Skip to content
Αρθρογραφία

Απλήρωτος Προμηθευτής Δημοσίου ή ΟΤΑ: Πότε Διεκδικεί Αμοιβή

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 12 Αυγούστου 2026

Άκυρη Σύμβαση Με Το Δημόσιο & Ποιες Οι Εναλλακτικές Του Αναδόχου

Εν συντομία:

  • Η ακυρότητα της σύμβασης δεν μηδενίζει την αξίωση του αναδόχου που έχει ήδη εκτελέσει. Τη μετατοπίζει στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με μέτρο τη δαπάνη που εξοικονόμησε ο δημόσιος φορέας.
  • Η θεραπεία της ακυρότητας από το άτυπο εξαρτάται από την ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου. Ανώνυμη εταιρεία του Δημοσίου δεν την παρέχει, κατά την ΑΠ 1749/2025.
  • Η αξίωση χάνεται σε τρία δικονομικά σημεία. Η ανεπαρκής εξειδίκευση κόστισε αξίωση 6.861.435,13 ευρώ στην ΑΠ 1749/2025, ενώ η επαρκής απέδωσε 61.500 ευρώ στην ΑΠ 325/2024.
  • Η πενταετία έναντι του Δημοσίου εκκινεί στο τέλος του οικονομικού έτους της παράδοσης, όχι από την έγκριση ή την πιστοποίηση, κατά την ΑΠ 709/2022.

Τι απομένει στον ανάδοχο όταν η σύμβαση με το Δημόσιο κριθεί άκυρη;

Η ακυρότητα δεν καταργεί την αξίωση εκείνου που εκτέλεσε. Τη μεταφέρει από τη συμβατική βάση στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ο δημόσιος φορέας οφείλει να αποδώσει τη δαπάνη που εξοικονόμησε, δηλαδή το ποσό που θα κατέβαλλε σε άλλον με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα υπό έγκυρη σύμβαση. Η μετατόπιση αλλάζει βάση, προθεσμία και αποδεικτικό βάρος.

Ο κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ εφαρμόζεται και όταν αντισυμβαλλόμενος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς ούτε η διάταξη αυτή ούτε άλλη καθιερώνει εξαίρεση υπέρ τους. Ο Άρειος Πάγος το επαναλαμβάνει στην ΑΠ 325/2024 και στην ΑΠ 640/2024.

Όταν η αυτούσια απόδοση της παροχής είναι αδύνατη, επειδή το έργο ενσωματώθηκε ή οι υπηρεσίες αναλώθηκαν, ο πλουτισμός αποτιμάται στη χρηματική αξία του παρασχεθέντος και στη δαπάνη που ο φορέας απέφυγε.

Κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού είναι εκείνος της ακύρως συνομολογηθείσας σύμβασης. Το μέτρο ταυτίζεται με την αμοιβή που θα κατέβαλλε ο φορέας αν ανέθετε το ίδιο αντικείμενο με έγκυρη σύμβαση έργου σε τρίτον με αντίστοιχα προσόντα.

Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή παύει να αποτελεί τη βάση της διεκδίκησης. Ο ανάδοχος που εμμένει στο συμβατικό τίμημα βλέπει την κύρια βάση της αγωγής να απορρίπτεται ως μη νόμιμη, ακριβώς επειδή η σύμβαση από την οποία απορρέει έχει κριθεί ανίσχυρη.

Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, οπότε ο φορέας δεν χρειάζεται καν να την προβάλει για να καταρρεύσει η συμβατική αξίωση.

Ποιο δικαστήριο κρίνει τη διαφορά εξαρτάται από την υπαγωγή της σύμβασης στον Ν. 4412/2016 και, εκτός του πεδίου του, από τον χαρακτηρισμό της ως διοικητικής ή ιδιωτικής. Το ερώτημα αυτό προηγείται χρονικά και απαντάται πριν από την κατάθεση.

Πότε η άτυπη σύμβαση με δημόσιο φορέα θεραπεύεται και πότε όχι;

Η θεραπεία εξαρτάται από δύο στοιχεία:

  • ποιος είναι ο αντισυμβαλλόμενος φορέας και
  • αν προηγήθηκε έγγραφη πρόταση.

