που χρησιμοποιεί cookies πέραν των τεχνικώς απαραίτητων (αναλυτικά, διαφημιστικά) οφείλει να λαμβάνει ρητή συγκατάθεση του χρήστη πριν την ενεργοποίησή τους.

Στην πράξη, συναντάμε δύο τυπικά λάθη:

  • Το πρώτο, η startup δεν έχει καθόλου πολιτική απορρήτου, οπότε και εκτίθεται σε πρόστιμα έως 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών (άρθρο 83 παρ. 5 GDPR) και σε ποινικές κυρώσεις κατά τον Ν. 4624/2019.
  • Το δεύτερο, η startup να έχει αντιγράψει πολιτική απορρήτου από τρίτο site, η οποία δεν αντιστοιχεί στους πραγματικούς σκοπούς επεξεργασίας, στους παρόχους υπηρεσιών ή στον τόπο και τρόπο αποθήκευσης δεδομένων της ίδιας.

Ένας υποψήφιος επενδυτής, κατά τον νομικό έλεγχο, θα εντοπίσει αμέσως την έλλειψη ή την ανεπάρκεια και αυτό θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα, καθώς ο τελευταίος θα αντιληφθεί ότι πρόκειται να εισέλθει σε εταιρεία, η οποία ενδέχεται να λάβει αναδρομικά πρόστιμά (μετά από μια καταγγελία πχ).

Τέλος, αν η startup διαθέτει ηλεκτρονικό κατάστημα ή πλατφόρμα, η απουσία αυτών των κειμένων δημιουργεί ταυτόχρονα κανονιστικό κίνδυνο και κίνδυνο απώλειας εμπιστοσύνης εκ μέρους των πελατών.

Όροι Χρήσης και Παροχής Υπηρεσιών

Οι γενικοί όροι χρήσης (ή παροχής υπηρεσιών) αποτελούν το νομικό πλαίσιο της σχέσης μεταξύ της εταιρείας και των χρηστών ή πελατών της.

Ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία σύναψης σύμβασης, τους περιορισμούς ευθύνης, τη διαχείριση καταγγελιών και το εφαρμοστέο δίκαιο.

Ειδικά για τις συμβάσεις εξ αποστάσεως (ηλεκτρονικές αγορές), η Οδηγία 2011/83/ΕΕ επιβάλλει υποχρεώσεις πληροφόρησης και συγκεκριμένο δικαίωμα υπαναχώρησης, η παράλειψη αναφοράς του οποίου επεκτείνει αυτόματα την προθεσμία σε πάνω από ένα έτος.

Στην πράξη, μια startup που δεν διαθέτει σαφείς όρους χρήσης, αντιμετωπίζει προβλήματα σε δύο επίπεδα:

  • αφενός, δεν μπορεί να επικαλεστεί περιορισμούς ευθύνης σε περίπτωση αμφισβήτησης,
  • αφετέρου, σε τυχόν γύρο χρηματοδότησης (due diligence), η απουσία τέτοιων κειμένων αποτελεί σημαντικό αρνητικό εύρημα.

Σε ένα σύνηθες σενάριο, η startup παρέχει υπηρεσία λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS), ο πελάτης υφίσταται ζημία λόγω διακοπής λειτουργίας και ζητά αποζημίωση. Χωρίς έγγραφους όρους οι οποίοι θα καθορίζουν ανώτατο όριο ευθύνης, η startup εκτίθεται σε κίνδυνο καταβολής.

Τέλος, σε γύρο χρηματοδότησης, η απουσία τέτοιων κειμένων αποτελεί σημαντικό αρνητικό εύρημα κατά τον νομικό έλεγχο (due diligence), καθώς ο επενδυτής δεν θέλει να επαναδιαπραγματευτεί εξ υπαρχής συμβατικούς όρους, με κάθε πελάτη της Startup στην οποία εισέρχεται.

Εμπορικές Συμβάσεις (B2B και B2C)

Κάθε startup συνάπτει συμβάσεις με πελάτες, προμηθευτές ή συνεργάτες από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας της.

Η χρήση τυποποιημένων συμβάσεων, προσαρμοσμένων στη δραστηριότητα της εταιρείας, εξασφαλίζει σαφήνεια ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μέρους.

Αντίθετα, η βάση «προφορικής συμφωνίας» ή «email» δημιουργεί αποδεικτικά κενά σε περίπτωση διαφοράς.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι ρήτρες εμπιστευτικότητας, οι περιορισμοί ευθύνης και οι ρήτρες λύσης της σύμβασης, ειδικά όταν η startup παρέχει υπηρεσίες λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS, Software as a Service) ή διαχειρίζεται δεδομένα τρίτων.

Σύμβαση Εξωτερικών Συνεργατών &  Πνευματική Ιδιοκτησία

Οι περισσότερες startups στα πρώτα στάδια λειτουργίας τους δεν απασχολούν μισθωτούς αλλά εξωτερικούς συνεργάτες (ελεύθερους επαγγελματίες, developers, σχεδιαστές, copywriters).

Η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου διαφέρει ουσιωδώς από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τόσο ως προς τα δικαιώματα του συνεργάτη όσο και ως προς τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της εταιρείας.

Ένα κρίσιμο σημείο που παραβλέπεται στις συνεργασίες αυτές αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί του παραχθέντος έργου.

Σύμφωνα με τον Ν. 2121/1993, τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν, κατ’ αρχήν, στον δημιουργό, δηλαδή στον εξωτερικό συνεργάτη, εκτός αν υπάρχει ρητή συμβατική ρύθμιση εκχώρησης (IP assignment).

Τούτο σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ρητή συμβατική εκχώρηση (IP assignment), η startup ενδέχεται να μην κατέχει νομικά τον κώδικα ή το σχεδιαστικό υλικό που πλήρωσε για να αναπτυχθεί

Επιπροσθέτως, κατά πάγια νομολογία (ΑΠ 395/2022), οι σχετικές με την οικονομική εκμετάλλευση πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιοπραξίες υπόκεινται σε έγγραφο τύπο (άρθρο 14 Ν. 2121/1993), η ακυρότητα από την έλλειψη του οποίου τάσσεται υπέρ του δημιουργού.

Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA)

Η σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA – Non-Disclosure Agreement), αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου.

Μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/943 στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 4679/2020, για να προστατεύεται μια πληροφορία ως εμπορικό μυστικό, πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η λήψη «εύλογων μέτρων» για τη διαφύλαξή της.

Η σύμβαση NDA αποτελεί ακριβώς ένα τέτοιο μέτρο. Κάθε startup που μοιράζεται πληροφορίες σχετικά με το επιχειρηματικό μοντέλο, τους αλγόριθμους, τη βάση πελατών ή τα οικονομικά δεδομένα της, χωρίς σύμβαση εμπιστευτικότητας, διακινδυνεύει να χάσει τη νομική βάση επίκλησης του εμπορικού της απορρήτου.

Σε περίπτωση όπου μια startup μοιράζεται στοιχεία (πχ τον αλγόριθμο ή τα οικονομικά δεδομένα) με κάποιο συνεργάτη χωρίς NDA και ο συνεργάτης χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες για δικό του όφελος, η startup δυσκολεύεται σημαντικά να αποδείξει ότι έλαβε «εύλογα μέτρα προστασίας» και, συνεπώς, χάνει τη βάση αξίωσης κατά τον Ν. 4679/2020.

Σύμβαση Συνιδρυτών (Founders’ Agreement)

Η σύμβαση συνιδρυτών (founders’ agreement) είναι ίσως το πιο υποτιμημένο έγγραφο σε μια startup.

Ρυθμίζει τα ζητήματα που δεν μπορεί να καλύψει το καταστατικό, όπως τον τρόπο κατανομής εργασίας, τους μηχανισμούς απόκτησης εταιρικών μεριδίων (vesting), τη διαδικασία αποχώρησης ιδρυτή και τις ρήτρες μη ανταγωνισμού.

Στην πράξη, η απουσία τέτοιας σύμβασης γίνεται αντιληπτή στη χειρότερη δυνατή στιγμή, δηλαδή όταν ένας από τους ιδρυτές αποφασίζει να αποχωρήσει ή όταν οι ιδρυτές διαφωνούν σοβαρά.

Ένα τυπικό σενάριο, δύο ιδρυτές με 50% ο καθένας ξεκινούν μαζί, μετά από ένα χρόνο ο ένας χάνει το ενδιαφέρον του και σταματά να συνεισφέρει, αλλά εξακολουθεί να κατέχει το μισό της εταιρείας.

Χωρίς σύμβαση που προβλέπει vesting ή μηχανισμό υποχρεωτικής αποχώρησης, ο δεύτερος ιδρυτής δεν έχει νομικό εργαλείο να τον αντικαταστήσει.

Επιπλέον, χωρίς ρητή ρύθμιση, η αποχώρηση εταίρου από ΙΚΕ μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε δικαστική λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο (άρθρο 72 Ν. 4072/2012), εφόσον δεν υφίσταται εναλλακτικός μηχανισμός.

Συνεπώς, η σύμβαση συνιδρυτών πρέπει να υπογράφεται στην αρχή, όταν οι σχέσεις είναι καλές και η διαπραγμάτευση εύκολη. Η ρύθμιση αποχώρησης, vesting ή μη ανταγωνισμού εκ των υστέρων, σε περίοδο κρίσης, είναι σημαντικά δυσκολότερη.

Checklist

Καταστατικό (πέραν του προτύπου)

Το πρότυπο καταστατικό της e-ΥΜΣ καλύπτει μόνο τις ελάχιστες νομικές απαιτήσεις και δεν ρυθμίζει ζητήματα κρίσιμα για μια startup (vesting, περιορισμοί μεταβίβασης, μηχανισμοί αδιεξόδου). Η σύνταξη εξειδικευμένου καταστατικού αποτελεί προτεραιότητα και όχι κόστος που μπορεί να αναβληθεί.

GDPR από την πρώτη ημέρα

Η πολιτική απορρήτου και η πολιτική cookies δεν αφορούν μόνο μεγάλες εταιρείες. Κάθε startup που συλλέγει email μέσω newsletter, χρησιμοποιεί analytics ή αποθηκεύει στοιχεία πελατών υποχρεούται σε συμμόρφωση. Η αντιγραφή πολιτικής απορρήτου από τρίτο site δημιουργεί λανθασμένη εντύπωση συμμόρφωσης που, σε πολλές περιπτώσεις, είναι πιο επικίνδυνη από την πλήρη απουσία.

Πνευματική ιδιοκτησία εξωτερικών συνεργατών

Κάθε σύμβαση με developer ή σχεδιαστή ή copywriter πρέπει να περιλαμβάνει ρητή, έγγραφη ρήτρα εκχώρησης πνευματικών δικαιωμάτων. Η προφορική συμφωνία δεν αρκεί, εφόσον ο νόμος θέτει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημιουργού και ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός (άρθρο 14 Ν. 2121/1993).

NDA πριν από κάθε αποκάλυψη πληροφοριών

Η υπογραφή σύμβασης εμπιστευτικότητας πριν από κάθε ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών (με δυνητικούς συνεργάτες, επενδυτές ή παρόχους) δεν αποτελεί τυπικότητα αλλά νομική προϋπόθεση για την μελλοντική δυνατότητα επίκλησης της προστασίας του εμπορικού απορρήτου κατά τον Ν. 4679/2020.

