Πότε Υποβάλλεται Αίτηση Πτώχευσης & Πως Προστατεύεται Ο Πιστωτής
Σε συντομία:
- Η τακτική πτωχευτική διαδικασία θέτει δύο διαφορετικά ερωτήματα. Για μεν τον οφειλέτη πότε καταθέτει ο ίδιος, για δε τον πιστωτή τι κάνει όταν η αίτηση κατατίθεται από άλλον.
- Παύση πληρωμών υπάρχει όταν η αδυναμία εκπλήρωσης είναι γενική και μόνιμη. Το τεκμήριο του άρθρου 77 παρ. 2 απαιτεί ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω του 40% για έξι μήνες και ποσό άνω των 30.000 ευρώ.
- Μόνο ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης. Ο πιστωτής χρειάζεται συντελεσμένη παύση.
- Η κήρυξη δεν είναι βέβαιη ακόμη και με συντελεσμένη παύση. Αν η περιουσία δεν επαρκεί για τα έξοδα, η αίτηση απορρίπτεται και ο οφειλέτης καταχωρίζεται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
- Ο πιστωτής που εισέπραξε μέσα στην ύποπτη περίοδο μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ποσό. Η αίτηση πτώχευσης που κατέθεσε ο ίδιος λειτουργεί ως έγγραφη απόδειξη της γνώσης του.
Πότε εξυπηρετεί τον οφειλέτη να καταθέσει ο ίδιος αίτηση πτώχευσης;
Ο οφειλέτης επιλέγει να καταθέσει αίτηση πτώχευσης όταν η αδυναμία εκπλήρωσης έχει αποκτήσει γενικό και μόνιμο χαρακτήρα κατά το άρθρο 77 παρ. 1 του Ν. 4738/2020.
Επομένως, ο νομοθέτης του δίνει το πλεονέκτημα να επικαλεστεί ο ίδιος επαπειλούμενη αδυναμία, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, και να επιλέξει τον χρόνο της διαδικασίας, αντί να επιλέξει πιστωτής του για αυτόν και να βρεθεί σε θέση άμυνας.
Περαιτέρω, ο οφειλέτης αρκεί να επικαλεστεί ότι η αδυναμία επαπειλείται, δηλαδή ότι, με βάση τις ταμειακές του ροές και το χρονοδιάγραμμα των υποχρεώσεών του, η αδυναμία είναι προβλέψιμη. Αντίθετα, ο πιστωτής που ζητά την πτώχευση οφείλει να αποδείξει συντελεσμένη παύση πληρωμών.
Εξάλλου, ο χρόνος της κατάθεσης είναι κρίσιμος, καθώς η ημερομηνία παύσης των πληρωμών, όπως θα την ορίσει η απόφαση κήρυξης, οριοθετεί την ύποπτη περίοδο και μαζί με αυτήν το εύρος των πράξεων που θα εξεταστούν αργότερα.
Όσο περισσότερος χρόνος μεσολαβεί ανάμεσα στην πραγματική παύση και στην κατάθεση, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το χρονικό παράθυρο μέσα στο οποίο κάθε πληρωμή προς οποιονδήποτε προμηθευτή, κάθε εξασφάλιση που δόθηκε και κάθε μεταβίβαση παγίου γίνεται αντικείμενο ελέγχου.
Η εμπειρία από υποθέσεις αφερεγγυότητας εμπορικών επιχειρήσεων δείχνει ότι η διάγνωση της παύσης δεν προκύπτει από τον ισολογισμό αλλά από τη σύγκριση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων με το πραγματικό ταμείο και τις διαθέσιμες γραμμές χρηματοδότησης.
Η κρίση αυτή καθορίζει αν η επιχείρηση μπορεί να αντιμετπ΄σιει τις οικονομικές δυσκολίες της με λύση και εκκαθάριση ή έχει ήδη περάσει στο πτωχευτικό πεδίο.
Πότε εξυπηρετεί τον πιστωτή να ζητήσει την πτώχευση του οφειλέτη του;
Κάθε πιστωτής με έννομο συμφέρον νομιμοποιείται να ζητήσει την κήρυξη, όπως και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, όταν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος. Το τεκμήριο του άρθρου 77 παρ. 2 διευκολύνει σημαντικά την απόδειξη.