Η εκτέλεση της σύμβασης αίρει την ακυρότητα μόνο όταν είχε προηγηθεί χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει έγγραφη αποδοχή. Όταν δεν τηρήθηκε καθόλου έγγραφος τύπος, η ακυρότητα παραμένει.

Ο έγγραφος τύπος στις συμβάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι συστατικός. Η έλλειψή του καθιστά τη σύμβαση άκυρη κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, ώστε αυτή να θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενόμενη.

Ο κανόνας της μερικής θεραπείας ανάγεται στην ΟλΑΠ 862/1984 και επαναλαμβάνεται τόσο στην ΑΠ 640/2024 όσο και στην ΑΠ 709/2022.

ΑντισυμβαλλόμενοςΔιάταξη έγγραφου τύπουΘεραπεία με την εκτέλεσηΑναφορά
Ελληνικό ΔημόσιοΆρθρο 130 Ν. 4270/2014, όριο 2.500 ευρώ, με προηγούμενες όμοιες ρυθμίσεις στο άρθρο 80 Ν. 2362/1995 και στο άρθρο 84 ν.δ. 321/1969Ναι, αλλά μόνο όταν προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρότασηΑΠ 709/2022
Νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίουΆρθρο 41 ν.δ. 496/1974, όριο 2.500 ευρώ κατά την υπ’ αρ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού ΟικονομικώνΝαι, υπό την ίδια προϋπόθεση της παρ. 2ΑΠ 640/2024
Οργανισμός Τοπικής ΑυτοδιοίκησηςΟι ΟΤΑ εξαιρούνται από το ν.δ. 496/1974 κατά το άρθρο 56 του ίδιου νομοθετικού διατάγματοςΚρίνεται κατά το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τη συγκεκριμένη σύμβασηΑΠ 325/2024
Ανώνυμη εταιρεία του ΔημοσίουΟ κανονισμός ανάθεσης του φορέα σε συνδυασμό με τα άρθρα 160 και 164 ΑΚΌχιΑΠ 1749/2025

Η τελευταία γραμμή του πίνακα κρίθηκε σε υπόθεση αναδόχου υπηρεσιών συντήρησης εγκαταστάσεων, ο οποίος διεκδικούσε 6.861.435,13 ευρώ.

Με την ΑΠ 1749/2025 κρίθηκε ότι οι μη έγγραφες παρατάσεις των συμβάσεων ήταν άκυρες κατά το άρθρο 159 παρ. 1 ΑΚ και ότι η ακυρότητα δεν θεραπεύθηκε από τις τρεις έγγραφες επιστολές του αντισυμβαλλομένου ούτε από την εκτέλεση των εργασιών, επειδή αντισυμβαλλόμενος ήταν ανώνυμη εταιρεία του Δημοσίου. Οι θεραπευτικές διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 2 ν.δ. 496/1974 και του Ν. 2362/1995 δεν είχαν πεδίο εφαρμογής.

Στους ΟΤΑ η εικόνα είναι διαφορετική. Στην ΑΠ 325/2024, όπου Δήμος είχε ζητήσει προφορικά από ανάδοχο τη διάθεση δώδεκα εργατών για την στελέχωση απορριμματοφόρων, η σύμβαση κρίθηκε άκυρη λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου έγγραφου τύπου και ο Δήμος υποχρεώθηκε να αποδώσει 61.500 ευρώ ως πλουτισμό.

Ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε στην ίδια απόφαση ότι το ν.δ. 496/1974 εξαιρεί ρητά τους ΟΤΑ από το πεδίο του.

Η ταυτότητα του φορέα προκύπτει από το ιδρυτικό του καθεστώς και όχι από την επωνυμία του. Η ίδια παράλειψη έγγραφου τύπου παράγει δυνητικά θεραπεύσιμη ακυρότητα απέναντι σε νοσοκομείο και αθεράπευτη απέναντι σε εταιρεία που ανήκει στο Δημόσιο.

