Πώς Επιλέγεται Νομική Απάντηση σε Παραπλανητική και Συγκριτική Διαφήμιση Ανταγωνιστή
Εν συντομία:
- Δύο πλαίσια, διαφορετική στρατηγική: Όταν θιγόμενος είναι ανταγωνιστής, εφαρμόζεται η Οδηγία 2006/114/ΕΚ και ο Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Όταν θιγόμενος είναι ο μέσος καταναλωτής, εφαρμόζονται η Οδηγία 2005/29/ΕΚ και ο Ν. 2251/1994.
- Β2Β έννομη προστασία: Αξίωση παράλειψης κατά το άρθρο 1 Ν. 146/1914, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914, 919, 932 ΑΚ, με δυνατότητα ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 22 του Ν. 146/1914.
- Συγκριτική διαφήμιση: Επιτρεπτή μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οι οκτώ προϋποθέσεις της Οδηγίας 2006/114/ΕΚ. Παραβίαση έστω μίας ανατρέπει το θεμιτό της σύγκρισης.
- Παραγραφή 18 μηνών από τη γνώση της πράξης και του υπευθύνου (άρθρο 19 Ν. 146/1914). Η χρονική πίεση καθορίζει την επιλογή ανάμεσα σε αγωγή, ασφαλιστικά μέτρα και καταγγελία στον Φορέα Ελέγχου Διαφήμισης.
- Νομολογία 2024-2025: ΑΠ 1525/2024, ΑΠ 728/2024, ΑΠ 1561/2024, ΑΠ 1981/2025 επιβεβαιώνουν ότι αθέμιτα και παραπλανητικά μέσα προσέλκυσης πελατείας και παρασιτική εκμετάλλευση σήματος φήμης θεμελιώνουν αυτοτελή αξίωση κατά Ν. 146/1914.
Πότε δικαιολογείται νομική κίνηση κατά ανταγωνιστή που παραπλανά;
Νομική κίνηση κατά ανταγωνιστή για παραπλανητική διαφήμιση δικαιολογείται όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:
- η πράξη να γίνεται προς σκοπό ανταγωνισμού,
- να αντίκειται στα χρηστά ήθη και
- να είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική συμπεριφορά του κοινού.
Δεν απαιτείται πρόθεση πρόκλησης ζημίας, ούτε απόδειξη πραγματικής βλάβης για την αξίωση παράλειψης.
Ο σκοπός ανταγωνισμού δεν χρειάζεται να αποτελεί τον μοναδικό σκοπό της πράξης. Αρκεί η ενέργεια να είναι αντικειμενικά πρόσφορη να ενισχύσει την ανταγωνιστική θέση του δράστη ή τρίτου. Στις διαφημιστικές πρακτικές, αυτή η προσφορότητα τεκμαίρεται από την ίδια τη φύση της διαφήμισης ως μέσου προώθησης (ΑΠ 1522/2021).
Η αντίθεση στα χρηστά ήθη αξιολογείται ad hoc, με βάση τις οικονομικές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς και τις συναλλακτικές αρχές που διέπουν τον κλάδο. Η εμπειρία από υποθέσεις παραπλανητικής διαφήμισης δείχνει ότι το κρίσιμο στοιχείο αξιολόγησης είναι η συστηματικότητα και η ένταση της παραπλάνησης, όχι το μέγεθος της επιχείρησης ή το ύψος της διαφημιστικής δαπάνης.
Η βλάβη ή ο κίνδυνος βλάβης συντρέχει όταν η διαφήμιση είναι ικανή να εκτρέψει πελατεία, να μειώσει τη φήμη ή να αλλοιώσει την αντιληπτή ποιότητα των προϊόντων του θιγόμενου ανταγωνιστή. Κάθε αναληθής δήλωση δεν συνιστά αθέμιτη πράξη, αλλα απαιτείται οι ενδείξεις της διαφήμισης να είναι ουσιώδεις και ικανές να επηρεάσουν την απόφαση συναλλαγής του μέσου αποδέκτη.