Η κατάθεση όμως δεσμεύει τον ίδιο τον αιτούντα, επειδή αποτυπώνει εγγράφως και με ημερομηνία τη γνώση του για την κατάσταση του οφειλέτη.
Το τεκμήριο ενεργοποιείται όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλλει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών και εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωση υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ.
Το παραπάνω τεκμήριο είναι μαχητό. Η επιλεκτική εκπλήρωση ορισμένων μόνο υποχρεώσεων δεν το αναιρεί, ενώ η παύση μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην αδυναμία εξόφλησης μίας σημαντικής οφειλής.
Ο κίνδυνος για τον αιτούντα πιστωτή αποτυπώθηκε με σαφήνεια στην ΑΠ 444/2024. Προμηθευτής ηλεκτρολογικού υλικού κατέθεσε τον Απρίλιο του 2013 αίτηση πτώχευσης της πελάτισσάς του για ανεξόφλητες επιταγές.
Παράλληλα συνέχισε να επιβάλλει κατασχέσεις εις χείρας τρίτων στους οφειλέτες της. Η πτώχευση κηρύχθηκε τον Οκτώβριο του 2013 με χρόνο παύσης πληρωμών την 1η Δεκεμβρίου 2012. Ο σύνδικος ζήτησε την ανάκληση όλων των κατασχέσεων.
Το δικαστήριο διαχώρισε τις κατασχέσεις με βάση την ημερομηνία σύνταξης της αίτησης πτώχευσης. Όσες επιβλήθηκαν πριν από αυτήν κρίθηκαν έγκυρες, επειδή δεν αποδείχθηκε προγενέστερη ακριβής γνώση.
Όσες επιβλήθηκαν μετά, ανακλήθηκαν, με το σκεπτικό ότι η ίδια η αίτηση, όπου ο προμηθευτής απαρίθμησε οφειλές της πελάτισσάς του προς τρίτους άνω των επτά εκατομμυρίων ευρώ, αποδείκνυε αδιαμφισβήτητα ότι γνώριζε την παύση.
Ο πιστωτής υποχρεώθηκε να αποδώσει όσα είχε εισπράξει και να παραιτηθεί από τις υπόλοιπες κατασχέσεις. Μία ακόμη κατάσχεση της ίδιας περιόδου έμεινε τελικά εκτός ανάκλησης, επειδή η σύνδικος είχε παραιτηθεί από το σχετικό αίτημα.
Πότε απορρίπτεται η αίτηση παρά την παύση πληρωμών;
Η πτώχευση κηρύσσεται μόνο εφόσον πιθανολογηθεί, με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου, ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.
Αυτό ορίζει το άρθρο 77 παρ. 4. Αλλιώς η αίτηση απορρίπτεται, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και προσδιορίζει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών κατά την παρ. 2 του άρθρου 81.
Η ρύθμιση αυτή ανατρέπει την προσδοκία και των δύο πλευρών. Ο οφειλέτης που στοχεύει στην πτωχευτική οδό ενδέχεται να μη φτάσει ποτέ σε κήρυξη. Ο πιστωτής που κατέθεσε αίτηση για να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της συλλογικής ικανοποίησης μένει χωρίς σύνδικο, χωρίς πτωχευτική περιουσία και χωρίς διανομή.
Η ΑΠ 1259/2025 καταγράφει τη διαδρομή αυτή, κρίνοντας ποινική κατηγορία κατά του διευθύνοντος συμβούλου. Εργαζόμενοι εταιρείας πληροφορικής υπέβαλαν τον Ιούλιο του 2020 αίτηση πτώχευσης της εργοδότριάς τους.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αίτηση τον Δεκέμβριο του 2021, δεχόμενο ότι πιθανολογήθηκε πως η καθής δεν διέθετε κινητή ή ακίνητη περιουσία για την κάλυψη των εξόδων και διέταξε την καταχώριση. Το Εφετείο επικύρωσε.