Ο έλεγχος γίνεται πριν από την κατάθεση, γιατί καθορίζει αν η κύρια βάση από τη σύμβαση έχει πιθανότητα επιτυχίας ή αν η υπόθεση εξαρχής στηρίζεται μόνο στον πλουτισμό.

Τι πρέπει να γράφει το δικόγραφο για να μην απορριφθεί ως αόριστο;

Το δικόγραφο πρέπει να εκθέτει την περιουσιακή μετακίνηση, τη συγκεκριμένη αιτία της και το ελάττωμα που καθιστά αδικαιολόγητη τη διατήρηση του πλουτισμού.

Το επίπεδο εξειδίκευσης διαφοροποιείται κατά περίπτωση ανάλογα με τον τρόπο αμοιβής. Σε κατ’ αποκοπή αμοιβή αρκεί η περιγραφή του αντικειμένου. Σε απολογιστική αμοιβή απαιτείται ανάλυση ωρών, υλικών και εξοπλισμού.

Στην ΑΠ 325/2024 η αγωγή κρίθηκε ορισμένη επειδή ανέφερε τον χρόνο και τον τόπο κατάρτισης, το αντικείμενο, τις παρασχεθείσες υπηρεσίες κατ’ είδος, τη συνολική αξία με τον αναλογούντα ΦΠΑ, τον χρόνο καταβολής και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου.

Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ρητά ότι η σύνδεση του αιτούμενου ποσού με την αποδοτέα ωφέλεια αποτελεί θέμα απόδειξης και όχι στοιχείο της αγωγής.

Στην ΑΠ 1749/2025 η ίδια επικουρική βάση απορρίφθηκε ως αόριστη, επειδή η ενάγουσα δεν ανέφερε αναλυτικά τις επιμέρους εργασίες συντήρησης, τη μέθοδο, τον εξοπλισμό, το ωράριο του προσωπικού, τα υλικά και τα μηχανήματα, ούτε αποτίμησε την ωφέλεια ανά επιμέρους αιτία. Η ενσωμάτωση τιμολογίων και πινάκων ανάλυσης εργασιών στο δικόγραφο δεν θεράπευσε την αοριστία.

ΣτοιχείοΑπαιτείταιΑναφορά
Χρόνος και τόπος κατάρτισης της σύμβασηςΝαιΑΠ 325/2024
Αντικείμενο και παρασχεθείσες υπηρεσίες κατ’ είδοςΝαιΑΠ 325/2024
Ώρες εργασίας, υλικά και εξοπλισμός σε απολογιστικά αμειβόμενες εργασίεςΝαιΑΠ 1749/2025
Χρηματική αποτίμηση της ωφέλειας ανά επιμέρους αιτίαΝαι σε απολογιστική αμοιβήΑΠ 1749/2025
Τα περιστατικά στα οποία συνίσταται η ακυρότηταΝαι όταν ο πλουτισμός ζητείται ευθέωςΑΠ 640/2024
Απλή ή και έμμεση επίκληση της ακυρότηταςΑρκεί όταν ο πλουτισμός σωρεύεται επικουρικά κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔΑΠ 640/2024
Η διαδικασία ανάθεσης και η αντιπροσωπευτική εξουσία του υπογράφοντοςΌχιΑΠ 325/2024
Ο τρόπος υπολογισμού του αιτούμενου ποσού σε κατ’ αποκοπή αμοιβήΌχι, αποτελεί θέμα απόδειξηςΑΠ 325/2024

Η ΑΠ 640/2024 προσθέτει μια σημαντική ευχέρεια. Όταν η αγωγή έχει κύρια βάση τη σύμβαση και επικουρική τον πλουτισμό, αρκεί απλή ή και έμμεση επίκληση της ακυρότητας.

Η διατύπωση ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει την αμοιβή από άτυπη σύμβαση έργου, άλλως επικουρικώς ως πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία, κρίθηκε επαρκής για ποσό 32.460 ευρώ.