Σύμβαση συνιδρυτών πριν χρειαστεί

Η σύμβαση συνιδρυτών πρέπει να υπογράφεται στην αρχή της συνεργασίας, όταν οι σχέσεις είναι καλές και η διαπραγμάτευση εύκολη. Η ρύθμιση αποχώρησης, vesting και μη ανταγωνισμού εκ των υστέρων, ιδίως σε περίοδο κρίσης, είναι σημαντικά δυσκολότερη.

Η δημιουργία αυτών των εγγράφων ως ενιαίου συνόλου, αντί ως μεμονωμένων κειμένων, εξασφαλίζει τη νομική αλληλουχία μεταξύ τους και την αποφυγή αντιφάσεων. Αν θέλετε να δείτε αναλυτικά πώς δομούνται τα παραπάνω έγγραφα σε ένα ολοκληρωμένο “πακέτο”, δείτε το Startup Legal Pack.

Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital – Νομικό Πλαίσιο

Νομική υποστήριξη σε Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital - KSTLAW

Term Sheets, Συμφωνίες SAFE και Κρίσιμοι Νομικοί Όροι

Η χρηματοδότηση Startups μέσω κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (“venture capital“) αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο ανάπτυξης του οικοσυστήματος καινοτομίας.

Στην Ελλάδα, η πρακτική αυτή βρίσκεται σε ραγδαία εξέλιξη, ωστόσο οι ιδρυτές (founders) συχνά διαπραγματεύονται όρους χρηματοδότησης, χωρίς την πλήρη κατανόηση των νομικών συνεπειών τους.

Το βασικό νομικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση startups περιλαμβάνει:

  • Τον Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες (ιδίως άρθρα 25, 26, 38, 39, 71 και 109 έως 114)
  • Τον Ν. 4072/2012 για την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)
  • Τον Ν. 2367/1995 για τις Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4608/2019
  • Τον Ν. 4920/2022 για τη συμμετοχική χρηματοδότηση (equity crowdfunding), ως εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης σε πρώιμα στάδια
  • Τα άρθρα 166, 197 και 361 του Αστικού Κώδικα (προσύμφωνο, προσυμβατική ευθύνη και ελευθερία συμβάσεων)
Η Έννοια του Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών

Το Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (“Venture Capital“) συνιστά μορφή χρηματοδότησης κατά την οποία ένας επενδυτής, είτε φυσικό πρόσωπο (επενδυτικός άγγελος) είτε Εταιρεία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), εισφέρει κεφάλαιο σε μια startup με αντάλλαγμα μετοχικό μερίδιο (“equity“).

Η επένδυση πραγματοποιείται κατά κανόνα σε γύρους χρηματοδότησης (pre-seed, seed, Series A κ.ο.κ.), καθένας από τους οποίους αντιστοιχεί σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας της εταιρείας.

Στο ελληνικό δίκαιο, ο Ν. 2367/1995 ρυθμίζει ειδικά τις ΕΚΕΣ, που αποτελούν ανώνυμες εταιρείες με αυξημένο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο, εποπτευόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Ωστόσο, στην πράξη μεγάλο μέρος των επενδύσεων venture capital πραγματοποιείται μέσω αλλοδαπών funds ή μέσω ατύπων δομών (angel investors, family offices κλπ), χωρίς να εμπίπτει υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου.

Στάδια Χρηματοδότησης

Η διαδικασία χρηματοδότησης εξελίσσεται κατά κανόνα σε τρία στάδια:

  • υπογραφή εγγράφου βασικών όρων (term sheet),
  • διενέργεια δέουσας επιμέλειας (due diligence) και
  • κατάρτιση οριστικών συμβάσεων, ιδίως μετοχικής συμφωνίας και τροποποίησης καταστατικού. Σε πρώιμα στάδια, η χρηματοδότηση μπορεί εναλλακτικά να πραγματοποιηθεί και μέσω απλούστερων εργαλείων, όπως η συμφωνία SAFE.
Το Έγγραφο Βασικών Όρων (Term Sheet)
Έννοια και Λειτουργία

Το εγγραφο βασικών όρων (“term sheet“) αποτελεί το αρχικό έγγραφο στη διαδικασία χρηματοδότησης.

Πρόκειται για συνοπτική καταγραφή των βασικών εμπορικών και νομικών όρων υπό τους οποίους ο επενδυτής προτίθεται να εισέλθει στην εταιρεία.

Τυπικά, περιλαμβάνει την αποτίμηση (“valuation“), το ποσό επένδυσης, το ποσοστό συμμετοχής, τα δικαιώματα ψήφου, τους όρους ρευστοποίησης (“liquidation preference“) και τις ρήτρες προστασίας του επενδυτή.

Νομική Φύση στο Ελληνικό Δίκαιο

Κατά κανόνα, τα term sheets δεν αποτελούν δεσμευτικές συμβάσεις. Ορισμένες ρήτρες, ωστόσο, μπορούν να ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ιδίως η ρήτρα αποκλειστικής διαπραγμάτευσης (exclusivity ή no-shop clause) και η ρήτρα εμπιστευτικότητας (confidentiality clause).

Η νομική αντιμετώπιση των term sheets εξαρτάται από την ίδια τη δομή και τους συμβατικούς όρους του εγγράφου. Αν το term sheet περιέχει αρκούντως ορισμένους ουσιώδεις όρους και εκδηλώνεται βούληση δέσμευσης, αντιμετωπίζεται ως προσύμφωνο, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, από το οποίο μπορεί να γεννάται και υποχρέωση κατάρτισης οριστικής σύμβασης.

Τούτο διότι το προσύμφωνο, κατά πάγια νομολογία, αποτελεί σύμβαση δια μέσου της οποίας τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν ορισμένη σύμβαση στο μέλλον (ΑΠ 825/2019). Αντιθέτως, αν το έγγραφο ρητά αναφέρει ότι δεν αποτελεί δεσμευτική συμφωνία (“non-binding“), αποτελεί απλή δήλωση πρόθεσης (“letter of intent“) και δεν παράγει ενοχική δέσμευση, ή άλλα έννομα αποτελέσματα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η υπογραφή term sheet με ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop) χωρίς χρονικό περιορισμό μπορεί να αποκλείσει τον ιδρυτή από εναλλακτικές διαπραγματεύσεις για απροσδιόριστο χρόνο.

Αν ο επενδυτής τελικά αποσυρθεί, ενδέχεται να θεμελιωθεί ευθύνη βάσει του άρθρου 197 ΑΚ περί προσυμβατικής ευθύνης, εφόσον αποδειχθεί κακόπιστη διαπραγμάτευση (Ευθύνη Από Διαπραγματεύσεις).

Κρίσιμοι Οικονομικοί Όροι

Η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση (“pre-money valuation“) εκφράζει τη συμφωνημένη αξία της εταιρείας πριν από την εισφορά κεφαλαίου.

Αν, λόγου χάρη, η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής εισφέρει 500.000 ευρώ, η αποτίμηση μετά τη χρηματοδότηση (post-money valuation) ανέρχεται σε 2,5 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής αποκτά μετοχικό μερίδιο 20%.

Η αποτίμηση δεν ρυθμίζεται νομοθετικά ως υποχρεωτική διαδικασία και αποτελεί ελεύθερη εμπορική συμφωνία, με εξαίρεση τα κατώτερα όρια τιμής των εκδοθησόμενων μετοχών κατά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (Ν. 4548/2018 – απαγόρευση έκδοσης μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου).

Σύνηθες σφάλμα κατά τη διαπραγμάτευση αποτελεί η σύγχυση μεταξύ αποτίμησης πριν και μετά τη χρηματοδότηση.

Αν ο ιδρυτής θεωρεί ότι η αποτίμηση 2 εκατ. ευρώ αφορά post-money αξία, ενώ ο επενδυτής εννοεί pre-money, η διαφορά στο μετοχικό μερίδιο μπορεί να ανέρχεται σε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα “επώδυνο” σε μεταγενέστερους γύρους χρηματοδότησης λόγω σωρευτικής απομείωσης (“dilution“).

Πέρα από την αποτίμηση, το term sheet ρυθμίζει συνήθως και τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου μετά την επένδυση. Οι επενδυτές venture capital ζητούν κατά κανόνα τουλάχιστον μία έδρα στο ΔΣ ή, εναλλακτικά, δικαίωμα παρατηρητή (observer right).

Επιπρόσθετα, ορισμένες αποφάσεις, όπως η αλλαγή επιχειρηματικού σχεδίου, η έκδοση νέων μετοχών ή η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων άνω ορισμένου ποσού, υπάγονται σε ρήτρα αρνησικυρίας (veto right) του επενδυτή.

Οι ρήτρες αυτές, στο ελληνικό δίκαιο, πρέπει να εναρμονίζονται με τις διατάξεις περί εταιρικής διακυβέρνησης του Ν. 4548/2018.

Ειδικότερα, οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης (άρθρο 117 Ν. 4548/2018) δεν μπορούν να μεταβιβαστούν de facto σε μέτοχο μέσω ρήτρας αρνησικυρίας, ως επίσης και κάθε σχετική ρύθμιση πρέπει να σέβεται τα όρια μεταξύ αρμοδιοτήτων ΓΣ και ΔΣ.

Πέρα από τους παραπάνω όρους, το term sheet περιλαμβάνει συχνά πρόβλεψη για “αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης” (option pool ή ESOP reserve).

Πρόκειται για ένα ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου (συνήθως 10% έως 15%) που δεσμεύεται για μελλοντική παροχή κινήτρων σε εργαζομένους και στελέχη μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018).

Κρίσιμο σημείο διαπραγμάτευσης για τον founder αποτελεί το αν το αποθεματικό αυτό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), περίπτωση που αυξάνει σημαντικά την απομείωση (dilution) των ιδρυτών, ή αν θα δημιουργηθεί μετά τη χρηματοδότηση.

Η Συμφωνία SAFE
Έννοια και Μηχανισμός

Η Απλή Συμφωνία για Μελλοντικό Μετοχικό Κεφάλαιο (“Simple Agreement for Future Equity” – SAFE) αποτελεί εργαλείο χρηματοδότησης που εισήχθη το 2013 από τον αμερικανικό startup accelerator “Y Combinator”.

Μέσω της συμφωνίας SAFE, ο επενδυτής εισφέρει κεφάλαιο στη startup χωρίς άμεση έκδοση μετοχών.

Το δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές ενεργοποιείται σε μελλοντικό γεγονός (triggering event), κατά κανόνα τον επόμενο τιμολογημένο γύρο χρηματοδότησης (priced round).

Σε αντίθεση με το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible note), η συμφωνία SAFE δεν αποτελεί δανειακή σχέση, δεν είναι τοκοφόρα, δεν έχει ημερομηνία λήξης και δεν δημιουργεί υποχρέωση αποπληρωμής.

