Skip to content
Αρθρογραφία

Η Διεθνής Εμπορική Διαιτησία Στην Ελλάδα

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Από το συνδυασμό των άρθρων 867 και 869 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία. 

Τούτο μπορεί να λάβει χώρα με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν, έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. 

Κατά το άρθρο 1 του ν. 2735/1999, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στη διεθνή εμπορική διαιτησία, της οποίας ο τόπος βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια.

Η διαιτησία χαρακτηρίζεται ως διεθνής όταν, εκτός άλλων περιπτώσεων, τα μέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη. 

Κατά το άρθρο 19 του ίδιου νόμου, τα μέρη, με συμφωνία τους, καθορίζουν ελεύθερα τη διαιτητική διαδικασία, ενώ και κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του αυτού νόμου, όπου ο νόμος αυτός αναφέρεται σε συμφωνία των μερών ή στη δυνατότητά τους να προσέλθουν σε συμφωνία, η σχετική αναφορά εκτείνεται και στους κανόνες διαιτησίας που περιλαμβάνονται στη συμφωνία.

Συνεπώς τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι η διαιτησία θα διεξαχθεί κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας (“Rules of Arbitration”) του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου-ΔΕΕ (International Chamber of Commerce-ICC), δηλαδή κατά θεσμοποιημένη διαιτησία, στην οποία αναφέρεται και ο ερμηνευτικός κανόνας. 

Διαδικασία

Κατά το άρθρο 6 του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ, εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει στην υποβολή διαφοράς σε διαιτησία κατά τον Κανονισμό αυτό, θεωρείται ότι έχουν ipso facto υπαχθεί στον Κανονισμό, όπως ισχύει κατά την ημέρα έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν συμφώνησαν στην εφαρμογή του Κανονισμού, όπως ίσχυε κατά την ημέρα κατάρτισης της διαιτητικής συμφωνίας τους, κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου Κανονισμού, το μέρος που επιθυμεί να προσφύγει στη διαιτησία σύμφωνα με τον Κανονισμό, πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση (προσφυγή) στη Γραμματεία του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Η ημέρα λήψης της αίτησης από τη Γραμματεία θεωρείται ως η ημέρα έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας. Η αίτηση πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει έκθεση του αντικειμένου και των περιστατικών της διαφοράς, το είδος της ζητούμενης προστασίας και προσδιορισμό, κατά το δυνατόν, του τυχόν αιτούμενου ποσού. 

Περαιτέρω, μόλις το Διαιτητικό Δικαστήριο λάβει από τη Γραμματεία του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου το φάκελο της υπόθεσης, συντάσσει πράξη- πλαίσιο για τους όρους διεξαγωγής της διαιτησίας (Terms of Reference), στην οποία, μεταξύ άλλων, περιέχεται περιληπτική έκθεση των αξιώσεων κάθε μέρους και της ζητούμενης προστασίας, με ένδειξη, κατά το δυνατόν, και του αιτούμενου από κάθε μέρος ποσού. 

Μετά την υπογραφή της πράξης αυτής ή την έγκρισή της από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, είναι απαράδεκτη η υποβολή νέων αιτημάτων ή ανταιτημάτων που υπερβαίνουν τα όρια της πράξης, εκτός αν αυτό επιτραπεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο. 

Αντίστοιχα, αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, κάθε μέρος μπορεί, κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, να τροποποιήσει ή να συμπληρώσει το αγωγικό του αίτημα ή την απάντησή του, εκτός αν τούτο δεν επιτραπεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο λόγω της καθυστερημένης προβολής του. 

Εξ άλλου, κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μερών και δικαιούται κάθε μέρος να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του. 