Ένα τρίτο σημείο απώλειας βρίσκεται εκτός του περιεχομένου του δικογράφου. Στην ΑΠ 1749/2025 η πρώτη αγωγή είχε απορριφθεί ως αόριστη και επικουρικά ως μη νόμιμη.

Η δεύτερη αιτιολογία ισοδυναμεί με απόρριψη κατ’ ουσίαν, οπότε το δικαστικό ένσημο θεωρήθηκε αναλωμένο και η δεύτερη αγωγή εισήχθη χωρίς έγκυρο ένσημο.

Η απόφαση αναιρέθηκε τελικά για άλλο λόγο, επειδή το δικαστήριο όφειλε να καλέσει τη διάδικο να συμπληρώσει την έλλειψη κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, το οποίο μετά το άρθρο 163 Ν. 5221/2025 κατατάσσει ρητά την καταβολή του δικαστικού ενσήμου στις τυπικές παραλείψεις.

Πότε παραγράφεται η αξίωση κατά Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ;

Η αξίωση κατά του Δημοσίου παραγράφεται σε πέντε έτη κατά το άρθρο 140 παρ. 1 Ν. 4270/2014, ακόμη και όταν πηγάζει από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης.

Η παραγραφή αρχίζει κατά το άρθρο 141 παρ. 1 του ίδιου νόμου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Η ρύθμιση αυτή υπερισχύει ως ειδικότερη του άρθρου 251 ΑΚ. Η διαφορά έχει άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα, γιατί μετατοπίζει την αφετηρία έως και δώδεκα μήνες σε σχέση με τον υπολογισμό που θα έκανε ο ανάδοχος με βάση την ημερομηνία παράδοσης.

Η ΑΠ 709/2022 δείχνει πού γεννάται η αξίωση. Μελετητής είχε εκπονήσει τοπογραφικές μελέτες για λογαριασμό του Δημοσίου βάσει προφορικής συμφωνίας και διεκδικούσε 101.191,03 ευρώ.

Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση γεννήθηκε με την παράδοση των μελετών το 1995, οπότε η πενταετία άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1996 και συμπληρώθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2000. Η αγωγή του 2002 βρήκε την απαίτηση παραγεγραμμένη.

Το κρίσιμο σκέλος της απόφασης αφορά όσα δεν μεταθέτουν την αφετηρία. Δεν την μεταθέτουν: η υποβολή πιστοποίησης, η έγκριση της μελέτης από τον φορέα, η ένσταση, η αίτηση θεραπείας ούτε το ενημερωτικό σημείωμα της υπηρεσίας που αναγνώριζε ηθική υποχρέωση πληρωμής.

Όταν η σύμβαση είναι άκυρη, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την πιστοποίηση και την παραλαβή δεν εφαρμόζονται, οπότε η αξίωση είναι άμεσα δικαστικά επιδιώξιμη από την παράδοση.

Η διακοπή ρυθμίζεται περιοριστικά στο άρθρο 143 Ν. 4270/2014. Η υποβολή στην αρμόδια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης διακόπτει την παραγραφή, η οποία αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία της έγγραφης απάντησης ή, ελλείψει απάντησης, μετά την πάροδο έξι μηνών.

Δεύτερη αίτηση δεν διακόπτει εκ νέου. Στην ΑΠ 709/2022 έγγραφο που ζητούσε την υπογραφή του συμφωνητικού κρίθηκε ότι δεν συνιστά αίτηση πληρωμής και δεν διέκοψε την παραγραφή.

Η παραγραφή κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ενώ η διακοπή της συνιστά αντένσταση που πρέπει να προταθεί παραδεκτά από τον ενάγοντα.

Παράλειψη προβολής της οδηγεί σε απόρριψη ακόμη και όταν το διακοπτικό γεγονός υπάρχει στον φάκελο. Παράλληλα, η παραγραφή εν επιδικία εξακολουθεί να τρέχει μετά την κατάθεση.

Για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου η παραγραφή ρυθμίζεται αυτοτελώς στα άρθρα 44 επ. ν.δ. 496/1974. Το πεδίο εφαρμογής του διατάγματος περιορίζεται όμως από το άρθρο 56, το οποίο εξαιρεί ρητά τους ΟΤΑ και τα εξαρτώμενα από αυτούς νομικά πρόσωπα, καθώς και τα κοινωφελή ιδρύματα του α.ν. 2039/1939.