Επομένως, η προεργασία πριν από την κατάθεση έχει την ίδια σημασία με την αξιολόγηση των λόγων συνδρομής της παύσης. Ο έλεγχος των μη βεβαρημένων περιουσιακών στοιχείων, η εκτίμηση της ρευστοποιησιμότητάς τους σε πρόσφορο χρόνο και η αποτύπωση των εισοδηματικών ροών, αποτελούν τα στοιχεία με βάση τα οποία θα κρίνει το δικαστήριο.
Η εμπειρία από υποθέσεις κατάθεσης αίτησης πτώχευσης δείχνει ότι η εκτίμηση αυτή διαφοροποιείται κατά περίπτωση και ότι, το ίδιο περιουσιακό στοιχείο, μπορεί να κριθεί επαρκές ή μη ανάλογα με τα βάρη και τις συνολικές υποχρεώσεις.
Πτώχευση, εξυγίανση ή εξωδικαστικός: ποια λύση επιλέγει ο οφειλέτης;
Η επιλογή κρίνεται από τρία στοιχεία: ποιος έχει την πρωτοβουλία, τι επιδιώκεται ως αποτέλεσμα και ποια είναι η σύνθεση των πιστωτών. Η τακτική πτώχευση οδηγεί σε καθολική ρευστοποίηση.
Η εξυγίανση των άρθρων 31 επ. του Ν. 4738/2020 στοχεύει στη διάσωση του νομικού οχήματος μέσω δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός επιδιώκει ρύθμιση χωρίς δικαστική παρέμβαση.
| Επιλογή | Φορέας πρωτοβουλίας | Σκοπός | Αρμόδιο όργανο | Θέση του πιστωτή |
|---|---|---|---|---|
| Τακτική πτώχευση | Οφειλέτης, πιστωτής ή Εισαγγελέας | Καθολική ρευστοποίηση | Πτωχευτικό δικαστήριο | Αναγγελία και κατάταξη, χωρίς ατομική δίωξη |
| Πτώχευση μικρού αντικειμένου | Οφειλέτης, πιστωτής ή Εισαγγελέας | Απλοποιημένη ρευστοποίηση | Μονομελές Πρωτοδικείο | Παρέμβαση εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση |
| Εξυγίανση | Οφειλέτης ή πιστωτές με πλειοψηφία | Διάσωση του νομικού οχήματος | Πρωτοδικείο, με επικύρωση συμφωνίας | Ψήφος κατά κατηγορία, δέσμευση και της μειοψηφίας |
| Εξωδικαστικός μηχανισμός | Οφειλέτης | Ρύθμιση οφειλών | Ηλεκτρονική πλατφόρμα, χωρίς δικαστήριο | Συναίνεση χρηματοδοτικών φορέων, οι λοιποί εκτός |
| Ειδική διαχείριση | Αποκλειστικά πιστωτές | Εκποίηση εν λειτουργία | Μονομελές Πρωτοδικείο | Απαιτείται εκπροσώπηση 40% για την αίτηση |
Η τελευταία στήλη εξηγεί γιατί η επιλογή δεν είναι ποτέ μονομερής. Ο οφειλέτης που στρέφεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό αφήνει εκτός διαπραγμάτευσης τους εμπορικούς προμηθευτές του, αφού η αίτηση διαβιβάζεται στους χρηματοδοτικούς φορείς.
Ο οφειλέτης που επιλέγει εξυγίανση χρειάζεται πλειοψηφίες που εξαρτώνται από τη σύνθεση των απαιτήσεων. Οι πιστωτές που θεωρούν ότι η επιχείρηση αξίζει περισσότερο ζωντανή παρά λυμένη μπορούν με τη σειρά τους να κινήσουν ειδική διαχείριση, εργαλείο που ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς.
Όταν ο οφειλέτης πληροί σωρευτικά τα τρία κριτήρια μεγέθους της πολύ μικρής οντότητας, εφαρμόζεται η πτώχευση μικρού αντικειμένου με τα δικά της όρια και τη δική της αρμοδιότητα.
Τι αλλάζει μόλις κηρυχθεί η πτώχευση;
Από την κήρυξη αναστέλλονται αυτοδικαίως τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών, κατά το άρθρο 100 που φέρει τον τίτλο «Αναστολή των ατομικών καταδιώξεων».