Οι δύο βασικές παράμετροί της είναι:

  • το ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap), δηλαδή η μέγιστη αποτίμηση βάσει της οποίας θα μετατραπεί η εισφορά σε μετοχές, και
  • η έκπτωση μετατροπής (discount rate), δηλαδή ένα ποσοστό μείωσης της τιμής μετοχής σε σχέση με τους νέους επενδυτές στον επόμενο γύρο. Κατά τη μετατροπή, ο πρώιμος επενδυτής λαμβάνει μετοχές βάσει της χαμηλότερης εκ των δύο τιμών.
Νομική Αντιμετώπιση στο Ελληνικό Δίκαιο

Η συμφωνία SAFE δεν ρυθμίζεται ρητά από την ελληνική νομοθεσία. Αποτελεί, κατά τη συμβατική ελευθερία του άρθρου 361 ΑΚ, ιδιόρρυθμη άτυπη σύμβαση (sui generis). Δεν εντάσσεται στις κατηγορίες του δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ) ούτε της εταιρικής εισφοράς, διότι δεν μεταβάλλει αμέσως τη μετοχική σύνθεση.

Η πιο συγγενής μορφή χρηματοδότησης στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο είναι το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible bond), που ρυθμίζεται από το άρθρο 71 Ν. 4548/2018.

Κατά τη διάταξη αυτή, η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιακού δανείου που χορηγεί στους ομολογιούχους δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους σε μετοχές. Με τη μετατροπή επέρχεται αυτοδίκαια αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ δεν ισχύουν οι διατάξεις για το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων.

Υπάρχουν ωστόσο ουσιώδεις διαφορές. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο αποτελεί μορφή δανεισμού, φέρει τόκο, έχει ημερομηνία λήξης και μπορεί να εκδοθεί αποκλειστικά από ανώνυμη εταιρεία.

Η πρακτική σημασία αυτής της διάκρισης αφορά κυρίως τρία σημεία:

  • στη συμφωνία SAFE δεν υπάρχει κίνδυνος αθέτησης αποπληρωμής (default),
  • η λογιστική αντιμετώπιση διαφέρει, καθώς κατά τα ΕΛΠ η συμφωνία SAFE δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως υποχρέωση στον ισολογισμό (ενώ κατά τα ΔΠΧΑ ενδέχεται να ταξινομηθεί ως χρηματοοικονομική υποχρέωση) και
  • η συμφωνία SAFE μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε ΙΚΕ, ενώ τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια αφορούν αποκλειστικά ΑΕ.

Στην πράξη, οι ελληνικές startups που χρησιμοποιούν συμφωνίες SAFE συνήθως υπάγουν τη σύμβαση στο δίκαιο των ΗΠΑ, ακολουθώντας τα πρότυπα του Y Combinator.

Αν η σύμβαση υπάγεται σε ελληνικό δίκαιο, απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε ο μηχανισμός μετατροπής να είναι συμβατός με τις διατάξεις περί αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (άρθρα 23 έως 28 Ν. 4548/2018 για ΑΕ ή άρθρο 84 Ν. 4072/2012 για ΙΚΕ).

Πρέπει επίσης να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), δηλαδή τι ακριβώς συμβαίνει σε περίπτωση γύρου χρηματοδότησης, πώλησης εταιρείας, λύσης κλπ.

Πρακτικό Παράδειγμα Μετατροπής SAFE

Ας υποτεθεί ότι ένας επενδυτής εισφέρει 100.000 ευρώ μέσω συμφωνίας SAFE με ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap) 1 εκατ. ευρώ και έκπτωση μετατροπής (discount) 20%. Στον επόμενο γύρο χρηματοδότησης, η εταιρεία αποτιμάται σε 2 εκατ. ευρώ (pre-money) και η τιμή μετοχής για τους νέους επενδυτές ανέρχεται σε 10 ευρώ.

Ο κάτοχος της συμφωνίας SAFE θα μετατρέψει βάσει της χαμηλότερης εκ δύο τιμών: είτε η τιμή βάσει του ανωτάτου ορίου αποτίμησης, δηλαδή 5 ευρώ ανά μετοχή (1.000.000 / 200.000 μετοχές), είτε η τιμή μετά την εφαρμογή της έκπτωσης, δηλαδή 8 ευρώ ανά μετοχή (10 × 80%).

Στο παράδειγμα αυτό, η χαμηλότερη τιμή (5 ευρώ) δίνει στον πρώιμο επενδυτή 20.000 μετοχές αντί 10.000 που θα αποκτούσε ένας νέος επενδυτής με το ίδιο ποσό, αντανακλώντας και επιβραβεύοντας τον αυξημένο κίνδυνο της πρώιμης εισφοράς.

Κρίσιμοι Όροι Χρηματοδότησης
Ρήτρα Κατά της Απομείωσης (Anti-Dilution)

Η ρήτρα κατά της απομείωσης (“Anti-Dilution“) αποσκοπεί στην προστασία του πρώιμου επενδυτή σε περίπτωση μεταγενέστερου γύρου χρηματοδότησης σε χαμηλότερη αποτίμηση (down round). Υπάρχουν δύο βασικές μορφές:

  • Η μέθοδος πλήρους αναστροφής (full ratchet), κατά την οποία η τιμή μετατροπής του επενδυτή μειώνεται στη νέα χαμηλότερη τιμή και
  • η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου (weighted average), που λαμβάνει υπόψη τόσο τον αριθμό όσο και την τιμή των νέων μετοχών.

με τη δεύτερη να θεωρείται πιο ισορροπημένη.

Η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου διακρίνεται περαιτέρω σε ευρείας βάσης (broad-based), η οποία συνυπολογίζει δικαιώματα προαίρεσης (options) και λοιπά μετατρέψιμα δικαιώματα και σε στενής βάσης (narrow-based), η οποία λαμβάνει υπόψη μόνο τις εκδοθείσες μετοχές. Η ευρείας βάσης είναι ευνοϊκότερη για τους ιδρυτές.

Στο ελληνικό δίκαιο, η ρήτρα αυτή δεν ρυθμίζεται ρητά, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στο καταστατικό υπό τη μορφή ειδικών δικαιωμάτων προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων (shareholders’ agreement).

Προνομιακή Ρευστοποίηση (Liquidation Preference)

Η ρήτρα προνομιακής ρευστοποίησης (“liquidation preference“) ορίζει τη σειρά κατανομής του τιμήματος σε περίπτωση πώλησης ή εκκαθάρισης της εταιρείας. Κατά την πλέον διαδεδομένη μορφή (1x non-participating), ο επενδυτής εισπράττει πρώτα το ποσό της εισφοράς του.

Αν το τίμημα δεν επαρκεί, οι ιδρυτές δεν λαμβάνουν τίποτα. Στην πιο επιθετική παραλλαγή (participating preferred), ο επενδυτής λαμβάνει πρώτα το ποσό της εισφοράς του και στη συνέχεια συμμετέχει αναλογικά στο υπόλοιπο τίμημα.

Στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο, η εν λόγω ρήτρα υλοποιείται μέσω των προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018), το οποίο ρητά επιτρέπει τον ορισμό του ειδικού προνομίου της προνομιακής απόδοσης της εισφοράς κατά τη λύση της εταιρείας. Κατά τη πώληση, η ρύθμιση μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

Η ανάλυση κατανομής τιμήματος (“waterfall analysis“) αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης. Πρόκειται για προσομοίωση που δείχνει πόσα θα λάβει κάθε κατηγορία μετοχών (κοινές, προνομιούχες) σε διαφορετικά σενάρια τιμήματος εξόδου.

Χωρίς αυτήν, οι ιδρυτές αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματική οικονομική επίπτωση ρητρών τύπου participating preferred.

Ρήτρες Σταδιακής Κατοχύρωσης (Vesting) και Αποχώρησης (Leaver Provisions)

Οι ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης (vesting) καθορίζουν ότι οι μετοχές των ιδρυτών δεσμεύονται σταδιακά κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, συνήθως τέσσερα έτη με αρχική περίοδο αναμονής (cliff) ενός έτους. Ο σκοπός της ρήτρας είναι η ευθυγράμμιση κινήτρων.

Αν ο ιδρυτής αποχωρήσει πρόωρα, η εταιρεία ή οι υπόλοιποι εταίροι δικαιούνται να εξαγοράσουν τις μη κατοχυρωμένες (unvested) μετοχές.

Η διάκριση μεταξύ καλόπιστης αποχώρησης (good leaver) και κακόπιστης αποχώρησης (bad leaver) ρυθμίζει την τιμή εξαγοράς. Ο καλόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω θανάτου, ασθένειας, καταγγελίας με σπουδαίο λόγο) εξαγοράζεται κατά κανόνα σε εύλογη αγοραία αξία, ενώ ο κακόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω ανταγωνιστικής δραστηριότητας, σοβαρής παράβασης) εξαγοράζεται σε ονομαστική αξία.

Νομικά, η ρύθμιση αυτή υλοποιείται μέσω εξαγοράσιμων μετοχών (άρθρο 39 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

Ρήτρες Μεταβίβασης: Drag-Along, Tag-Along και Δικαίωμα Πρώτης Προσφοράς

Οι ρήτρες drag-along και tag-along αποτελούν κομβικούς όρους σε κάθε χρηματοδότηση venture capital. Η πρώτη επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε τρίτο, ενώ η δεύτερη παρέχει στη μειοψηφία το δικαίωμα να συμμετάσχει στην πώληση υπό τους ίδιους όρους.

Συμπληρωματικά, το δικαίωμα πρώτης προσφοράς (right of first refusal ή ROFR) επιτρέπει στους υφιστάμενους μετόχους να αποκτήσουν κατά προτεραιότητα τις μεταβιβαζόμενες μετοχές πριν αυτές προσφερθούν σε τρίτους.

Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) πριν την Επένδυση

Μετά την υπογραφή του term sheet, ο επενδυτής διενεργεί δέουσα επιμέλεια (due diligence), δηλαδή συστηματικό νομικό, οικονομικό και φορολογικό έλεγχο της εταιρείας.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η εταιρική δομή και τα καταστατικά έγγραφα, οι συμβάσεις εργασίας και συνεργασίας, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ιδίως αν ο πηγαίος κώδικας ανήκει στην εταιρεία ή στους ιδρυτές προσωπικά), οι φορολογικές υποχρεώσεις και τυχόν εκκρεμείς δικαστικές διαφορές.

Για Startups, ιδιαίτερη σημασία έχει η εξακρίβωση ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού ή της τεχνολογίας έχει μεταβιβαστεί νομίμως στην εταιρεία. Η ανυπαρξία σχετικών συμβάσεων εκχώρησης, ιδίως αν οι ιδρυτές ανέπτυξαν το προϊόν πριν τη σύσταση, αποτελεί συχνό εύρημα ελέγχου που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη τη χρηματοδότηση.

Εταιρική Δομή και Χρηματοδότηση
Επιλογή Εταιρικής Μορφής

Η επιλογή εταιρικής μορφής αποτελεί κρίσιμη απόφαση για τη μελλοντική χρηματοδότηση. Η ΙΚΕ (Ν. 4072/2012) αποτελεί το πιο δημοφιλές εταιρικό σχήμα για Startups λόγω της ευελιξίας και του χαμηλού κόστους σύστασης. Ωστόσο, όταν η εταιρεία φτάσει σε γύρους χρηματοδότησης Series A και πέρα, οι θεσμικοί επενδυτές κατά κανόνα απαιτούν μετατροπή σε ΑΕ.

Τούτο διότι μόνο η ΑΕ προσφέρει: (i) κατηγορίες μετοχών, κοινές, προνομιούχες και εξαγοράσιμες, (ii) δυνατότητα έκδοσης μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων (άρθρο 71 Ν. 4548/2018), (iii) προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (stock options, άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018), και (iv) δομημένο δικαίωμα προτίμησης (άρθρο 26 Ν. 4548/2018).

