Skip to content

Αρθρογραφία

Παράνομη Άρνηση Ασφαλιστικής Ενημερότητας Εταίρου

Άρνηση Χορήγησης Ασφαλιστικής Ενημερότητας

Πολύ συχνά εταίροι προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε.) ή εκπρόσωποι (Πρόεδροι, Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Μέλη Δ.Σ.) κεφαλαιουχικών εταιρειών, όπως επίσης και εκκαθαριστές, βρίσκονται μπροστά σε άρνηση χορήγησης ασφαλιστικής ενημερότητας, χωρίς οι ίδιοι να έχουν ποτέ ενημερωθεί για τις οφειλές ή το ύψος τους και χωρίς φυσικά να είχαν ποτέ τη δυνατότητα να ασκήσουν -ατομικά- τα νόμιμα δικαιώματά τους.

Η πρακτική αυτή του e-Εφκα, έχει κριθεί κατ’ επανάληψη ως νομικά πλημμελής από τα Ελληνικά Δικαστήρια.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ν. 4611/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 24 του  ν. 4611/2019, όπως ισχύει, ορίζεται ότι:

Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας απαιτείται ο αιτών να είναι ασφαλιστικά ενήμερος. 

Ασφαλιστικά ενήμεροι θεωρούνται: 

  • Φυσικά πρόσωπα υποκείμενα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τα οποία:
    • δεν έχουν ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές στον ΕΦΚΑ για την περίοδο έως 31.12.2016 και από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2019 δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, μετά το πέρας της ετήσιας εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εισφορών και της οριστικοποίησης της ετήσιας ασφαλιστικής οφειλής, και παράλληλα από 1.1.2020 δεν έχουν ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές, και 
    • δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) και στον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης (ΕΔΟΕΑΠ). 
  • Οι εργοδότες, οι οποίοι κατά την ημερομηνία έκδοσης του αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας, δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ και τον ΕΔΟΕΑΠ και έχουν υποβάλει τις απαιτητές Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ). 
  • Τα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων, εφόσον έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και τηρούνται οι όροι της. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις ως άνω οφειλές:
    • Για τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές οφειλές, καθώς και οφειλές για τις οποίες το φυσικό πρόσωπο έχει ευθύνη για την εξόφληση τους από τυχόν εργοδοτικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, 
    • Για τα νομικά πρόσωπα λαμβάνονται υπόψη οι οφειλές τους από τυχόν εργοδοτικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 

Στο δε άρθρο 29 του ανωτέρω νόμου προβλέπεται ότι:

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται η διαδικασία χορήγησης του αποδεικτικού ενημερότητας και της βεβαίωσης οφειλής, τυχόν απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισης τους, το περιεχόμενο τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 23 έως 28. 

Υ.Α.  15435/913/2020

Εν συνεχεία, κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκε η Υ.Α. 15435/913/2020, στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται οι πράξεις και οι συναλλαγές για τις οποίες απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας, μεταξύ άλλων για την είσπραξη απαιτήσεων, για τη σύναψη και ανανέωση συμβάσεων δανείων, για τη συμμετοχή ως μέλος σε εταιρία, για τη μεταβίβαση ακινήτου κ.λ.π.

Επιπλέον, στο άρθρο 3 ορίζεται ότι: 

Για τη χορήγηση Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας λαμβάνονται υπόψη οι ασφαλιστικές εισφορές που οφείλονται:

  • Από φυσικό πρόσωπο υπόχρεο καταβολής ασφαλιστικών εισφορών λόγω άσκησης ατομικής δραστηριότητας ή συμμετοχής σε νομικό πρόσωπο ή εργοδοτικής ιδιότητας, 
  • Για τη χορήγηση του Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας ηλεκτρονικά, ελέγχονται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με βάση τα τελευταία επεξεργασμένα από το μηχανογραφικό σύστημα στοιχεία.

Τέλος, στο άρθρο 5 της ίδιας υπουργικής απόφασης προβλέπεται ότι: 

Στην περίπτωση που από τα τελευταία επεξεργασμένα στοιχεία που τηρούνται στο μηχανογραφικό σύστημα, διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας, οι πιστοποιημένοι φορείς, υπηρεσίες και πρόσωπα για την έκδοση  Βεβαιώσεων  και Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας από τον e-Ε.Φ.Κ.Α. διαδικτυακά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις δύνανται να λαμβάνουν διαδικτυακά «Βεβαίωση Οφειλής», σύμφωνα με όσα προβλέπονται από σχετικές διατάξεις.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Η ΣτΕ 470/2012

Με την υπ’ αριθμ. 470/2012 απόφαση του Στε έγινε δεκτό ότι:

Για να επιβληθεί από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ σε βάρος εργοδότη οφειλέτη του ΙΚΑ η κύρωση της άρνησης χορήγησης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας πρέπει να έχει προηγηθεί η κοινοποίηση στον υπόχρεο εργοδότη της σχετικής πράξης επιβολής εισφορών σε βάρος του (πρβλ ΣτΕ 2281/2000 Ολομ, 1730/2001). 

Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η πράξη επιβολής εισφορών έχει κοινοποιηθεί σε άλλον εις ολόκληρον ευθυνόμενο κατά νόμο για την καταβολή των εισφορών.

Τούτο διότι η οφειλή ή μη εις ολόκληρον αφορά την έκταση της απαίτησης του ΙΚΑ έναντι καθενός από αυτούς και όχι το θέμα της προϋποθέσεως για την χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητος σε κάθε Οφειλέτη (πρβλ 1730/2001). 

Επομένως, πράξη οργάνου του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος με την οποία επιβάλλεται σε βάρος εργοδότη η κύρωση της μη χορήγησης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας εξαιτίας οφειλών από μη καταβληθείσες εργοδοτικές εισφορές χωρίς να έχει προηγηθεί κοινοποίηση στο συγκεκριμένο εργοδότη της σχετικής ΠΕΕ είναι νομικώς πλημμελής (πρβλ 1826/2008, 4368/2009, 755/20110).

Η ΣτΕ 884/2012

Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 844/2012 απόφαση του ΣτΕ έγινε δεκτό ότι:

Η διάταξη το άρθρο 115 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν δημιουργεί ιδία φορολογική υποχρέωση των προσώπων που είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ή του Διευθύνοντος συμβούλου ή του εκκαθαριστή ανωνύμου εταιρείας, κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης αυτής, για καταβολή του οφειλόμενου από την εταιρεία φόρου, αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη αυτών προς πληρωμή του βεβαιωθέντος σε βάρος της εταιρείας φόρου, η ευθύνη δε αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της βεβαιώσεως του φόρου, αλλά στο στάδιο της είσπραξής του. 

Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης και δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή κατά της πράξης της φορολογικής αρχής με την οποία προσδιορίζεται ο οφειλόμενος από την εταιρεία φόρος.

Επιπροσθέτως, για την ενεργοποίηση της ευθύνης των προσώπων αυτών δεν απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία προσδιορισμού και βεβαίωσης του φόρου, με κοινοποίηση, προς τα πρόσωπα αυτά, φύλλου ελέγχου, υποκειμένου σε προσφυγή, ούτε, περαιτέρω, η επ’ ονόματι τους ταμειακή βεβαίωση του οφειλόμενου ποσού του φόρου, αλλά επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξη του οφειλόμενου ποσού του φόρου από τα πρόσωπα αυτά βάσει της ταμειακής βεβαίωσης που έχει εκδοθεί επ’ ονόματι της εταιρείας. 

Η ανωτέρω ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων δεν αποστερεί τα προαναφερθέντα πρόσωπα της δικαστικής προστασίας που αυτά δικαιούνται, διότι τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξης, δύνανται να ασκήσουν ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη και η εκδοθείσα σε βάρος της εταιρείας ταμειακή βεβαίωση, (βλ. ΣτΕ 4411/2011, 237/2008, 2999/2006) και να προβάλλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαιτήσεως του Δημοσίου, εκτός εάν, κατόπιν προσφυγής της εταιρείας κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξης, έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί, κατ’ ουσίαν, η νομιμότητά της (πρβλ. ΣτΕ 708/2008, 2712/2002). 

Δεδομένου όμως ότι οι διαχειριστές, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και οι εκκαθαριστές ανωνύμων εταιρειών δεν είναι τα υποκείμενα της φορολογικής υποχρέωσης, δεν έχουν μετάσχει στη διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η πράξη καταλογισμού του φόρου, την οποία, άλλωστε, δεν νομιμοποιούνται να προσβάλλουν, αλλά είναι τρίτοι, των οποίων η ευθύνη γεννιέται το πρώτον κατά το στάδιο της είσπραξης του φόρου που βεβαιώθηκε επ’ ονόματι της εταιρείας τα πρόσωπα αυτά αποκτούν, κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε., την ιδιότητα του «οφειλέτη», μόνο από και δια της έκδοσης και κοινοποίησης προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους, και τους παρέχεται η δυνατότητα είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλομένη και η ταμειακή βεβαίωση, είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους. 

Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για την λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης, η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως. 