Πώς διακρίνεται αν η υπόθεση εμπίπτει σε Β2Β ή Β2C πλαίσιο;
Ο διαχωρισμός γίνεται με κριτήριο τον θιγόμενο. Όταν θιγόμενος είναι ανταγωνιστής επαγγελματίας, εφαρμόζεται το Β2Β πλαίσιο (Οδηγία 2006/114/ΕΚ και Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού). Όταν θιγόμενος είναι ο μέσος καταναλωτής, εφαρμόζεται το Β2C πλαίσιο (Οδηγία 2005/29/ΕΚ και άρθρα 9α-9θ Ν. 2251/1994). Η ίδια διαφημιστική πράξη μπορεί να εμπίπτει παράλληλα και στα δύο πλαίσια.
| Στοιχείο | Β2Β πλαίσιο (Ν. 146/1914) | Β2C πλαίσιο (Ν. 2251/1994) |
|---|---|---|
| Ευρωπαϊκή βάση | Οδηγία 2006/114/ΕΚ | Οδηγία 2005/29/ΕΚ (UCPD) |
| Προστατευόμενο συμφέρον | Ανταγωνιστής επαγγελματίας | Μέσος καταναλωτής |
| Ενεργητική νομιμοποίηση | Ανταγωνιστής, επαγγελματική ένωση | Καταναλωτής, ενώσεις, Γενική Γραμματεία Προστασίας Καταναλωτή |
| Αρμόδιο όργανο επιβολής | Πρωτοδικείο (αστική αγωγή, ασφαλιστικά μέτρα) | Γενική Γραμματεία Προστασίας Καταναλωτή (διοικητικές κυρώσεις) και πολιτικά δικαστήρια |
| Τύπος κυρώσεων | Παράλειψη, αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης | Διοικητικά πρόστιμα, παύση πρακτικής, αστική αποζημίωση |
| Παραγραφή | 18 μήνες από γνώση πράξης και υπευθύνου, 5ετής απόλυτη (άρθρο 19 Ν. 146/1914) | 5ετής αδικοπρακτική (άρθρο 937 ΑΚ) |
Στην πράξη, η παράλληλη εφαρμογή είναι ο κανόνας. Διαφήμιση που παραπλανά τους καταναλωτές βλάπτει συγχρόνως τον ανταγωνιστή, αφού εκτρέπει την πελατεία. Η επιλογή του πλαισίου επιδίωξης εξαρτάται από το ποιος έχει ενεργητική νομιμοποίηση και ποιο νομικό όχημα ταιριάζει στον στόχο. Ο επιχειρηματίας που θίγεται από διαφημίσεις ανταγωνιστή έχει στη διάθεσή του τη γενική ρήτρα του Ν. 146/1914 ως αυτοτελή βάση, ακόμη και αν η ίδια πρακτική είναι ταυτόχρονα παράβαση του Ν. 2251/1994.
Πότε διαφήμιση χαρακτηρίζεται παραπλανητική;
Παραπλανητική θεωρείται κάθε διαφήμιση που, με ψευδείς πληροφορίες ή παράλειψη ουσιωδών, οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει τους αποδέκτες σε απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβαναν. Η παραπλάνηση κρίνεται ως προς συγκεκριμένα στοιχεία, ακόμη και όταν οι πληροφορίες είναι αντικειμενικά ορθές αλλά παρουσιάζονται με τρόπο που δημιουργεί εσφαλμένη εντύπωση.
Τα στοιχεία στα οποία εστιάζει η αξιολόγηση καλύπτουν τη φύση και την ύπαρξη του προϊόντος, τα κύρια χαρακτηριστικά του (διαθεσιμότητα, οφέλη, κίνδυνοι, εκτέλεση, σύνθεση), την έκταση των δεσμεύσεων του προμηθευτή, την τιμή ή τον τρόπο υπολογισμού της, την ανάγκη υπηρεσίας ή ανταλλακτικού, τη φύση και τα δικαιώματα του προμηθευτή, καθώς και τα δικαιώματα του αποδέκτη της διαφήμισης.
Παραπλανητική παράλειψη υφίσταται όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου. Επίσης, όταν δεν προσδιορίζει την εμπορική επιδίωξη της πρακτικής (κεκαλυμμένη ή «μαύρη» διαφήμιση). Στην πρόσκληση για αγορά, ουσιώδεις θεωρούνται η ταυτότητα του προμηθευτή, η τελική τιμή με όλες τις επιβαρύνσεις, οι όροι πληρωμής και παράδοσης, και η ύπαρξη δικαιώματος υπαναχώρησης όπου εφαρμόζεται.