Το ποιο καθεστώς παραγραφής διέπει έναν συγκεκριμένο φορέα, κρίνεται κατά περίπτωση, από τον ιδρυτικό του νόμο και από τις τυχόν ειδικές εξαιρετικές διατάξεις, οπότε η μηχανική εφαρμογή πενταετίας σε κάθε δημόσιο φορέα οδηγεί σε λάθος υπολογισμό.

Όταν έχει προηγηθεί διαταγή πληρωμής κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, εφαρμόζεται το άρθρο 272. Η επίδοση της διαταγής διακόπτει την παραγραφή. Αν η διαταγή ακυρωθεί, η παραγραφή θεωρείται ανασταλείσα από την επίδοση έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.

Πότε ο ανάδοχος υποχρεούται σε ένσταση ή προσφυγή πριν το δικαστήριο;

Η υποχρέωση υπάρχει όταν προσβάλλεται πράξη ή παράλειψη του φορέα και όχι όταν ζητείται απλή καταβολή. Στα έργα ασκείται ένσταση κατά το άρθρο 174 του Ν. 4412/2016. Στις προμήθειες και τις υπηρεσίες ασκείται προσφυγή κατά το άρθρο 205. Και οι δύο προθεσμίες είναι ανατρεπτικές.

Η ένσταση του άρθρου 174 ασκείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, με επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή με ηλεκτρονική αποστολή.

Η παράλειψη της επίδοσης καθιστά την ένσταση απαράδεκτη. Το αποφαινόμενο όργανο υποχρεούται να αποφασίσει εντός εξήντα ημερών μετά από γνώμη του τεχνικού συμβουλίου.

Η παρ. 17 του ίδιου άρθρου περιέχει ρύθμιση με άμεση οικονομική σημασία. Όταν ασκείται ένσταση κατά απόφασης που κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, η κήρυξη έκπτωτου δεν οριστικοποιείται πριν από την έκδοση απόφασης επί της ένστασης.

Η παράλειψη έκδοσης απόφασης εντός τριάντα ημερών από τη γνωμοδότηση του τεχνικού συμβουλίου τεκμαίρεται ως σιωπηρή αποδοχή της γνωμοδότησης.

Η προσφυγή του άρθρου 205 ασκείται εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης που επιβάλλει κυρώσεις. Η εμπρόθεσμη άσκηση αναστέλλει τις κυρώσεις έως την οριστικοποίηση.

Το αρμόδιο όργανο αποφασίζει εντός τριάντα ημερών, αλλιώς η προσφυγή θεωρείται σιωπηρώς απορριφθείσα. Κατά της απόφασης αυτής δεν χωρεί άλλη διοικητική προσφυγή.

Το άρθρο 205Α παρ. 2 οριοθετεί το πεδίο. Η ενδικοφανής διαδικασία προηγείται υποχρεωτικά της προσφυγής, με ποινή απαραδέκτου. Δεν απαιτείται όμως όταν ασκείται αγωγή στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Ο απλήρωτος ανάδοχος που διεκδικεί μόνο καταβολή δεν δεσμεύεται από την προθεσμία των τριάντα ημερών.

Σε άκυρη σύμβαση το ερώτημα απλοποιείται περαιτέρω. Κατά την ΑΠ 709/2022, όταν η σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά και είναι άκυρη, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύναψη, την εκτέλεση και την πληρωμή της δεν εφαρμόζονται, οπότε δεν απαιτείται ούτε πιστοποίηση ούτε τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας για να καταστεί η αξίωση δικαστικά επιδιώξιμη.

Οι προθεσμίες αυτές τρέχουν ανεξάρτητα από εκείνες του σταδίου της ανάθεσης. Η προδικαστική προσφυγή αφορά τη διαγωνιστική διαδικασία, ενώ η αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου από παράνομη ανάθεση ακολουθεί δική της βάση και δικό της χρόνο παραγραφής.