Η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων

Πέρα από το καταστατικό, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (“shareholders’ agreement – SHA“) αποτελεί τον πυρήνα της ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ ιδρυτών και επενδυτών.

Πρόκειται για ιδιωτική σύμβαση, κατά κανόνα εμπιστευτική, που ρυθμίζει θέματα όπως drag-along / tag-along, κατά της απομείωσης (anti-dilution), δικαιώματα πρώτης προσφοράς, σταδιακή κατοχύρωση (vesting), δικαιώματα πληροφόρησης, σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου και δικαιώματα αρνησικυρίας (veto rights) σε κρίσιμες αποφάσεις.

Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η διάκριση μεταξύ ενοχικής και εταιρικής ισχύος των ρητρών. Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο τα μέρη της (ενοχική ισχύς) και δεν είναι αντιτάξιμη σε τρίτους, αντίθετα με τις καταστατικές ρυθμίσεις που δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ.

Επομένως, ορισμένοι κρίσιμοι όροι, ιδίως τα δικαιώματα των προνομιούχων μετοχών και οι ρήτρες κατά της απομείωσης, πρέπει να ενσωματώνονται στο καταστατικό για να αποκτήσουν ισχύ έναντι πάντων.

Στη διεθνή πρακτική venture capital, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ρυθμίζει επίσης τα δικαιώματα πληροφόρησης (information rights) του επενδυτή, δηλαδή την υποχρέωση της εταιρείας να παρέχει περιοδικά οικονομικές καταστάσεις, μηνιαίες αναφορές και πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία.

Η συμφωνία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ρήτρα συμμετοχής σε μελλοντικούς γύρους (pay-to-play provision), βάσει της οποίας ο επενδυτής υποχρεούται να συμμετάσχει σε μελλοντικούς γύρους χρηματοδότησης για να διατηρήσει τα προνόμιά του.

Πρακτικές Επισημάνσεις – Checklist
Αποτίμηση pre-money vs post-money

Κάθε term sheet πρέπει να διευκρινίζει ρητά αν η αναφερόμενη αποτίμηση αφορά αξία πριν ή μετά τη χρηματοδότηση. Ελλιπής ρύθμιση οδηγεί σε απόκλιση αρκετών ποσοστιαίων μονάδων στο τελικό μετοχικό ποσοστό.

Ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop)

Η εύλογη διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 30 και 90 ημερών, πάντα με ρήτρα αυτόματης λήξης (sunset clause).

Συμφωνία SAFE υπό ελληνικό δίκαιο

Αν η σύμβαση διέπεται από ελληνικό δίκαιο, πρέπει να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), η συμβατότητα του μηχανισμού μετατροπής με τις διαδικασίες αύξησης κεφαλαίου, ως επίσης και τι συμβαίνει αν δεν πραγματοποιηθεί ποτέ γύρος χρηματοδότησης.

Liquidation preference και anti-dilution

Η ρήτρα 1x non-participating θεωρείται εύλογη σε seed και Series A, ενώ η μέθοδος ευρείας βάσης σταθμισμένου μέσου όρου (broad-based weighted average) αποτελεί τη διεθνή πρακτική κατά της απομείωσης. Πριν αποδεχθεί ρήτρα τύπου participating preferred ή full ratchet, ο ιδρυτής πρέπει να εκπονήσει ανάλυση κατανομής τιμήματος (waterfall analysis) σε πολλαπλά σενάρια εξόδου.

Αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης (option pool)

Αν το αποθεματικό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), η απομείωση βαρύνει αποκλειστικά τους ιδρυτές. Η διαπραγμάτευση του τρόπου υπολογισμού είναι εξίσου κρίσιμη με την ίδια την αποτίμηση.

Εταιρική μορφή και έγκαιρος σχεδιασμός

Αν η στρατηγική εξόδου περιλαμβάνει θεσμικό επενδυτή, η μετατροπή από ΙΚΕ σε ΑΕ πρέπει να προγραμματίζεται εγκαίρως, καθώς μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο, προνομιούχες μετοχές και δικαιώματα προαίρεσης μετοχών είναι διαθέσιμα αποκλειστικά στη μορφή της ΑΕ.

Ενσωμάτωση κρίσιμων όρων στο καταστατικό

Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων δεν αντικαθιστά το καταστατικό. Όροι που αφορούν δικαιώματα προνομιούχων μετοχών, ρήτρες Anti-Dilution ή περιορισμούς μεταβίβασης πρέπει να ενσωματώνονται και στο καταστατικό, ώστε να είναι αντιτάξιμοι σε τρίτους.

Φορολογικές συνέπειες

Η χρηματοδότηση μέσω συμφωνίας SAFE ή μετατρέψιμων ομολογιών ενδέχεται να έχει διαφορετικές φορολογικές συνέπειες από την άμεση εισφορά κεφαλαίου. Κρίσιμα σημεία αποτελούν η φορολογική αντιμετώπιση κατά τη μετατροπή σε μετοχές, η δυνητική υποχρέωση φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, καθώς και η φορολόγηση δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ή ως υπεραξία.

Δέουσα επιμέλεια (due diligence), προετοιμασία εκ των προτέρων

Η νομική και οικονομική ετοιμότητα πριν από τον γύρο χρηματοδότησης επιταχύνει τη διαδικασία και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση. Κρίσιμα σημεία αφορούν την τακτοποίηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την ύπαρξη ενημερωμένων οικονομικών καταστάσεων και την καθαρότητα του μετοχολογίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με την χρηματοδότηση startup μέσω venture capital.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Β- Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες

Με την παρούσα παρουσίαση της σύμβασης πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ’ αποστάσεως (Μέρος Β), ολοκληρώνεται η ανάλυση του νομικού πλαισίου της σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α) και, απομένει το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση, το οποίο θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο (Μέρος Γ).

Πεδίο Εφαρμογής

Σύμφωνα με το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994, σε ότι αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας και ακολούθως διαδοχικές πράξεις ή σειρά διακριτών πράξεων της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.

Ο όρος “χρηματοοικονομικές υπηρεσίες” αναφέρεται σε προϊόντα η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση.

Ενδεικτικά, ο όρος αφορά πράξεις συναλλάγματος, τίτλους της χρηματαγοράς, διαπραγματεύσιμους τίτλους, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), προαιρέσεις (options) αγοράς κλπ.

Επίσης, περιλαμβάνει ασφαλιστήρια συμβόλαια και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα.

Περαιτέρω, αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας αλλά οι διαδοχικές ή διακριτές πράξεις της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, διενεργούνται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατά τη διενέργεια της πρώτης πράξης.

Τέλος, όταν δεν έχει διενεργηθεί πράξη της ίδιας φύσης για διάστημα άνω του ενός έτους, η διενέργεια της επόμενης πράξης θεωρείται ως η πρώτη μιας νέας σειράς πράξεων και, συνεπώς, εφαρμόζονται όλες οι σχετικές διατάξεις.

Πληροφόρηση Του Καταναλωτή 

Πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ο προμηθευτής πρέπει να ενημερώνει τον καταναλωτή, με τα μέσα επικοινωνίας από απόσταση, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές και των διατάξεων που διέπουν το κύρος των δικαιοπραξιών, για τα παρακάτω στοιχεία, ο εμπορικός σκοπός των οποίων πρέπει να καθίσταται σαφής.

Πληροφορίες που αφορούν τον προμηθευτή:

Ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ταυτότητα και την κύρια δραστηριότητα του προμηθευτή, τη διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον προμηθευτή,
  2. την ταυτότητα του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον αντιπρόσωπο, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος,
  3. αν οι επαγγελματικές επαφές του καταναλωτή έγιναν με άλλον επαγγελματία πλην του προμηθευτή, την ταυτότητα του εν λόγω επαγγελματία, την ιδιότητα με την οποία ενεργεί έναντι του καταναλωτή, και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία,
  4. όταν ο προμηθευτής είναι καταχωρημένος σε εμπορικό ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο προμηθευτής και τον αριθμό καταχώρισής του ή ισοδύναμο μέσο αναγνώρισης στο εν λόγω μητρώο,
  5. όταν η δραστηριότητα του προμηθευτή υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής.
Πληροφορίες που αφορούν τη χρηματοοικονομική υπηρεσία: 

Ο προμηθευτής οφείλει να περιγράψει τα κυριότερα χαρακτηριστικά της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας και ενδεικτικά:

  1. το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των συναφών τελών, επιβαρύνσεων και δαπανών και όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή, αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, τη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής,
  2. εφόσον συντρέχει περίπτωση, προειδοποίηση η οποία αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική υπηρεσία συνδέεται με τίτλους που συνεπάγονται ειδικούς κινδύνους συνδεόμενους με τα ειδικά χαρακτηριστικά ή τις πράξεις που πρέπει να εκτελεστούν ή των οποίων η τιμή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις κεφαλαιαγορές επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση, καθώς και ότι οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν δείκτη για τις μελλοντικές αποδόσεις,
  3. μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, εε. τους τυχόν χρονικούς περιορισμούς της ισχύος των παρεχόμενων πληροφοριών,
  4. τις ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την εκτέλεση,
  5. το τυχόν ειδικό επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η χρήση των μέσων επικοινωνίας από απόσταση, εάν αυτό το επιπλέον κόστος χρεώνεται.
Πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση

Επιπλέον, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος,
  2. την ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, εάν πρόκειται για σύμβαση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε μόνιμη ή περιοδική βάση,
  3. πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν τα μέρη να προκαλέσουν την πρόωρη ή μονομερή λύση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις αυτές από τη σύμβαση,
  4. πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, όπου να αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση στην οποία πρέπει να απευθύνεται η δήλωση υπαναχώρησης,
  5. το κράτος-μέλος ή τα κράτη-μέλη, στη νομοθεσία των οποίων βασίζεται ο προμηθευτής για τη δημιουργία σχέσεων με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, 
  6. οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ή και το αρμόδιο δικαστήριο,
  7. τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες διατυπώνονται οι όροι της σύμβασης και η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο εκ των προτέρων πληροφόρηση, καθώς και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες ο προμηθευτής, σε συμφωνία με τον καταναλωτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικοινωνεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.
Πληροφορίες που αφορούν την δυνατότητα προσφυγής

Ο προμηθευτής οφείλει να πληρογορεί τον καταναλωτή για την ύπαρξη μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπως ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ή η διαμεσολάβηση, στους οποίους έχει πρόσβαση ο καταναλωτής που είναι συμβαλλόμενος στην από απόσταση σύμβαση, ως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο έχει πρόσβαση ο καταναλωτής,

Επιπλέον, πρέπει να ενημερώνει για την ύπαρξη κεφαλαίων εγγύησης ή άλλων ρυθμίσεων για την παροχή αποζημιώσεων, που δεν καλύπτονται από συστήματα εγγύησης καταθέσεων και αποζημίωσης των επενδυτών.

Τηλεφωνικές Πωλήσεις 

Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι οποίες ηχογραφούνται υποχρεωτικά (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3340/2005 και του ν. 3471/2006), πρέπει να δηλώνεται σαφώς, στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας με τον καταναλωτή, ότι αυτή μαγνητοφωνείται, η ταυτότητα του προμηθευτή και ο εμπορικός σκοπός του τηλεφωνήματος. 