Η αναστολή καταλαμβάνει την έναρξη και τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, την άσκηση αναγνωριστικών και καταψηφιστικών αγωγών, τη συνέχιση των σχετικών δικών και την άσκηση ένδικων μέσων, ενώ οι πράξεις που διενεργούνται κατά παράβασή της είναι άκυρες.
Η αναστολή δεν είναι καθολική. Το επόμενο άρθρο 101 φέρει τον τίτλο «Ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές» και περιέχει ειδικότερες προβλέψεις για όσους διαθέτουν εμπράγματη εξασφάλιση.
Η ΑΑΔΕ, με την εγκύκλιο Ε.2003/2023, περιγράφει την αναστολή ως ισχύουσα κατ’ αρχήν και παραπέμπει ρητά στα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 100 και 101. Ο έλεγχος της θέσης κάθε απαίτησης, δηλαδή αν είναι εγχειρόγραφη, ενέγγυα ή προνομιούχος, προηγείται κάθε ενέργειας μετά την κήρυξη.
Ο μόνος δρόμος ικανοποίησης είναι η αναγγελία της απαίτησης. Το άρθρο 213 προβλέπει ρητά ότι το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επιτρέπει την αναγγελία απαιτήσεων, την υποβολή σχεδίων αναδιάρθρωσης ή εξυγίανσης, την ηλεκτρονική ψηφοφορία όπου προβλέπεται, τις κοινοποιήσεις προς πιστωτές και την άσκηση ένδικων μέσων και βοηθημάτων. Τα στοιχεία του Μητρώου είναι δημόσια διαθέσιμα.
Κρίσιμη είναι η διάκριση ανάμεσα στους πτωχευτικούς και στους μεταπτωχευτικούς πιστωτές. Πτωχευτικοί είναι όσοι διατηρούν κατά τον χρόνο της κήρυξης υπαρκτή, γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη απαίτηση, ληξιπρόθεσμη ή μη. Μεταπτωχευτικοί είναι όσων η απαίτηση γεννάται μετά.
Οι πρώτοι ικανοποιούνται αποκλειστικά από την πτωχευτική περιουσία και οι δεύτεροι από τη μεταπτωχευτική, χωρίς δυνατότητα ο ένας να επιληφθεί της περιουσίας του άλλου.
Η ΑΠ 1401/2025 εφάρμοσε τη διάκριση αυτή σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, όπου οι πτωχευτικές διατάξεις ισχύουν συμπληρωματικά, κρίνοντας απαράδεκτη αγωγή αποζημίωσης, επειδή τα θεμελιωτικά της γεγονότα είχαν επέλθει πριν από την υπαγωγή.
Η προσδοκία ικανοποίησης έχει ακραίο όριο το άρθρο 164, το οποίο προβλέπει ότι ο άγονος πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται με τιμή πρώτης προσφοράς στα τρία τέταρτα και στη συνέχεια στο μισό της μέσης εκτίμησης.
Αν και αυτός αποβεί άγονος, ο σύνδικος ζητά από τον εισηγητή μείωση τιμής ή όρους που διευκολύνουν την εκποίηση, ενώ σε τελικό στάδιο διενεργείται πλειστηριασμός χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς.
Εφόσον και αυτός αποβεί άγονος και ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η κυριότητα περιέρχεται στο Δημόσιο με απόφαση του εισηγητή. Πριν από την περιέλευση, κάθε πιστωτής μπορεί μέσα σε δέκα ημέρες να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων, οπότε ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς.
Η δεκαήμερη αυτή προθεσμία είναι το τελευταίο σημείο όπου ο πιστωτής μπορεί να επηρεάσει την τύχη του περιουσιακού στοιχείου.
Πότε υποχρεούται ο πιστωτής να επιστρέψει ό,τι εισέπραξε;
Πράξεις που διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο, κατά τα άρθρα 116 έως 119.
Η ανάκληση καταλαμβάνει και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης του ίδιου του πιστωτή, όχι μόνο δικαιοπραξίες του οφειλέτη. Ύποπτη περίοδος είναι το διάστημα από την παύση των πληρωμών έως την κήρυξη.
