Skip to content

Αρθρογραφία

Αθέμιτος Ανταγωνισμός Και Παράβαση Εξωανταγωνιστικών Διατάξεων

αθεμιτος ανταγωνισμος
Δίκαιο Ανταγωνισμού

Το δίκαιο του ανταγωνισμού σκοπό έχει να ρυθμίσει τον ανταγωνισμό  μεταξύ των εμπόρων και των δραστηριοτήτων τους, εξασφαλίζοντας ότι θα τηρείται ηθικός και αποδεκτός κώδικας στις συναλλαγές, καθώς και ότι προστατεύεται η θεμελιώδης αρχή της καλής πίστης και των νόμιμων συναλλακτικών ηθών και εθίμων.

Βασικές αρχές που προβάλλονται είναι τρεις: 

  • Της διατήρησης της ισότητας των ευκαιριών, 
  • Της προστασίας και ενθάρρυνσης του αποδοτικού ανταγωνισμού και 
  • Της αληθείας και αντικειμενικότητας των δηλώσεων. 

Το Δίκαιο του Ανταγωνισμού, διακρίνεται σε :

  • Αθέμιτο ανταγωνισμού και 
  • Προστασία του Ελεύθερου Ανταγωνισμού.
Αθέμιτος Ανταγωνισμός

Ο Νόμος 146/1914, χωρίς πολλές τροποποιήσεις μέχρι σήμερα, θεσπίζει αρνητικά πρότυπα αθέμιτης και παράνομης συμπεριφοράς αξιοποιώντας την έννοια των “χρηστών ηθών” και της “καλής πίστης”. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν. Δεν έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις ούτε ενδιαφέρει εάν σκόπευε σε πρόκληση ζημίας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η πράξη να τελείται στα πλαίσια των συναλλαγών. 

Επομένως, υποκείμενο είναι αφενός μεν οι έμποροι και αφετέρου οι καταναλωτές και το κοινωνικό σύνολο σε συνάρτηση με τις εμπορικές δραστηριότητες. Οι έμποροι μπορεί να είναι Ελληνικής υπηκοότητας αλλά και αλλοδαποί που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Αντικείμενο προστασίας είναι η παρεμπόδιση των παρανόμων, καταχρηστικών και αντιθέτων προς τις συναλλακτικές αρχές και έθιμα κατά τη διάρκεια των εμπορικών συναλλαγών. 

Το γενικό πλαίσιο πάνω στο οποίο βασίζεται η προστασία ορίζεται στο Άρθρο 1 του ανωτέρω Νόμου όπου αναφέρεται : “Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς, πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη.Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας”.

Επομένως, ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεως για παράλειψη της πράξης που φέρεται ότι συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό και ανόρθωση της ζημίας που από την αιτία αυτή προκλήθηκε, είναι να εκτελείται η πράξη αυτή με σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία που ασκεί άλλος και να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Να προσκρούει, δηλαδή, στην αντίληψη κάθε ανθρώπου που σκέφτεται δίκαια και ορθά ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντιθέτων προς την ομαλή ορθότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, επιφανειακά ή μεμονωμένα θεωρούμενη, φαίνεται θεμιτή και νομικά άψογη. 

Πράξη ανταγωνισμού θεωρείται εξάλλου και η πάσης φύσεως ενέργεια με σκοπό τη σύναψη πελατειακών σχέσεων και μπορεί να διατηρήσει ή επαυξήσει τη πελατεία του εμπόρου που αδικοπρακτεί, ήτοι υιοθετεί μέσα αθέμιτου ανταγωνισμού.

Περιπτωσιολογία Πράξεων Αθέμιτου Ανταγωνισμού:
  • Ανακριβείς δηλώσεις (άρθρο 3)
  • Ευνοϊκές προσφορές (άρθρο 4)
  • Διαφήμιση, παραπλανητική ή δυσφημιστική
  • Αναγγελία εκποίησης εμπορευμάτων από πτώχευση
  • Δυσφήμηση κατά άυλου αγαθού της φήμης της επιχείρησης
  • Δυσφημιστικές διαδόσεις
  • Προσβολη σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων
  • Προσβολή βιομηχανικών και εμπορικών απορρήτων
Εξωανταγωνιστικές Διατάξεις

Εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1994, περί αθεμίτου ανταγωνισμού, και τις υπόλοιπες διατάξεις του ιδίου νομοθετήματος, υπάρχουν και άλλες, έξω από τον ανωτέρω νόμο, που ομοίως ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα.

Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, αποκαλούμενες “εξωανταγωνιστικές“, βρίσκονται τόσο σε τυπικούς, όσο και σε ουσιαστικούς νόμους, με ενδεικτική αναφορά εκείνων περί αδείας λειτουργίας των επιχειρήσεων ή που εξαρτούν τη νομιμότητα της δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής. Ομοίως, ειδικές διατάξεις για τις κάθετες και οριζόντιες συμπράξεις (καρτέλ).

Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική και διοικητική άποψη, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το παράνομο αυτό συνιστά παράλληλα, χωρίς άλλο, και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914.

Έτσι διακρίνουμε δύο περιπτώσεις:

Η παραβίαση “εξωανταγωνιστικών” διατάξεων, που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (π. χ. απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914 και επομένως, αθέμιτο ανταγωνισμό.

Αντίθετα, η παραβίαση εκείνων που είναι ηθικά ή αξιολογικά αδιάφορες (αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής) δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη. Και τούτο για τον λόγο ότι μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δε μπορεί να θεμελιώσει και το αθέμιτο της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1914, η οποία δεν είναι γενικός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη.

Συνιστά δε, αθέμιτη συμπεριφορά, όταν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και σε αντίθεση στα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα, τούτο συμβαίνει, όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του.

Πρέπει δηλαδή η παράβαση να είναι αντικειμενικά πρόσφορη και ικανή να οδηγήσει σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση και να τελεί μαζί της σε σχέση αιτίου και αιτιατού. Διαφορετικά η παράβαση της διάταξης αυτής δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά διοικητική ή ποινική παράβαση και επισύρει τις προβλεπόμενες διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις (ΑΠ 439/2012 ). 

Παραγραφή

Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του Ν 146/1914 οι αξιώσεις επί αποζημιώσει και επί παραλείψει που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου, παραγράφονται μετά από έξι μήνες από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο εκείνος που έχει την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπεύθυνου προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η παραγραφή συντελείται  μετά τριετία από τότε που έγινε η πράξη. Στις περιπτώσεις αποζημίωσης, η παραγραφή δεν ξεκινά πριν το χρονικό σημείο κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη.

Στην περίπτωση, τέλος, που μία πράξη παραβιάζει συγχρόνως τις ειδικές διατάξεις του Ν 146/1914, αλλά και τη γενική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (“Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”), τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του Ν 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διότι το προβάδισμα της εφαρμοστέας διατάξεως καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής. 

Η σύντομη δε παραγραφή του άρθρου 19 του Ν 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το γενικότερο δίκαιο των αδικοπραξιών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα εμπορικού ανταγωνισμού.