Πότε επιλέγεται διαταγή πληρωμής του ΚΔΔ αντί αγωγής;

Η διαταγή πληρωμής των άρθρων 272Α επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας επιλέγεται όταν η αξίωση είναι μη αμφισβητούμενη κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 και συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις:

  • η αξίωση πηγάζει από δημόσια σύμβαση σε εμπορική συναλλαγή και
  • ο προληπτικός έλεγχος της δαπάνης έχει ολοκληρωθεί θετικά.

Το άρθρο 60 Ν. 4689/2020 αντικατέστησε στο άρθρο 272Α τη λέξη «διοικητική» με τη λέξη «δημόσια». Η αλλαγή μετατόπισε το κριτήριο από τον χαρακτηρισμό της σύμβασης στην υπαγωγή της στη νομοθεσία των δημοσίων συμβάσεων.

Ο χαρακτηρισμός επανέρχεται ωστόσο μέσω του άρθρου 272Β, το οποίο ορίζει αρμόδιο τον δικαστή του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου μονομελούς διοικητικού δικαστηρίου.

Η δεύτερη προϋπόθεση αποκλείει στην πράξη τις περισσότερες περιπτώσεις άκυρης σύμβασης. Όταν η ανάθεση ήταν παράνομη, ο προληπτικός έλεγχος της δαπάνης είτε δεν έχει διενεργηθεί είτε έχει αποβεί αρνητικός.

Παράλληλα, η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, της οποίας το ύψος προσδιορίζεται με εκτίμηση της εξοικονομηθείσας δαπάνης, δύσκολα χαρακτηρίζεται μη αμφισβητούμενη.

Η επιλογή μεταξύ των δύο οδών αποτελεί στρατηγική επιλογή που γίνεται πριν από την κατάθεση. Η διαταγή πληρωμής που ακυρώνεται κατ’ αποδοχή ανακοπής καταναλώνει χρόνο και δικαστικά έξοδα χωρίς αποτέλεσμα.

Το άρθρο 272Ι περιορίζει τη ζημία στο πεδίο της παραγραφής, οπότε ο έλεγχος των προϋποθέσεων του άρθρου 272Α πριν από την υποβολή της αίτησης έχει μεγαλύτερη αξία από τη διόρθωση εκ των υστέρων.

Πότε ο ενδοδικαστικός συμβιβασμός αποδίδει και πότε ματαιώνεται;

Ο ενδοδικαστικός συμβιβασμός του άρθρου 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εφαρμόζεται σε κάθε αγωγή για απαιτήσεις από την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων.

Η απόφαση που τον επικυρώνει έχει τα αποτελέσματα αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και συνιστά εκτελεστό τίτλο κατά το άρθρο 199 παρ. 1, χωρίς να απαιτείται καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Η διαδικασία κινείται αυτεπαγγέλτως. Ο εισηγητής δικαστής ορίζεται αμέσως μετά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου και η πράξη ορισμού κοινοποιείται στους διαδίκους.

Από την κοινοποίηση εκκινεί προθεσμία δέκα ημερών για την προσκόμιση όλων των αναγκαίων στοιχείων. Η άπρακτη παρέλευσή της ματαιώνει τον συμβιβασμό με απλή επισημείωση στον φάκελο.

Πρέπει να επισημανθούν δύο ακόμη σημεία: Απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα για την ενδοδικαστική επίλυση, ενώ η διαδικασία διεξάγεται κατά τρόπο που διασφαλίζει το απόρρητό της.

Αν ο εισηγητής κρίνει την αγωγή προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, η υπόθεση μπορεί να εισαχθεί στο συμβούλιο για να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 126Α, οπότε η αοριστία του δικογράφου παράγει συνέπειες ήδη πριν από τη συζήτηση.

