Skip to content

Αρθρογραφία

Τα Αιολικά Πάρκα Κατά Τη Νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ

ανεμογεννήτριες

Με την απόφαση C‑24/19, (Ανεμογεννήτριες σε Aalter και Nevele), το Δικαστήριο της ΕΕ  ερμήνευσε την οδηγία 2001/42 (“Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων”), παρέχοντας σημαντικές διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα που υπόκεινται στην εκτίμηση την οποία επιβάλλει η οδηγία αυτή, καθώς και σχετικά με τις συνέπειες της μη διεξαγωγής εκτιμήσεως κατά την δημιουργία αιολικών πάρκων και εγκτάσταση ανεμογεννητριών..

Ιστορικό

Το αίτημα ερμηνείας υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των περιοίκων τοποθεσίας κείμενης στην περιφέρεια των δήμων Aalter και Nevele (Βέλγιο), η οποία επελέγη για την ανέγερση αιολικού πάρκου, και, αφετέρου, του περιφερειακού υπαλλήλου πολεοδομικής αναπτύξεως, σχετικά με τη χορήγηση από την αρχή αυτή πολεοδομικής άδειας για την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση πέντε ανεμογεννητριών. 

Η από 30 Νοεμβρίου 2016 χορήγηση της επίμαχης άδειας εξαρτήθηκε, μεταξύ άλλων, από την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων που είχαν καθοριστεί με διατάξεις μιας κανονιστικής αποφάσεως της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως καθώς και με μια εγκύκλιο σχετικά με την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση ανεμογεννητριών.

Προς στήριξη της προσφυγής με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης άδειας, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του συμβουλίου επίλυσης ενδίκων διαφορών σχετικά με άδειες, οι προσφεύγοντες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, παράβαση της οδηγίας 2001/42 για τον λόγο ότι η κανονιστική απόφαση και η εγκύκλιος βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η άδεια δεν είχαν υποβληθεί σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Το εκδόν την επίμαχη άδεια όργανο θεωρούσε αντιθέτως ότι η κανονιστική απόφαση και η εγκύκλιος δεν χρειαζόταν να υποβληθούν σε τέτοια εκτίμηση.

Η Απόφαση

Με την απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η οδηγία 2001/42 καλύπτει τα σχέδια και προγράμματα, καθώς και τις τροποποιήσεις τους, που εκπονούνται ή εγκρίνονται από μια αρχή κράτους μέλους, εφόσον “απαιτήθηκαν βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων”.

Εξάλλου, η οδηγία αυτή εξαρτά την υποχρέωση υποβολής συγκεκριμένου σχεδίου ή προγράμματος σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την προϋπόθεση ότι το σχέδιο ή πρόγραμμα ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Πρώτο Ζήτημα

Όσον αφορά την έννοια των “σχεδίων και προγραμμάτων που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην έννοια αυτή εμπίπτουν απόφαση και εγκύκλιος οι οποίες εκδίδονται από την Κυβέρνηση ομόσπονδης οντότητας κράτους μέλους και περιέχουν, αμφότερες, διάφορες διατάξεις όσον αφορά την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση ανεμογεννητριών.

Πράγματι, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι απαιτούνται, κατά την έννοια και κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2001/42, τα σχέδια και τα προγράμματα των οποίων η έγκριση ρυθμίζεται από εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που καθορίζουν τις αρμόδιες για την έγκριση των σχεδίων και προγραμμάτων αρχές καθώς και τη διαδικασία εκπονήσεώς τους. Ειδικότερα, ένα μέτρο πρέπει να θεωρείται ότι “απαιτείται” όταν η εξουσία λήψης του μέτρου έχει ως νομική βάση μια τέτοια διάταξη, έστω και αν δεν υφίσταται, κατά κυριολεξία, υποχρέωση λήψης του.

Κληθέν από το αιτούν δικαστήριο και από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να επανεξετάσει τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο κατ’ αρχάς υπογράμμισε ότι η εφαρμογή της προϋποθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/42 μόνο στα «σχέδια και προγράμματα» των οποίων η έγκριση είναι υποχρεωτική ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει στο ελάχιστο το πεδίο εφαρμογής της έννοιας αυτής και δεν καθιστά δυνατή τη διαφύλαξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, δεδομένης της ποικιλομορφίας των καταστάσεων και της ανομοιογένειας των πρακτικών των εθνικών αρχών, η έγκριση σχεδίων ή προγραμμάτων και οι τροποποιήσεις τους συχνά δεν επιβάλλονται κατά τρόπο γενικό αλλά ούτε και αφήνονται στην πλήρη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων αρχών.

Εξάλλου, το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει η οδηγία 2001/42 υποβάλλοντας σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων τα σχέδια και τα προγράμματα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ανταποκρίνεται στις επιταγές των Συνθηκών καθώς και του Χάρτη όσον αφορά την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος.