Το χρονικό εύρος δεν είναι ενιαίο. Για τις πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης το άρθρο 116 επεκτείνει τον έλεγχο και στο εξάμηνο που προηγήθηκε της ύποπτης περιόδου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μια εξασφάλιση που δόθηκε μήνες πριν καν αρχίσει η ύποπτη περίοδος ελέγχεται με τα ίδια κριτήρια.
Ποιες πράξεις ανακαλούνται υποχρεωτικά;
Το άρθρο 117 απαριθμεί τέσσερις κατηγορίες που λογίζονται επιζήμιες χωρίς περαιτέρω απόδειξη.
- Πρώτον, δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και όσες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή.
- Δεύτερον, πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.
- Τρίτον, πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή, με εξαίρεση τις οικειοθελείς παραχωρήσεις ακινήτων προς πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα.
- Τέταρτον, σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, ή παροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσης για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις για τις οποίες ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση.
Η τρίτη και η τέταρτη κατηγορία αφορούν άμεσα τον εμπορικό πιστωτή. Η αντικατάσταση χρηματικής εξόφλησης με παράδοση εμπορευμάτων, ο συμψηφισμός με άτυπη μορφή ή η λήψη προσημείωσης για παλαιό ανοιχτό υπόλοιπο αποτελούν ακριβώς τις πράξεις στις οποίες καταφεύγει ο προμηθευτής όταν αντιληφθεί ότι ο πελάτης του δυσκολεύεται.
Η διάταξη τις καθιστά ανακλητέες χωρίς να εξετάζεται η καλή του πίστη. Εξίσου χρήσιμη είναι η αντίστροφη ανάγνωση, αφού η εξόφληση ληξιπρόθεσμης οφειλής με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή δεν εμπίπτει στην κατηγορία αυτή.
Πότε η ανάκληση εξαρτάται από τη γνώση του πιστωτή;
Κατά το άρθρο 118, κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών που έγινε μετά την παύση και πριν την κήρυξη μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργειά της γνώριζε ή μπορούσε να εκτιμήσει ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.
Η διατύπωση αυτή είναι σημαντικά ευρύτερη από την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία απαιτούσε πραγματική και ακριβή γνώση της παύσης των πληρωμών.
Στην ΑΠ 444/2024, που κρίθηκε υπό το προηγούμενο καθεστώς, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η γνώση έπρεπε να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής, χωρίς να αρκεί η κατά προσέγγιση γνώση ή η αντίληψη ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια.
Το ισχύον άρθρο 118 προσθέτει τη δυνατότητα εκτίμησης του επιζήμιου χαρακτήρα, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την υποκειμενική γνώση προς την αντικειμενικά διαγνώσιμη κατάσταση.
Η ίδια διάταξη εισάγει τεκμήρια γνώσης. Τεκμαίρεται η γνώση όταν ο αντισυμβαλλόμενος ήταν σύζυγος του οφειλέτη, συγγενής εξ αίματος μέχρι τρίτου βαθμού ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου, ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος.
Επί νομικού προσώπου, το τεκμήριο αφορά τα πρόσωπα αυτά εφόσον είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή, διοικητή, διευθυντή ή διαχειριστή, καθώς και τους πιστωτές και αντισυμβαλλομένους που διενήργησαν συναλλαγές με όρους σε προφανή και ουσιώδη απόκλιση από τους τρέχοντες.
Όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση τεκμαίρεται και για τα συνδεδεμένα πρόσωπα κατά το Παράρτημα Α του Ν. 4308/2014.
Το τεκμήριο έχει προθεσμία. Δεν ισχύει εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευσης. Για τον όμιλο επιχειρήσεων με ενδοομιλικές συναλλαγές, η διάταξη αυτή σημαίνει ότι το πρώτο έτος μετά την κήρυξη είναι το πιο επικίνδυνο, επειδή ο σύνδικος αρκεί να αποδείξει την ιδιότητα που ενεργοποιεί το τεκμήριο και όχι την ίδια τη γνώση.