Συχνές ερωτήσεις

Πληρώνεται ο προμηθευτής αν η ανάθεση από τον Δήμο έγινε προφορικά;

Ναι, αλλά όχι με βάση τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Η προφορική σύμβαση είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου έγγραφου τύπου. Η αξίωση στηρίζεται στα άρθρα 904 επ. ΑΚ και έχει ως μέτρο τη δαπάνη που ο Δήμος εξοικονόμησε. Στην ΑΠ 325/2024 ο Δήμος υποχρεώθηκε να καταβάλει 61.500 ευρώ με τη βάση αυτή.

Τι σημαίνει «εξοικονομηθείσα δαπάνη» ως μέτρο του πλουτισμού;

Σημαίνει το ποσό που ο φορέας θα κατέβαλλε αν είχε αναθέσει το ίδιο αντικείμενο με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τις τιμές που θα ίσχυαν κατά τον χρόνο της ακύρως συνομολογηθείσας σύμβασης και οριοθετείται από τη ζημία του αναδόχου.

Χρειάζεται ένσταση πριν από αγωγή για απλήρωτο τιμολόγιο;

Όχι, εφόσον η αγωγή δεν σωρεύει αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Το άρθρο 205Α παρ. 2 Ν. 4412/2016 επιβάλλει την ενδικοφανή διαδικασία μόνο πριν από την προσφυγή. Όταν η σύμβαση είναι άκυρη, κατά την ΑΠ 709/2022 δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις περί πιστοποίησης και παραλαβής.

Πότε αρχίζει η πενταετία έναντι του Δημοσίου;

Από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά το άρθρο 141 παρ. 1 Ν. 4270/2014. Σε άκυρη σύμβαση έργου ή μελέτης η αξίωση γεννάται με την παράδοση στον φορέα. Η μεταγενέστερη έγκριση ή πιστοποίηση δεν μεταθέτει την αφετηρία.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ταυτοποίηση του φορέα πριν από κάθε άλλη κρίση: Η θεραπεία της ακυρότητας από το άτυπο εξαρτάται από το αν ο αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή εταιρεία που ανήκει στο Δημόσιο. Ο έλεγχος γίνεται στον ιδρυτικό νόμο ή στο καταστατικό του φορέα.

Έγγραφη πρόταση ως θεραπεία: Η εκτέλεση της σύμβασης αίρει την ακυρότητα μόνο όταν είχε προηγηθεί χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς έγγραφη αποδοχή. Η αναζήτηση τέτοιου εγγράφου στην αλληλογραφία με τον φορέα προηγείται της απόφασης για τη βάση της αγωγής.

Εξειδίκευση ανάλογα με τον τρόπο αμοιβής: Στην κατ’ αποκοπή αμοιβή αρκεί η περιγραφή του αντικειμένου, ενώ στην απολογιστική απαιτούνται ώρες, υλικά, εξοπλισμός και αποτίμηση της ωφέλειας ανά αιτία. Η ίδια αοριστία που συγχωρείται στην πρώτη περίπτωση ακυρώνει την αξίωση στη δεύτερη.

Υπολογισμός της πενταετίας ανά παροχή: Η αφετηρία τοποθετείται στο τέλος του οικονομικού έτους της παράδοσης κάθε επιμέρους παροχής. Σε συμβάσεις με διαδοχικές παραδόσεις ο υπολογισμός γίνεται χωριστά για κάθε μία, γιατί ενιαία ημερομηνία παράγει εσφαλμένο αποτέλεσμα.

Προβολή της διακοπής ως αντένστασης: Η παραγραφή κατά του Δημοσίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως, ενώ η διακοπή της πρέπει να προταθεί ρητά και ορισμένα. Ως διακοπτικό γεγονός αναγνωρίζεται η αίτηση πληρωμής στην αρμόδια αρχή, όχι η αίτηση για υπογραφή συμφωνητικού.

Έλεγχος αρμοδιότητας σε εκκρεμείς υποθέσεις: Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 Ν. 5172/2025 καταλαμβάνει και τις υποθέσεις χωρίς ορισθείσα δικάσιμο κατά τις 29 Ιανουαρίου 2025. Ο έλεγχος του φακέλου εντοπίζει αν η αρμοδιότητα έχει μετακινηθεί.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις άκυρες δημόσιες συμβάσεις.