Δηλαδή εκτός από την αρχή της ισότητας διασφαλίζεται και το δικαίωμα ακρόασης των μερών, το οποίο υλοποιείται με τις διατάξεις του άρθρου 24 του νόμου, που ορίζουν ότι τα μέρη ειδοποιούνται από το Διαιτητικό Δικαστήριο εγκαίρως πριν από κάθε συνεδρίαση και κάθε διεξαγωγή αποδείξεων, ενώ δικόγραφα, αποδεικτικά έγγραφα και δηλώσεις ή πληροφορίες που το ένα μέρος υποβάλει ή ανακοινώνει στο Διαιτητικό Δικαστήριο, κοινοποιούνται στο άλλο μέρος. 

Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης διασφαλίζεται στο πλαίσιο του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ με τις πρόνοιες των άρθρων 21 και 22, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη δικαιούνται να παρευρίσκονται στη συζήτηση της υπόθεσης και καλούνται πριν από εύλογη προθεσμία από το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο κηρύσσει τη διαδικασία περαιωμένη, εφόσον κρίνει ότι δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να υποστηρίξουν εύλογα την υπόθεσή τους, οπότε και δεν είναι πλέον δεκτή η υποβολή εγγράφων ή η προβολή ισχυρισμών ή αποδεικτικών στοιχείων, εκτός αν ζητηθεί ή επιτραπεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο. 

Από το σύνολο των παραπάνω ρυθμίσεων συνάγεται ότι η διαιτητική διαδικασία (διεθνής ή και εσωτερική), καθοριζόμενη κατ’ αρχήν ελεύθερα από τα μέρη, χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα και συνεπώς τα μέρη, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μπορούν, με ρητή ή σιωπηρή συναίνεση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν τα αιτήματα ή ανταιτήματά τους κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και μάλιστα στο πλαίσιο του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ είναι επιτρεπτή, με την άδεια του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η υποβολή και νέων αιτημάτων ή ανταιτημάτων, ακόμη και μετά το πέρας της διαδικασίας, με την προϋπόθεση ότι αφορούν στην αυτή έννομη σχέση, που εκκρεμεί στο Διαιτητικό Δικαστήριο και δεν θίγονται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι αρχές της ισότητας και της ακρόασης των μερών (ΑΠ 102 / 2012). 

Ακύρωση Της Απόφασης

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και όταν είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του ΑΚ, δηλαδή όταν προσκρούει στις θεμελιώδεις πολιτειακές, δικαιϊκές, κοινωνικές, ηθικές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη Χώρα και συγκροτούν την έννοια της εγχώριας δημόσιας τάξης. 

Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, που διαταράσσει τον έννομο ρυθμό της Χώρας, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της. 

Με την ανωτέρω διάταξη τίθεται έναντι της διαιτητικής κρίσης φραγμός, ο οποίος προστατεύει τα υπέρτερα συμφέροντα της εκάστοτε έννομης τάξης, όπου η διαιτητική απόφαση πρόκειται να αναπτύξει τα αποτελέσματά της. 

Ειδικότερα, ως δημόσια τάξη κατά το άρθρο 33 ΑΚ θεωρείται στη νομολογία το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα που αποτρέπει διαταραχή του ως άνω ρυθμού με την εκτέλεση στην ημεδαπή της αλλοδαπής απόφασης ή και μέσω αυτής στην εφαρμογή στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου που μπορεί να προξενήσουν την ίδια διαταραχή.

Βασικά χαρακτηριστικά της έννοιας της δημόσιας τάξης, στο πλαίσιο του άρθρου 33 ΑΚ, είναι ο εξαιρετικός της χαρακτήρας, η αοριστία, η ελαστικότητα και η μεταβλητότητα. 

Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δημόσιας τάξης συνίσταται στο ότι η επίκλησή της πρέπει να γίνεται με μεγάλη φειδώ. Η αοριστία της συνίσταται στο ότι πρόκειται για γενική ρήτρα που συγκεκριμενοποιείται και εξατομικεύεται σε κάθε περίπτωση από τον δικαστή. 

Η ελαστικότητά της συνίσταται στο ότι μετά από στάθμιση και αξιολόγηση από τον δικαστή στην ίδια περίπτωση άλλοτε εφαρμόζεται και άλλοτε όχι. Οι αντιλήψεις που συνιστούν τη δημόσια τάξη μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, μεταβολή η οποία εκφράζεται συνήθως με την αλλαγή του περιεχομένου των διατάξεων του θετικού δικαίου. 