Επιπρόσθετα, εφόσον συγκατατίθεται ρητά ο καταναλωτής, είναι υποχρεωτική η παροχή σε αυτόν των ακόλουθων πληροφοριών που αφορούν: 

  • στην ταυτότητα του προσώπου που έρχεται σε επαφή με τον καταναλωτή και στη σχέση του με τον προμηθευτή,
  • στην περιγραφή των κυριότερων στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας,
  • στο συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, στη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον που επιτρέπει στον καταναλωτή να το ελέγξει,
  • στην ενδεχόμενη ύπαρξη άλλων φόρων ή και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, 
  • στην ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής. 

Ο προμηθευτής οφείλει να πληροφορεί τον καταναλωτή ότι, ύστερα από αίτημά του, μπορεί να λάβει και άλλες πληροφορίες, καθώς και να ενημερωθεί για τη φύση των πληροφοριών αυτών. 

Σε κάθε περίπτωση, ο προμηθευτής του παρέχει όλες τις πληροφορίες, όταν εκτελεί τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα παραπάνω.

Οι πληροφορίες σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες πρέπει να ανακοινώνονται στον καταναλωτή κατά την περίοδο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συμβατικές υποχρεώσεις που θα απέρρεαν από τη νομοθεσία που θα εφαρμοζόταν κατά τεκμήριο στη σύμβαση από απόσταση, αν η τελευταία είχε συναφθεί.

Αν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω (δλδ με τα μέσα και τον τρόπο που προβλέπονται από το νόμο) η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή. 

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, πέραν των προαναφερομένων, οι οποίες απορρέουν από ειδικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που διέπουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να ισχύουν. 

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου κοινοποιεί τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαβιβάζουν αμελλητί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου τους σχετικούς τύπους συμβάσεων, περιλαμβανομένων και των γενικών όρων συναλλαγών. 

Γνωστοποίηση Συμβατικών Όρων

Η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν αυτός δεν λάβει εγκαίρως, και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη δέσμευσή του από τη σύμβαση αυτή, όλους τους όρους της, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται παραπάνω, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στο οποίο έχει πρόσβαση.

Περαιτέρω, ο προμηθευτής εκπληρώνει την υποχρέωσή του που προβλέπεται παραπάνω, αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση, αν αυτή έχει συναφθεί ύστερα από αίτημα του καταναλωτή με τη χρησιμοποίηση μέσου επικοινωνίας από απόσταση το οποίο δεν επιτρέπει να ανακοινωθούν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, συμβατικοί όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν στον καταναλωτή δεν τον δεσμεύουν, έστω και αν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησής του.

Τέλος, όσο διαρκεί η συμβατική σχέση, ο καταναλωτής δικαιούται, ύστερα από αίτημά του, να λαμβάνει τους συμβατικούς όρους εγγράφως. Επιπλέον, ο καταναλωτής δικαιούται να αλλάζει το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας από απόσταση, εκτός αν αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη συναφθείσα σύμβαση από απόσταση ή με τη φύση της παρεχόμενης χρηματοοικονομικής υπηρεσίας.

Μη Αιτηθείσες Υπηρεσίες & Αυτόκλητη Επικοινωνία

Απαγορεύεται η παροχή στον καταναλωτή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημά του, όταν καλείται να τις αποκτήσει έναντι άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής. 

Αν η παροχή των υπηρεσιών αυτών πραγματοποιηθεί, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και δεν οφείλει οποιοδήποτε τίμημα, εκτός αν η παροχή υπηρεσιών οφείλεται σε προφανές λάθος, οπότε ο καταναλωτής θέτει την υπηρεσία, εφόσον η φύση της το επιτρέπει, για εύλογο χρόνο στη διάθεση του προμηθευτή. Προβλεπεται ρητά ότι η μη απάντηση του καταναλωτή δεν συνιστά, σε καμία περίπτωση, συναίνεση του.

Τέλος, η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

Κυρώσεις

Ανεξάρτητα από την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται εκ του νόμου, ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση οποτεδήποτε, χωρίς έξοδα και ποινές, όταν ο προμηθευτής δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ρήτρες με τις οποίες ο καταναλωτής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στον νόμο ή ο προμηθευτής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από το άρθρο αυτό είναι άκυρες.

Επιπλέον, το βάρος απόδειξης σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων πληροφόρησης του καταναλωτή από τον προμηθευτή, καθώς και τη γραπτή δήλωση του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την εκτέλεση της, φέρει ο προμηθευτής.

Τέλος, συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι το βάρος της απόδειξης για την τήρηση, εκ μέρους του προμηθευτή, του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων του κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, φέρει ο καταναλωτής, θεωρείται άκυρη ως καταχρηστική.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εμπορία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών από απόσταση.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Α – Νομικό Πλαίσιο

Σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος) είναι κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του προμηθευτή και του καταναλωτή, στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων από απόσταση, ή παροχής υπηρεσιών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία ή το διαδίκτυο, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης.

Η σύμβαση από απόσταση, για να χαρακτηριστεί ως τέτοια, πρέπει να πληροί -διαζευκτικά- τις εξής προϋποθέσεις:

  1. Να συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή,
  2. Να συνάπτεται κατόπιν προσφοράς από τον καταναλωτή, υπό τις ίδιες συνθήκες που προπεριγράφονται,
  3. Να συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου επικοινωνίας από απόσταση αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή,
  4. Να συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής που έχει οργανωθεί από τον προμηθευτή με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών στον καταναλωτή.

Το νομικό πλαίσιο για τη σύμβαση από απόσταση ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 (Προστασία Καταναλωτών), όπως τροποποιήθηκε τελευταία φορά με το Ν. 4967/2022, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2011/83/ΕΕ.

Στην παρούσα σειρά άρθρων αναλύεται το νομικό πλαίσιο σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α), η σύμβαση εξ’ αποστάσεως πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (Μέρος Β) και, τέλος, το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση (Μέρος Γ).

Ορισμοί
Εμπορικό κατάστημα

Κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή και κάθε κινητός χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση.

Σύμβαση πώλησης

Κάθε σύμβαση δυνάμει της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την παροχή αγαθών και υπηρεσιών ταυτόχρονα.

Δευτερεύουσα σύμβαση

Μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με σύμβαση από απόσταση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και κατά την οποία τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον προμηθευτή ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του προμηθευτή.

Ψηφιακή υπηρεσία

Μία υπηρεσία που επιτρέπει στον καταναλωτή να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει δεδομένα σε ψηφιακή μορφή ή να έχει πρόσβαση σε αυτά, ή μια υπηρεσία που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή ή κάθε άλλη αλληλεπίδραση με τα δεδομένα αυτά, τα οποία αναφορτώνονται ή δημιουργούνται από τον καταναλωτή ή άλλους χρήστες της εν λόγω υπηρεσίας.

Επιγραμμική (Ψηφιακή) Αγορά

Μια υπηρεσία η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται προμηθευτής (ή άλλος εξ ονόματος του προμηθευτή) και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους προμηθευτές ή καταναλωτές.

Επιπλέον, ως Πάροχος Επιγραμμικής Αγοράς, νοείται κάθε προμηθευτής ο οποίος παρέχει επιγραμμική (ψηφιακή) αγορά στους καταναλωτές.

Συμβατότητα

Η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργήσει με υλικό ή λογισμικό, με το οποίο χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου, χωρίς την ανάγκη μετατροπής του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

Λειτουργικότητα & Διαλειτουργικότητα

Λειτουργικότητα καλείται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εκτελεί τις λειτουργίες του, έχοντας υπόψη τον σκοπό του.

Περαιτέρω, Διαλειτουργικότητα ονομάζεται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργεί με υλικό ή λογισμικό διαφορετικό από εκείνα με τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου.

Πεδίο Εφαρμογής

Τα εδώ αναφερόμενα για τη σύμβαση από απόσταση, εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή όπου ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα. 

Επιπροσθέτως, τα παραπάνω εφαρμόζονται επίσης σε σύμβαση από απόσταση προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στον βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.

Επιπλέον εφαρμόζονται, όταν ο προμηθευτής προμηθεύει ή αναλαμβάνει να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακή υπηρεσία προς τον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον προμηθευτή

Εξαιρούνται και δεν εφαρμόζονται σε σύμβαση από απόσταση:
  1. για κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, περιλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης μέριμνας,
  2. για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης 
  3. για δραστηριότητες τζόγου, που περιλαμβάνουν τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης ποντάρει χρηματικά, περιλαμβανομένων των λαχειοφόρων αγορών, τα παιχνίδια σε καζίνα και τις συναλλαγές που αφορούν στοιχήματα,
  4. για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,
  5. για τη δημιουργία, απόκτηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων επί ακινήτων ή δικαιωμάτων εντός ακίνητης περιουσίας,
  6. για την κατασκευή νέων κτιρίων, τη ριζική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων και τη μίσθωση στέγης ως κατοικίας,
  7. για οργανωμένα ταξίδια,
  8. για χρονομεριστική μίσθωση (Time Sharing), μακροπρόθεσμα προϊόντα διακοπών, μεταπώλησης και ανταλλαγής»,
  9. για σύμβαση από απόσταση η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
  10. για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση στο πλαίσιο νοικοκυριού και τα οποία παραδίδονται από τον προμηθευτή σε συχνή και τακτική βάση στο σπίτι, την κατοικία ή τον χώρο εργασίας του καταναλωτή,
  11. για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, 
  12.  για σύμβαση από απόσταση η οποία συνάπτεται μέσω αυτόματων μηχανών πώλησης ή εμπορικών καταστημάτων αυτόματης πώλησης,
  13. για σύμβαση από απόσταση, για την οποία ο καταναλωτής καταβάλει ποσό που δεν υπερβαίνει τα 30 ευρώ.
Υποχρέωση Ενημέρωσης Καταναλωτή

Πριν δεσμευτεί ο καταναλωτής με σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής παρέχει στον καταναλωτή πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο για τα εξής:

  1. τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στον βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες,
  2. την ταυτότητα του προμηθευτή (πχ επωνυμία, διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κλπ),
  3. τη συνολική τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων του Φ.Π.Α. και κάθε άλλου τέλους, ή (αν λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων), τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή. Επίσης, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου και κάθε άλλη δαπάνη ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις. Σε περίπτωση σύμβασης αορίστου χρόνου ή σύμβασης που περιλαμβάνει συνδρομή, η συνολική τιμή περιλαμβάνει τη συνολική δαπάνη ανά περίοδο χρέωσης,
Σημειώνεται ότι εάν ο προμηθευτής δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, ο καταναλωτής δεν πληρώνει τις εν λόγω επιβαρύνσεις ή δαπάνες.
  1. τις διευθετήσεις πληρωμής, παράδοσης, εκτέλεσης, της προθεσμίας εντός της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει τις υπηρεσίες και, όπου τυγχάνει εφαρμογής, της πολιτικής που εφαρμόζει ο προμηθευτής για την αντιμετώπιση των παραπόνων,
  2. όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος αυτού,
  3. ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους,
  4. σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το εύλογο κόστος στον προμηθευτή,
  5. όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα του υπαναχώρησης,
  6. υπενθύμιση της ύπαρξης νόμιμης εγγύησης για την ανταπόκριση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  7.  την ύπαρξη και τους όρους εφαρμογής υπηρεσιών υποστήριξης του πελάτη μετά την πώληση, εξυπηρέτησης μετά την πώληση και εμπορικών εγγυήσεων (after sale services),
  8.  την ύπαρξη σχετικών κωδίκων συμπεριφοράς,
  9.  τη διάρκεια της σύμβασης, όπου τυγχάνει εφαρμογής, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τη λήξη της σύμβασης,
  10.  την ελάχιστη διάρκεια των υποχρεώσεων του καταναλωτή βάσει της σύμβασης,
  11.  την ύπαρξη και τους όρους κατάθεσης χρημάτων ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που πρέπει να καταβληθούν ή να παρασχεθούν από τον καταναλωτή όποτε το ζητήσει ο προμηθευτής,
  12.  τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας, των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  13.  κάθε σχετική συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών των οποίων ο προμηθευτής έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση,
  14.  τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης στον οποίο υπάγεται ο προμηθευτής, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν.