Συγκεκριμένες πρακτικές απαγορεύονται ανά περίπτωση, ανεξάρτητα από συνολική αξιολόγηση. Ενδεικτικά: χρήση σήματος χωρίς άδεια, ψευδής επίκληση πιστοποίησης δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, διαφήμιση «δόλωμα» (καθορισμένη τιμή χωρίς επαρκή αποθέματα), «δόλωμα και μεταστροφή», ψευδής χρονική πίεση, ψευδής ισχυρισμός για παύση δραστηριότητας, αναληθείς θεραπευτικές ιδιότητες, περιγραφή προϊόντος ως «δωρεάν» όταν δεν είναι, πυραμιδωτά συστήματα πωλήσεων κλπ.
Με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/825 για την ενδυνάμωση των καταναλωτών στην πράσινη μετάβαση, που εφαρμόζεται από 27 Σεπτεμβρίου 2026, διευρύνεται ο κατάλογος παραπλανητικών πρακτικών με νέες απαγορεύσεις σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς ισχυρισμούς (greenwashing). Η αλληλεπίδραση με την αθέμιτη εμπορική συμπεριφορά επεκτείνει στην πράξη τις υποχρεώσεις τεκμηρίωσης και στις διαφημίσεις προς επαγγελματίες χρήστες.
Πότε επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση;
Η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οκτώ προϋποθέσεις. Αν παραβιαστεί έστω μία, η σύγκριση καθίσταται αθέμιτη και θεμελιώνει αξιώσεις του θιγόμενου ανταγωνιστή. Η αξιολόγηση γίνεται από τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί η διαφήμιση στον μέσο αποδέκτη, όχι από μεμονωμένα στοιχεία απομονωμένα.
Οι οκτώ προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά είναι:
- μη παραπλανητικός χαρακτήρας,
- σύγκριση προϊόντων ή υπηρεσιών που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους,
- αντικειμενική σύγκριση ενός ή περισσότερων ουσιωδών, συναφών, εξακριβώσιμων και αντιπροσωπευτικών χαρακτηριστικών,
- απουσία δυσφήμισης σημάτων, εμπορικών επωνυμιών ή διακριτικών σημείων ανταγωνιστή,
- για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, σύγκριση με προϊόντα της ίδιας ονομασίας,
- μη αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης σήματος ή διακριτικών σημείων ανταγωνιστή,
- απαγόρευση παρουσίασης ως απομίμηση ή αντίγραφο σήματος κατατεθέντος,
- απουσία δημιουργίας σύγχυσης.
Ο όρος «διαφήμιση» ερμηνεύεται ευρέως, καλύπτοντας και ψηφιακές μορφές. Στην απόφαση Belgian Electronic Sorting Technology (ΔΕΕ C-657/11, 11.7.2013), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώριση και χρήση ονόματος τομέα (domain name) και η χρήση μεταετικετών (meta-tags) στα μεταδεδομένα ιστοτόπου εμπίπτουν στην έννοια της διαφήμισης κατά την Οδηγία 2006/114/ΕΚ, όταν επιδιώκουν προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών. Η ερμηνεία αυτή έχει ευρύτατες συνέπειες για διαδικτυακή διαφήμιση, SEO τακτικές και competitive bidding σε μηχανές αναζήτησης.
Όταν η συγκριτική διαφήμιση εκμεταλλεύεται φήμη σήματος ανταγωνιστή, ενεργοποιείται παράλληλα η προστασία των σημάτων φήμης. Στην ΑΠ 1561/2024, ο Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε ότι παρασιτική εκμετάλλευση φήμης σήματος και βλάβη στη διακριτική του δύναμη θεμελιώνουν αυτοτελή αξίωση. Σε αντίστοιχη υπόθεση, η ΑΠ 1981/2025 επανέλαβε ότι η εμπορική αξιοποίηση φήμης σήματος προς αθέμιτο όφελος συνιστά παρασιτικό ανταγωνισμό κατά την έννοια του Ν. 146/1914, παρέχοντας στον δικαιούχο του σήματος αξιώσεις παράλειψης και αποζημίωσης.