Τι ισχύει για τις πράξεις της τελευταίας πενταετίας;
Το άρθρο 119 επεκτείνει τον έλεγχο πολύ πέρα από την ύποπτη περίοδο. Πράξεις που διενεργήθηκαν την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη ανακαλούνται εφόσον έγιναν με δόλο του οφειλέτη να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων και ο τρίτος γνώριζε τον δόλο αυτόν.
Παράλληλα, η κήρυξη δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να ασκήσουν παυλιανή αγωγή κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα. Η καταδολίευση δανειστών παραμένει, επομένως, αυτοτελής επιλογή που ανήκει σε κάθε πιστωτή ξεχωριστά, σε αντίθεση με την ανακλητική αξίωση που ασκείται από τον σύνδικο υπέρ της ομάδας.
Ο νόμος υποχρεώνει, μάλιστα, τον σύνδικο να παρέχει σε κάθε πιστωτή που το ζητά στοιχεία για όλες τις συναλλαγές απαλλοτρίωσης περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας πενταετίας.
Συνεπώς, ο πιστωτής που αναμένει τον σύνδικο εξαρτάται από τις προτεραιότητες και τον χρόνο της συλλογικής διαδικασίας. Ο πιστωτής που ασκεί ο ίδιος παυλιανή αναλαμβάνει το βάρος απόδειξης του δόλου και της γνώσης του τρίτου, κερδίζει όμως αυτοτέλεια.
Η επιλογή εξαρτάται από το ύψος της απαίτησης, από τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και από το αν υπάρχει ήδη εξασφάλιση, όπως συντηρητική κατάσχεση που επιβλήθηκε πριν από την παύση.
Τι διακινδυνεύει η διοίκηση αν καθυστερήσει την κατάθεση;
Η καθυστερημένη υποβολή διευρύνει την ύποπτη περίοδο και μαζί με αυτήν το πεδίο των ανακλητέων πράξεων. Κάθε πληρωμή, εξασφάλιση ή μεταβίβαση που έγινε στο μεσοδιάστημα είναι ελεγκτέα. Ο διοικών που επιχειρεί διάσωση χωρίς να έχει διαγνώσει σωστά την παύση, δημιουργεί μια ζώνη συναλλαγών που θα κριθούν αναδρομικά.
Η προσωπική θέση του διοικούντος απέναντι στα χρέη της εταιρείας κρίνεται σε χωριστή διαδικασία και με δικά της κριτήρια. Η απαλλαγή των διοικούντων από την αλληλέγγυα ευθύνη λειτουργεί με πάροδο συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων και δεν αποφασίζεται με την απόφαση κήρυξης της πτώχευσης.
Συχνές Ερωτήσεις
Πόσο διαρκεί η πτωχευτική διαδικασία;
Δεν υπάρχει ενιαία προθεσμία περάτωσης. Η διάρκεια καθορίζεται από τον χρόνο ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται από τη φύση των περιουσιακών στοιχείων και από τον αριθμό των πλειστηριασμών που απαιτούνται. Το άρθρο 164 προβλέπει επαναληπτικούς πλειστηριασμούς με διαδοχικά μειούμενη τιμή, ενώ κάθε στάδιο έχει δικές του προθεσμίες, όπως οι εκατόν είκοσι ημέρες από την έκδοση της διάταξης του εισηγητή.
Τι έγγραφα συνοδεύουν την αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη;
Κατά το άρθρο 174, ο οφειλέτης καταθέτει επί ποινή απαραδέκτου τις οικονομικές του καταστάσεις για την τελευταία διαθέσιμη χρήση. Όταν δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, κατατίθενται η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση συνοδεύεται επίσης από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών, βεβαίωση για τα χρέη προς το Δημόσιο και κτηματολογικό φύλλο ή πιστοποιητικό βαρών.