Επίσης, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι η παράλειψη αποστολής της ατομικής ειδοποίησης δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των αναγκαστικών μέτρων που λαμβάνονται κατά του οφειλέτη, δεν έχει, οπωσδήποτε, εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τρίτων, ευθυνομένων προσθέτως και αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, εφόσον, τυχόν εφαρμογή της θα απέληγε είτε στην λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους, χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους, είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας τους (πρβλ. ΣτΕ 708/2008,1639/2003).

Η 2286/2022 Διοικ.Πρ.Αθηνών

Σύμφωνα με την με αρ. 2286/2022 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών,  από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας χορηγείται είτε όταν ο αιτών δεν έχει οφειλή προς τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε όταν έχει ρυθμίσει τις έως την ημερομηνία έκδοσης  του  αποδεικτικού βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

Περαιτέρω, οφειλή προερχόμενη από κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αποκλείουσα τη χορήγηση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας προς τον αιτούντα και βαρυνόμενο με την καταβολή εισφορών είναι αυτή που προκύπτει από σχετική καταλογιστική πράξη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, νομίμως κοινοποιούμενη προς τον ανωτέρω (Σ.τ.Ε. 620/2019Τ πρβλ. Σ.τ.Ε. 130/2018). 

Τούτο ισχύει τόσο στην περίπτωση που ο βαρυνόμενος είναι ο ίδιος ο εργοδότης, σε βάρος του οποίου εκδίδεται πράξη επιβολής εισφορών από τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.) για την ασφάλιση των εργαζομένων του, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ιδρύματος, όσο και στην περίπτωση που, κατά τους ισχυρισμούς των αρμοδίων ασφαλιστικών οργάνων, βαρυνόμενο είναι άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή των εισφορών. 

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πριν από την επιβολή της (έχουσας σοβαρές συνέπειες για τον βαρυνόμενο) κύρωσης της άρνησης του ασφαλιστικού οργανισμού να του χορηγήσει βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας, πρέπει τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα να έχουν διαπιστώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της κήρυξης συνυπευθυνότητας, να έχει δε προηγηθεί η έκδοση και κοινοποίηση σχετικής πράξης στον βαρυνόμενο ως συνυπεύθυνο, η οποία επέχει θέση καταλογιστικής πράξης σε βάρος του, που να προσδιορίζει το ύψος και την αιτία της οφειλής, ώστε ο τελευταίος να γνωρίζει την, κατά τον ασφαλιστικό οργανισμό, ύπαρξη και έκταση της εν λόγω οφειλής και να δύναται να την αμφισβητήσει με την άσκηση των προβλεπόμενων στο νόμο ενδικοφανών και ενδίκων βοηθημάτων. 

Δεν έχει δε σημασία από την άποψη αυτή αν η πράξη επιβολής εισφορών έχει τυχόν κοινοποιηθεί σε άλλον εις ολόκληρον ευθυνόμενο κατά νόμο για την οφειλή, όπως είναι ο εργοδότης, ο οποίος είναι ο πρωταρχικώς ευθυνόμενος για την καταβολή των εισφορών. 

Τούτο δε διότι η οφειλή ή μη εις ολόκληρον αφορά την έκταση της απαίτησης του Ι.Κ.Α. -ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α.- έναντι καθενός από τους υπόχρεους και όχι την, κατά τα ανωτέρω, νόμιμη διαδικασία για την απόρριψη αίτησης χορήγησης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας σε κάθε συγκεκριμένο οφειλέτη (πρβλ.  Σ.τ.Ε. 1730/2001). 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψιν ότι η άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας έλαβε χώρα δίχως να προηγηθεί η κοινοποίηση στον τελευταίο των καταλογιστικών πράξεων επί των οποίων ερείδονται οι ασφαλιστικές οφειλές για τις οποίες αυτός κρίθηκε συνευθυνόμενος εις ολόκληρον με την εταιρεία του και λόγω της ύπαρξης των οποίων εχώρησε η ως άνω άρνηση, ούτε, άλλωστε, αυτές μνημονεύονται στην έκθεση απόψεων του καθού ή προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση αυτή είναι νομικώς πλημμελής και πρέπει να ακυρωθεί, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πρακτική των ασφαλιστικών ταμείων να ταυτίζουν την επίδοση ή κοινοποίηση Πράξης Επιβολής Εισφορών, Προστίμων και εν γένει καταλογιστικών πράξεων, στο νομικό πρόσωπο με την αντίστοιχη γνωστοποίηση στο φυσικό, είναι παράνομη και οι δυσμενείς συνέπειες σε αυτά (φυσικά πρόσωπα) είναι ακυρωτέες.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ασφαλιστική ενημερότητα.