Πότε διαφήμιση χαρακτηρίζεται επιθετική και πότε δικαιολογείται αντίδραση;
Επιθετική θεωρείται διαφήμιση ή εμπορική πρακτική που, λόγω παρενόχλησης, καταναγκασμού, βίας ή κατάχρησης επιρροής, παρεμποδίζει την ελευθερία επιλογής του αποδέκτη και τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει σε απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε. Στο Β2Β πλαίσιο, αντίστοιχες πρακτικές μπορεί να συνιστούν παρεμποδιστικό ανταγωνισμό κατά Ν. 146/1914.
Τα κριτήρια εκτίμησης περιλαμβάνουν τη χρονική στιγμή, τον τόπο, τη φύση και την επιμονή της πρακτικής, τη χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων, την εκμετάλλευση συγκεκριμένης ατυχίας του αποδέκτη, την επιβολή δυσανάλογων μη συμβατικών εμποδίων στην άσκηση δικαιωμάτων και κάθε απειλή για ενέργειες που δεν είναι νομίμως δυνατές.
Στις απαγορευμένες επιθετικές πρακτικές περιλαμβάνονται:
- η δημιουργία εντύπωσης ότι ο αποδέκτης δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον χώρο μέχρι την κατάρτιση σύμβασης,
- οι επίμονες προσωπικές επισκέψεις παρά τα αιτήματα αποχώρησης,
- η συνεχής και ανεπιθύμητη άγρα πελατών εξ αποστάσεως,
- η απαίτηση μη συναφών δικαιολογητικών σε ασφαλιστικές αξιώσεις με σκοπό αποθάρρυνσης,
- η πιεστική στόχευση παιδιών σε διαφημίσεις και
- η ψευδής εντύπωση κερδισμένου επάθλου που εξαρτάται από καταβολή χρημάτων.
Στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων, επιθετικές πρακτικές που στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση ανταγωνιστή (συστηματική παρενόχληση πελατείας του, εκβιαστική επιστολή προς προμηθευτές του) εμπίπτουν στη γενική ρήτρα του άρθρου 1 Ν. 146/1914 ως ανταγωνιστικές πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη.
Πώς επιλέγεται η απάντηση: αγωγή, ασφαλιστικά μέτρα ή καταγγελία;
Η επιλογή της απάντησης καθορίζεται από τη χρονική πίεση, τον σκοπό (παύση ή αποζημίωση) και τη φύση της παράβασης. Τα ασφαλιστικά μέτρα επιβάλλονται όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη παύσης συνεχιζόμενης ζημίας ,η τακτική αγωγή (χωρίς ασφαλιστικά) όταν επιδιώκεται τελεσίδικη κρίση και αποζημίωση και, τέλος, καταγγελία στον Φορέα Ελέγχου Διαφήμισης όταν επιδιώκεται γρήγορη εξωδικαστική παρέμβαση χωρίς δικαστικό κόστος.
| Όχημα | Πότε επιλέγεται | Χρόνος | Έκβαση | Παραγραφή |
|---|---|---|---|---|
| Ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 22 Ν. 146/1914 & άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ) | Άμεσος κίνδυνος συνεχιζόμενης ζημίας ή φήμης | έως 6 μήνες έως ολοκλήρωση συζήτησης, με δυνατότητα προσωρινής διαταγής 691Α ΚΠολΔ | Προσωρινή παύση μέχρι την τακτική | 18 μήνες από γνώση |
| Αγωγή αθεμίτου ανταγωνισμού στο Πρωτοδικείο | Σταθερή ή τερματισμένη παραπλανητική πρακτική, αξίωση αποζημίωσης | 1-2 έτη ανά βαθμό δικαιοδοσίας | Τελεσίδικη παύση, αποζημίωση θετική και αποθετική, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης | 18 μήνες από γνώση, 5 έτη απόλυτη |
| Καταγγελία στον Φορέα Ελέγχου Διαφήμισης (Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας) | Διαφήμιση εντός κωδικοποιημένου πλαισίου αυτορρύθμισης | Εβδομάδες | Σύσταση παύσης (μη δεσμευτική νομικά) | Χωρίς προθεσμία |
| Καταγγελία στη Γενική Γραμματεία Προστασίας Καταναλωτή | Β2C πλαίσιο, παραπλάνηση καταναλωτή | 6-12 μήνες | Διοικητικά πρόστιμα, εντολή παύσης | Διοικητικές προθεσμίες |
Η 18μηνη παραγραφή του άρθρου 19 Ν. 146/1914 τρέχει από τη στιγμή που ο θιγόμενος έλαβε γνώση τόσο της παραπλανητικής πράξης όσο και του υπευθύνου προσώπου. Σε υποθέσεις συνεχιζόμενης διαφημιστικής εκστρατείας, η νομολογία δέχεται ότι η προθεσμία υπολογίζεται για κάθε αυτοτελή παράβαση, αλλά η πρακτική απαίτηση παραμένει: άμεση τεκμηρίωση και άμεση κίνηση.