Καθιστούν απαράδεκτη την αίτηση τα σφάλματα στα συνυποβαλλόμενα έγγραφα;
Όχι. Το άρθρο 174 παρ. 3, όπως ισχύει μετά τον Ν. 5072/2023, ορίζει ρητά ότι σφάλματα στα έγγραφα που κατατίθενται με την αίτηση δεν την καθιστούν απαράδεκτη. Το δικαστήριο μπορεί μάλιστα να συμπεριλάβει στην απόφασή του οφειλές που ανακύπτουν από στοιχεία τα οποία προέκυψαν κατά τη συζήτηση. Ο οφειλέτης υπέχει ωστόσο ευθύνη για τα δηλούμενα στοιχεία κατά το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Μπορεί πιστωτής να συνεχίσει εκκρεμή δίκη μετά την κήρυξη;
Κατά κανόνα όχι, εφόσον πρόκειται για πτωχευτική απαίτηση. Η αναστολή του άρθρου 100 καταλαμβάνει τη συνέχιση των δικών επί αναγνωριστικών και καταψηφιστικών αγωγών καθώς και την άσκηση ένδικων μέσων, ενώ οι πράξεις που διενεργούνται κατά παράβασή της είναι άκυρες. Η απαίτηση επιδιώκεται με αναγγελία στη συλλογική διαδικασία. Για τους ενέγγυους πιστωτές ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 101.
Επιστρέφεται ποσό που εισπράχθηκε πριν από την παύση των πληρωμών;
Κατά κανόνα όχι, επειδή η ύποπτη περίοδος αρχίζει από την ημερομηνία παύσης που ορίζει η απόφαση κήρυξης. Στην ΑΠ 444/2024 οι κατασχέσεις που είχαν επιβληθεί πριν αποδειχθεί η γνώση του πιστωτή κρίθηκαν έγκυρες. Δύο επιφυλάξεις ισχύουν: για τις πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης ο έλεγχος εκτείνεται και στο προηγούμενο εξάμηνο κατά το άρθρο 116, ενώ το άρθρο 119 καλύπτει την τελευταία πενταετία όταν συντρέχει δόλος.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Η ημερομηνία της αίτησης δεσμεύει τον αιτούντα πιστωτή: Το δικόγραφο της αίτησης πτώχευσης αποτυπώνει εγγράφως τη γνώση του για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Κάθε είσπραξη ή κατάσχεση μετά την ημερομηνία αυτή εκτίθεται σε ανάκληση, όπως κρίθηκε στην ΑΠ 444/2024.
Η επάρκεια εξόδων ελέγχεται πριν από την κατάθεση: Η κήρυξη εξαρτάται από την πιθανολόγηση ότι η περιουσία ή το εισόδημα καλύπτουν τα έξοδα της διαδικασίας. Ο έλεγχος των βαρών και της ρευστοποιησιμότητας προηγείται, αλλιώς η αίτηση καταλήγει σε απόρριψη με καταχώριση στο Μητρώο Φερεγγυότητας.
Το εξάμηνο πριν την ύποπτη περίοδο δεν είναι ασφαλές: Για τις πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης του άρθρου 117, ο έλεγχος εκτείνεται κατά το άρθρο 116 και στο εξάμηνο που προηγήθηκε της παύσης πληρωμών.
Η μορφή της εξόφλησης κρίνει την ανακλησιμότητα: Η καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή δεν εμπίπτει στην υποχρεωτική ανάκληση. Η αντικατάστασή της με εμπορεύματα, ακίνητα ή άλλη μορφή ικανοποίησης εμπίπτει, με μοναδική εξαίρεση τις παραχωρήσεις ακινήτων προς πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα.
Το πρώτο έτος μετά την κήρυξη είναι το κρίσιμο για τα συνδεδεμένα πρόσωπα: Το τεκμήριο γνώσης του άρθρου 118 παρ. 2 δεν ισχύει αν η ανακλητική αγωγή ασκηθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη. Οι ενδοομιλικές συναλλαγές της ύποπτης περιόδου αξιολογούνται με αυτό το χρονικό δεδομένο.
Η δεκαήμερη προθεσμία αντιρρήσεων πριν την περιέλευση στο Δημόσιο: Όταν ο σύνδικος ανακοινώσει ότι το πράγμα πρόκειται να μεταβιβαστεί στο Δημόσιο μετά από άγονους πλειστηριασμούς, κάθε πιστωτής μπορεί εντός δέκα ημερών να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων και να προκαλέσει νέο πλειστηριασμό χωρίς τιμή πρώτης προσφοράς.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την αίτηση πτώχευσης επιχείρησης και την προστασία των πιστωτών της.