Skip to content

Αρθρογραφία

Δικαίωμα Έκπτωσης ΦΠΑ Εισροών Μετά Την 5ετία

επιστροφη ΦΠΑ

Για πρώτη φορά με την κρίση της, η Ελληνική Δικαιοσύνη, με την με αρ. ΤρΔΕφΧανίων 70/2021 απόφασή της, υιοθετεί τη νομολογιακή κατεύθυνση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. αναφορικά με το ζήτημα της έκπτωσης ΦΠΑ εισροών για επενδυτικό αγαθό που τέθηκε σε χρήση μετά την παρέλευση της πενταετούς περιόδου διακανονισμού (περιπτώσεις μείωσης βάσει ProRata και ελέγχου).

Ιστορικό

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, επιχείρηση είχε αναλάβει την εκτέλεση δημόσιου έργου. Προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προέβει σε δαπάνες με εκτέλεση πράξεων υποκείμενες σε καθεστώς ΦΠΑ. 

Το Δημόσιο, όμως, καθυστερούσε την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων προς την επιχείρηση, με αποτέλεσμα να καθυστερεί αντίστοιχα και η ολοκλήρωση του έργου.

Εν συνεχεία, διενεργήθηκε στην επιχείρηση έλεγχος ΦΠΑ ο οποίος έκρινε ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση, προκειμένου να διατηρήσει το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου, έπρεπε να θέσει σε λειτουργία τις ανωτέρω εγκαταστάσεις/πάγια έως 31/12/2012, γεγονός που δεν έπραξε. 

Κατ’ ακολουθία, ο έλεγχος καταλόγισε ως αφαιρούμενα ποσά του φόρου εισροών που αντιστοιχεί στον εφάπαξ διακανονισμό για τα πάγια – επενδυτικά αγαθά τα οποία δεν είχε θέσει σε παραγωγική λειτουργία ως 31/12/2012.

Νομικό Πλαίσιο

Ο Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: “Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία “φόρος προστιθέμενης αξίας” σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου”. 

Κατά την περίπτωση α’ του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, αντικείμενο του φόρου είναι “η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα”. 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ.1 περ.α’ του ίδιου νόμου, “Στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής”, 

Στο άρθρο 30 αναφέρεται ότι : “Ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν. Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο. Ειδικά, για τα αγαθά επένδυσης, το δικαίωμα έκπτωσης κρίνεται οριστικά κατά το χρόνο έναρξης χρησιμοποίησης των αγαθών αυτών”.

Περαιτέρω, στο άρθρο 31, ορίζονται τα εξής: “Σε περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο χρησιμοποιεί αγαθά και υπηρεσίες για την πραγματοποίηση  πράξεων, για μερικές από τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης, ο εκπιπτόμενος φόρος ορίζεται σε ποσοστό στα εκατό του συνολικού ποσού του  φόρου των κοινών αυτών εισροών. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται με βάση κλάσμα που έχει ως αριθμητή το ποσό του ετήσιου κύκλου εργασιών, χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας, που αφορά πράξεις για τις οποίες παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου και ως παρονομαστή το ποσό των πράξεων που αναφέρονται στον αριθμητή, καθώς και των πράξεων για τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης. Στον παρονομαστή του κλάσματος συμπεριλαμβάνονται επίσης και οι επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν μέρος της φορολογητέας αξίας

Το άρθρο 33 προβλέπει ότι : «Η έκπτωση του φόρου που ενεργείται με βάση τις υποβαλλόμενες δηλώσεις ΦΠΑ, υπόκειται σε τελικό διακανονισμό σύμφωνα με τα συνολικά στοιχεία της διαχειριστικής περιόδου, εφόσον η έκπτωση αυτή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που είχε δικαίωμα να ενεργήσει ο υποκείμενος στο φόρο. Ειδικά για τα αγαθά επένδυσης, η έκπτωση του φόρου που ενεργήθηκε υπόκειται σε πενταετή διακανονισμό με αφετηρία το έτος χρησιμοποίησής τους … Εάν εντός της περιόδου διακανονισμού, από την πραγματοποίηση της δαπάνης για απόκτηση ή κατασκευή επενδυτικών αγαθών δεν έχει γίνει έναρξη της χρησιμοποίησης αυτών, θεωρείται ότι διατέθηκαν αποκλειστικά και μόνο σε αφορολόγητες πράξεις και ενεργείται εφάπαξ διακανονισμός με την εκκαθαριστική δήλωση της διαχειριστικής αυτής περιόδου. …