Στην ΑΠ 1525/2024, ο Άρειος Πάγος αντιμετώπισε υπόθεση όπου η εναγομένη χρησιμοποίησε αθέμιτα και παραπλανητικά μέσα προσέλκυσης πελατών και προμηθευτών μετά την αποχώρησή της από την εταιρία της ενάγουσας. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τέτοιες πρακτικές, όταν εντάσσονται σε οργανωμένο σχέδιο απόσπασης πελατείας με χρήση παραπλανητικών δηλώσεων προς υπάρχοντες πελάτες, εμπίπτουν στη γενική ρήτρα του άρθρου 1 Ν. 146/1914 και θεμελιώνουν αξιώσεις αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη. Ομοίως, στην ΑΠ 728/2024, αναγνωρίστηκε αυτοτελής ευθύνη για αθέμιτα και παραπλανητικά μέσα προσέλκυσης πελατείας ως μορφή ανταγωνιστικής πράξης αντίθετης στα χρηστά ήθη, με σύνδεση μεταξύ της παραπλάνησης και της απώλειας πραγματικών εσόδων.
Η σχέση Ν. 146/1914 με το δίκαιο ελευθέρου ανταγωνισμού (Ν. 3959/2011) είναι παράλληλη, όχι αλληλοαποκλειόμενη. Σε υποθέσεις όπου η παραπλανητική πρακτική προέρχεται από επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση ή συνδέεται με καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής υπεροχής στις συμβάσεις διανομής, εξετάζεται και η εφαρμογή του Ν. 3959/2011, που μπορεί να ενεργοποιήσει επιπλέον διοικητικές κυρώσεις από την Επιτροπή Ανταγωνισμού πέραν των αστικών αξιώσεων. Ζητήματα δίκαιων τιμών εμφανίζονται ιδίως σε διαφημίσεις – «δόλωμα» με ψευδώς χαμηλές τιμές ή σε συγκριτικές διαφημίσεις που παραπλανούν ως προς πραγματικό κόστος.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι είναι παραπλανητική διαφήμιση;
Παραπλανητική είναι κάθε διαφήμιση που, με ψευδείς πληροφορίες ή με παράλειψη ουσιωδών στοιχείων, η οποία παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τους αποδέκτες ως προς τη φύση, τα χαρακτηριστικά, την τιμή ή τα οφέλη προϊόντος και τους οδηγεί σε απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα λάμβαναν. Ο νομικός ορισμός υπάρχει σε δύο πλαίσια: το Β2Β (Οδηγία 2006/114/ΕΚ, Ν. 146/1914) και το B2C (Οδηγία 2005/29/ΕΚ, Ν. 2251/1994).
Ποια είναι παραδείγματα παραπλανητικής διαφήμισης;
Τυπικά παραδείγματα: η διαφήμιση «δόλωμα» (πολύ χαμηλή τιμή χωρίς επαρκή αποθέματα), η ψευδής επίκληση πιστοποίησης δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, η κεκαλυμμένη ή «μαύρη» διαφήμιση (πληρωμένο περιεχόμενο χωρίς ένδειξη), η ψευδής χρονική πίεση («μόνο σήμερα»), οι αναληθείς θεραπευτικές ιδιότητες, η περιγραφή προϊόντος ως «δωρεάν» όταν προϋποθέτει άλλη καταβολή και η ψευδής δήλωση παύσης δραστηριότητας ή μετακόμισης.
Επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση στην Ελλάδα;
Ναι, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι οκτώ προϋποθέσεις της Οδηγίας 2006/114/ΕΚ: μη παραπλανητικός χαρακτήρας, σύγκριση προϊόντων με ίδιες ανάγκες, αντικειμενικότητα ως προς ουσιώδη χαρακτηριστικά, απουσία δυσφήμισης σημάτων, ίδια ονομασία προέλευσης όπου εφαρμόζεται, μη αθέμιτη εκμετάλλευση φήμης, απουσία παρουσίασης ως απομίμηση, και απουσία δημιουργίας σύγχυσης. Η παραβίαση έστω μίας ανατρέπει το θεμιτό της σύγκρισης.
Πότε ασκείται αγωγή για παραπλανητική διαφήμιση από ανταγωνιστή;
Όταν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις του Ν. 146/1914: σκοπός ανταγωνισμού, αντίθεση στα χρηστά ήθη και ικανότητα επηρεασμού οικονομικής συμπεριφοράς ή πρόκληση ζημίας. Δεν απαιτείται πρόθεση βλάβης ούτε απόδειξη πραγματικής ζημίας για την αξίωση παράλειψης. Η αγωγή εισάγεται στο Πρωτοδικείο ως εμπορική υπόθεση, με δυνατότητα παράλληλης άσκησης ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 22 του νόμου.
Ποια είναι η παραγραφή της αξίωσης για παραπλανητική διαφήμιση;
Δύο προθεσμίες ισχύουν παράλληλα κατά το άρθρο 19 Ν. 146/1914: 18μηνη από τη γνώση τόσο της πράξης όσο και του υπευθύνου και 5ετής απόλυτη από την τέλεση της πράξης. Όποια συμπληρωθεί πρώτη επιφέρει την παραγραφή. Στο Β2C πλαίσιο, ισχύει η γενική 5ετής αδικοπρακτική παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η σύντομη 18μηνη απαιτεί άμεση τεκμηρίωση και άμεση κίνηση.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Άμεση τεκμηρίωση παραπλάνησης: Η 18μηνη παραγραφή του Ν. 146/1914 απαιτεί άμεση συστηματική φύλαξη αποδεικτικών στοιχείων. Screenshots διαφημίσεων (με χρονοσήμανση), έντυπο αρχείο, αρχειοθέτηση ραδιοτηλεοπτικού περιεχομένου, καταγραφή URL και meta-tags, και πιστοποίηση από συμβολαιογράφο όπου είναι κρίσιμο.
Έλεγχος δύο πλαισίων πριν από την αγωγή: Η ίδια διαφημιστική πράξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονη παράβαση Ν. 146/1914 (Β2Β) και Ν. 2251/1994 (B2C). Η επιλογή πλαισίου επιδίωξης καθορίζει το δικαστήριο, την ενεργητική νομιμοποίηση και το είδος των κυρώσεων. Συχνά συμφέρει η παράλληλη κίνηση: αστική αγωγή κατά τον Ν. 146/1914 από τον ανταγωνιστή και καταγγελία στη Γενική Γραμματεία Προστασίας Καταναλωτή για ενεργοποίηση διοικητικών προστίμων.
Συγκριτική διαφήμιση – έλεγχος πριν τη δημοσίευση: Πριν από οποιαδήποτε συγκριτική καμπάνια απαιτείται επαλήθευση και των οκτώ προϋποθέσεων της Οδηγίας 2006/114/ΕΚ. Παραβίαση έστω μίας ανατρέπει το θεμιτό της σύγκρισης και μπορεί να ενεργοποιήσει αξιώσεις του θιγόμενου ανταγωνιστή για παράλειψη, αποζημίωση και ασφαλιστικά μέτρα.
Σήμα φήμης και παρασιτική εκμετάλλευση: Όταν η συγκριτική ή παραπλανητική διαφήμιση εκμεταλλεύεται τη φήμη σήματος ανταγωνιστή, ενεργοποιείται παράλληλα η προστασία των σημάτων φήμης κατά τη νομολογία ΑΠ 1561/2024 και 1981/2025. Η αξίωση παράλειψης λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις αξιώσεις του Ν. 146/1914.
Παρακολούθηση επικαιροποιημένων Οδηγιών: Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/825 από 27 Σεπτεμβρίου 2026 εισάγει νέες απαγορεύσεις σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς ισχυρισμούς. Η μελλοντική Green Claims Directive και η ενσωμάτωση του AI Act στις διαφημιστικές τεχνολογίες διευρύνουν τις υποχρεώσεις τεκμηρίωσης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την αραπλανητική διαφήμιση.