Για την ίδρυση λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης δεν αρκεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης, αλλά θα πρέπει τα παραγόμενα εντεύθεν αποτελέσματα να προσκρούουν στις ανωτέρω θεμελιώδεις αξιολογικές παραστάσεις (ΑΠ 1601/2009).

Διαδικασία Ακύρωσης

Κατά το άρθρο 898 του ΚΠολΔ, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. 

Η αγωγή αυτή ακύρωσης οδηγεί σε κατασταλτικό δικαστικό έλεγχο της εξουσίας κρίσης των διαιτητών και αποτελεί διαπλαστική αγωγή με αίτημα την ακυρωσία της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1952/2013), το δε δικαίωμα προς ακύρωσή της έχει χαρακτήρα ουσιαστικού διαπλαστικού δικαιώματος. Εξάλλου, οι λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης προβλέπονται κατά τρόπο αποκλειστικό και με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. 

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ. “Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση 1. αν η συμφωνία για διαιτησία είναι άκυρη….4. αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος“. 

Ο πρώτος των άνω λόγων για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης προϋποθέτει άκυρη αλλά υπαρκτή συμφωνία διαιτησίας, ενώ αν δεν συνομολογήθηκε καθόλου συμφωνία διαιτησίας, η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η απόφαση εκδόθηκε για αντικείμενο το οποίο δεν είναι δεκτικό υπαγωγής σε διαιτησία. 

Ο δεύτερος των λόγων αυτών αποτελεί έκφανση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, την οποία σκοπεί να προστατεύσει, θέτοντας φραγμό στην εξουσία των διαιτητών. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο “υπέρβαση εξουσίας“, ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007), οπότε παραβιάζεται η αρχή του “ultra petita partium” και προκύπτει λόγος ακύρωσης.

Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης – προσφυγής στη διαιτησία.

Ουδέποτε όμως συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή η εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ’ ακολουθίαν αυτής ουσιαστική κρίση. 

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 901, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, “αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία“, δηλαδή για αντικείμενο που ήταν ανεπίδεκτο ελεύθερης διάθεσης από τους διαδίκους. 

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται, αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί ή δεν μπορούσε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. 

Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Ασφαλιστικά Μέτρα

Το Διαιτητικό Δικαστήριο μπορεί να διατάξει και ασφαλιστικά μέτρα. Τούτο μπορεί να συμβεί εγκύρως όταν αυτό αφενός συνεδριάζει επί ελληνικού εδάφους και αφ’ ετέρου λειτουργεί και αποφασίζει κατά τους δεσμευτικούς κανόνες της ελληνικής έννομης τάξης. Παράλληλα θα πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις, τις οποίες αυστηρώς περιοριστικά απαριθμεί το άρθρο 1 του ν. 2735/ 1999: 

  1. όταν ορισμένοι από τους διαδίκους της διαιτητικής δίκης, κατά τον χρόνο που κατάρτισαν τη σχετική διαιτητική συμφωνία, είχαν την εγκατάστασή τους όχι στο ελληνικό έδαφος, αλλά σε ξένο κράτος, 
  2. ο τόπος διεξαγωγής της διαιτητικής δίκης, όπως αυτός καθορίζεται από τη διαιτητική συμφωνία ή προκύπτει ερμηνευτικώς από αυτήν, δεν συμπίπτει με τον τόπο εγκατάστασης των διαδίκων, 
  3. ο τόπος, στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων, οι οποίες απορρέουν από την επίδικη εμπορική σχέση, δεν συμπίπτει με τον τόπο διεξαγωγής της διαιτητικής δίκης, 
  4. τα διάδικα μέρη ρητώς συμφώνησαν ότι το αντικείμενο της διαιτητικής δίκης σχετίζεται με το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο περισσότερων κρατών. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με Διεθνή Εμπορική Διαιτησία.