Ως “αγαθά επένδυσης”, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, θεωρούνται … τα ενσώματα αγαθά, που ανήκουν κατά κυριότητα στην επιχείρηση και τίθενται από αυτή σε διαρκή εκμετάλλευση, καθώς και τα κτίσματα ή άλλου είδους κατασκευές που κατασκευάζονται από την υποκείμενη στο φόρο επιχείρηση σε ακίνητο που δεν ανήκει κατά κυριότητα σε αυτήν, αλλά έχει, βάσει οποιοσδήποτε έννομης σχέσης, τη χρήση του ακινήτου αυτού, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα χρόνων” 

Τέλος, το άρθρο 34 παρ.1 αναφέρει: “Με την επιφύλαξη των σχετικών με την παραγραφή διατάξεων ο φόρος επιστρέφεται, εφόσον … είναι αδύνατο να μεταφερθεί για έκπτωση σε επόμενη διαχειριστική περίοδο ή σε περίπτωση μεταφοράς του για έκπτωση η έκπτωση αυτή δεν κατέστη δυνατή ή … αφορά τα αγαθά επένδυσης”.

 Η Κρίση Του Δικαστηρίου

Με βάση τα παραπάνω, δικαίωμα έκπτωσης του φόρου (“εισροών”) που επιβάρυνε επενδυτικό αγαθό (δηλαδή, δικαίωμα το οποίο έχει ήδη γεννηθεί με την απόκτηση του αγαθού και μόνο η έκτασή του καθορίζεται από την σχεδιαζόμενη χρήση του) εξακολουθεί κατ’ αρχήν να υφίσταται ακόμη και αν τελικά ο υποκείμενος στο φόρο δεν το χρησιμοποιεί λόγω περιστάσεων ανεξαρτήτων της βουλήσεώς του.

Κατ’ εξοχήν δε τέτοια περίσταση είναι όταν η χρήση του αγαθού καθίσταται νόμω αδύνατος συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων της διοικήσεως, και δη παρανόμων. Κρίσιμο δε στοιχείο για την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας των “περιστατικών ανεξαρτήτων της θέλησης” του φορολογούμενου αποτελεί η πρόθεση του για τη χρήση του επενδυτικού αγαθού. 

Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι ο στενός και άμεσος δεσμός, ο οποίος πρέπει να υφίσταται μεταξύ του δικαιώματος έκπτωσης του ΦΠΑ επί των εισροών και της πραγματοποίησης φορολογούμενων πράξεων διαρρηγνύεται μόνον αν ο υποκείμενος στο φόρο δεν έχει πλέον την πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα οικεία αγαθά και υπηρεσίες για να πραγματοποιήσει πράξεις στις οποίες επιβάλλεται φόρος επί των εκροών, ή τα χρησιμοποιούσε για να πραγματοποιήσει απαλλασσόμενες πράξεις. 

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μόνη η καθυστέρηση στην έναρξη χρήσης του επενδυτικού αγαθού δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον διακανονισμό και μάλιστα εφάπαξ του ΦΠΑ επί των εισροών, εφόσον η πρόθεση χρήσης του υποκείμενου στο φόρο είναι ενεργή.

Εξάλλου, η μη χρησιμοποίηση των επενδυτικών αγαθών εντός πενταετίας συνιστά μαχητό τεκμήριο και μόνο.

Επομένως, το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου (εισροών) που επιβάρυνε επενδυτικό αγαθό (δικαίωμα το οποίο έχει ήδη γεννηθεί με την απόκτηση του αγαθού και μόνο η έκτασή του καθορίζεται από την σχεδιαζόμενη χρήση του) εξακολουθεί να υφίσταται εφόσον στοιχειοθετείται η πρόθεση διάθεσής του από τον υπαγόμενο στο φόρο σε φορολογητέες πράξεις. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα φορολογικού δικαίου.