Οι παραπάνω πληροφορίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνάπτεται εξ αποστάσεως ή εκτός του εμπορικού καταστήματος και δεν μεταβάλλονται πλην ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

Τέλος, εάν ο προμηθευτής δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο η σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Πρόσθετες Υποχρεώσεις Ενημέρωσης Ειδικά Για Επιγραμμικές (Ψηφιακές) Αγορές 

Πριν ο καταναλωτής δεσμευτεί από εξ αποστάσεως σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά σε επιγραμμική αγορά, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς, παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με τρόπο σαφή και κατανοητό, αλλά και κατάλληλο για τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως:

  • γενικές πληροφορίες, που είναι διαθέσιμες σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμο από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται οι προσφορές, σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, των προσφορών που παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης, και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων,
  • κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι προμηθευτής ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στον πάροχο της επιγραμμικής αγοράς,
  • όταν ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δεν είναι προμηθευτής ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από την εθνική και την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση,
  • τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς, πληροφορία η οποία δεν θίγει οποιαδήποτε ευθύνη που ενδέχεται να φέρει σε σχέση με τη σύμβαση δυνάμει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς ή ο προμηθευτής που αποτελεί τον τρίτο.
Ελάχιστοι Απαιτούμενοι Όροι Σύμβαση Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να τηρεί τις ελάχιστες τυπικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το νόμο, άλλως η σύμβαση εξ αποστάσεως είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Ειδικότερα, ο προμηθευτής έχει τις παρακάτω υποχρεώσεις:

Πληροφορίες

Στη σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπει ο νόμος εγγράφως ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο. 

Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα.Εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται πάνω σε σταθερό μέσο, οφείλουν να είναι ευανάγνωστες.

Συνήθως, στα ηλεκτρονικά καταστήματα, περιλαμβάνονται στους “Όρους Χρήσης”, στη σελίδα του καταστήματος.

Πληρωμή

Εάν μια σύμβαση από απόσταση επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να πληρώσει, ο προμηθευτής οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή με σαφή και ευκρινή τρόπο και αμέσως προτού ο καταναλωτής υποβάλει την παραγγελία του τις πληροφορίες που προαναφέρθηκαν. 

Εξάλλου, οι πληροφορίες αυτές πρέπει εμφανίζονται πολύ κοντά προς την επιβεβαίωση που απαιτείται για την υποβολή της παραγγελίας. Ο προμηθευτής οφείλει να μεριμνήσει ώστε ο καταναλωτής, υποβάλλοντας την παραγγελία του, να αναγνωρίσει ρητώς ότι η παραγγελία συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής.

Τέλος, ο προμηθευτής δεν δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις στους καταναλωτές για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμής.

Παραγγελία

Εάν η υποβολή παραγγελίας απαιτεί την ενεργοποίηση ενός εικονιδίου επιλογής ή ανάλογη λειτουργία, το εικονίδιο επιλογής ή η ανάλογη λειτουργία πρέπει να φέρουν ευανάγνωστη σήμανση που να αναγράφει τις λέξεις «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή μια ανάλογη σαφή διατύπωση που να δείχνει ότι η υποβολή παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής στον προμηθευτή. Εάν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

Εξάλλου, οι εμπορικές ιστοσελίδες οφείλουν να αναγράφουν σαφώς και ευανάγνωστα το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής παραγγελίας κατά πόσον ισχύουν περιορισμοί στην παράδοση και ποια μέσα πληρωμής είναι δεκτά.

Σύμβαση Μέσω Τηλεφώνου

Εάν ο προμηθευτής προβεί σε τηλεφωνική κλήση προς τον καταναλωτή με σκοπό τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης, οφείλει, στην αρχή της συνομιλίας με τον καταναλωτή, να δηλώσει την ταυτότητά του και, όπου τούτο έχει εφαρμογή, την ταυτότητα του προσώπου εξ ονόματος του οποίου τηλεφωνεί και τον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.

Επιπλέον, εάν πρόκειται να συναφθεί σύμβαση από απόσταση μέσω τηλεφώνου, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιβεβαιώσει την προσφορά του προς τον καταναλωτή, ο οποίος δεσμεύεται μόνον όταν υπογράψει την προσφορά ή έχει στείλει τη γραπτή συγκατάθεσή του. Οι επιβεβαιώσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται πάνω σε σταθερό μέσο.

Επιβεβαίωση Σύναψης Σύμβασης Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης ή την επιβεβαίωση της σύμβασης εγγράφως. Τούτο δε σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών ή προτού αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας. 

Τέλος, κάθε προμηθευτής, ο οποίος υποχρεωτικά εγγράφεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εάν προτίθεται να συνάπτει με τους καταναλωτές συμβάσεις από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών, οφείλει να καταχωρήσει τη σχετική δραστηριότητά του στο Γ.Ε.ΜΗ.

Παράδοση Αγαθών

Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά με τη μεταβίβαση της φυσικής κατοχής ή ελέγχου των αγαθών στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παραδώσει τα αγαθά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο καταναλωτής πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων. 

Περαιτέρω, εάν ο προμηθευτής δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις από απόσταση πωλήσεων εαν:

  • ο προμηθευτής έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά ή 
  • η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης είναι σημαντική, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψη της σύμβασης, ή
  • ο καταναλωτής έχει ενημερώσει τον προμηθευτή, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση απαιτείται να γίνει σε ή μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία. 

Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο προμηθευτής παραλείψει να παραδώσει τα αγαθά κατά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση αμέσως.

Τέλος, μόλις καταγγελθεί η σύμβαση, ο προμηθευτής οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης.

Μετάθεση κινδύνου

Στις συμβάσεις από απόσταση κατά τις οποίες ο προμηθευτής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διάφορο του μεταφορέα έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών. 

Εντούτοις, ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή άμα τη παραδώσει στον μεταφορέα, εάν ο μεταφορέας έχει ενταλθεί από τον καταναλωτή να μεταφέρει τα αγαθά και η εν λόγω επιλογή δεν προσφέρθηκε από τον προμηθευτή, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του καταναλωτή έναντι του μεταφορέα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος).

Crypto Startup Legal Audit – 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα

Η ελληνική αγορά κρυπτονομισμάτων βιώνει μια σημαντική μεταμόρφωση, καθώς από τις αρχές του 2025 εφαρμόζεται πλήρως ο ευρωπαϊκός Κανονισμός MiCA (Markets in Crypto-Assets Regulation), ο οποίος ενσωματώθηκε πλέον στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 5193/2025.

Για πρώτη φορά ρυθμίζεται με λεπτομέρεια το νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, εταιρείες και startups στην Ελλάδα, ενώ η συμμόρφωση με τον νέο νόμο, αποτελεί πλέον υποχρέωση για κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων, με αυστηρές κυρώσεις για τυχόν παραβάσεις.

Τα 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα Για Κάθε Crypto Startup στην Ελλάδα

1. Νόμιμη Άδεια Λειτουργίας

Κάθε επιχείρηση, εταιρεία και startup που προσφέρει υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτει σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα Της Ελλάδος (ΤτΕ).

Επιπλέον, πέραν της άμεσης παύσης λειτουργίας της επιχείρησης που λειτουργεί χωρίς άδεια, έχει πλέον εισαχθεί και ποινική διάταξη για παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων χωρίς την νόμιμη άδεια, η οποία προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή χρηματική ποινή ή και τα δύο. Σε περίπτωση φυσικού προσώπου το χρηματικό πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως και τις 700.000 ευρώ, ενώ για τα νομικά πρόσωπα προβλέπονται πρόστιμα έως 5 εκατ. ευρώ, ή ποσοστό από 3-12% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών.

Επομένως, οι επιχειρήσεις πρέπει πλέον να υποβάλουν αίτημα αδειοδότησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να ακολουθήσουν τις σχετικές διαδικασίες.

2. Συμμόρφωση Με Υποχρεώσεις AML, CTF και KYC 

Οι υποχρεώσεις για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος (AML) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (CTF) είναι ιδιαίτερα αυστηρές για τις crypto επιχειρήσεις. Ο Νόμος 4557/2018 σε συνδυασμό με τις νέες διατάξεις του MiCA και του Ν. 5193/2025 δημιουργούν ένα πολύπλοκο και ιδαίτερο πλαίσιο συμμόρφωσης.

Βασικές Απαιτήσεις
  • Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Εφαρμογή πολιτικών AML βάσει κινδύνου,
  • Συνεχής παρακολούθηση (monitoring) συναλλαγών,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών στην Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού σε θέματα AML/CTF και ορισμό AML Compliance Officer,
  • Ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια για self-hosted wallets και διασυνοριακές συναλλαγές.

Επομένως, οι εταιρείες που προσφέρουν υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να αναπτύξουν εσωτερικές διαδικασίες και πολιτικές, καθώς και να επιμορφώσουν το προσωπικό τους για τη συμμόρφωση με τα παραπάνω.

3. Ορθή Κατηγοριοποίηση Tokens (Utility vs Security vs ART vs EMT) 

Η διάκριση μεταξύ utility και security tokens είναι κρίσιμη για τη νομική συμμόρφωση. Ο Νόμος 4706/2020 καθώς και οι κάθε φορά οδηγίες καθορίζουν τα κριτήρια ταξινόμησης.

Οι νομικές συνέπειες τυχόν λανθασμένης ταξινόμησης θα οδηγήσει σε εφαρμογή λανθασμένου ρυθμιστικού πλαισίου και, κατά συνέπεια, σε παραβίαση των κανόνων προστασίας των επενδυτών, με αποτέλεσμα πρόστιμα και κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και αστική ευθύνη έναντι επενδυτών.

Κριτήρια Ταξινόμησης

Security Tokens (αυστηρό καθεστώς MiFID II):

  • Παρέχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μετοχικά δικαιώματα,
  • Προσφέρουν αναμενόμενα κέρδη από τις προσπάθειες τρίτων,
  • Διαπραγματεύονται κυρίως ως επενδυτικά εργαλεία – χρηματοπιστωτικά μέσα.