Οι στόχοι όμως αυτοί θα κινδύνευαν να υπονομευθούν από μια συσταλτική ερμηνεία που θα παρείχε τη δυνατότητα σε κράτος μέλος να αποφύγει την υποχρέωση εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων επιλέγοντας να μην καταστήσει υποχρεωτική την έγκριση των σχεδίων ή προγραμμάτων. Τέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «σχεδίων και προγραμμάτων» συνάδει προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης.

Το Δικαστήριο εξέτασε εν συνεχεία το ζήτημα αν η επίμαχη κανονιστική απόφαση και η επίμαχη εγκύκλιος πληρούσαν την προϋπόθεση του άρθρου 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/42. Συναφώς, επισήμανε ότι η κανονιστική απόφαση είχε εκδοθεί από τη Φλαμανδική Κυβέρνηση, υπό την ιδιότητά της ως εκτελεστικής εξουσίας μιας βελγικής ομόσπονδης οντότητας, δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Εξάλλου, η εγκύκλιος, σκοπός της οποίας ήταν να δημιουργήσει ορισμένο πλαίσιο για την άσκηση της εξουσίας εκτίμησης των αρμόδιων αρχών, επίσης προερχόταν από τη Φλαμανδική Κυβέρνηση και τροποποιούσε τις διατάξεις της κανονιστικής απόφασης, αναπτύσσοντάς ή εισάγοντας παρεκκλίσεις από αυτές, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το εθνικό δικαστήριο όσον αφορά την ακριβή νομική φύση της εγκυκλίου και το ακριβές περιεχόμενό της.

Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι η κανονιστική απόφαση και, υπό την επιφύλαξη των ως άνω εξακριβώσεων, η εγκύκλιος ενέπιπταν στην έννοια των «σχεδίων και προγραμμάτων», καθόσον έπρεπε να γίνει δεκτό ότι «απαιτούνταν» κατά την έννοια της οδηγίας 2001/42.

Δεύτερο Ζήτημα

Σε ότι αφορά το ζήτημα αν η κανονιστική απόφαση και η εγκύκλιος έπρεπε να υποβληθούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2001/42 επειδή ενδεχόταν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πράξεις αυτές, που περιείχαν αμφότερες διάφορες διατάξεις όσον αφορά την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση ανεμογεννητριών, μεταξύ των οποίων μέτρα σχετικά με την προκαλούμενη σκίαση, την ασφάλεια καθώς και τις προδιαγραφές θορύβου, περιλαμβάνονταν μεταξύ των πράξεων που έπρεπε να υποβληθούν σε μια τέτοια εκτίμηση.

Το Δικαστήριο έκρινε επ’ αυτού ότι οι σχετικές με την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση ανεμογεννητριών απαιτήσεις της επίμαχης κανονιστικής αποφάσεως και της επίμαχης εγκυκλίου ήταν αρκούντως ουσιώδεις, δεδομένης της σπουδαιότητας και της εκτάσεώς τους, ώστε να καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης και εκμετάλλευσης αιολικών πάρκων των οποίων οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι αδιαμφισβήτητες. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από την ιδιαίτερη νομική φύση της εγκυκλίου.

Τρίτο Ζήτημα

Σε ότι αφορά τη δυνατότητα να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών και της άδειας οι οποίες εκδόθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας 2001/42, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξαλείφουν τις παράνομες συνέπειες μιας τέτοιας παραβίασης του δικαίου της Ένωσης. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, δεδομένης της επιταγής περί ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου αυτού, μόνον το ίδιο μπορούσε, κατ’ εξαίρεση και για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να αναστείλει προσωρινά το αποτέλεσμα της παραβιασθείσας διατάξεως του εν λόγω δικαίου το οποίο συνίσταται στη μη εφαρμογή της αντιβαίνουσας σε αυτήν εθνικής πράξεως, εφόσον εθνική νομοθεσία παρέχει στο εθνικό δικαστήριο την εξουσία να διατηρήσει σε ισχύ ορισμένα αποτελέσματα τέτοιων πράξεων στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο μπορούσε να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της κανονιστικής απόφασης και της εγκυκλίου, καθώς και της βάσει αυτών χορηγηθείσας άδειας, μόνον αν το εσωτερικό δίκαιο τού παρείχε σχετική δυνατότητα στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς και εφόσον η ακύρωση της άδειας αυτής θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον εφοδιασμό με ηλεκτρική ενέργεια, εν προκειμένω εντός του Βελγίου. 

Η ενδεχόμενη αυτή διατήρηση μπορεί εντούτοις, σε κάθε περίπτωση, να εξακολουθεί να υφίσταται μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο για τη θεραπεία της εν λόγω έλλειψης νομιμότητας, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, εφόσον κριθεί απαραίτητο.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την περιβαλλοντική επιχειρηματικότητα.