Utility Tokens (ελαστικότερο κανονιστικό πλαίσιο):

  • Παρέχουν πρόσβαση σε προϊόντα ή υπηρεσίες,
  • Έχουν πρακτική λειτουργία στο οικοσύστημα του project,
  • Δεν προσφέρουν δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Διαφορετικής, ειδικής αντιμετώπισης, είναι τα  Asset-referenced tokens (ARTs) και τα electronic money tokens (EMTs), τα οποία έχουν ξεχωριστό, ειδικό, καθεστώς 

Επομένως, οι επιχειρήσεις και οι Startups πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα τα οποία ξεκινούν από την δημοσίευση white paper για tokens, και καταλήγουν στην τακτική επανεξέταση και νομική αξιολόγηση από ομάδα ελέγχου.

4. Ορθή Διαχείριση Πολιτικής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) σε συνδυασμό με τον εφαρμοστικό Νόμο 4624/2019 θέτουν αυστηρό νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, οι οποίες -υποχρεωτικά- επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα.

Κρίσιμες Απαιτήσεις
  • Συγκατάθεση για την επεξεργασία δεδομένων,
  • Υλοποίηση τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας,
  • Διορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO),
  • Τήρηση μητρώου επεξεργασιών,
  • Αναφορά παραβιάσεων εντός 72 ωρών.

Ειδικότερα για τις Crypto επιχειρήσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη, επιπλέον, τα εξής:

  1. Blockchain Immutability: Η αμετάβλητη φύση του blockchain συγκρούεται με το δικαίωμα διαγραφής,
  2. Ψευδωνυμοποίηση: Η ψευδωνυμοποίηση δεν εξαλείφει πάντα τον προσωπικό χαρακτήρα των δεδομένων,
  3. Διασυνοριακές Μεταφορές: Οι διεθνείς μεταφορές δεδομένων απαιτούν ειδικές εγγυήσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν παραβάσεις των κανόνων GDPR επιφέρουν πρόστιμα τα οποία ανέρχονται έως και 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών ή 20 εκατομμύρια ευρώ, αστικές αγωγές από τα υποκείμενα των δεδομένων και, φυσικά, πλήγμα στη φήμη και απώλεια της εμπιστοσύνης των πελατών.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις πρέπει να διαθέτουν σαφή στρατηγική συμμόρφωσης, η οποία -ενδεικτικά- θα περιλαμβάνει τη χαρτογράφηση όλων των επεξεργασιών προσωπικών δεδομένων (Data Mapping), την ενσωμάτωση προστασίας δεδομένων από τον σχεδιασμό (Privacy by Design) και επαρκές σχέδιο αντιμετώπισης παραβιάσεων (Incident Response Plan).

5. Φορολογική Συμμόρφωση 

Μετά από μακρά περίοδο νομοθετικού κενού, η οποία οδήγησε σε προσφυγές κατά των φορολογικών αρχών, με την ενσωμάτωση του Κανονισμού MiCA, η Ελλάδα εισάγει για πρώτη φορά συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς για τα κρυπτονομίσματα. 

Τα παραπάνω προκύπτουν από το συνδυασμό :

  • αφενός του άρθρου 50§3 του Κανονισμού όπου αναφέρεται ότι “ως τόκος οποιαδήποτε αμοιβή ή οποιοδήποτε άλλο όφελος που σχετίζεται με τη χρονική διάρκεια κατά την οποία ο κάτοχος μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει την εν λόγω μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος” και
  • αφετέρου των εσωτερικών φορολογικών διατάξεων, βάσει των οποίων οι τόκοι φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 15%.

Με βάση τα προαναφερόμενα, σε φόρο 15% υπόκεινται οι παρακάτω συναλλαγές:

  • Πώληση κρυπτονομισμάτων για fiat νόμισμα,
  • Ανταλλαγή κρυπτονομίσματος με άλλο,
  • Δραστηριότητες DeFi που περιλαμβάνουν ανταλλαγή tokens,
  • Ανταμοιβές από mining και staking.
Υπολογισμός Φόρου

Μέχρι η Φορολογική Διοίκηση να προχωρήσει σε περαιτέρω συγκεκριμένη εξειδίκευση, ο υπολογισμός του φόρου θα βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του κόστους κτήσης και της τιμής πώλησης

Για τον προσδιορισμό του κόστους κτήσης, εφαρμόζονται οι μέθοδοι FIFO (“First In, First Out”, δλδ τα πρώτα εμπορεύματα που αγοράστηκαν είναι και τα πρώτα που θα πωληθούν) ή/και Weighted Average (“μέσο σταθμικό κόστος” = το κόστος κάθε πώλησης διαμορφώνεται με βάση το μέσο σταθμικό κόστος των αγαθών που υπήρχαν, πριν ακριβώς από κάθε πώληση).

Επομένως, οι βασικές υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων είναι:

  1. Τήρηση Βιβλίων,
  2. Φορολογικές Δηλώσεις & Δηλώσεις ΦΠΑ,
  3. Παρακράτηση Φόρου (για εταιρείες που κάνουν πληρωμές),
  4. Έκδοση & Λήψη Νόμιμων Σχετικών Παραστατικών,
  5. Δηλώσεις & Τεκμηριώσεις Συναλλαγών (όπου απαιτείται).

Οι συνέπειες για μη συμμόρφωση, είναι όμοιες με κάθε άλλη επιχείρηση και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, φορολογικά πρόστιμα, αποκλεισμό από δημόσια προγράμματα χρηματοδότησης, έως και ποινικές διώξεις για φοροδιαφυγή.

6. Επαρκής Νομικός Και Τεχνικός Έλεγχος Smart Contracts 

Τα smart contracts αποτελούν το θεμέλιο των περισσότερων crypto επιχειρήσεων. Για την κατάρτιση Smart Contracts εφαρμόζονται τα άρθρα 185 έως 196 του Αστικού Κώδικα (πλην του άρθρου 194).

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και νομολογία, τα smart contracts θεωρούνται νομικά δεσμευτικά κείμενα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας συμβάσεων. Επομένως ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα ζητήματα ακυρότητας των Smart Contracts, καθώς ένα Smart Contract είναι άκυρο εάν συντρέχει κ΄άποια απ΄ο τις περιπτώσεις ακυρότητας που περιλαμβάνεται στα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα.

Επίσης, προσοχή απαιτείται εφόσον το Smart Contract αποτελεί μέρος κύριας σύμβασης που έχει συναφθεί με άλλο τρόπο.

Τέλος, οι ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, εφαρμόζονται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση ενός Smart Contract.

Ενδεικτικό Checklist για Smart Contract Legal Audit

Το παρακάτω checklist είναι ενδεικτικό και βασίζεται σε διεθνή πρότυπα:

  1. Τεκμηρίωση και καθαρότητα κώδικα,
  2. Έλεγχος για reentrancy, overflow/underflow,
  3. Επαλήθευση access control και authorization logic,
  4. Έλεγχος fallback functions και emergency stop,
  5. Έλεγχος oracle manipulation και randomness,
  6. Συμμόρφωση με ERC standards και MiCA/AML,
  7. Τεκμηρίωση audit trails και logging,
  8. Έλεγχος για διαρροή προσωπικών δεδομένων και GDPR συμμόρφωση,
  9. Test coverage και bug bounty συμμετοχή,
  10. Σχέδιο αποκατάστασης καταστροφών και αντιμετώπισης συμβάντων,
  11. Νομικές δηλώσεις και πνευματικά δικαιώματα.
7. Πολιτική Διαχείριση Κρίσεων

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μοναδικούς κινδύνους που απαιτούν ειδικές στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων (Crisis Management Strategy). Η μη ύπαρξη σχεδίου αντιμετώπισης κρίσεων οδηγεί σε απώλεια πελατών και πλήγμα στη φήμη της εταιρείας.

Κρίσιμα ζητήματα αποτελούν, η ύπαρξη αποτελεσματικού σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών, η ασφαλιστική κάλυψη για cyber incident, ο σχεδιασμός της επιχειρησιακής συνέχειας καθώς και η σύνταξη πλήρους και επικαιροποιημένου εσωτερικού κανονισμού.

Πλάνο Διαχείρισης Κρίσεων

Βήμα 1: Άμεση Αξιολόγηση εκτίμηση έκτασης προβλήματος, ταυτοποίηση επηρεαζόμενων stakeholders, προσδιορισμός νομικών υποχρεώσεων),

Βήμα 2: Ενεργοποίηση Νομικής Ομάδας (επικοινωνία με νομικούς συμβούλους, προετοιμασία για ρυθμιστικές αναφορές),

Βήμα 3: Διαφάνεια (εσωτερική ενημέρωση προσωπικού, επικοινωνία με επενδυτές, ανακοινώσεις),

Βήμα 4: Κανονιστική Συμμόρφωση (αναφορά στις αρμόδιες αρχές, συμμόρφωση με υποχρεώσεις αναφοράς, συνεργασία με ρυθμιστικές αρχές),

Βήμα 5: Τεχνική Αποκατάσταση (αποκατάσταση τεχνικών προβλημάτων, έλεγχος ασφαλείας, system hardening),

Βήμα 6: Οικονομική Προστασία (αξιολόγηση απωλειών, ενεργοποίηση ασφαλιστικής κάλυψης, διαχείριση cash flow),

Βήμα 7: Αξιολόγηση & Ανάλυση (αξιολόγηση ανταπόκρισης, βελτίωση διαδικασιών, εκπαίδευση και προετοιμασία για αποφυγή ανάλογων περιστατικών στο το μέλλον).

8. Ευρωπαϊκή Κανονιστική Συμμόρφωση

Η επέκταση σε άλλες χώρες της ΕΕ απαιτεί συμμόρφωση με τις τοπικές ρυθμίσεις και κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές. Η πλήρης αδειοδότηση στην Ελλάδα δίνει δικαίωμα “passporting” σε όλη την ΕΕ, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές υποδοχής,
  • Συμμόρφωση με τοπικές ρυθμίσεις AML, φορολογίας και προστασίας καταναλωτή,
  • Διαχείριση τοπικών απαιτήσεων marketing.

Πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη οι επιμέρους εθνικές ιδιαιτερότητες, καθώς κάθε κράτος μέλος της ΕΕ έχει ειδικές απαιτήσεις (πχ για Γερμανία αδειοδότηση από BaFin, για Ολλανδία εποπτεία από DNB, για Κύπρο από CySEC κλπ).

Η βέλτιστη πρακτική για μία Crypto Startup που θέλει να επεκταθεί στην ΕΕ είναι οι συνεργασίες με τοπικούς, αδειοδοτημένους αντίστοιχους παρόχους.

9. Νόμιμη Καταβολή Μισθών Εργαζομένων Σε Κρυπτονομίσματα

Η καταβολή του μισθού των εργαζομένων σε κρυπτονομίσματα δημιουργεί πολύπλοκα νομικά και φορολογικά ζητήματα που πολλές startups παραβλέπουν. 

Ο Νόμος 4808/2021 ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις, αλλά δεν έχει πρόβλεψη ειδικά τις crypto αμοιβές και, επομένως, ισχύουν όσα και για τους αμειβόμενους με ευρώ.

Ειδικά Ζητήματα

Για τον Εργαζόμενο: Η αμοιβή εργαζομένων με crypto φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες με την εύλογη αγοραία αξίας την ημέρα καταβολής.

Για την Εταιρεία: Υφίσταται υποχρέωση παρακράτησης φόρου και ασφαλιστικών εισφορών.

Και για τους δύο: Υφίσταται υποχρέωση τεκμηρίωσης και συμμόρφωσης με τους κανόνες AML.

Περαιτέρω, όπως και για τις συμβάσεις εργασίας με πληρωμή σε ευρώ, απαιτείται λεπτομερής έγγραφη συμφωνία, σαφής προσδιορισμός του μηνιαίου μισθού (ο οποίος δεν μπορεί να υπολείπεται του κατώτατου μισθού εκφρασμένου σε euro), των bonus καθώς και του χρόνου καταβολής.

10. Διαχείριση Σχέσεων Με Τράπεζες

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση τραπεζικών σχέσεων, καθώς η έλλειψη διαφάνειας και συμμόρφωσης οδηγεί σε άρνηση τραπεζικών υπηρεσιών. 

Σε αυτο συμβάλλει και το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες υιοθετούν διαφορετικές πολιτικές για τη συνεργασία τους με εταιρείες crypto. Ωστόσο, υπό το νέο νομικό πλαίσιο, υπάρχει η προσδοκία, ότι θα εναρμονιστούν οι απαιτήσεις και θα υπάρξει αντίστοιχη ενιαία αντιμετώπιση.

Η προετοιμασία στην οποία οφείλουν οι crypto επιχειρήσεις να προχωρήσουν προκειμένου να είναι έτοιμες να αξιοποιήσουν το νέο νομικό πλαίσιο και να εξασφαλίσουν την συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, και στα παρακάτω:

  • Άδεια Λειτουργίας (Έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς),
  • Πιστοποιημένη Συμμόρφωση με κανόνες AML/CTF,
  • Πιστοποιημένες Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Due Diligence: Λεπτομερής έλεγχος επιχειρηματικού μοντέλου,
  • Ασφαλιστική κάλυψη για cyber risks.

Για την επιτυχή κατάληξη των παραπάνω, οι startups πρέπει να εστιάσουν πρωτίστως στη συμμόρφωση και κατόπιν στην επικοινωνία με την τράπεζα που θα επιλέξουν (“Compliance First“), καθώς και στην επαγγελματική παρουσίαση της εταιρείας τους, με πλήρης νομική τεκμηρίωση.

11. Συμμόρφωση Με Κανονισμό Κατάχρηση Αγοράς (MAR – Market Abuse Regulation)

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 για την κατάχρηση αγοράς (MAR), εφαρμόζεται πλέον και σε όλα τα κρυπτοστοιχεία εφόσον τα τελευταία θεωρούνται χρηματοπιστωτικά μέσα.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό, Απαγορευμένες Πρακτικές, θεωρούνται:

  1. Insider Trading (Χρήση εσωτερικής πληροφόρησης για συναλλαγές),
  2. Market Manipulation (Τεχνητός επηρεασμός τιμών),
  3. False Information (Διάδοση ψευδών πληροφοριών).

Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του κανονισμού, προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα έως 15 εκατομμύρια ευρώ, αναστολή δραστηριοτήτων των εταιρειών και ποινικές διώξεις των εμπλεκομένων.

Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων

  • Δημιουργία insider lists,
  • Πολιτικές για την αντιμετώπιση σύγκρουσης συμφερόντων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών.
12. Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Protection)

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η πνευματική ιδιοκτησία και τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων. Οι ελληνικές startups, σε αντίθεση με το εξωτερικό, συχνά παραμελούν την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Είδη Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας στα Crypto

Περαιτέρω, οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ειδικές προκλήσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με την ισορροπία μεταξύ open source και IP protection, την διαχείριση IP σε αποκεντρωμένα projects και την προστασία σε πολλαπλές δικαιοδοσίες.

Για το λόγο αυτό, απαιτείται σαφής έλεγχος των πνευματικών ιδιοκτησιών με νομική κατοχύρωση και αναγνώριση όλων των IP assets, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με σαφή στρατηγική κατάθεσης των αιτήσεων, παρακολούθηση για τυχόν παραβιάσεις και σταθμισμένη πολιτική νομικών ενεργειών προστασίας.

Τέλος, η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου με συμβάσεις εμπιστευτικότητας (NDA), πρέπει να είναι ενταγμένα στην καθημερινή πρακτική των crypto επιχειρήσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Crypto Startup.

Ο Ν. 5193/2025 Για Τα Κρυπτονομίσματα & Κρυπτοστοιχεία

Τα κρυπτοστοιχεία αποτελούν μία από τις κύριες εφαρμογές της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού. Εντάσσονται στις νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προσαρμοσμένες στην ψηφιακή εποχή, και συμβάλλουν στη δημιουργία μιας οικονομίας ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις, μεταξύ άλλων καθιστώντας δυνατή τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών.

Με το Ν. 5193/2025 εισάγονται οι απαραίτητοι σε εθνικό επίπεδο κανόνες για την εφαρμογή στην Ελλάδα των κανόνων του Κανονισμού.

Ορισμένα κρυπτοστοιχεία, ιδίως εκείνα που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II), εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Κατά συνέπεια, ένα πλήρες σύνολο κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει ήδη για τους εκδότες των εν λόγω κρυπτοστοιχείων και για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες που σχετίζονται με τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία.

Ενσωμάτωση Κανονισμού MiCAR

Mε τον Κανονισμό MiCAR (EE) 2023/1114 δημιουργείται πλήρες πλαίσιο για τις αγορές κρυπτοστοιχείων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και υιοθετούνται ειδικοί κανόνες για τα κρυπτοστοιχεία και τις συναφείς υπηρεσίες και δραστηριότητες που δεν καλύπτονται ακόμη από νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προς υποστήριξη της καινοτομίας και του θεμιτού ανταγωνισμού και παράλληλα προς διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων και της ακεραιότητας των αγορών κρυπτοστοιχείων.

Λαμβανομένου υπόψη ότι τα κρυπτοστοιχεία υπό τη μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων, που εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμπίπτουν στο ρυθμιστικό και εποπτικό πεδίο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για θέματα προστασίας των επενδυτών, έπεται ότι η αρχή αυτή θα πρέπει να διέπει και το ρυθμιστικό πλαίσιο των νέων προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας που καλύπτει ο Κανονισμός MiCAR και υπάγονται στο ρυθμιστικό του πεδίο και όχι σε αυτό της MiFID II.

Εποπτικές Αρχές

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η εποπτική αρχή που θα επωμιστεί, επομένως, το βάρος της προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων, θα πρέπει να είναι εξοικειωμένη με τα μέτρα και τους κανόνες προστασίας των επενδυτών που επενδύουν σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

Η αρχή αυτή στην Ελλάδα είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία εποπτεύει την τήρηση των κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς, τους όρους δημόσιων εγγραφών και προσκλήσεων στο κοινό, τους κανόνες εισαγωγής χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση στις αγορές (εν προκειμένω εισαγωγής κρυπτοστοιχείων σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες), καθώς και τους κανόνες για την κατάχρηση αγοράς, θεματικές που απαντώνται και στον Κανονισμό MiCAR.

Η αρμόδια εποπτική αρχή που θα επωμιστεί με τον ρόλο αυτό πρέπει να διαθέτει την δέουσα εξειδίκευση και τεχνογνωσία, έτσι ώστε να εποπτεύει αποτελεσματικά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και εν γένει τις οντότητες που υπόκεινται σε καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας κατά τον Κανονισμό MiCAR και να προστατεύει αποτελεσματικά τους ιδιώτες κατόχους κρυπτοστοιχείων, διασφαλίζοντας ότι αυτοί θα ενημερώνονται σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες και τους κινδύνους των κρυπτοστοιχείων στα οποία προτίθενται να επενδύσουν.

Συναφώς, είναι προφανής η ομοιότητα του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων που προβλέπει ο Κανονισμός MiCAR και θα πρέπει να περιέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τον εκδότη, τον προσφέροντα ή τον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοιχείων, για το σχέδιο που πρόκειται να υλοποιηθεί με τα κεφάλαια που θα αντλούνται με δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τα κρυπτοστοιχεία, για την υποκείμενη τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία και για τους σχετικούς κινδύνους, με το ενημερωτικό δελτίο που δημοσιεύεται όταν διενεργείται πρόσκληση στο κοινό προς επένδυση σε κινητές αξίες και όταν εισάγονται χρηματοπιστωτικά μέσα στις αγορές.

Επειδή όμως φορείς που δραστηριοποιούνται σε ορισμένα πεδία του Κανονισμού MiCAR μπορεί να είναι και πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος , την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών εξακολουθεί να διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος και, κατά τα λοιπά, γίνεται κατανομή εποπτικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο αρχών, με βάση λειτουργικά κριτήρια. Ειδική διάταξη λαμβάνει μέριμνα για την ενίσχυση της αποτελεσματικής συνεργασίας της Τράπεζας της Ελλάδος με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Κρυπτονομίσματα Και «Ξέπλυμα Χρήματος»

Περαιτέρω, προστίθενται στον νόμο περί «πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» βασικοί ορισμοί εννοιών που χρησιμοποιούνται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Ειδικότερα, προστίθενται οι ορισμοί των «κρυπτοστοιχείων» και των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» για να διασφαλισθεί η συνοχή του εθνικού νομικού πλαισίου με το νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εισάγονται πλέον στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Επισημαίνεται ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), ο ορισμός των «κρυπτοστοιχείων» του Κανονισμού καλύπτει και τον ορισμό των «εικονικών περιουσιακών στοιχείων» και αντίστοιχα ο ορισμός των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» καταλαμβάνει και τον ορισμό των «παρόχων υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων».

Ο κύριος σκοπός της ως άνω ρύθμισης είναι να εξασφαλιστούν για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων οι ίδιες απαιτήσεις και το ίδιο επίπεδο εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού επικαιροποιείται ο κατάλογος των υπόχρεων οντοτήτων, ώστε να συμπεριλαμβάνει τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην κατηγορία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τους σκοπούς της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Ως προς τον ορισμό της αυτοφιλοξενούμενης διεύθυνσης γίνεται παραπομπή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Επισημαίνεται δε ότι η μνεία στην αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση γίνεται, διότι αποτελεί δυνητικά υψηλό κίνδυνο που συνδέεται με την τεχνολογική και ρυθμιστική πολυπλοκότητα που αυτή συνεπάγεται σε σχέση με την επαλήθευση των στοιχείων κυριότητας.

Τέλος, τροποποιείται και η έννοια της «σχέσης ανταπόκρισης». Ο σκοπός της ρύθμισης συναρτάται με την απαίτηση που υπάρχει από τα κράτη μέλη να επικαιροποιήσουν τον ορισμό της «σχέσης ανταποκριτή», ώστε να διασφαλίσουν ότι περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οντοτήτων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες με σκοπό την εκτέλεση μεταβιβάσεων κρυπτοστοιχείων ή την παροχή παρόμοιων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του νέου άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113, με ειδικές υποχρεώσεις για τις σχέσεις ανταποκριτή που δημιουργούνται από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα κρυπτονομίσματα και κρυπτοστοιχεία.